Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Η επιστήμη μπροστά στη σταύρωση και την ανάσταση του Ιησού Χριστού

 



 
Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ
ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Γ. ΜΑΚΡΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Α.Π.Θ.

Διάλεξις δοθείσα εντός τού Πανεπιστημιακού χώρου εις φοιτητικήν ευκαιρίαν(Απρίλιος 1978)
  

       Αγαπητοί μου φίλοι,

   Είναι πραγματικά ένα μεγάλο προνόμιο το ότι δίνεται η ευκαιρία να συναντηθούμε σ΄ ένα αμφιθέατρο Πανεπιστημιακό, όχι μ΄ εκείνο το στεγνό και στενό, αν και απαραίτητο περιεχόμενο της μεταδόσεως ορισμένων επιστημονικών γνώσεων, αλλά σ΄ εκείνη την ατμόσφαιρα και το επίπεδο τής στενής και χωρίς περιορισμούς, ως προς το βάθος και το πλάτος τής γνωριμίας, σε επίπεδο πού έχουν σχέση με την ψυχική ζωή τόσον των ταγμένων για να σας διδάσκουν μερικές γνώσεις όσον και των φοιτητών πού έρχονται εδώ για να αποκτήσουν, για νά οικοδομήσουν τον ψυχικό τους κόσμο και γι΄ αυτό πρέπει νά δώσω και στην ανώνυμη αυτή ομάδα των συναδέλφων σας, πού σκέφθηκαν νά πάρουν αυτήν την πρωτοβουλία, όσο και σ΄ όλους εσάς πού είχατε την καλοσύνη νά έλθετε απόψε, νά δώσω την έκφραση τής μεγάλης μου ευχαριστίας πού σκέφθηκαν και μένα και με κάλεσαν εδώ για νά σας μιλήσω.
Θα πρέπει να σας πω ότι, ό,τι θα ακούσετε από εδώ και εμπρός δεν είναι τίποτε άλλο από προσωπικά μου βιώματα. δεν είναι τίποτε άλλο από εκείνα πού σε ώρες, είτε πού απέχουν πολύ από το σήμερα, είτε και πρόσφατες παίδεψαν την ψυχή μου, πράγματα πού αποτελούν το τέρμα πορείας πνευματικής, πράγματα πού μπορώ νά βεβαιώσω γι΄ αυτά με την σφραγίδα τής απολύτου εσωτερικής πληροφορίας, με την σφραγίδα ότι επιβεβαιώνονται από την βίωση και απ΄ την παρατήρηση αρκετών δεκαετιών από τον καιρό πού επέστρεψα στον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν. Και νομίζω ότι είναι επίκαιρη η εκλογή τού θέματος πού έχει σχέση με την Σταύρωση και την Ανάσταση τού Χριστού μας, όχι μονάχα γιατί ευρισκόμαστε στην εποχή εκείνη πού έχει τάξει η Εκκλησία μας για τις ψυχές όλων των Χριστιανών νά στρέφονται και νά προετοιμάζονται και νά συμμετέχουν στα Πάθη τού Χριστού μας, αλλά και γιατί ακριβώς η Σταύρωση και η Ανάσταση είναι το επίκεντρο, είναι ο πυρήνας τής καταφάσεως τού Χριστιανισμού και τού αντιλόγου εις τον Χριστιανισμό.
