Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ




ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Δυό λόγια εισαγωγικά

Η καθιέρωση της εορτής των Τριών Ιεραρχών ανάγεται στα βυζαντινά χρόνια, γύρω στα 1100 μ.Χ. στους χρόνους των Κομνηνών, προκειμένου να καταπαύσει μία διαμάχη ως προς την αξία ενός εκάστου εξ αυτών. Σημαντικό ρόλο έπαιξε τότε η προσωπικότητα του Ιωάννου Μαυρόποδος, Επισκόπου Ευχαϊτων.
Το έτος 1842 η Πανεπιστημιακή Σύγκλητος του Εθνικού και Καποδοστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καθιέρωσε για πρώτη φορά την εορτή των Τριών Ιεραρχών ως ημέρα της Ελληνικής Παιδείας και των Γραμμάτων γενικότερα.
Κάθε χρόνο, λοιπόν, την 30ή Ιανουαρίου εορτάζουμε περίλαμπρα την εορτή των Τριών μεγίστων φωστήρων της Τρισηλίου Θεότητος, Βασίλειο τον Μέγα, Γρηγόριο τον Θεολόγο και Ιωάννη τον Χρυσόστομο, τα πάγχρυσα αυτά στόματα του ελληνικού και χριστιανικού λόγου, που κατά τον Υμνογράφο τους κατάρδευσαν όλη την οικουμένη με νάματα θεογνωσίας.
Με αφορμή την εορτή αυτή η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος ετοίμασε το Αφιέρωμα που ακολουθεί για να φωτίσει και να εξάρει την λαμπρή προσωπικότητα και το πολυσήμαντο έργο των Τριών αυτών Ιεραρχών, των σκαπανέων της ελληνικής παιδείας και του χριστιανικού βιώματος.
Το Αφιέρωμα περιλαμβάνει κείμενα που γράφτηκαν ή εκφωνήθηκαν για τους Τρεις Ιεράρχες στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ή ακόμη αναφέρονται με τρόπο ουσιαστικό σ? αυτούς. Είναι φυσικό ότι η σχετική βιβλιογραφία είναι τεράστια, ώστε επιλεκτικά και ενδεικτικά περιλήφθησαν κείμενα σημαντικών εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων, εκλεκτών ακαδημαϊκών και πανεπιστημιακών καθηγητών, ως και ειδικών επιστημόνων.
Πιστεύουμε ότι με το Αφιέρωμα αυτό φωτίζουμε διάφορες πτυχές της θεολογικής πρωτοτυπίας και της πολυσχιδούς δράσεως των Τριών Ιεραρχών, παρέχοντας και βιβλιογραφικό υλικό σ? εκείνους πού θέλουν να μελετήσουν έτι περισσότερο τη συμβολή τους τόσο στο ελληνικό όσο και στο χριστιανικό πνευματικό στερέωμα.
Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ἀποσπάσματα ἀπό κείμενα τοῦ Μοναχοῦ Μωϋσῆ, Ἁγιορείτου, καί τοῦ Ἰωάννου Κορναράκη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου 

Μιά ἰσχυρή πρόκληση
Ζοῦμε δυστυχῶς σ' ἕναν κόσμο μ' ἕνα ἐπαναστατημένο θέλημα, ὁ ὁποῖος σήμερα παρά ποτέ, δέν εἶναι "ἐπίγειος οὐρανός, ἀφιλόνικος, ἀπολέμητος, ἀστασίαστος, ἄφθονος, εἰρηνικός, ἀζήμιος καί ἀναμάρτητος". Αὐτό μᾶς βοηθᾶ νά κατανοήσωμε συνειδητά καί βαθειά τήν σπουδαιότητα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Ἡ ὕπαρξή μας μέσα σ' ἕναν κόσμο συγκεχυμένο καί ἀντιφατικό στίς ἀναζητήσεις του, καταπιεστικό καί ἐξουθενωτικό στίς καθημερινές καταστάσεις πού δημιουργεῖ, ἀκολουθεῖ μοιραίως τήν ὁδό τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος πού βιώνει ἀνεξέλεγκτα καί ἀνεύθυνα τίς καθημερινές ἐμπειρίες τῆς ζωῆς, ἀποξενώνεται συνεχῶς ὄχι μόνο ἀπό τόν Θεό, ἀλλά καί ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Γι' αὐτό τόν λόγο ἡ σωτηρία του ἐξαρτᾶται ἀπό τήν δυνατότητα τήν ὁποία μπορεῖς νά ἀποκτήσεις νά ἀντιλαμβάνεται κάθε στιγμή τήν ποιότητα τῆς ζωῆς πού ζῆ καί ἐκφράζει. Χρειάζεται, λοιπόν, ἰσχυρές προκλήσεις γιά νά ἀφυπισθῆ καί νά ἀναζητήση τήν ἀληθινή ὁδό τῆς ζωῆς.
Μία τέτοια ἰσχυρή πρόκληση-νυγμός γιά τήν θρησκευόμενη συνείδηση, εἶναι ἡ κατανυκτική εὐχή τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου:
"Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου,
πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί
ἀργολογίας μή μοι δῷς,
πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς
καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ,
ναί Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν
τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου".
Ἡ ἁγιοπνευματική αὐτή εὐχή ἀφυπνίζει τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί μᾶς προτρέπει νά ἀνέλθουμε στίς βαθμίδες τῆς καταξιώσεως τῆς ἀνθρωπιᾶς μας καί τῆς πνευματικῆς ποιότητος τῆς ζωῆς μας.
Ὁ ὅσιος Ἐφραίμ παρ' ὅτι ἔζησε πρίν 1.600 χρόνια ἐπικοινωνεῖ ἄριστα μέ τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, γιατί ὁ λόγος του εἶναι θεόπνευστος. Εἶναι ὁ διδάσκαλος ἐκεῖνος, πού μέ ὅλη του τή δύναμη μᾶς προσκαλεῖ καί προκαλεῖ νά εἰσέλθουμε στά βαθύτερα τῆς ψυχῆς μας πρός ἀνεύρεση τῶν δυνάμεων πού μᾶς δώρισε ὁ Θεός γιά ἕναν εἰλικρινή διάλογο μαζί Του, ὥστε νά πραγματοποιήσουμε τόν ἑαυτό μας.
Ἄς κάνουμε τόν σταυρό μας καί ἄς προχωρήσουμε στήν προσωπική συνάντηση μέ τήν εὐχή τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ καθένας μας μυστικά καί ἀθόρυβα θά πάρει ὅ,τι ζητᾶ καί δέν μπορεῖ τόσο ὥριμα, καθολικά καί ὁλοκληρωμένα νά τό βρῆ πουθενά ἀλλοῦ. 

Περί ἀργίας
Ὁ μέγας ὅσιος γνωρίζει καλά γιατί θέτει στό πρῶτο σκαλοπάτι τῶν παθῶν τήν ἀργία. Ἡ ἀργία εἶναι ἕνα βαρύ νέφος πού σκεπάζει τήν ψυχή καί δέν τήν ἀφήνει νά ἀνασάνει. Σκοτίζει τόν νοῦ καί δέν τοῦ ἐπιτρέπει νά δῆ τά πράγματα καθαρά. Ὁ ἀργός εἶναι συνεχῶς εὐάλωτος ἀπό τήν ἀπόγνωση. Διά τοῦτο ἡ ἀργία εἶναι τρομερός ἐπίβουλος τῆς ζωῆς μας.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν θεωροῦν μητέρα ἄφθονων κακῶν. Ὁ Μ. Βασίλειος χαρακτηριστικά τήν παρουσιάζει ὡς αἰτία κάθε κακουργίας καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὡς πηγή πάσης ἁμαρτίας. Καί τά ἄλλα πάθη στά ὁποῖα παρασυρόμεθα εἶναι περιπλοκαί τῆς ἀργίας, γιατί αὐτή μέ τήν διάβρωση τῆς προσοχῆς πού προκαλεῖ, ἀνοίγει τήν εἴσοδο στά συγγενῆ καί συναφῆ πάθη τά ὁποῖα μᾶς αἰχμαλωτίζουν.
Ἡ ἀργία εἶναι τό εὔφορο ἔδαφος γιά νά ἀναπτυχθοῦν τά ἀγκάθια τῶν ρυπαρῶν λογισμῶν, τῶν ἀτόπων πράξεων καί πονηρῶν ἐνθυμήσεων. Στήν κατάσταση αὐτή ὁ ἄνθρωπος χάνει τήν σοβαρότητά του, τήν ἀξιοπρέπειά του καί τήν εὐγένειά του. Πλήττει, νευριάζει, ἄγχεται, μελαγχολεῖ ἤ ὁδηγεῖται στήν περιπλάνηση, τήν πολυλογία, τήν εὐτραπελία καί τήν εἰρωνεία.
Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος, γράφει ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χερσῶνος Ἰννοκέντιος, ἀναφωνεῖ: "Μή δώσεις Κύριε, οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς μου, οἱ τόσο λίγες καί σύντομες, νά κυλήσουν στήν ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος καί στήν ἀπραξία. Μή μέ ἀφήσεις νά θάψω τά τάλαντα, πού μοῦ ἐνεπιστεύθης, στή γῆ τῆς λήθης καί τῆς ὀκνηρίας".
Ὅσο ἡ κατάσταση τῆς ἀργίας προχωρᾶ στήν ψυχή τόσο σοβαρότερη γίνεται ἡ ἀσθένεια. Μπορεῖ ἔτσι εὔκολα ἡ ψυχή νά ὁδηγηθεῖ σέ μαρασμό καί ἀπελπισία, πού δέν εἶναι ἄλλο παρά δαιμονικές καταστάσεις.
Δέν εἶναι μικρός δυστυχῶς ὁ ἀριθμός τῶν ψυχῶν πού ἀπό διαφορετικές ἀφετηρίες, ἀφορμές καί αἰτίες, ἔπαυσαν ἐσωτερικά νά ἀντιστέκονται, τό ἀνικανοποίητο τούς κυρίευσε καταδικαστικά καί ἡ ἐρήμωση, ἡ πλήξη, ἡ ἀνία καί ἡ θλίψη ἔγιναν οἱ φίλοι τῆς καρδιᾶς τους.
Τό πνεῡμα τῆς ἀπελπισίας πού γεννιέται ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀργίας, τῆς ἐπιβλαβοῡς ἀργίας τῆς μή ἐκτελέσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἐμποδίζει νά ἀρχίσουμε μιά πνευματική πορεία.
Ὁ ἄνθρωπος ἔχει κληθεῖ νά γίνει ἅγιος. Τό ὅτι δέν φθάνουμε ὅλοι στήν ἁγιότητα ὀφείλεται στήν ἀργία πού εἶναι εὐθέως ἀντίθετη μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἄρνηση τῆς προσωπικῆς μας ἐξελίξεως, τό μαράζωμα στήν στασιμότητα.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης στό πολύτιμο ἔργο του "Πνευματικά γυμνάσματα" γίνεται ἀναλυτικός καί πολύ παραστατικός. Ἀναφέρει πώς ὁ δαίμονας ἄνοιξε σέ αὐτόν τόν κόσμο ἕνα σχολεῖο πονηριῶν, βλέποντας πώς αὐτός δέν προλαβαίνει νά δίνει μαθήματα κακουργίας, κι ἔβαλε στή θέση του τήν ἀργία διδάσκαλο, ὅπου καί οἱ χειρότεροι γίνονται οἱ καλύτεροι μαθητές του. 

Περί περιεργείας
Ὡς δεύτερο πάθος, ὁ ἅγιος Ἐφραίμ, ἀναφέρει τήν περιέργεια, τήν ὁποία ἡ ἀσκητική παράδοση τήν καταδικάζει. Ὁ ἅγιος Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος ἀναφέρει πώς ἀπό τήν ἀργία γεννιέται ἡ περιέργεια, ἀπό τήν περιέργεια ἡ ἀταξία καί ἀπό τήν ἀταξία κάθε κακία. Ἡ περιέργεια, λοιπόν, συνδέεται μέ τήν ἀργία καί πιστά τήν ἀκολουθεῖ. Εἶναι κατά τόν ἅγ. Ἰωάννη τῆς Κλίμακος ἡ "κόλλα πού μᾶς κρατάει προσκολλημένους στά γήϊνα".
Εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ ἀργός καί περίεργος μέ κάτι εὔκολο θέλει νά ἀσχολεῖται, ὥστε νά δικαιολογεῖ τήν ὕπαρξη καί τήν παρουσία του. Ἀθετώντας οὐσιαστικά τήν ἐκτέλεση τῶν θείων ἐντολῶν ψάχνει καί βρίσκει μιά ἀπατηλή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους καί τά πράγματα, θεωρεῖ ὁλοκλήρωση τήν φροντίδα καί τίς ἐρωτήσεις γιά τά πολλά, φοβούμενος καί ἀποφεύγοντας συστηματικά τά ἐπώδυνα.
Ἡ περιέργεια καί ἡ φυγοπονία, κατά τούς Πατέρες, χαρακτηρίζουν τόν ἐργάτη τῶν παθῶν. Ἡ περιέργεια ἐπίσης φανερώνει τή φιλαυτία τοῦ ἀνθρώπου καθώς καί τήν ὑπερηφάνειά του, ἀφοῦ φθάνει στό σημεῖο ὁ κατεχόμενος ἀπό τό πάθος αὐτό νά ἀσχολεῖται συνεχῶς μέ τούς ἄλλους καί καθόλου μέ τόν ἑαυτό του.
Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος ἀσχολεῖται μέ μιά σπανιώτερη περίπτωση περιέργειας. Ἀναφέρει: "Τυγχάνει καμμιά φορά νά ὑποψιαστεῖ κάποιος κάτι καί τά πράγματα νά ἀποδείξουν ὅτι ἦταν ἀληθινό. Καί γι' αὐτό ἀκριβῶς ἰσχυρίζεται ὅτι, ἐπειδή θέλει νά διορθώσει τόν ἑαυτό του, πάντοτε κινεῖται μέ καχυποψία καί περιέργεια, κάνοντας τήν ἀκόλουθη σκέψη: "Ἄν μιλάει κανείς ἐναντίον μου κι ἐγώ τόν ἀκούσω, θά καταλάβω ποιό εἶναι τό σφάλμα μου, γιά τό ὁποῖο μέ κατηγορεῖ, καί θά διορθωθῶ". Ὁ μέγας ἀββᾶς καταδικάζει ἀμέσως τόν σκεπτόμενο ἔτσι, τόν θέλει μάλιστα δαιμονοκίνητο. Ἄν ἔχει πράγματι διάθεση διορθώσεως, ἄς μετανοήσει ὅταν τοῦ ὑποδείξουν τό λάθος του κι ἄς μήν αὐξάνει καί δικαιολογεῖ ἔτσι τήν περιέργειά του. 