 Γιατί αν η Σταύρωση και η Ανάσταση τού Χριστού μας είναι αλήθεια, τότε όλα εκείνα τα οποία πιστεύαμε, όλα εκείνα στα οποία έχουμε προσκολληθεί, όλα εκείνα τα οποία ακολουθούμε και πού είναι ξένα ή αντίθετα προς τον Χριστό και προς το Ευαγγέλιό Του είναι είδωλα πού πρέπει να γκρεμισθούν. Γι΄ αυτό και με τόση μανία και με τέτοιο πείσμα έχουν εγερθεί τόσες πολλές αντιρρήσεις, έχουν παρουσιασθεί τόσο πολλά επιχειρήματα για να πείσουν τον καθένα ότι η Ανάσταση τού Χριστού δεν έγινε. Γιατί αν η Ανάσταση τού Χριστού, έγινε, τότε ο Χριστός είναι: ο Θεός, τότε όλα όσα λέει: ο Χριστός, όλα όσα λέει το Ευαγγέλιο είναι αλήθεια και θα πρέπει να πεθάνουμε για όλα όσα έχουμε ζήσει: που είναι αντίθετα και ξένα προς τον Χριστό και να ξαναζήσουμε μια νέα ζωή σύμφωνη με όλα όσα είπε ο Χριστός και εξακολουθεί να πρεσβεύει και να βιώνει η Εκκλησία.
τα επιχειρήματα τα οποία υψώνονται για να αμφισβητήσουν την Ανάσταση τού Χριστού μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρείς μεγάλες κατηγορίες:
- Η μιά είναι ότι ο Κύριος δεν απέθανε επάνω στον Σταυρό και συνεπώς αφού δεν απέθανε και δεν ανεστήθη.
- Η δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων κατά της Αναστάσεως, είναι η αμφισβήτηση για τις εμφανίσεις που ρητά περιγράφουν τα Ευαγγέλια ότι συνέβησαν μετά την ανάσταση τού Χριστού.
- Και η Τρίτη, περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι ευρέθηκε κενός ο Τάφος Του.
Το εάν ο Χριστός απέθανε πάνω στον Σταυρό ασφαλώς είναι θέμα πού έχει απόλυτη συνάφεια με την επιστήμη τής Ιατρικής γιατί αυτή είναι εκείνη η οποία μελετάει τη φύση και τις συνέπειες όλων των σωματικών κακώσεων και η οποία μελετάει όλες τις εκδηλώσεις οι οποίες σχετίζονται με την βαθμιαία κατάρρευση των ζωτικών λειτουργιών τού σώματος και με την διαπίστωση ότι οι συνθήκες πλέον για την επιβίωση τού οργανισμού είναι εξαντλημένες και ότι ο θάνατος έχει επέλθει. Αξίζει λοιπόν την προσοχή μας ότι αυτή η αμφισβήτηση - ότι ο Χριστός δεν απέθανε πάνω στον Σταυρό - δεν παρουσιάσθηκε ποτέ κατά το διάστημα τής γενεάς των ανθρώπων πού έζησαν όταν συνέβη η Σταύρωσις τού Χριστού, δεν παρουσιάσθηκε ούτε και κατά την εποχή των διωγμών, δεν παρουσιάσθηκε κατά την εποχή των μεγάλων αιρέσεων, οι οποίες αμφισβήτησαν και την θεότητα τού Χριστού και την Ανάστασή Του, δεν παρουσιάσθηκε παρά μόνον στον 17ον αιώνα. Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό γιατί απλούστατα τότε μονάχα είχαν τελείως εκλείψει οι άνθρωποι πού είτε οι ίδιοι είχαν παρακολουθήσει, είτε είχε φθάσει μέχρις αυτούς μιά ζωντανή περιγραφή τού μαρτυρίου τής Σταυρώσεως. Εάν και σήμερα είχαμε ανθρώπους, και ευτυχώς πού δεν έχουμε, πού είχαν παρακολουθήσει την Σταύρωση δεν θα είχε - όπως θα δούμε σε λίγο - παρουσιασθεί μιά τέτοια αμφισβήτηση με αξιώσεις λογικής ισορροπίας.
    Είναι βέβαιο το ερώτημα αυτό, εάν ο Χριστός απέθανε επάνω στον Σταυρό, συνυφασμένο με τον τρόπο με τον οποίο πεθαίνει ο άνθρωπος όταν σταυρώνεται. Μιά κοινή διαδεδομένη αντίληψη είναι ότι ο θάνατος επάνω στον Σταυρό παρουσιάζεται από τον πόνο και την αιμορραγία πού δημιουργούν τα καρφιά πού έχουν τρυπήσει τα χέρια και τα πόδια τού εσταυρωμένου.