Περί φιλαρχίας
Τό τρίτο πάθος εἶναι τῆς φοβερᾶς φιλαρχίας, ἡ ὁποία ἀγγέλους γκρέμισε ἀπό τόν οὐρανό, κατοίκους τοῦ παραδείσου τούς ἀπομάκρυνε ἀπό αὐτόν χαιρέκακα, σοφούς τούς ἔκανε ἄσοφους, ἀκόμη καί μικρούς ξεγελᾶ πώς θά τούς κάνει μεγάλους.
Ὁ φίλαρχος εἶναι μανιώδης, ἄρρωστος, ἐπικίνδυνος, ἀσύνετος καί ἀνυπόμονος. Ἡ φιλαρχία διαφοροποιεῖ τήν συμπεριφορά μας πρός τόν πλησίον. Τόν βλέπουμε ὡς σκαλοπάτι γιά νά πατήσουμε πάνω του καί ν' ἀνεβοῦμε. Τόν μετατρέπουμε δηλ. σέ πρᾶγμα ἤ ἐργαλεῖο γιά νά τόν χρησιμοποιήσουμε κατά τίς ἀνάγκες μας. Ἡ ἀληθινή ὅμως σχέση τοῦ ἀνθρώπου δέν ὑπάρχει στήν ἐκμετάλλευση, τήν ἐξαπάτηση καί τή συνδιαλλαγή, ἀλλά στήν ἱερότητα τῆς προσφορᾶς καί τῆς διακονίας.
Μᾶς βλάπτει ἡ δίψα, ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, νά κυριαρχήσουμε στούς ἄλλους. Γι' αὐτό γίνεται ἡ προσευχή νά μᾶς ἀπελευθερώσει ὁ Κύριος ἀπό τό πνεῦμα τῆς φιλαρχίας, ἕνα πνεῦμα δαιμονικό, πού κυριαρχεῖ σέ ὅλους μας λίγο-πολύ. Καί ὅπου τό πνεῦμα αὐτό τῆς φιλαρχίας ἐκεῖ φεύγει τό πνεῦμα τῆς ταπεινώσεως τοῦ Κυρίου, καί τό πνεῦμα τῆς διακονίας καί τό πνεῦμα πραγματικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Ἄν ὁ Θεός δέν εἶναι ὁ Κύριος καί Δεσπότης τῆς ζωῆς μας, τότε τό ἐγώ μας γίνεται ὁ κύριος καί δεσπότης μας, γίνεται τό ἀπόλυτο κέντρο τοῦ κόσμου καί ἀρχίζουμε νά ἐκτιμοῦμε κάθε τί μέ βάση τίς δικές μας ἀνάγκες, τίς δικές μας ἰδέες, τίς δικές μας ἐπιθυμίες καί τίς δικές μας κρίσεις. 

Περί ἀργολογίας
Ἄν ἡ ἀργία καί ἡ περιέργεια μᾶς ὁδηγοῦν στήν πνευματική καταστροφή, ἡ φιλαρχία καί ἡ ἀργολογία ὁλοκληρώνουν τό ἔργο τῆς καταστροφῆς μέ τήν πνευματική δολοφονία τῶν ἀδελφῶν μας. Ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνεκτίμητο δῶρο καί ἀξίζει τόσο, ὥστε νά μᾶς ζητεῖται ἀπολογία γιά τήν χρήση του κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Εἶναι κρίμα νά χρησιμοποιοῦμε τό δῶρο αὐτό τῆς θεϊκῆς ἀρχοντιᾶς καί καταγωγῆς μας ἀπερίσκεπτα. Τόν χρυσό αὐτό συνδετικό κρίκο μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, τήν γλώσσα, νά τόν ἀφήνουμε ἐπιδέξια χαλαρό, ἠθελημένα ἐλατωμματικό, ἔξυπνα παραποιημένο, τεχνηέντως ἀπατηλό καί ἀναιδῶς ψεύτικο. Οἱ ὅποιοι λόγοι μένουν πάντα στή μνήμη τῶν ἀνθρώπων. Τούς ἐπεξεργάζονται σέ ὥρες ἡσυχίας γιά νά λυποῦνται ἤ νά χαίρονται ἀναλόγως. Πόσο προσεκτικοί ὀφείλουμε νά εἴμαστε στίς ἐκφράσεις μας, καί περισσότερο στούς χαρακτηρισμούς καί τίς κρίσεις μας.
Ἡ μανιώδης σκανδαλωθηρία, ἡ ἐπαίσχυντη συκοφαντία καί ἡ θεομίσητη κατηγορία ἀρχίζουν πάντα ἀπό τήν φλυαρία τῆς περιττολογίας. Ὁ ὅσ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τήν πολυλογία χαρακτηρίζει ὡς θρόνο τῆς ματαιοδοξίας, σημάδι ἀγνωσίας, εἴσοδο στήν κατάκριση, ὁδηγό στήν ἀνοησία, πρόξενο τοῦ ψεύδους, διάλυση τῆς πνευματικῆς εὐφορίας τῆς προσευχῆς. Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, στόν ἴδιο τόνο, συνεχίζει ὀνομάζοντάς την ὡς ψυχρότητα τῆς εὐλαβοῦς θερμότητος.
Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος κάνει μιά ἀξιόλογη παρατήρηση: "πολλές φορές συζητᾶμε ἀπό μιά διάθεση ἀργολογίας. Κάτι θά ποῦμε, ἴσως χωρίς νά τό θέλουμε, θά μᾶς ξεφύγει, καί θά λυπήσουμε τόν ἀδελφό μας. Ἐνῶ ὅταν μιλᾶ κανείς μετρημένα πρός ὠφέλεια τοῦ ἄλλου καί μέ γνήσια ἀγαπητική διάθεση, δέν θά ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά ταραχθεῖ ὁ ἄλλος ἀπό τούς λόγους μας". Καί συνεχίζει: "ὅπως ἀκριβῶς νηστεύουμε ἀπό τροφές, ἔτσι νά νηστεύει καί ἡ γλῶσσα μας καί νά εἶναι μακρυά ἀπό τήν καταλαλιά, τό ψέμα, τήν ἀργολογία, καί γενικά κάθε ἁμαρτία πού γίνεται μέ τήν γλώσσα". Ὁ ἀββᾶς Σισώης ἐπί τριάντα ὁλόκληρα χρόνια ἐπανελάμβανε στήν προσευχή του: "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, σκέπασόν με ἀπό τῶν πτωμάτων τῆς γλώσσης μου".
Ἡ ἀργία σκοτώνει τή συνείδηση ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ· ἡ περιέργεια σκοτώνει τήν συνείδηση ἀπέναντι στά πράγματα, τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦμε γιά τήν καταστροφή μας καί ὄχι γιά τήν σωτηρία μας· ἡ φιλαρχία, ἡ ὁποία δέν ὑπολογίζει τόν ἄνθρωπο, σκοτώνει τήν συνείδηση ἔναντι τοῦ πλησίον καί ἡ ἀργολογία σκοτώνει τή συνείδηση ἀπέναντι στόν ἑαυτό μας μέ τήν σπατάλη τοῦ θεϊκοῦ λόγου.
Νά γιατί ἀπό τά τριακόσια πάθη πού ἀναφέρει ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός στήν φιλοκαλία, ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ἐπέλεξε μόνο αὐτά τά τέσσερα. Γιατί ἔχουν τόση δύναμη ὥστε εὔκολα νά νεκρώνουν τήν ψυχή χωρίς νά τό ὑποψιαζόμαστε. 

Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας
"Οὐ γέγονεν ἐν τῷ βίῳ ἁμάρτημα, οὐδέ πρᾶξις, οὐδέ κακία, ἥν ἐγώ Σωτήρ οὐκ ἐπλημμέλησα κατά νοῦν καί λόγον καί προαίρεσιν, καί θέσει, καί γνώμη, καί πράξει ἐξαμαρτήσας, ὡς ἄλλος οὐδείς πώποτε".
Σέ πολλά λειτουργικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας συναντοῦμε τροπάρια μέ τό νόημα τοῦ τροπαρίου αὐτοῦ τοῦ Μ. Κανόνος. Πολλά τροπάρια παρουσιάζουν τόν προσευχόμενο ἄνθρωπο νά ὁμολογῆ ἤ νά παραδέχεται μιάν ἀπόλυτη καί μοναδική ἁμαρτωλότητα.
Ἀπό πολλές διηγήσεις Γεροντικῶν καί βίους Ἁγίων γνωρίζουμε ὅτι πολλοί ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι, μέ μεγάλη ἱστορία σκληρῶν ἀσκήσεων καί πνευματικῶν ἀγώνων, αἰσθάνοντο ἁμαρτωλοί ἀκόμη καί κατά τήν κρίσιμη στιγμή τῆς ἐξόδου τους, λίγο πρίν τήν κοίμησή τους, πού ἦταν ἀπόδειξη τῆς μεγάλης τους ἁγιότητας καί τῆς εὐαρεστήσεώς τους στό Θεό.
Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας μ' ἕνα τρόπο ἀπόλυτο εἶναι ἴσως τό συγκλονιστικότερο χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς τοῦ αὐθεντικοῦ ἁγίου ἀνθρώπου. Καί ὁπωσδήποτε ὅταν καθρεπτιζόμαστε στό συγκλονισμό πού προκαλεῖ ἡ συναίσθηση μιᾶς μοναδικῆς καί ἀπόλυτης ἁμαρτωλότητας, δεχόμαστε ἰσχυρό νυγμό στό βάθος τῆς αὐτογνωσίας μας. Πῶς ἀντιδροῦμε ὅμως στό νυγμό αὐτό;
Ὅταν ἐμεῖς διαβάζουμε ἤ ἀκοῦμε τά τροπάρια πού ἐκφράζουν τή συναίσθηση μιᾶς ἀπόλυτης ἁμαρτωλότητας, σκεπτόμαστε ἴσως, ὅτι δέν μᾶς ἀφοροῦν. Γιατί οἱ πληροφορίες πού ἔχουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας δέν μᾶς δίνουν μιά τόσο ἀπελπιστική εἰκόνα. Δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε, ὅτι εἴμαστε οἱ μόνοι ἁμαρτωλοί μ' ἕνα τρόπο ἀπόλυτο. Συγχρόνως ὅμως σκεπτόμαστε, ὅτι δέν πρέπει νά ἀφοροῦν καί τόν ἅγιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ πού συνέθεσε ἕνα τόσο ἀπελπιστικό τροπάριο, πού βεβαιώνει μιά τόσο ἀπόλυτη ἁμαρτωλότητα. Ποῦ βρίσκεται λοιπόν ἡ ἀλήθεια; Τά τροπάρια μέ τήν ἀπόλυτη καί μοναδική συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος εἶναι αὐθεντικά ἀπό πλευρᾶς ὑπαρξιακῆς λειτουργικότητας τοῦ ἀνθρώπου, ἤ εἶναι ὑπερβολές, προσφερόμενες γιά σκοπούς παιδαγωγούς; Τό ἐρώτημα αὐτό προκαλεῖ τήν αὐτογνωσία μας καί κεντρίζει τήν χριστιανική μας συνείδηση σάν ἀγκάθι, πού προκαλεῖ πόνο. Τή λύση στό ἐρώτημα αὐτό τή δίδει ἡ κατανυκτική εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ.
"Ναί, Κύριε, Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα".
Ἡ ἁγιοπνευματική αὐτή εὐχή βεβαιώνει ἔγκυρα, ὅτι ἡ πραγματική θέα τῶν ἁμαρτιῶν μας καί γενικῶς τῆς ἁμαρτωλῆς φύσεώς μας, μόνο ὡς δωρεά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά νοηθῆ. Ἀπό μόνος του ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά γνωρίζει τόν ἁμαρτωλό ἑαυτό του σέ ὅλες τίς διαστάσεις καί στούς κρυφούς καί πολυδύναμους μηχανισμούς του. Ἀπό μόνος του ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει αὐθεντική αὐτογνωσία, σωστή καί ὁλοκληρωμένη γνώση τοῦ ἑαυτοῦ του. Γι' αὐτό παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς ἐνισχύει νά εἰσερχόμεθα στήν καρδιά μας, λέγει ὁ ἅγιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης: "Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ εἴσελθε στήν καρδιά σου, ἐκεῖ ὁ Θεός, ἐκεῖ οἱ Ἄγγελοι, ἐκεῖ ἡ ζωή καί ἡ βασιλεία".
Ἕνα βασικό στάδιο, τό ὁποῖο προηγεῖται ἀπό τή μετάνοια, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, εἶναι ἡ ἐπίγνωση καί ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας, "ἥτις μεγάλη ἐστί πρός ἱλασμόν ἀφορμή". Ὁ ἄνθρωπος, γιά νά ἔλθει σέ μετάνοια, φθάνει προηγουμένως σέ ἐπίγνωση τῶν "οἰκείων πλημμελημάτων" καί μεταμελεῖται μπροστά στόν Θεό, στόν ὁποῖο καταφεύγει μέ συντρετριμμένη καρδία ἀφήνει τόν ἑαυτό του στό πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας Ἐκείνου καί πιστεύει, ὅπως ὁ ἄσωτος, ὅτι εἶναι ἀνάξιος νά ἐλεηθεῖ ἀπό τόν Θεό καί νά ὀνομάζεται υἱός του.
Οἱ πατερικές αὐτές ἐμπειρικές ἀλήθειες καταδεικνύουν ὅτι ὡς ἄνθρωποι ὀφείλουμε νά ἐγκαταλείψουμε κάποια αὐτονόητα πράγματα ἄν ἐπιθυμοῦμε εἰλικρινά νά προκόψουμε στήν πνευματική ζωή. Ὅλοι λέμε ὅτι γνωρίζουμε τόν ἑαυτό μας. Ποιός στ' ἀλήθεια τόν γνωρίζει εἰλικρινά. Ὅλοι ὁμολογοῦμε ὅτι μετανοοῦμε; Ποιός ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἕτοιμος νά συντρίψει τό αὐτονόητο τῆς μετάνοιας;
Ἡ ἱστορία τῆς ζωῆς, ἡ καθημερινότητα, ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως ἀποδεικνύουν ὅτι δέν εἴμαστε πολύ ὥριμοι νά δεχθοῦμε αὐτές τίς ἀλήθειες ἤ τουλάχιστον ποτέ δέν τίς ἔχουμε σκεφθεῖ καί τίς ἀγνοοῦμε.
Ὁ χῶρος τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας στό θέμα αὐτό διακρίνεται γιά τή σκληρότητά του. Ὅ,τι γίνεται μέσα σ' αὐτόν τόν χῶρο τῆς ψυχῆς μας, σάν προσπάθεια νά μάθουμε τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό, συνδέεται ἄμεσα μέ δάκρυα, μέ πόνο καί μέ αἷμα ψυχῆς. Ὁ πνευματικός ἀγωνιστής δέν εἶναι ἕνας ἐλεύθερος ἄνθρωπος πού μάχεται μέ ἐξωτερικούς ἐχθρούς. Εἶναι πρῶτα-πρῶτα ἕνας ἄνθρωπος ἀγκαλιασμένος μέ τόν ἀδελφό του, τόν παλαιό ἄνθρωπο. Ἔχει μέσα του τόν ἐχθρό. Γι' αὐτό πρέπει νά παλεύει μέ τόν ἑαυτό του. "Ἀπαιτεῖ σε γάρ ὁ Κύριος, ἵνα ὀργισθῇς σεαυτῷ, καί μάχην ποιήσης μετά τοῦ νοός σου...". Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀξιώνει νά γίνει ὁ ἄνθρωπος ἐχθρός τοῦ ἑαυτοῦ του.
Ἡ μάχαιρα τῆς προσευχῆς
Μέσα σ' αὐτή τήν συμπλοκή ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά βοηθήσει στήν αὐθεντική ξεκαθάριση εἶναι τό μαχαίρι τῆς προσευχῆς. Βέβαια στόν δικό μας ἀδόκιμο νοῦ αὐτή ἡ φράση φαίνεται περίεργη καί γιατί ὄχι ἀκατανόητη. Γιατί ἐμεῖς οἱ χριστιανοί ἔχουμε σχηματισμένη μέσα μας παράσταση τῆς ἐννοίας τῆς προσευχῆς. Ἔτσι τήν προσευχή τήν καταλαβαίνουμε σάν μιά ἤρεμη ψυχική καί πνευματική λειτουργία. Σάν μιά κίνηση τῆς ψυχῆς πού ἐκφράζεται μέσα στό χῶρο τῆς σιωπῆς, τῆς περισυλλογῆς καί τῆς ἡσυχίας. Καί ἀναμφίβολα εἶναι καί αὐτή μιά ὄψη τῆς λειτουργίας τῆς προσευχῆς.
Στήν εὐαγγελική ὅμως ἐκδοχή ἡ προσευχή εἶναι πράγματι ἡ μάχαιρα. Μιά πνευματική λειτουργία μέ ἀσύλληπτη δραστικότητα. Ἡ προσευχή εἶναι τό ὄργανο τοῦ ἐσωτερικοῦ διαλόγου πού ξεχωρίζει καί δίνει τήν δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά σταθῆ μπροστά στόν ἑαυτό του. Στόν αὐθεντικό καί γνήσιο ἑαυτό του. Βλέπετε τέτοιοι προβληματισμοί δέν ἀπασχολοῦν συνήθως τόν χριστιανό ἄνθρωπο μέ τήν "δεδομένη" πνευματικότητα. Διότι θεωρεῖ κάποια πράγματα αὐτονόητα. Ὅσο πιό αὐτονόητα ὅμως τά θεωρεῖ, τόσο πιό μακρυά βρίσκεται ἀπό τήν ἀλήθεια.
Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, πού στερούμεθα τῆς δυνατότητος μιᾶς αὐθεντικῆς αὐτογνωσίας (ὅπως οἱ ἅγιοι), δημιουργοῦμε στή φαντασία μας μιά εἰκόνα γιά τόν ἑαυτό μας ὅπως τή θέλουμε, ἤ ἀκριβέστερα νομίζουμε πώς τή θέλουμε. Κλείνουμε τά μάτια μπροστά στίς ἀτέλειες καί ἀδυναμίες τοῦ ἑαυτοῦ μας (τόν δικαιολογοῦμε, κάτι πού δέν κάνουμε πολύ τακτικά γιά τόν ἄλλον) καί μένουμε προσκολλημένοι σέ μιά εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ μας πού εἶναι ἐπιθυμητή. Ἡ ταύτισή μας μέ τήν ἐπιθυμητή εἰκόνα εἶναι πηγή φαντασιώσεων καί ψευδαισθήσεων στό χῶρο τῆς ὑπάρξεως.
Τό καυτό πρόβλημα λοιπόν εἶναι τό τί εἶμαι καί τό ποιός εἶμαι. Καί γιά νά ἀντέξω στίς ἀπαντήσεις αὐτές πού προκαλοῦν πόνο καί ἀπόρριψη τοῦ ἑαυτοῦ μου χρειάζονται ἀπαραίτητα οἱ πνευματικές προϋποθέσεις.
Δυστυχῶς, πολλές φορές ἡ αὐτογνωσία μας εἶναι μιά ἀθεράπευτη πλάνη. Γι' αὐτό τούτη τήν περίοδο ἐπαναλαμβάνουμε μαζί μέ τόν ἅγιο Ἐφραίμ, μαζί μέ τούς ἀδελφούς μας τήν εὐχή "Ναί Κύριε βασιλεῦ δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα...".
Πράγματι. Ὅσο κι ἄν εἴμαστε προχωρημένοι στήν πνευματική ζωή, ποτέ δέν μποροῦμε νά ἐμπιστευόμαστε τόν ἑαυτό μας στήν κρίση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἀκόμη καί στό χῶρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς παρεισφρύει ὁ "ἀνθρώπινος κακός δαίμων" τῆς πλάνης καί τῆς ἀπάτης· ὁ παλαιός ἄνθρωπος. Γι' αὐτό ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ εἶναι πράγματι νυγμός ἰσχυρός στήν θρησκευομένη συνείδηση.
Ἡ σωστική αὐτογνωσία εἶναι δωρεά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτό ἐπίσης κατ' ἐπέκταση: τό νά αἰσθάνεσαι ἁμαρτωλός στίς πραγματικές διαστάσεις τῆς ἁμαρτωλῆς φύσεώς σου, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ, ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Στήν ἱκεσία "Κύριε Βασιλεῦ...." μία μόνη ἁγιοπνευματική ἀπάντηση ὑπάρχει: "Ἥμαρτον σοι μόνος ἐγώ, ἥμαρτον ὑπέρ πάντας, Χριστέ Σωτήρ, μή ὑπερίδης με". 
Ἡ ὁδός τῆς καλῆς ἀλλοιώσεως
Ἡ μόνη διέξοδος ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί πράξη. Διά τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἀσκήσεως τῶν ἀρετῶν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀνάπλαση, ἡ καλή ἀλλοίωσις, ἡ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου. Σώφρονα, ταπεινά, ὑπομονετικά καί ἀγαπητικά ἄς πορευθοῦμε στή μυστηριακή Χάρη τῆς Ἐκκλησίας, ζώντας ἁπλά, σάν τό παιδί στά χέρια τοῦ Πατέρα του. Ἡ ἐμπιστοσύνη στό Θεό μέσα στήν ἀδυναμία μας εἶναι μιά συνεχής προσευχή μέ θετικά ἀποτελέσματα καί πολλές εὐλογίες.
Προχωρώντας καί ἀγωνιζόμενοι ἄς συνειδητοποιήσουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας, τίς πραγματικές διαστάσεις τῆς ἁμαρτωλῆς φύσεώς μας, διότι γιά νά γίνουμε Χριστός πρέπει νά γνωρίσουμε τόν Ἀδάμ πού εὑρίσκεται μέσα μας.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: ΔΥΟ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ

 
 
 
 
 
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: ΔΥΟ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ
Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου
Τα ιστορικά πλαίσια
Η εορτή του αγ. Γρηγορίου Παλαμά, την B' Κυριακή των Νηστειών, ο οποίος έζησε σε κρίσιμη ιστορική περίοδο (1296-1359), δίνει αφορμή να σκεφθούμε ότι η διδασκαλία του είναι αρκετά επίκαιρη, αφού ο 14ος αιώνας έχει πολλές ομοιότητες με την εποχή μας. Φυσικά η διδασκαλία του δεν είναι δική του εφεύρεση, αφού την ταραχώδη εκείνη εποχή εξέφρασε τη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Τα ιστορικά πλαίσια
Ακριβώς εκείνη την εποχή εμφανίστηκαν τρείς φοβεροί εχθροί, οι οποίοι εποφθαλμιούσαν τα εδάφη της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας, επεδίωκαν δε και την αλλοίωση της πολιτιστικής της ζωής.
Ο πρώτος κίνδυνος προερχόταν από τον σχολαστικισμό της Δύσεως, που συνδεόταν αναπόσπαστα με τον ηθικισμό, όπως εκφραζόταν από τον φιλόσοφο Βαρλαάμ. Προσπάθησαν μερικοί να παρουσιάσουν τον Βαρλαάμ ωσάν έναν ελληνίζοντα Πατέρα της Εκκλησίας ή ακόμη υπέρμαχο του νομιναλισμού, όπως τον εξέφραζε ο Γουίλιαμ Όκκαμ. Όπως απέδειξε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ο Βαρλαάμ ήταν Πλατωνιστής φιλόσοφος και βρισκόταν σε αντίθεση με την όλη Ορθόδοξη Παράδοση. Πράγματι, η θεολογία του ήταν ιδεαλιστική και δυιστική, αφού ξεχώριζε την ψυχή από το σώμα, υποτιμούσε το δεύτερο και εκινείτο στα πλαίσια της κλασικής μεταφυσικής.
Ο δεύτερος κίνδυνος προερχόταν από τους Οθωμανούς. Τα τέλη του 13ου αιώνος μια ορδή των Σελτζούκων Τούρκων, που ονομάζοταν Ghuzz, απέκτησε ως αρχηγό κάποιον Οσμάν (Οθμάν), οποοίος υπήρξε ο ιδρυτής της δυναστείας των Οθωμανών, στους οποίους έδωσε το όνομά του και άρχισε να καταλαμβάνει τις επαρχίες της Μικράς Ασίας. Κατά την εποχή του αγ. Γρηγορίου Παλαμά και συγκεκριμένα το 1354 μ.Χ., για πρώτη φορά οι Οθωμανοί εισήλθαν στη Θράκη, καταλαμβάνοντας την Καλλίπολη. Τότε συλλαμβάνεται και ο ίδιος και και παρέμεινε περίπου ένα χρόνο αιχμάλωτος. Κατά την διάρκεια της αιχμαλωσίας του έκανε διάλογο τόσο με τον Ισμαήλ, εγγονό του Ορχάν, στην Προύσσα, όσο και με τους Χιόνας, μια συγκρητιστική ομάδα, που παρουσιάσθηκαν ως οι θεολόγοι των Τούρκων. Επίσης έκανε διάλογο και με έναν Τασιμάνη, υπεύθυνο για την ταφή των νεκρών. Οι διάλογοι αυτοί είναι αρκετά ενδιαφέροντες.
Ο τρίτος κίνδυνος προερχόταν από τους Σλάβους και συγκεκριμένα από τον Στέφανο Δουσάν, ο οποίος είχε καταλάβει ολόκληρη τη Μακεδονία, εκτός από τη Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης την Ήπειρο, Θεσσαλία και μέρος της Στερεάς Ελλάδος. Μάλιστα το Πάσχα του 1346 στην πρωτεύουσα του τα Σκόπια, συνεκάλεσε μεγάλη Σύνοδο, η οποία εξέλεξε Πατριάρχη των Σέρβων και ανεκύρηξε τον Στέφανο Βασιλέα Σέρβων και Ρωμαίων. Βέβαια για να είμαστε ακριβείς, θα λέγαμε ότι ο Στέφανος Δουσάν τότε επεδίωκε την κατάληψη του θρόνου της Κωνσταντινούπολης, για να είναι διάδοχος των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων. Επρόκειτο για στάση μέσα στους κόλπους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Η ύπαρξη των τριών αυτών παραγόντων συνοδευόταν και από παράλληλα πολιτιστικά και θρησκευτικά ρεύματα. Κυρίως επικρατούσε ένας ηθικισμός αποξενωμένος από τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, μια ευδαιμονία και ένας ανατολικός μυστικισμός. Αν προσθέσει κανείς και την αναβίωση της αιρέσεως Μασσαλιανών, τους οποίους συνάντησε ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς στο Παπίκιο όρος, που συνδέονται με τους Βογομίλους, τότε αντιλαμβάνεται τα προβλήματα της εποχής εκείνης.
© HydroGraphiX. "ΠΕΛΑΓΙΑ".
© Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Ο Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ για το άρθρο του Ν. Δήμου για το άγιο Φως

Ο Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ για το άρθρο του Ν. Δήμου για το άγιο Φως