Όπως θα δούμε, αυτά δεν είναι παρά απλώς ένα μικρό συμπλήρωμα πολύ βασανιστικό, όπως θα αναπτύξουμε, αλλά όχι με πρωτεύοντα ρόλο στην πρόκληση τού θανάτου. Ο θάνατος τού Σταυρού, ο θάνατος τού Χριστού επάνω στον Σταυρό, βεβαίως είχε και αυτό και πολλά άλλα προδιαθετικά αίτια. Ανάμεσα σ΄ αυτά θα αναφέρουμε τα κτυπήματα πού δέχθηκε ο Κύριός μας, τον οποίον «εράπιζον, εκολάφιζον, έτυπτον, έδερον», λέει το Ευαγγέλιο οι βάρβαροι στρατιώται τής Ρωμ. Αυτοκρατορίας, με όλη την δύναμη η οποία τούς χαρακτήριζε και την τραχύτητα με την οποία ήταν συνηθισμένοι νά κάνουν τα μαρτύριά τους την εποχή εκείνη. Αλλά βεβαίως, ενώ γνωρίζουμε ότι ένα ισχυρό κτύπημα στο πρόσωπο ενός απροστάτευτου ανθρώπου από έναν τραχύ στρατιώτη μπορεί πραγματικά νά τον φέρει σε κατάσταση αφασίας ή λιποθυμίας, αυτό θα το αντιπαρέλθουμε.
Θα το αντιπαρέλθουμε για νά φθάσουμε σε μία φράση πού ίσως χωρίς πολλή προσοχή την ακούμε διότι σαν μετοχή απλώς τού αορίστου αναφέρεται μέσα στο Ευαγγέλιο, όταν μάς λέει το Ευαγγέλιο ότι «φραγγελώσας παρέδωσεν αυτόν...» (Μάρκ. ιε΄ 15).
    Τι ήταν το φραγγέλιο; Ίσως νομίζουμε ότι το φραγγέλιο ήταν μία απλή μαστίγωσις. δεν είναι καθόλου έτσι. Αυτόν πού επρόκειτο νά υποστεί το φραγγέλιο τον έδεναν σε μιά κολώνα και ο ειδικός δήμιος πού εκτελούσε την φραγγέλωση έπαιρνε ένα μαστίγιο βαρύ το οποίο είχε πολλές λουρίδες στην άκρη του, πάνω στις λουρίδες ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή μικρά οστάρια, κότσια από αρνί και τις έφερνε με όση δύναμη είχε πάνω στην ράχη δεμένου ανθρώπου. Πολύ σύντομα, απ΄ τα πρώτα κτυπήματα εξεσχίζετο το δέρμα τού ανθρώπου πού εδέχετο την φραγγέλωση και ύστερα από μερικά κτυπήματα ακόμη έφευγαν και κατεξεσχίζοντο τελείως οι σάρκες του και απεγυμνώνοντο τα κόκαλα τής ράχης. Αναφέρονται στην ιστορία αρκετές περιπτώσεις από ανθρώπους, πού απέθαναν την ώρα τής φραγγελώσεως. Σ΄ αυτήν τώρα την καταξεσχισμένη, καταματωμένη και καταπονεμένη ράχη, κουβάλησε ο Χριστός μας τον Σταυρό του, πού ήταν ξύλο βαρύτατο, έτσι ώστε νά μπορεί νά σηκώσει επάνω του το βάρος ενός ανθρώπου χωρίς νά λυγίσει. Και είναι γνωστό αλλά και πάρα πολύ φυσικό νά το περιμένει κανείς ότι λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία πού τού είχε στοιχίσει απώλεια δυνάμεων, λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού αυτού και έπεσε, όπως λένε οι παραδόσεις, με το πρόσωπο πάνω στη γη, με το πρόσωπο, χωρίς καν νά μπορεί νά προστατεύσει το σώμα του απ΄ τις συνέπειες τής πτώσεως χάρις στο Σταυρό, τον οποίο ήταν αναγκασμένος νά κρατάει και πού έπεσε σαν βάρος από πάνω του. Και ξέρουμε ότι για νά μην πεθάνει πριν φθάσει καν στο ύψος τού Γολγοθά, ανέθεσαν στον Σίμωνα τον Κυρηναίο νά κουβαλήσει αυτός για τον υπόλοιπο δρόμο τον Σταυρό. Ας προσθέσουμε ακόμη και για τα αγκάθια πού είχε ο στέφανος εκείνος που σε πολλά σημεία είχε τρυπήσει το κεφάλι Του και όλοι όσοι έχουν μιά πείρα από θάλαμο ατυχημάτων τού Νοσοκομείου, ξέρουνε πόσο ιδιαίτερη τάση έχουν νά αιμορραγούν τα τραύματα στο τριχωτό τής κεφαλής. Αυτό λοιπόν το έξαιμο σώμα, το καταπονημένο σώμα, καρφώθηκε επάνω στον Σταυρό.