Ο Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ για το άρθρο του Ν. Δήμου για το άγιο Φως
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ἀκτὴ Θεμιστοκλέους 190, 185 39 ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ, Τηλ. +30 210 4514833 (19), Fax +30 210 4518476 e-mail: impireos@hotmail.com
Πειραιεύς, 15 Ἀπριλίου 2014
Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
Ἡ ἀναφορά τοῦ κ. Ν. Δήμου στό «δῆθεν» Ἅγιο Φῶς πού τό ἐξομοιώνει μέ εἰδωλολατρικό σύμβολο θέτει ἀναπόδραστα γιά ἐκεῖνον καί τούς ἀναγνῶστες του κάποια πολύ σημαντικά ἐρωτήματα:
1. Ἐνῶ ὁ ἀξιότιμος κ. Δήμου δηλώνει στό ἄρθρο του ἄνθρωπος «ἐλεύθερος ἀνοικτός καί ἀδογμάτιστος» ὑπηρετεῖ μέ τήν δημοσιοποιηθεῖσα θέση του τόν πιό σκληρό δογματισμό τοῦ οἰηματία καί παντογνώστη γιατί ὅπως προκύπτει ἀπό τό κείμενό του οὐδέποτε παρηκολούθησε τήν τελετή τοῦ Ἁγίου Φωτός καί συνεπῶς δέν ἔχει μήτε ἰδίαν ἀντίληψι μήτε ἰδίαν γνῶσι καί ἑπομένως ἀποφθέγγεται ὑβρίζων «ὁρμώμενος ἐξ ἐμπαθοῦς καί μόνον προαιρέσεως»καί βυθιοτάτου δογματισμοῦ Αὐτό δέν ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ κειμένου σαςκ. Δήμου;
2. Εἶναι πασίδηλο γεγονός πού δέν χρειάζεται ἀπόδειξη ὁ σαφής καί διαχρονικός ἀντιχριστιανισμός τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί εἶναι ἐπίσης «δεδομένο» ὅτι ὁ πανίερος Ναός τῆς Ἀναστάσεως ἐντός τοῦ ὁποίου ἐπί αἰῶνες τελεσιουργεῖται τό μεγαλειῶδες θαῦμα τοῦ Ἁγίου Φωτός εὑρίσκεται ἐντός τοῦ κράτους τοῦ Ἰσραήλ, τό ὁποῖο θά εἶχε κάθε λόγο νά «ἀποκαλύψει» τήν ἀπάτη τοῦ Χριστιανισμοῦ καί ἀσφαλῶς νά καταδείξει τοιουτοτρόπως τήν «ἀλήθεια» τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ. Ἡ τελετή ἁφῆς τοῦ Ἁγίου Φωτός γίνεται ἐπί παρουσία τῶν δημοσίων ὀργάνων τοῦ Κράτους τοῦ Ἰσραήλ καί μετά ἐνδελεχῆ ἔλεγχο γιά τήν δυνατότητα ὑπάρξεως φυσικοῦ τρόπου ἁφῆς. Γιά ποιό λοιπόν λόγο τό σαφῶς ἀρνητικό στό Χριστιανισμό Ἰσραήλ ἀνέχεται μιά ἀπάτη πού εὐτελίζει καί ἀποδεικνύει ἀνυπόστατη τή δική του πίστη;
3.  Τό Ἑλληνορθόδοξο Πατριαρχεῖο πού μόνο αὐτό ὡς Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εὐλογεῖται ἀπό τόν Πανάγιο Θεό διά τήν θαυματουργικῆς ἁφῆς τοῦ ἀκτίστου Ἁγίου Φωτός «συγκατοικεῖ» στήν Ἁγία Γῆ μετά τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν δογμάτων καί ὁμολογιῶν, τά ὁποῖα ἔχουν κάθε προφανῆ λόγο νά ἐλέγχουν ἐπισταμένως ὅπως προβλέπεται τήν γνησιότητα τοῦ γεγονότος καί γιά λόγους δικῆς τους αὐτοσυνειδησίας. Γιά ποιούς λόγους λοιπόν τά ἄλλα Χριστιανικά δόγματα ἀνέχονται μία πρόδηλη «ἀπάτη» πού ἐμποιεῖ τιμή καί δόξα στό Ἑλληνορθόδοξο Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων καί ἀναδεικνύει θεόθεν τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως τήν στιγμή κατά τήν ὁποία οἱ μέν Ρωμαιοκαθολικοί ἀτέχνως ἀποπειρῶνται διαχρονικά νά καλύψουν τήν ἔλλειψη τῆς θείας χάριτος ἀπό τήν παρασυναγωγή τους ἀνάβοντας τεχνητή φωτιά ἀπό θειάφι στόν λίθο τῆς ἀποκαθηλώσεως, οἱ δέ Ἀντιχαλκηδόνιοι, Ἀρμένιοι καί λοιποί προσέρχονται καί ἀσπάζονται τήν χεῖρα τοῦ Ἑλληνορθοδόξου Πατριάρχου καί λαμβάνουν ἀπό ἐκεῖνον τό Ἅγιο Φῶς;
4. Πῶς ἑρμηνεύεται τό ἱστορικῶς πλήρως ἐξακριβωμένο γεγονός γιά τήν θαυματουργική κάθοδο τοῦ Ἁγίου Φωτός πού συναντᾶμε τό Πάσχα του 1634 ὁπότε θέλησαν οἱ Ἀρμένιοι δωροδοκώντας τούς Τούρκους κατακτητές νά ἐμποδίσουν τούς Ἑλληνορθοδόξους νά διεξάγουν τήν τελετή ἁφῆς τοῦ Ἁγίου Φωτός καί νά τήν τελέσουν ἐκεῖνοι. Μέ δωροδοκία τῶν διοικητῶν τῆς Παλαιστίνης καί τοῦ σατράπη τῆς Δαμασκοῦ Κουτζούκ Ἀχμέτ πασᾶ κατόρθωσαν νά ἀπαγορευθεῖ στούς Ἑλληνορθοδόξους ἡ εἴσοδος στόν Πανάγιο Τάφο καί τότε τό Ἅγιο Φῶς ὡς κεραυνός ἐξῆλθε ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ πεσοῦ τῆς Κεντρικῆς Θύρας τοῦ Πανιέρου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως χαράσσοντας ἀνεξίτηλα τόν μαρμάρινο πεσό ἐνώπιον τοῦ ἐκδιωχθέντος Ἑλληνορθοδόξου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων σημεῖο πού ἐμφαίνεται καί σήμερα;
5. Εἶναι γνωστή ἡ ἐμπάθεια τῶν αἱρετικῶν μονοφυσιτῶν Ἀρμενίων κατά τοῦ Ἑλληνορθοδόξου Πατριαρχείου καί τά συνεχῆ βίαια ἐπεισόδια τῶν Κληρικῶν τους. Γιά ποιό λόγο οἱ συγκεκριμένοι δέν ἐπαναλαμβάνουν τό τόλμημα τοῦ 1634; Γιά ποιό λόγο ἑκόντες ἄκοντες σύρονται ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνορθοδόξου Πατριάρχου, ἐνῶ ἐάν ἐπρόκειτο περί ἀπάτης θά ἦτο εὐχερέστατο καί οἱ ἴδιοι νά τήν ἐπαναλάβουν;
6. Εἶναι πανθομολογούμενο τό γεγονός ὅτι μία ἀπό τίς ἰδιότητες τοῦ Ἁγίου Φωτός πού μέ ἀστραπές κατέρχεται στόν Πανάγιο Τάφο καί ἀνάπτει αἰφνιδίως καί μυστηριωδῶς καντήλια καί λαμπάδες πού κρατοῦν οἱ πιστοί σέ ὅλο τό εὗρος τοῦ Πανιέρου Ναοῦ εἶναι ἡ ἰδιότης τῆς ἀκαΐας γιά τά πρῶτα λεπτά τῆς ἐμφανίσεώς Του, πῶς ἑρμηνεύεται αὐτό τό πασίδηλο καί αὐταπόδεικτο γεγονός ἐάν πρόκειται κατά τόν κ. Δήμου γιά εἰλωλολατρικό σύμβολο;
Στά παραπάνω ἐρωτήματα θά πρέπει νά ἀπαντήσει ὁ ἀξιότιμος κ. Δήμου ἄν σέβεται τόν ἑαυτό του καί τούς ἀναγνῶστες του, ἄλλως ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν λόγων του καί δογματικός καί ἐμπαθής καί ὑλοποιεῖ στό χῶρο καί τόν χρόνο τό ἀξίωμα τοῦ Μ. Βασιλείου «Ἄνθρωπος, ἀποστάς τοῦ Θεοῦ, θηριώδης ἤ δαιμονιώδης γίνεται!» Καί ἐπειδή ὁ ἀξιότιμος κ. Δήμου καί ἡλικιακῶς καί σωματικῶς δέν κέκτηται τά στοιχεῖα τοῦ θηριώδους μᾶλλον θά ἰσχύει τό δεύτερο.
Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΗΘΟΥΣ

Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη
Καθηγητή
Στο σύγγραμμά του, "Περί της Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας", ο άγνωστος συγγραφέας του τέλους του πέμπτου αιώνα καταγράφει δύο "ιεράς επωνυμίας", όπως λέει, οι οποίες εκφράζουν με περιεκτικό τρόπο τον χαρακτήρα και το ήθος "της των μοναχών φιλοσοφίας". Πρόκειται για τις επωνυμίες "θεραπευταί" και "μοναχοί".
Και κατά πρώτο λόγο, αυτοί που ενστερνήσθησαν τον "μονήρη βίο" ονομάζονται "θεραπευταί" γιατί είναι αφοσιωμένοι, όπως επιγραμματικά τονίζεται, "εις την του Θεού καθαρά υπηρεσία και θεραπεία".
Η επωνυμία "θεραπευταί" φαίνεται ότι έχει μακριά ιστορία, υιοθετήθηκε δε ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Ο Ευσέβιος Καισαρείας, στην Εκκλησιαστική του Ιστορία, διασώζει τις αντιλήψεις του Ιουδαίου Φίλωνος, ο οποίος, αναφερόμενος στην "φιλοσοφικωτάτη" και "σφοδροτάτη" άσκηση των πρώτων εραστών του "θεωρητικού βίου", σημειώνει ότι ονομάζονται "θεραπευταί". Επεξηγεί δε τον λόγο: Επειδή "τας ψυχάς των προσιόντων αυτοίς των από κακίας παθών, ιατρών δίκην, απαλλάττουσι" ή ακόμη "ένεκα της περί το θείον καθαρής και ειλικρινής θεραπείας". Ο Ευσέβιος, όπως και ο Ιερώνυμος, πιστεύει ότι οι απόψεις αυτές του Φίλωνος αναφέρονται στον "βίο των παρ’ ημίν ασκητών", τον οποίο "ιστορεί", "ουκ ειδώς μόνο, αλλά και αποδεχόμενος εκθειάζων τε και σεμνύνων".
Δεν επιθυμώ να εμπλακώ στη συζήτηση αν όντως υπήρχε περίπτωση ο Φίλων να ήταν γνώστης του θεωρητικού βίου των πρώτων χριστιανών, ούτε αν οι εκτιμήσεις του Ευσεβίου έχουν ιστορική καταξίωση. Εκείνο το οποίο θέλω να εξάρω είναι ότι το μοναχικό ήθος προσδιορίζεται από τον συγγραφέα της "Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας" με μια παλαιά επωνυμία, η οποία προδιαγράφει δύο τινά: πρώτο, τον αποκλειστικό προς το θείο προσανατολισμό του μοναχικού βίου, και δεύτερο, την από πρόσωπο σε πρόσωπο πραγμάτωση της αγάπης και τους ελέους.
Η θεραπεία του Θεού και η θεραπεία του ανθρώπου συνιστούν τους δύο στόχους της μοναχικής κλήσεως. Η έννοια δηλ. "θεραπευταί" με τη χριστιανική της ασφαλώς σημασία, αποκλείει κάθε στεγανή και μονιστική κατανόηση της μοναχικής πολιτείας, αποτελεί δε, σε τελευταία ανάλυση, σύνοψη της χρήσης ευαγγελικής αρχής: "αγαπήσεις Κύριο τον Θεό σου εξ όλης της καρδιάς σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου" και "αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σε εαυτόν" (Μάρκ. 12: 30-31. Ματθ. 22: 37-39). Έχει σημασία, για μια ορθή εκτίμηση του Ορθόδοξου μοναχικού βίου, να υπογραμμισθεί το γεγονός ότι, ήδη από τους πρώτους χρόνους της ζωής της Εκκλησίας, απεκλείσθη μια "μυσταγωγική", μονιστική και ατομοκεντρική μοναχική ζωή. Ήδη από τους πρώτους χρόνους της ζωής της Εκκλησίας η μοναχική κλήση απέβλεπε στη διττή κατεύθυνση: θεραπεία του Θεού και θεραπεία του ανθρώπου.
Είναι βέβαια αυτονόητο ότι, όταν γίνεται λόγος για "θεραπεία του ανθρώπου" ουδόλως υποτίθεται εξωστρέφεια, η οποία αναντίρρητα αποδιοργανώνει τη ζωή της αφιερώσεως. Ούτε ασφαλώς υπονοείται ένας "ακτιβισμός", μια κοσμική δραστηριότητα, η οποία εγκλωβίζει τον μοναχό στη διαδικασία της κοινωνικής προσφοράς και της "βελτιώσεως" της ζωής του ανθρώπου. Η "θεραπεία του ανθρώπου" υποδηλώνει την ευθύνη την οποία έχει και ο μοναχός, μέσα στα πλαίσια της μοναχικής του κλήσεως, να συμμερίζεται, με τον τρόπο που αρμόζει στην μοναχική ζωή, την ποία ανθρώπινη τραγωδία. Ο Μ. Βασίλειος στον λόγο του "Πως δει κοσμείσθαι τον μοναχόν" παρατηρεί ότι, οφείλει "συμπάσχειν τοις πάσχουσι και συνδακρύειν και σφόδρα τούτους πενθείν . . . νουθετείν τους ατάκτους παραμυθείσθαι τους ολιγόψυχους υπηρετείν τοις αρρώστοις, πόδας αγίων νίπτειν ξενοδοχίας και φιλαδελφείας επιμελείσθαι".
Οι λόγοι αυτοί του Μ. Βασιλείου επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι ο Ορθόδοξος μοναχισμός δεν παραχαράσσει την διττή ευαγγελική κατεύθυνση: "αγαπήσεις Κύριο τον Θεό σου . . . και τον πλησίον σου ως σε αυτόν". Αυτός που στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης ονομάζεται "πλησίον" (Λουκ. 10: 29. Πράξ. 7: 27. Ρωμ. 13: 9-10. 15: 2. Εφ. 4:25. Ιακ. 4: 12) δεν είναι έξω από τον κύκλο των ενδιαφερόντων του μοναχού. Έτσι και ο έσχατος ακόμα ερημίτης, αυτός που πράγματι ζει "εν ερημίαις και εν σπηλαίοις", με την οσιακή του ζωή θεραπεύει τον άνθρωπο και αγιάζει την κτίση ολόκληρη. Η αγιότητά του διοχετεύεται μ’ έναν τρόπο μυστικό σ’ ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα, "προσαναπληρούσα τα υστερήματα των αγίων". Μ’ αυτή την έννοια ο μοναχός προσεύχεται γι’ αυτούς που δεν μπορούν ή δεν έχουν μάθει να προσεύχονται. Ο "απαρηγόρητος" βίος του γίνεται μυστικά θεραπεία του ανθρώπου και παρηγοριά του κόσμου.
Τη διττή κατεύθυνση του μοναχικού βίου προσδιόριζε με τη λιτότητα και τη βαρύτητα του λόγου του ο Ευάγριος, όταν κατέγραφε τους γνωστούς τέσσερις ορισμούς του:
o "Μακάριος εστί μοναχός, ο πάντων την σωτηρίαν και προκοπή, ως οικείαν μετά πάσης χαράς ορών".
o "Μακάριος εστί μοναχός, ο πάντας ανθρώπους ως Θεόν, μετά Θεόν λογιζόμενος".
o "Μοναχός εστίν, ο πάντων χωρισθείς και πάσι συνηρμοσμένος".
o "Μοναχός εστίν, ο εαυτόν μετά πάντων ηγούμενος, δια το εν εκάστω εαυτόν απαραλείπτως δοκείν οράν".
Ιδιαίτερη όμως σημασία για το θέμα μας παρουσιάζει η δεύτερη "επωνυμία", την οποία βρίσκουμε στην Εκκλησιαστική Ιεραρχία η γνωστή δηλαδή και καθιερωμένη επωνυμία "μοναχοί".
Η ετυμολογική ανάλυση του όρου "μοναχοί", την οποία επιχειρεί ο οξύνους συγγραφέας του κειμένου αυτού, προκαλεί και πράγματι μπορεί να αποτελέσει σταθερή βάση πάνω στην οποία είναι δυνατό να στηριχθεί μια θεολογία του μοναχικού βίου. Το θέμα είναι ότι, οι μοναχοί φέρουν το επώνυμο αυτό, όχι απλώς γιατί διάγουν βίο "εν τη μονώσει", ούτε βέβαια γιατί επέλεξαν την αγαμία ως τρόπο ζωής, αλλά γιατί η κλήση τους αποβλέπει στην μία και μόνη ζωή, γιατί είναι εραστές "της αμέριστου και ενιαίας ζωής, της ενοποίησης αυτών, εν ταις των διαιρετών ιεραίς συμπτύξεσιν, εις θεοειδή μονάδα και φιλόθεον τελείωσιν".
Η μοναχική πολιτεία καταξιώνεται ως "φιλοσοφία", "εν επιστήμη των ενοποιών εντολών ενεργούμενη", γιατί είναι υπέρβαση και αποταγή "των μεριστών ζωών και φαντασιών". Εδώ η μοναχική ζωή προβάλλεται ως άρση της πολλαπλότητας και διαχύσεως, την οποία εισήγαγε η αμαρτία και την οποία εκτρέφει το φρόνημα του κόσμου. Κατανοείται ως επιστροφή σε μια ζωή επανασυγκροτήσεως, ως παλινδρόμηση στην ακεραιότητα του αυθεντικού ανθρωπίνου προσώπου. Ο συγγραφέας της Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας συνοψίζει στην ακόλουθη φράση του την κλήση των μοναχών: "Προς το εν αυτών οφειλόντων ενοποπιείσθαι και προς ιεράν μονάδα συνάγεσθαι".
Η αντίληψη ότι ο πνευματικός δρόμος είναι διάβαση από την πολυμέρεια στην ενότητα, από το πολλαπλό, το πολυσχιδές και πολύπλευρο στο απλό και στο ένα, είναι σαφώς αντίληψη νεοπλατωνική. Ο Πλωτίνος π.χ. μιλάει για την "πολυειδή" ενέργεια, την "δι’ ετερότητος χωριζομένην", την οποία και αντιδιαστέλλει από την "ενοειδή" θεία πραγματικότητα. Ο Θεός του Πλωτίνου κατανοείται ως "δύναμη γεννώσα τα όντα, μένουσα εν αυτή και ου ελαττούμενη". Στην ίδια γραμμή κινείται και η σκέψη του νεοπλατωνικού Πρόκλου, ο οποίος αντιλαμβάνεται την "θεία ένωση" ως "ένα όρμο ασφαλή των όντων απάντων". Το "εν" τούτο είναι "υποστατικό και σωστικό των όντων απάντων".
Ενώ όμως μπορεί να επισημάνει κανείς φραστική, εξωτερική δηλ. συγγένεια μεταξύ νεοπλατωνικού μυστικισμού και χριστιανικής πνευματικότητος, είναι πέρα πάσης αμφιβολίας ότι, η χριστιανική διδασκαλία περί του "ενός" διαφοροποιείται ριζικά από την νεοπλατωνική σκέψη. Κατ’ αρχάς στην νεοπλατωνική κατανόηση διαπιστώνουμε μια εκ προοιμίου αρνητική στάση έναντι του κόσμου. Είναι αναγκαίο να παραιτηθεί κανείς από τον πολλαπλό κόσμο για να συναντήσει το "εν". Ο κόσμος στην ουσία του είναι κάτι βδελυρό, μόνο δε με τη φυγή μπορεί κανείς να λυτρωθεί από τα δεινά που του επιφυλάσσει. Επί πλέον το νεοπλατωνικό "εν" είναι μια απόλυτα απρόσωπη έννοια. Δεν υπάρχει εδώ η έν ελευθερία σχέση προσώπου προς πρόσωπο, αλλά μια σχέση η οποία εξαφανίζεται μέσα σε μια άβυσσο αοριστίας. Το "εν" του νεοπλατωνικού μυστικισμού είναι τελικά ψυχρό, αόριστο και ανέφικτο υπέρτατο "αγαθόν". Πρόκειται για ένα υπέρ ον, το οποίο ταυτίζεται προς την ίδια τη νοημοσύνη. Κατά το νεοπλατωνικό μυστικισμό, αυτό το οποίο θεοποιεί την ψυχή είναι ο υπέρτατος νους. Ο ανθρώπινος νους οφείλει να κινηθεί και να ταυτισθεί προς αυτόν τον υπέρτατο νου. Η κίνηση δηλ. για τη συνάντηση του ενός, η θεωρία, οδηγεί σε μία ταύτιση υποκειμένου και αντικειμένου. Εδώ δεν υπάρχει η σχέση των δύο, υπάρχει μόνο το απρόσωπο ένα. Πρόκειται πράγματι γι’ αυτό που έχει χαρακτηρισθεί ως "μυστικιστικός μονισμός". Είναι αυτονόητο ότι εδώ δεν υπάρχουν περιθώρια γι’ αυτό που στην εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζουμε "κοινωνία".
Στη χριστιανική σκέψη η προς το "εν" κατεύθυνση είναι ελεύθερη, τόσο από το μυστικιστικό μονισμό του νεοπλατωνισμού, όσο και από ποια διάθεση αποδοχής ενός θεωρητικού βίου, ο οποίος είναι έξω από τη ζωή της Εκκλησίας. Το χριστιανικό "εν" δεν είναι κάποιο ανεξήγητο και αβυσσαλέο αγαθό προς το οποίο αναφέρονται μεμονωμένα άτομα, αλλά ο προσωπικός Θεός προς τον οποίο ελεύθερα κατευθύνεται ο κάθε πιστός μέσα στην Εκκλησία. Μέσα στην Εκκλησία και με τους δοκιμασμένους τρόπους που η Εκκλησία γνωρίζει, αίρεται η διάσπαση, καρπός της αμαρτίας, σ’ όλα της τα επίπεδα και πραγματοποιείται η αποκατάσταση της κοινωνίας με τον Θεό. Η κοινωνία αυτή με τον Θεό συνεπάγεται την επανασυγκρότηση του ανθρωπίνου προσώπου και την αρμονική σχέση όλων των μελών του εκκλησιαστικού σώματος. Ο Ευάγριος, αναφερόμενος στην Αρχιερατική προσευχή του Χριστού και ειδικότερα στο σημείο: "Δος αυτοίς, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσι, καθώς εγώ και συ εν εσμέν", επισημαίνει: "Εις ων ο Θεός, εν έκαστο γινόμενος ένοι τους πάντας και απόλλυται ο αριθμός τη της μονάδας επιδημία". Αυτό σημαίνει ότι μέσα στην Εκκλησία είναι πράγματι ξένη η έννοια "διάσταση", "χωρισμός" και "απομόνωση". "Δεν αρμόζει στο Χριστιανό", σημειώνει ο π. Γ. Φλωρόφσκι, "να αισθάνεται χωρισμένος και απομονωμένος. Ο άνθρωπος σώζεται μόνο ενωμένος με την καθολική Εκκλησία, καθ’ όσον unus christianus, nullus christianus.
Μέσα σ’ αυτό το εκκλησιολογικό πλαίσιο θα πρέπει να κατανοηθεί και να αξιολογηθεί η μοναχική μαρτυρία. Μέσα σ’ αυτό το εκκλησιολογικό πλαίσιο η προσωπική άσκηση, η προσευχή, ο ενάρετος βίος δεν δηλώνουν ατομικά και μόνο επιτεύγματα ή ανθρώπινες ικανότητες, αλλά κατανοούνται ως έκφραση της μιας ζωής της Εκκλησίας, της καθολικής της αυτοσυνειδησίας, της ενιαίας εμπειρίας της, του ενός ήθους και φρονήματός της. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι, στην παράδοση της Ορθοδοξίας, Εκκλησία είναι η ενότητα εν χάριτι ζωής, η οποία δόθηκε από τον Χριστό και αδιάκοπα συντηρείται στο κάθε ιστορικό παρόν, εν Αγίο Πνεύματι. Αυτή η ενότης εν χάριτι ζωής συνιστά το κοινό ήθος στο οποίο συναντιόνται τα επιμέρους ανθρώπινα πρόσωπα, ανεξάρτητα από τις προσωπικές τους κλήσεις και τα ιδιαίτερα χαρίσματά τους. Μέσα στην Εκκλησία υπάρχει ένας κοινός δρόμος, τον οποίο καλούνται να βαδίσουν με συνέπεια όλοι όσοι ελεύθερα έχουν δεχθεί τον ζυγό του Χριστού (Ματθ. 11: 29-30).
Η κλήση όλων των πιστών, μέσα στην Εκκλησία, είναι: "δια πάσης ταπεινής αγωγής ενώσαι εαυτούς τον Θεό". Αυτό σημαίνει ότι ο κοινός δρόμος, στον οποίο συναντιόνται όλοι οι πιστοί, προσδιορίζεται ως δρόμος συνεπής υπακοής στο θείο θέλημα. Ο Δωρόθεος Γάζης διευκρινίζει ότι, "αι εντολαί Χριστού πάσι τοις χριστιανοίς εδόθησαν, και υπόκειται πας χριστιανός φυλάξαι αυτάς". Κάθε πιστός με την είσοδό του στην Εκκλησία, κατά το Βάπτισμά του, αποκηρύσσει τον πρότερο πολύπλοκο βίο του και δίνει υποσχέσεις οι οποίες καθορίζουν τον χαρακτήρα της νέας του εν Χριστώ ζωής. Εδώ έχουμε μια σύνταξη όλων των πιστών σ’ ένα νέο τρόπο υπάρξεως, ο οποίος αποβλέπει σε μια κοινή κατεύθυνση και χαρακτηρίζεται από ένα κοινό ήθος.
Ο μοναχικός βίος δεν είναι έξω απ’ αυτήν την κοινή κλήση. Η μοναχική πολιτεία δεν είναι μια "αντι-πολιτεία" σε σχέση με το χριστιανικό εν γένει πολίτευμα. Είναι όμως μια "αντι-πολιτεία" σε σχέση με το φρόνιμα του κόσμου. Οι μοναχοί, επισημαίνει ο Δωρόθεος, "κατενόησαν τι εν το κόσμο όντες, ούκ ευχερώς δύνανται κατορθώσαι την αρετήν, και επενόησαν εν αυτοίς ξένον βίο, ξένην τινά διαγωγή". Ο "ξένος" αυτός "βίος" είναι απόλυτα εκκλησιαστικός βίος. Έχει όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία στοιχειοθετούν και χαρακτηρίζουν την εκκλησιαστική πολιτεία. Ακόμα περισσότερο, η μοναχική "διαγωγή", η "σεμνότερη διαγωγή", όπως θα έλεγε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, εκφράζει με αυθεντικό και απόλυτο τρόπο την εκκλησιαστική διαγωγή. Αποτελεί κοινό τόπο ότι, η εκκλησιαστική διαγωγή αρχίζει με την αποδοχή μιας κλήσεως, η οποία υποθέτει την αποταγή του κοσμικού φρονήματος και η οποία συνοψίζεται στη φράση του Χριστού: "Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω το σταυρό αυτού και ακολουθείτω μοι" (Ματθ. 16: 24). Οι μοναχοί, με την εκούσια αποδέσμευσή τους από "πάσα την βιοτική μέριμνα", με την προσφορά των "δώρων" της "παρθενίας και ακτημοσύνης", τηρούν με ακρίβεια την αφετηριακή και θεμελιώδη αυτή αρχή του εκκλησιαστικού πολιτεύματος.
Αυτό σημαίνει ότι οι μοναχοί ακολουθούν πιστά και μ’ όλες τις συνέπειες μια ζωή "υποταγής" και "ξενιτιάς". Ή μάλλον η ζωή τους αρχίζει μ’ ένα έξαλμα ελευθερίας (πως αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τα δρώμενα κατά την ακολουθία της μοναχικής κουράς;) και θεμελιώνεται σ’ ένα συνεχές φρόνημα ελευθερίας. Η "ξενιτιά" είναι πράξη ελευθερίας, κατανοήθηκε δε πάντα στην ανατολή ως δημιουργική "υποταγή", ως αφοσίωση σ’ ένα απόλυτα πνευματικό - χριστιανικό "εργόχειρο". "Πρώτη των λαμπρών αγωνισμάτων", μας λέει ο άγιος Νείλος, "εστί ξενιτιά". Η αποδέσμευση από "πατρίδα, γένος, ύπαρξη", είναι αυτή που τοποθετεί τον μοναχό "έμπροσθεν των λαμπρών αγώνων". Βέβαια είναι δεδομένο ότι η "ξενιτιά", ως τρόπος ζωής, έχει μια καθολική αναφορά. Ο κάθε πιστός υποχρεώνεται να αποστασιοποιηθεί απ’ αυτό που ονομάζουμε φρόνημα του κόσμου. Η παρουσία του Χριστού στην ιστορία, η ζωή γενικά του Χριστού, οδηγεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που προσφέρει η ζωή μας μέσα στον κόσμο. Η καθολικής σημασίας πρόσκληση του "Ακαθίστου": "Ξένον τόκο ιδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου, τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες", βρίσκει στην μοναχική πολιτεία την κατά γράμμα εφαρμογή τους.
Είναι αναγκαίο να υπογραμμίσουμε στο σημείο αυτό, ότι ήδη από τους πρώτους χρόνους του μοναχικού πολιτεύματος υπήρχε βαθιά πεποίθηση ότι ο "ξένος" αυτός βίος είναι σαρξ εκ της σαρκός της Εκκλησίας είναι η ίδια η εκκλησιαστική ζωή, βιούμενη από πρόσωπα τα οποία έχουν ολοκληρωτικά αφοσιωθεί σ’ αυτήν. Στον βίο του Μ. Αντωνίου, ο Μ. Αθανάσιος περιγράφει την μοναχική κοινωνία, της εποχής του Μ. Αντωνίου, ως ιδιάζουσα κοινωνική κατάσταση ως πολιτεία εν Χριστώ κοινωνίας και αγάπης. Ως άλλου είδους πολιτεία, η οποία δεν ήταν άλλη παρά η αυθεντική εικόνα της εκκλησιαστικής πολιτείας. "Η έρημος επολίσθη", παρατηρεί ο Μ. Αθανάσιος, "υπό μοναχών, εξελθόντων υπό των ιδίων, και απογραψαμένων της εν τις ουρανοίς πολιτεία". Σ’ αυτή την άλλης τάξεως πολιτεία η ομόνοια και η εν Χριστώ ευσέβεια, η εφαρμογή των ευαγγελικών αρχών και η αφοσίωση ήταν θεμελιακά της δομής και της υπάρξεώς της.
Αλλά και σε λίγος μεταγενέστερους χρόνους, όταν δηλ. το κοινοβιακό σύστημα καθιερώθηκε, ως τρόπος μοναχικής πολιτείας, από τον Μ. Βασίλειο, υπήρχε έντονη συνείδηση ότι η κοινοβιακή ζωή ήταν "μικρόκοσμος" της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Το μοναχικό "κοινόβιο" κατανοήθηκε ως χώρος αθλήσεως, που οι της "ευσεβείας αγωνισταί", οι ακολουθούντες "τον ησύχιον και απράγμονα βίον ως συνεργόν της φυλακής των ευαγγελικών δογμάτων", έθεταν ως στόχο ζωής "πως μηδέν αυτής διαφυγή των εντεταλμένων", έτσι ώστε δια της καθάρσεως και της αρετής να φθάσουν "εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού" (Εφ. 4: 13). Ο "απράγμων" βίος τους ήταν στην ουσία μια "πολυπράγμων" πνευματική μέριμνα για την απόκτηση της ζωής του Θεού. Το κοινόβιο γινόταν ο χώρος ενός αδυσώπητου αγώνα για την εσωτερική καθαρότητα, δεδομένου ότι "η Θεία Τριάς ενοικεί εν τη καθαρώς εχούση ψυχή, της θείας χρηστότητος συνεφαπτομένης ενοικεί δε ου καθ’ έστιν αχώρητος γαρ και αυτή πάση τη κτίσει αλλά καθ’ όσον γουν επιτηδείως έχει δεκτικώς ο άνθρωπος".
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος θα ορίσει, στην κλασσική διατύπωσή του, ότι " μοναχός έστι βία φύσεως διηνεκής και φυλακή αισθήσεων ανελλιπής". Αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία αναμορφώσεως του ανθρωπίνου προσώπου και η κοινωνία του Θεού προϋποθέτουν την ακατάπαυστη και επίμονη εργασία της ασκήσεως. Η συνεπής εργασία της ασκήσεως εξασφαλίζει την πνευματική αύξηση, εφ’ όσον "αλλήλων εκδέδενται πάσαι αι αρεταί, ωσπερεί γαρ τις πνευματική άλυσις μια της μιας ήρτηνται. Η ευχή από της αγάπης, η αγάπη από της χαράς, η χαρά από της πραότητα, η πραότητα από την ταπείνωση, η ταπείνωση από τη διακονία, η διακονία από την ελπίδα, η ελπίδα από την πίστη, η πίστη από την υπακοή, η υπακοή από την απλότητα".
Στην παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας το ασκητικό φρόνημα είναι θεμελιώδες και προσδιοριστικό της πνευματικότητός της στοιχείο. Η εκκλησιαστική ζωή σ’ όλες της τις εκφάνσεις είναι ασκητισμός. Η θεολογία της Εκκλησίας, η λατρεία και η ευσέβειά της είναι ποτισμένα από ένα ήθος αδιάκοπου και ανένδοτου αγώνα. Ωραιότατα προσδιορίζει αυτό το ασκητικό ήθος της Εκκλησίας ο Ευάγριος, όταν λέει: "Ήθος εστί προσευχής σύνοια, μετ’ ευλαβείας και κατανύξεως και οδύνης ψυχής, εν εξαγορεύσει πταισμάτων, μετά στεναγμών αφώνων". Πρέπει να υψωθεί κανείς σ’ αυτό το επίπεδο, πρέπει να περάσει απ’ αυτόν τον τρόπο της Εκκλησίας για να ελευθερωθεί από τα πάθη και, αν ευδοκήσει ο Θεός, να φθάσει σε κατάσταση θεωρίας της δόξας του.
Ο μοναχικός βίος υπήρξε πάντα στην ανατολική αυθεντική πραγμάτωση με έκφραση της ζωής του Ευαγγελίου. Μέσα από την ιδιαίτερη κλήση τους οι μοναχοί, με την αδιάλειπτη επίκληση του θείου ελέους, με την ταπείνωση και την υπακοή τους, απέβλεπαν στην "κατά φύση" ακεραιότητα, στον άνθρωπο όπως τον παρέδωσε στην δημιουργία η θεία συγκατάβαση, δηλ. "εν ευχή, εν θεωρία, εν πάση δόξα και τιμή, έχοντας σώας τις αισθήσεις και όντα εν το κατά φύση".
Η "κατά φύση" ακεραιότητα του ανθρώπου, αυτό το τέλος του χριστιανικού βίου, στο οποίο σταθερά και επίμονα αποβλέπει η μοναχική πολιτεία, λειτουργεί αγιαστικά σ’ ολόκληρο το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον. Αυτό σημαίνει ότι ο αληθινός μοναχός, ο απαθής, ο "απερισπάστως ευχόμενος", ο έχων "αδιάπτωτων" την μνήμη του Θεού, σαν φορέας μιας άλλου είδους, μιας κεχαριτωμένης ζωής, επιδρά ευεργετικά σ’ όλους τους ανθρώπους και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ο μοναχός γίνεται και οφείλει αδιάκοπα να είναι το ευεργετικό εκείνο σπέρμα της μεταμορφώσεως του κόσμου.

Αρχιμ . Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων

Αρχιμ . Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων
Η Θεία Λειτουργία ως Θεολογική Ιερουργία

«Ημών σύμφωνος  η γνώμη τη ευχαριστία και η ευχαριστία βεβαιοί την γνώμην »
ʼγιος Ειρηναίος, Ρ.G. 7,1028  
«Μη τύπος αλλά πράγμα θυσίας η τελετή»
(Καβάσιλα, Περί Θείας Λειτουργίας)
Η  Θεία Λειτουργία  φθάνοντας  στην  αγία Αναφορά γίνεται μια καθολική δοξολογία: «ʼξιον και δίκαιον Σε υμνείν , Σε ευλογείν , Σε αινείν , Σοι ευχαριστείν , Σε προσκυνείν ». Μέσα στον αίνο τούτο και την ευχαριστία γνωρίζομε τη θεολογία, αποκαλύπτεται η κοσμογονία. Τίποτε δικό μας δεν έχομε. Αυτός μας δημιούργησε εκ του μη όντος . Παραπεσόντας μας ανέστησε . Έκαμε τα πάντα μέχρις ότου μας χάρισε τη μέλλουσα Βασιλεία Του. Αυτή η αίσθηση της ευγνωμοσύνης και η δοξολογία υπέρ πάντων ων ίσμεν και ων ουκ ίσμεν , αποτελεί μια κλίμακα που μας ανάγει στον ουρανό, και  μας  κάνει  να  ακούμε  τον  τρισάγιο  ύμνο: «ʼγιος, ʼγιος, ʼγιος  Κύριος  Σαβαώθ...» Και ενώνονται οι φωνές μας και οι δοξολογίες μας προς το Θεό της αγάπης: «Μετά τούτων καί ημείς των μακαρίων δυνάμεων Δέσποτα φιλάνθρωπε βοώμεν και λέγομεν . ʼγιος ει και Πανάγιος, Συ και ο μονογενής σου Υιός και το Πνεύμα σου το  ʼγιον . ʼγιος ει και Πανάγιος και μεγαλοπρεπής η δόξα σου· ος τον κόσμον Σου ούτως ηγάπησας , ώστε τον Υιόν σου τον μονογενή δούναι, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται αλλ' έχη ζωήν αιώνιον ». Η δόξα του Θεού φανερώνεται στην αγάπη, την κένωση. «Δι' υπερβολήν της ερωτικής αγαθότητος έξω εαυτού γίνεται... και προς το εν πάσι κατάγεται κατ'  εκστατικήν   υπερούσιον   δύναμιν   ανεκφοίτητον εαυτού» (Διονύσιος Αρεοπαγίτης, P.G. 3, 712 ΑΒ ). Το φως του προσώπου του δεν θαμπώνει αλλά φωτίζει. Η μεγαλοπρεπής του δόξα δεν εξουθενώνει τη μικρότητά μας, αλλά ανακουφίζει και σώζει: Είναι θεϊκή. Δεν μπορεί να μπλεχτή μέσα μας με τίποτε το ανθρώπινο. Δεν βλέπομε τη δόξα του Θεού - δεν μας την παρουσιάζει η Θεία Λειτουργία - στη μορφή του Παντοκράτορος ,  αλλά μας την αποκαλύπτει όπως φαίνεται στην πράξη της πατρικής προσφοράς και της θυσίας του Υιού. Στην έσχατη ταπείνωση του Δούλου τού Θεού. Όμοια και η αγιογραφία δεν μας παρουσιάζει το Χριστό, Βασιλέα της δόξης στην Ανάσταση, αλλά κρεμάμενο γαλήνια στο ξύλο του Σταυρού. «Ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται αλλ' έχη ζωήν αιώνιον » ( Ιω . 3, 16). Έτσι καθένας που γνωρίζει τον Κύριο λειτουργικά, όπως πράγματι είναι, και πιστεύει σ' αυτόν -Του εμπιστεύεται  τη  ζωή  του - έχει  ζωήν αιώνιον , ανώλεθρο . Τα πάντα αλλάζουν σ' αυτόν από τώρα. Δεν βασανίζεται από καμμιά ταραχή. Ήρεμα βαδίζει μετ ' Αυτού επί των κυμάτων. Τα στοιχεία του κόσμου  και  οι  απειλές  αναβαίνουσιν   έως  των ουρανών και καταβαίνουσιν έως των αβύσσων και αυτός  μένει  αμετακίνητος  στην  ηρεμία, όντας ταυτόχρονα ευαίσθητος στο κάθε τί . Και η Θεία Λειτουργία  συνεχίζεται. « Ος (ο Υιός) ελθών και πάσαν   την υπέρ ημών οικονομίαν   πληρώσας ,  τη  νυκτί   ή  παρεδίδοτο , μάλλον δε εαυτόν παρεδίδου υπέρ της του κόσμου ζωής, λαβών άρτον εν ταις αγίαις αυτού καί αχράντοις   καί   αμωμήτοις   χερσίν , ευχαριστήσας   καί ευλογήσας , αγιάσας , κλάσας , έδωκε τοις αγίοις αυτού μαθηταίς καί αποστόλοις ειπών: Ο ιερεύς εκφώνως : Λάβετε  φάγετε τούτό μού εστι το Σώμα το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών. Ο λαός: Αμήν. Ο ιερεύς μυστικώς : Ομοίως και το Ποτήριον μετά το δειπνήσαι λέγων.
Ο ιερεύς εκφώνως : Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτό εστι το Αίμά μου το της καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών. Ο λαός:Αμήν». Βρισκόμαστε πνιγμένοι μέσα στις φανερές και αφανείς ευεργεσίες του. Κυριολεκτικά τα χάνομε μέσα σ' αυτό τον κατακλυσμό του ελέους και της αγάπης Του: προσφέρεται κλώμενος καί εκχυνόμενος σε μας. Δεν ξέρομε τι να κάνωμε . Δεν βρίσκομε τίποτε δικό μας, να Του δώσωμε σαν ευχαριστία· « oυ γαρ   εποιήσαμέν τι αγαθόν  επί της γης».  Γι' αυτό παίρνομε πάντα τα δικά Του και ευγνώμονα τα προσφέρομε: «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Αυτή η ολοκληρωτική λειτουργική αντιπροσφορά στον αεί σφαγιαζόμενο Κύριο - πράξη ευχαριστίας και ελευθερίας - αποτελεί το κέντρο του μυστηρίου, την πηγή του αγιασμού του ανθρώπου και των τιμίων δώρων. Αυτή η προσφορά  μας απογυμνώνει απ' όλα, απολλύμεθα  ( Ματθ . 16,25). Παύομε να υπάρχωμε . Πεθαίνομε. Συγχρόνως είναι η στιγμή που γεννιώμαστε στή ζωή· κοινωνούμε της θείας ζωής, με το να προσφέρωμε τα πάντα, με το να γίνωμε μια ευχαριστιακή προσφορά. Έτσι η απώλεια της ζωής μας είναι ταυτόχρονα ανάδυση της υπάρξεώς μας σε κόσμο «καινό και ασύνθετο » όπου παραγενόμενοι είμαστε αληθινά  άνθρωποι. (Πρβλ. άγ. Ιγνάτιος, ΒΕΙΙ 2, 276). Μόνον όταν εξαρθρωθή τελείως ο άνθρωπος και ξανάρθη στην ύπαρξη από άλλη Δύναμη, μπορεί να νοιώση τι είναι ζωή· « oς αν απολέση ούτος ευρήσει » ( Ματθ . 16, 25). Ήδη με την εμπειρία αυτή του «σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα» κοινωνούμε της καινής ζωής που είναι προσφορά, κένωση. Όλα εδώ  υπάρχουν άλλως,  περιχωρούμενα :  Συναιρούνται οι εμπειρίες όλες. Συναιρείται ο άνθρωπος· απλώνεται μέχρι την απώλεια και συνέρχεται στο εν που είναι το παν. Βρίσκει τον Κύριο που είναι το Α και το Ω. Μιμνησκόμεθα πάντων των γεγενημένων και των γενησομένων . Είναι όλα παρόντα, συγκεκραμένα στο φως του προσώπου Του και το γλυκασμό της αυτού ωραιότητος . Στη στιγμή χωρά η αιωνιότης . Σ'έναν ʼγιο μαργαρίτη όλος ο Παράδεισος, ο Χριστός. « Αινούμεν , ευλογούμεν και δεόμεθα ». Όλες οι προσευχές γίνονται μία, τη  στιγμή που πεθαίνομε πραγματικά και ζούμε ξενοτρόπως . « Tov θάνατον του Κυρίου καταγγέλλομεν και την ανάστασιν Αυτού ομολογούμεν » (Α' Κορ . 11, 26). Ζης την εμπειρία του ψυχορραγούντος , και το σπαρτάρισμα του αρτιγέννητου. Ξεψυχάς και γεννιέσαι. Γίνεσαι άκρως ευαίσθητος και ταυτόχρονα μένεις ασάλευτος σαν απ' αιώνων κεκοιμημένος . Είσαι ελεύθερος εαυτού, «πάντα αφελών και εκ πάντων απολυθείς». Έχεις άλλους νόμους ζωής, αιωνίου και ακαταλύτου . Είσαι νεκρός και ζωντανός. Ανύπαρκτος και παντοδύναμος. Πέφτεις στο κενό, καταποντίζεσαι, και πλημμυρίζεις ζωή, φτάνεις στην αίσθηση της αιωνίου παρουσίας Του. Γυρίζοντας  στην ανυπαρξία  ( διά της ολικής προσφοράς), βλέπεις να σε συγκρατούν τα χέρια που υπήρχαν πριν Αβραάμ γενέσθαι ( Ιω . 8, 58). Απεκαλύφ0ησαν τα θεμέλια της οικουμένης. Χάνεις τα πάντα και φανερώνεται στο βάθος της καρδιάς σου πώς ο άνθρωπος έχει δυνάμει τα πάντα μπαίνοντας εδώ, γιατί στη Λειτουργία της σωτηρίας του ο Χριστός, που ουκέτι αποθνήσκει, είναι « o προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος». Είναι ώρα σιωπής απολύτου και λάλου. Σιγά πάσα σαρξ βροτεία , και άκούγεται ο Λόγος. Το χώρο που κένωσε η προσφορά (ταπείνωση - ευχαριστία) κατέρχεται και πληροί το ʼγιο Πνεύμα. Η ζωή μέσα στη Θεία Λειτουργία είναι σβήσιμο ενσυνείδητο και ολοκληρωτικό, γι' αυτό είναι και αγκάλιασμα ενός μυστηρίου που μας ξεπερνά. Είναι κόπος και ανάπαυση. Είναι θάνατος και ζωή. Πιστεύεις ότι υπάρχει ζωή  γιατί γεννιέσαι, ακατάπαυστα. Έρχεσαι από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός γιατί σε κρατά στα ζωντανά Του χέρια. Σε δημιουργεί, σε πλάθει. Αυτός εκ του μη όντος εις το είναι μας παρήγαγε» και μας παράγει, γιατί η δωρεά της χάριτός Του  είναι  σημαντικώτερο γεγονός  και μεγαλύτερη έκπληξη απ' ό,τι η αρχική εκ του μη όντος εις το είναι παραγωγή.« Παραπεσόντας μας ανέστησεν πάλιν και την βασιλείαν του εχαρίσατο την μέλλουσαν ». Και ενώ ήδη όλα μας χαρίστηκαν, και τα μέλλοντα, νοιώθει κανείς ότι ακόμη όλα τα περιμένουμε.  Όλα  είναι ατέλειωτα, γιατί όλα είναι αληθινά.  Όλα δόθηκαν, και όλα έρχονται ακατάπαυστα καινούργια.
Όταν μιλάμε για λειτουργική θεολογία εννοούμε την ενσάρκωση της θεολογίας. Και τούτο το βλέπομε καθαρά στην ευχαριστιακή ιερουργία. Το πόσο αληθινή είναι η Θεία Λειτονργία μας το αποκαλύπτει η ίδια η φυσιολογία της πνευματικής ζωής: « καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει ». Εγκαταλείποντας κανείς τα πάντα στο Θεό, φτάνοντας στην τελική συντριβή και ταπείνωση, δέχεται κατά φυσική  λειτουργία  των  πνευματικών  νόμων  τη χάρη του Θεού. Και στη Θεία Λειτουργία, μετά άπ' όλη την ευχαριστιακή αναφορά και την κατά πάντα και διά πάντα προσφορά στο Θεο , παρακαλούμε, δεόμεθα και ικετεύομε να έλθη το Πνεύμα το  ʼγιον εφ' ημάς. Η ίδια πορεία ακολουθείται. Ο ίδιος νόμος βασιλεύει.  Το  ίδιο  Πνεύμα ζωής  διοργανώνει, πλάθει, ορίζει την ευχαριστιακή λειτουργία και τη διάρθρωση του ανθρωπίνου είναι μας. Γι' αυτό ο άνθρωπος όντας μέσα στη Λειτουργία, βρίσκεται στο κλίμα του, που μπορεί να ευδοκιμήση . Στην πατρίδα του, που τα  πάντα  είναι  γνώριμα και οικεία. Μιλιέται η γλώσσα του η μητρική. Ο  Θεός  έπλασε  τον  άνθρωπο  κατ'  εικόνα ιδική Του και ομοίωση. Ο Κύριος «της λειτουργικής ταύτης και αναιμάκτου θυσίας την ιερουργίαν παρέδωκεν ημίν ». Και η μία (η εσωτερική οργάνωση του ανθρώπου) και η άλλη (η λειτουργική θυσία) από το Θεό παραδίδονται. Η πορεία της θυσίας - η  πολιτεία της υπακοής του Υιού του Θεού - αποκαλύπτει  στη  Θεία  Λειτουργία την τριαδική ζωή και χάρη. Και έτσι αποκαλύπτει στον άνθρωπο ιερουργικά την αλήθεια της φύσεως του και τού   δείχνει  το  δρομο της ελευθερίας. Τη δυνατότητα της αναλήψεως και θεώσεώς του.
Δεν πρόκειται περί ιερολογίας, αλλά περί ιερουργίας. Δεν μιλάμε, αλλά πράττομε. Τίποτε  δεν υπάρχει χωρίς ρίζες βαθειές . Ό,τι παρουσιάζεται ή ακούγεται εξωτερικά είναι φανέρωση μιας εσωτερικής, προσωπικής, ενσυνείδητης θυσίας. Η εσωτερική αγάπη εκφράζεται ως ομολογία πίστεως εις την ομοούσιον και αχώριστον Τριάδα. « Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν : Πατέρα, Υιόν και ʼγιον Πνεύμα...». Η αίτηση προς τον Πατέρα για την άφεση των πολλών μας προς Αυτόν οφειλημάτων γίνεται με τη συγχώρηση των μικρών οφειλών των άλλων σε μας (Κυριακή  προσευχή). Η παρακατάθεση της ζωής ημών απάσης και της ελπίδος σ' Αυτόν, αποτελεί την εσωτερική, «έργω», επίκληση της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος. Την ώρα της επικλήσεως, η κατά πάντα και διά πάντα προσφορά μας σ'Αυτόν έλκει τη χάρη, αποτελεί την παράκληση, δέηση και ικεσία προς τον Πατέρα για να καταπέμψη το Πνεύμα το ʼγιο. Καί καταλαβαίνομε πως δεν εκφωνείται απλώς από τον ιερέα, αλλ' ιερουργείται απ' όλο το σώμα της Εκκλησίας  η  επίκλησις : Είναι ιερουργία επικλήσεως, πράξη  αιτήσεως, για τη μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού και για τον αγιασμό των πιστών: την άφεση των αμαρτιών, την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, της βασιλείας των Ουρανών το πλήρωμα, την παρρησία την προς το Θεό και την αποφυγή - εκ του αναξίως μεταλαμβάνειν - του κρίματος ή του κατακρίματος . Έτσι το γεγονός της μεταβολής και του αγιασμού των τιμίων δώρων και των πιστών ενσυνείδητα και ολοσώματα βιούται . Με την κατά φύσιν εύχαριστιακή του στάση όλος ο άνθρωπος, όλη η λειτουργική κοινότης , και δι' αυτών όλη η δημιουργία, γίνονται μία δέηση, παράκληση, ικεσία και απολαμβάνουν την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, τη χάρη της Πεντηκοστής και « νεουργείται η σύμπασα και θεουργείται » (Κάθισμα όρθρου 8ης Σεπτεμβρίου). Τίποτε δε γίνεται μηχανικά, μαγικά. Τίποτε δεν είναι θαμπό και σκοτεινό, αν και είναι υπέρ λόγον . Και έτσι τίποτε δεν μένει άσαρκο: τα πάντα προσφέρονται ως άρτος κλώμενος , τροφή φαγώσιμη στον άνθρωπο. Ως αίμα εκχυνόμενον , αίμα που αθόρυβα χύνεται στις φλέβες της ζωής και της ελπίδος μας. Τα πάντα φανερώνονται εσωτερικά στους πιστούς,  και τα πάντα φανερώνουν  μυστικά τον Ενεργούντα  τά πάντα εν πάσι . Ήδη η πράξη της εκούσιας προσφοράς των πιστών, ως ενέργεια αντίθετη προς την εγωϊστική στάση  και  ροπή  της πεπτωκυίας   φύσεώς μας, είναι κοινωνία και μετοχή στη θεία ζωή που είναι αγάπη άπειρη. Εδώ μαθαίνομε να ζούμε, να προσφερώμαστε . Ανατέλλει η όντως ελεύθερη ζωή, η μέλλουσα, που μας δόθηκε. Βλέπομε πως η προσφορά είναι αύξηση, η κένωση  πλήρωμα, η ταπείνωση δόξα. Μαθαίνομε να ευχαριστούμε. Kαι «η ευχαριστία εκείνω μεν ουδέν προστίθησιν , ημάς δε οίκειοτέρους αυτώ κατασκευάζει» (Χρυσόστομος, P.G.57,331).
Η Θεία Λειτουργία αποκάλυψη της καινής κτίσεως
Τίποτε το στατικό  δεν υπάρχει στη  Θεία Λειτουργία,  τίποτε το μεμονωμένο.  Τα πάντα ζουν κινούνται αρμονισμένα μέσα στο όλον. Όλα παίρνουν νόημα.  Όλα  συγκεντρώνονται. Όλα γνωρίζονται. Αποκαλύπτεται η φύση και ο λόγος της υπάρξεώς τους μέσα στη «λογική λατρεία», τη Λειτουργία του Λόγου «δι' ου τα  πάντα εγένετο ». Και ενώ μιλούμε για όλα, τα βλέπουμε όλα. Τα  πάντα  γίνονται  οικεία,  τίποτε δεν είναι ξένο, ουσιαστικά πρόκειται  περί ενός: Είναι η  ευλογημένη  Βασιλεία του  Πατρός  και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος που προσδέχεται και αγιάζει τη δημιουργία. Είναι η άκτιστη χάρη της Αγίας Τριάδος που καινίζει την κτίση. Με τη δοξολογική   εκφώνηση της τρισαγίου Βασιλείας αρχίζει η Θεία Λειτουργία. Στη συνέχεια μόνον αυτή ζητούμε: « Ελθέτω η χάρις, παρελθέτω ο κόσμος» (Διδαχή Αποστόλων). Σ' αυτήν προσφέρονται οι πιστοί κατά πάντα  και  διά πάντα. Και γίνεται η Θεία Λειτουργία ο θεολογικός τόπος όπου τα πάντα συναντιώνται . Έξω άπό τη θέρμη της τα πάντα είναι αγνώριστα, παγερά και μεμονωμένα. Εδώ μέσα βρισκόμενα περιχωρούνται , διακονούν λειτουργικά. Η ενότης της πίστεως παρουσιάζεται με το πώς  το  κάθε  τι  ζωογονείται,  μεταμορφώνεται, αφθαρτίζεται από την  άκτιστη τριαδική  χάρη. Έτσι  αναδεικνύεται η βασική  ενότης αρχικής καταγωγής,  σημερινής οργανώσεως,  καί   εσχατολογικής   εντελεχείας των  πάντων, που είναι  o Θεός, ως αιτία και τέλος πάντων. «Σοι ενί πάντα μένει· σοι δ' αθρόα πάντα θοάζει . Και πάντων τέλος έσσί » ( Γρηγόριος Θεολόγος, Ρ.G. 37,508). Και διαβεβαιώνει η πείρα της λειτουργικής ζωής: « Είδομεν το φως το αληθινόν ( αντανακλώμενον απ' όλο το μεταμορφωμένο κόσμο),  ελάβομεν   Πνεύμα  επουράνιον ». Ο κατά φύσιν κόσμος μέσα στον οποίο ζή ο άνθρωπος, ως θεανθρώπινη πραγματικότης , είναι ο λειτουργικός. Δεν ειναι ούτε η ιστορια σαν χρόνος ούτε η δημιουργία σαν χώρος, ούτε η λογική του πεπτωκότος ανθρώπου, ούτε η τέχνη του παραπαίοντος ατόμου. Μέσα στη Λειτουργια όλα υπάρχουν αλλοιωμένα  την  καλήν αλλοίωση· δοκιμασμένα (συντετριμμένα και ανορθωμένα), σταυροαναστάσιμα. Όλος ο κόσμος της Εκκλησίας, η καινή κτίση, είναι θεανθρωπία . Ατρέπτως ,  αναλλοιώτως   και ασυγχύτως ενώνεται ο κτιστός κόσμος  με την άκτιστη χάρη, και δεν καταργείται, δεν κατακαίεται, αλλά  μεταμορφώνεται  και  αφθαρτοποιείται : «Όλος γάρ ο νοητός κόσμος όλω τω αισθητώ μυστικώς τοις συμβολικοίς είδεσι τυπούμενος φαίνεται τοις οράν δυναμένοις · και όλος όλω τω νοητώ ο αισθητός γνωστικώς κατά νουν τοις λόγοις απλούμενος ενυπάρχων εστίν» (άγιος Μάξιμος, P.G. 91, 669 C ). Όταν ο θεατής της Αποκαλύψεως γράφη : «Εγώ Ιωάννης ο και αδελφός υμών... εγενόμην εν Πνεύματι εν τη Κυριακή ημέρα... και είδον ουρανόν καινόν και γην καινήν », είναι σαν να μας λέη : Εγώ ο αδελφός υμών Ιωάννης Λειτουργήθηκα. Η Λειτουργία μας φέρνει στο ανοιχτό παράθυρο της αποκαλύψεως, της αφθαρσίας. Μας δίδει τη δυνατότητα να αναπνεύσωμε καθαρό αέρα που ζωογονεί τα σπλάγχνα μας. Μέσα στη Θεία Λειτουργία έχομε αυτό το γεγονός και την εμπειρία. Τα πάντα γίνονται καινά με τη χάρη και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Δεν είναι ο ήλιος που φωτίζει τη γή , ούτε η φαντασία που ανοίγει τον ουρανό - «ουρανός και γη παρελεύσονται » ( Ματθ . 24, 35) - αλλά η παρουσία του Θεού που καινίζει , αφθαρτίζει , ενοποιεί γη και ουρανό. «Και η πόλις ου χρείαν έχει του ηλίου... » ( Αποκ . 21, 23).Τη λειτουργική πραγματικότητα δεν την καταυγάζει φωτισμός που πρόκειται να παρέλθη , «ουδέν γάρ φαινόμενον αγαθόν». Η αόρατη παρουσία του Κυρίου φωτίζει και αποκαλύπτει τα πάντα.
Λειτουργική περιχώρηση
Το ώσαύτως έχον αεί, το αναυξές , το αμείωτον , το προς πάσαν μεταβολήν την τε προς το κρείττον και προς το χείρον επίσης  ακίνητον   (του μεν γαρ  χείρονος ήλλοτρίωται ,  το δε κρείττον ουκ έχει) το δε παντός ανενδεές  ετέρου, το μόνον ορεκτόν , και παρά παντός , μετεχόμενον και εν τη μετουσία των μετεχόντων ουκ  ελαττούμενον , τούτό εστι αληθώς το όντως ον και η τούτου κατανόησις η της αληθείας γνώσίς εστι . ( Γρηγόριος   Νύσσης , S.C. 1bis 38 - 39). Συ γάρ ει Θεός ανεκφραστος , απερινόητος , αόρατος,  ακατάληπτος, αεί ων, ωσαύτως ων. Ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος , αλλά τους μετέχοντας αγιάζων . (Θεία Λειτουργία) «Το παρά παντός μετεχόμενον  και εν μετουσία των μετεχόντων ουκ ελαττούμενον τούτό εστιν αληθώς το όντως ον ». Η τριαδική αγάπη διαστέλλει το χώρο σε παράδεισο:  Παράδεισο  ελευθερίας  απαλλαγμένο από μέριμνα, φόβο και μίσος. Καταργείται η αδιαφάνεια.  Τα πάντα λάμπουν  ως κρύσταλλον . Καταργείται το αδιαχώρητο. Οι πάντες χωρούν άνετα: « Γέγονε ως επεταξας και ιδού τόπος εστί» ( Λουκ . 14,22). Κάθε μια νέα παρουσία δεν είναι στρίμωγμα - κέντημα καχυποψίας - αλλά εύρυνση , παροχή νέου χώρου και χαράς. «Χαρά ότι εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον » (Ιω.16,21). Γιατί δεν έχομε συνωστισμο όχλου, αλλά περιχώρηση αγαπωμένων προσώπων. Οι πάντες βρίσκονται μέσα στους πάντες. (Ακραία αντίθεση σ' αυτό, η υποδοχή του Ιησού από τον Ηρώδη και η σφαγή των νηπίων).
Αλήθεια είναι αυτή που γευόμαστε στη λειτουργική πείρα και κοινωνία. Και τη γευόμαστε με την ψυχή και το σώμα. Είναι ο Κύριος ο μελιζόμενος και μη  διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος   και μηδέποτε δαπανώμενος αλλά τους μετέχοντας αγιάζων . Αυτός είναι « o ουράνιος άρτος η τροφή του παντός κόσμου». Αυτή είναι η τροφή που τρέφει τον άνθρωπο. Αυτή είναι η μόνη ελπίδα που τον σώζει. Αυτή είναι η μόνη χαρά που φωτίζει όλο του το βάθος και το πλάτος. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος ζωής που φέρνει τον άνθρωπο στην  ακατάπαυστη  ανανέωση και θέωση .
Κάτι που δεν τρέφει όλους, κάτι που δεν είναι χαρά όλων - « παντί τω  λαώ » - δεν  είναι ούτε δική σου: Μια δική σου χαρά -και η πιο μεγάλη - όταν δεν είναι χαρά, τροφή και ανακούφιση για όλους, δεν είναι και για σένα παρά άρνηση και σαράκι. Αν η χαρά σου μελιζομένη διαιρείται ή έσθιομένη δαπανάται, είναι κόλαση. ʼφησέ την και γύρεψε κάτι άλλο. Γιατί αντί να θρέψη τον μέσα και αληθινό σου άνθρωπο, θα σε δαπανήση μάταια και αναπόφευκτα. Θα σε διαβρώση , θα σε καταφάη .
Μέσα στη Θεία Λειτουργία βρίσκομε την τροφή, τη ζωή και τη χαρά, που μοιράζεται κομμένη και δεν διαιρείται, αλλά ενώνει· που μετέχεται , τρώγεται καί δεν δαπανάται, αλλά ενσωματώνει και αγιάζει. Αυτός ο οργανικός μας δεσμός μ' όλους τους άλλους γίνεται αντιληπτός σαν μέγα προσόν και βεβαίωση της καθολικής, προσωπικής σωτηρίας του ανθρώπου. Αυτό τελεσιουργείται μέσα  στην ορθόδοξη Θεία Λειτουργία και ολοφάνερα  αποκαλύπτεται ως δωρεά και  αντικατάπεμψη   της θείας χάριτος. Όποιος δεν αγαπά, αρνείται τη  φύση του. Καταστρέφει τήν αίσθηση και δυνατότητα για τη γνώση, που είναι αιωνιότης . Όποιος δεν βλέπει τον εαυτό  του να αυξάνη όταν ελαττούται και χάνεται για τον άλλο, βασανίζεται. Καταδικάζει τον εαυτό του σε κάτεργα απάνθρωπα. Μέσα στη Θεία Λειτουργία είναι διαφορετικά: Μαθαίνομε να αγαπάμε.
***
Δεν είσαι μεμονωμένος και  χωρισμένος από τους άλλους και τά άλλα. Δεν κλείνεσαι στη φυλακή του χώρου. Δεν ασφυκτιάς στην καταδίκη του χρόνου. Η ζωή σου δεν είναι ένα ποτήρι νερό που αν το πιης μένεις το ίδιο διψασμένος όπως πρίν · και αν δεν το πιης θά σαπίση μπροστά στα μάτια σου. Δεν είσαι ένα τμήμα μηχανικό ενός απέραντου σύμπαντος, ούτε άτομο μέσα σε ανώνυμο  πλήθος.  Ο  Αρχηγός της  ζωής  σύντριψε τα κλείθρα του μηχανικώς υπάρχειν . Είσαι οργανικό μέλος ενός θεανθρώπινου μυστηρίου. Έχεις μιά διακονία συγκεκριμένη, μικρή, ελάχιστη, που σε κάνει κοινωνό του όλου. Μέσα στο είναι, το χαρακτήρα σου, ανακεφαλαιώνεται και ενεργείται το μυστήριο τής ζωής. Είσαι εικόνα του Θεού. Δεν αξίζεις γι' αυτό που έχεις αλλά γι' αυτό που είσαι. Και είσαι αδελφός του Υιού. Έτσι, όλοι  μπαίνομε  στο  πανηγύρι  των πρωτοτόκων.
Γνωρίζεις τον επί πάντων Θεό στην ίδια την υφή του προσώπου σου, στη διάρθρωση του είναι σου. Τον βλέπεις να εμπεριπατή . Και διακρίνεις τα ίχνη Του μέσα στην ακόρεστη δίψα σου για ζωή και την αγάπη σου. Ο αγώνας να τον φτάσης , είναι η ίδια η όραση του προσώπου Του. Είναι η στοιχείωση του είναι σου.
Η Λειτουργία δεν είναι ένα σκέτο κήρυγμα. Δεν είναι ένα άκουσμα. Ούτε ένα θέαμα. Η Λειτουργία δεν παλιώνει ποτέ. Δεν στειρεύει το πόμα της. Δεν μπορεί να πη κανείς ότι την έμαθε ή τη συνήθισε. Αν μια φορά την καταλάβη , αν μια φορά παρασυρθή από την έλξη της.
Οι πιστοί δεν παρακολουθούν σαν θεατές και ακροατές κάτι που τους συγκινεί λίγο ή  πολύ. Οι πιστοί μετέχουν στη Θεία Λειτονργία . Μέσα στον κάθε πιστό και σ' όλη τη λειτουργική κοινότητα, ιερουργείται το μυστήριο. Δεν βλέπομε το Χριστό εξωτερικά, τον συναντούμε μέσα μας. Μορφούται εν ημίν ο Χριστός. Γίνονται οι πιστοί Χριστοί κατά χάριν... 
Γίνεται μιά θαυμαστή κατά χάριν περιχώρηση και ασύγχυτη ταύτιση. Ο άνθρωπος ολόκληρος, σώματι και πνεύματι , μπαίνει μέσα στον ασύνθετο κόσμο της ακτίστου τριαδικής χάριτος. Και συγχρόνως δέχεται μέσα του το Χριστό συν Πατρί και Πνεύματι . Όλος ο Θεός προσφέρεται στον άνθρωπο, « μονήν παρ' αυτώ ποιεί» ( Ιω . 14, 23). Και όλος ο άνθρωπος προσφέρεται στο Θεό· «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα »· «Θεός θεοίς ενούμενος και γνωριζόμενος » (άγιος Γρηγόριος Θεολόγος,  Ρ.G.36, 317 C ).
***
Το να βλέπης το Χριστό εξωτερικά εξ αντικειμένου, να τον αγαπάς χωρίς μετάνοια, να κλαίς από συμπόνια, σαν τις θυγατέρες της Ιερουσαλήμ ( Λουκ . 23,28), οδηγεί στον παραπλανητικό, εξωλειτουργικό   συναισθηματισμό.  Αντίθετα, η αθόρυβη λειτουργική ιερουργία δίδει τη σωστή ορθόδοξη  αγωγή και το ήθος της κατανύξεως. Ούτε η χαρά καγχάζει και πληγώνει τον θλιμμένο, ούτε ο πόνος στυγνάζει και απογοητεύει τον αδύνατο. Παντού βασιλεύει η κατάνυξη που μυστικά και αστείρευτα παρηγορεί, χαροποιεί και αδελφώνει τους πάντας . ʼλλο είναι συναισθηματισμός ανθρώπινος και άλλο κατάνυξη λειτουργική. Το ένα επιδερμικά ερεθίζει και  βιολογικά βασανίζει τον άνθρωπο, το άλλο καθηλώνει και παρηγορεί, αποκαλύπτοντας στις οριακές περιοχές της υπάρξεως τη θεοειδή φύση μας. Κάτι που σε φορτώνει με βαρύ χρέος και  ταυτόχρονα  σε  φτερώνει με ακατανίκητη ελπίδα. Ο άνθρωπος στα άγνωστα βάθη του κρύβει ένα θεϊκό θαύμα. Ούτε όταν στεναχωρείται, απογοητεύεται μέσα στην Εκκλησία, ούτε όταν χαίρεται, ταράσσεται από το μικρο και άτακτο φρόνημα. Και η λύπη και η χαρά, διακονούν λειτουργικά. Είναι εξ ίσου ιερατικές, έχουν την ίδια σεμνή εμφάνιση και αποστολή γιατί και οι δύο μπορούν να οδηγήσουν τον πιστό στην παράκληση της Βασιλείας. Ανασταίνονται βαθειές και άγνωστες δυνατότητες που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος. Συγκεντρώνονται τα πάντα στην «ψυχή» του· την πυρακτωμένη πνοή ζωής που ενεφύσησε από τα σπλάγχνα Του, ο Θεός. Δεν  στηριζόμαστε σε σχήματα σαθρά,  δεν τρεφόμαστε από  θνητή τροφή,  « ουχ   ηδόμεθα τροφή φθοράς» (ʼγιος Ιγνάτιος, Β.Ε.Π. 2, 276). Δεν παλεύομε με το σχετικο και εφήμερο. Δεν ελπίζομε τίποτε από το πρόσκαιρο. Δεν μιλάμε τη γλώσσα της Βαβέλ. Δεν  μπαίνομε μέσα στην κόλαση της ειδωλολατρείας , στή   βασιλεία  του σκότους, του χωρισμού, της απάτης. Εκεί  οι λατρεύοντες και οι  λατρευόμενοι «οφθαλμούς έχουσιν και ουκ όψονται , ώτα έχουσι και ουκ ενωτισθήσονται ...» ( Ψαλμ . 134, 16-17).  Μυστικά και άφραστα ο πιστός, ο βαπτισμένος, ο λειτουργημένος, εγεύθη κάτι άλλο και ησύχασε, ανεπαύθη . « Eις μάτην ταράσσεται πας άνθρωπος».
«Δεσπόζει των επουρανίων και των επιγείων»
Μέσα στην ορθόδοξη Θεία Λειτουργία έχομε την αποκάλυψη των δύο αληθειών: Πόσο ο Θεός είναι αόρατος, ακατάληπτος. Και πόσο είναι κοντά μας, μέσα μας. Πάντα μένει ως Θεός και άνθρωπος δίπλα μας και μέσα μας. Και ως Θεός και ως άνθρωπος εις τον απρόσιτο θρόνο του Πατρός. Αυτό  εκφράζει η ευχή:  « Πρόσχες , Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, εξ αγίου κατοικητηρίου Σου και από θρόνου δόξης της Βασιλείας Σου, και ελθέ εις το αγιάσαι ημάς, ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος και ώδε ημίν αοράτως συνών...». Απευθύνεται ο λειτουργός εις τον Ιησούν , τον συγκαθήμενον τω Πατρί εις τον θρόνον της δόξης της Βασιλείας Του. Είναι τόσο κοντά τώρα ο Θεός της δόξης. Είναι τόσο οικεία, ομογενής η ατμόσφαιρα που βασιλεύει μέσα στη λειτουργική καθαγιασμένη πραγματικότητα  με τον κόσμο της δόξης της Βασιλείας Του, τον μακρυνό , τον «άνω». Και είναι τόσο κοντά αυτός ο απρόσιτος κόσμος, ώστε συνυπάρχει με το δικό μας. Ενώνονται, γίνονται ένα. Γι' αυτό τόσο απλά μιλούμε για τα τόσο μεγάλα, και τόσο  χαμηλόφωνα  (« μυστικώς ») απευθυνόμεθα εις τον Θεόν τον «άνω». Συγχρόνως ο Χριστός είναι μακρυά μας. Είναι « o ώδε αοράτως συνών». Δηλαδή δεν υπάρχει κοσμικά, δεν τον βλέπομε σαρκικά με τα βιολογικά μας μάτια και συναισθήματα, ούτε  διακρίνεται με τη λάμψη των κεριών, του ηλίου ή της ευφυΐας μας. Αόρατος, άγνωστος και ασύλληπτος μένει σ' όλα αυτά τα κτιστά στοιχεία. Μέσα στη Θεία Λειτουργία βρίσκεται αληθώς ο Κύριος ως Θεάνθρωπος. Και οι πιστοί, βαπτισμένοι και λειτουργημένοι, βρίσκονται  αψευδώς εν Αυτώ . Έτσι, όταν η ευχή αναφέρη ότι « αοράτως σύνεστι » μεταξύ μας, μας διαβεβαιώνει ότι « oρατώς » υπάρχει, αλλά με το φως της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και για τις καινές αισθήσεις της πίστεως (ψυχικές και σωματικές).  Δηλαδή ο  Κύριος  υπάρχει  πραγματικά,  « ενυποστάτως ορώμενος »,  παρηγορώντας  τα  έγκατά  μας  και σώζοντας τη φύση μας ολόκληρη με την « άυλόν τε θείαν έλλαμψιν και  χάριν  την  ορωμένην αοράτως και νοουμένην αγνώστως » (άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Χρήστου, τόμος 1,545),  και όχι « εκδειματούμενος φάσμασιν » αισθητοίς (ευχή μικρού Αγιασμού) τη φθαρτή και βιολογική μας ύπαρξη.
***
Ο πιστός, ευρισκόμενος μέσα στη Θεία Λειτουργία, έχει ξεπεράσει τον κόσμο  της  φθοράς. Ζη και σκιρτά διαστελλόμενος   πέρα  από  την απειλή του χρόνου, έξω από τη φυλακή του χώρου. Ενώ αυτά υπάρχουν (χώρος και χρόνος), ο άνθρωπος τρέφεται μυστικά από το « κεκρυμμένο μάννα», από μιαν άλλη πραγματικότητα· προγενέστερη του χρόνου και ανώτερη του χώρου. Και όταν αυτά πάψουν να υπάρχουν, το ίδιο ο άνθρωπος μπορεί να ζη και θα ζη . Τότε κατεβαίνοντας από το όρος της λειτουργικής εμπειρίας, της μετοχής στο όντως ον , κυκλοφορεί διαφορετικά ο άνθρωπος μέσα στη κτίση. Στρατεύεται διαφορετικά μέσα στο χρόνο. Είναι δυναμική παρουσία ως κόκκος συνάπεως . Μαρτυρία της Βασιλείας. Όλοι  περιμένομε, έχομε ανάγκη  από την παρουσία αυτών που θα έρχωνται από τη θλίψη τη μεγάλη (Αποκ.7,14) και δεν θα τους κυριεύη πια θάνατος. Θα έχουν βαπτιστή «εν τω θανάτω » και θα έχονν μεταβή εις την ζωήν . Όλοι περιμένομε την ευλογία των λειτουργημένων μορφών. Αυτών που η ύπαρξη θα σκιρτά λέγοντας: « είδομεν το φως το αληθινόν , ελάβομεν πνεύμα επουράνιον , εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες · αύτη γαρ ημάς έσωσεν ».