Ας δούμε τώρα για το θέμα τού καρφώματος ακριβώς των άκρων πάνω στον Σταυρό. Από την παράδοση και από την κοινή εντύπωση πιστεύουμε ότι τα καρφιά πέρασαν τις παλάμες.
    Όμως από πειράματα πού έκανε ένας Γάλλος χειρουργός ο Barbet επάνω σε πτώματα, είδε ότι είναι αδύνατον ένα καρφί πού περνάει ανάμεσα στα κόκαλα τής παλάμης νά συγκρατήσει το ανθρώπινο σώμα, ακόμη και αν αυτό στηρίζεται με καρφιά από τα πόδια. Κάτω από το βάρος αυτό, εάν περνούσαν από εκεί τα καρφιά, τα καρφιά θα έσχιζαν το δέρμα πού είναι στην πρόσθια και στην οπίσθια επιφάνεια τής παλάμης πέρα για πέρα ανάμεσα στα δάκτυλα και ο Εσταυρωμένος θα έπεφτε με το κεφάλι κάτω ενώ θα τον συγκρατούσαν μονάχα τα καρφιά με τα οποία ήταν καρφωμένα τα πόδια του. Ο ίδιος χειρουργός έδειξε ότι το μόνο σημείο στα χέρια τού ανθρώπου πού μπορεί νά στηρίξει το σώμα, αν περάσει ένα καρφί απ΄ αυτό, είναι ο καρπός, και σε επανειλημμένα πειράματα πού έκανε έδειξε ότι σε όποιο σημείο τού καρπού και αν βάλουμε ένα καρφί, αυτό οδηγούμενο από τα οστά και τούς συνδέσμους πού βρίσκονται εδώ, θα περάσει από έναν ανατομικόν χώρον, γνωστό στους γιατρούς, πού λέγεται ο χώρος τού destot, ανάμεσα σε δύο οστάρια τού καρπού. Και εκείνο πού είναι χαρακτηριστικό από μιά σειρά 12 παρομοίων πειραμάτων πού έκανε ο χειρουργός αυτός είναι δύο παρατηρήσεις του, ότι και στα 12 χέρια κανένα κόκαλο δεν τραυματίσθηκε ή δεν έσπασε από την ήλωση τού χεριού, για νά επιβεβαιωθεί αυτό πού λέει και με άλλη μιά ευκαιρία, όπως θυμάστε, το Ευαγγέλιο, ότι δεν θα συντριβή κανένα κόκαλο.
Και δεύτερον ότι ακριβώς από τον χώρο αυτό σε επαφή με το καρφί βρίσκεται ένα μεγάλο νεύρο τού χεριού, το μέσο νεύρο, το οποίο σε όλες τις κακώσεις πού θα υποστεί επάνω στον Σταυρό το χέρι τού Εσταυρωμένου θα βρίσκεται σε αδιάκοπη επαφή και τριβή και τραυματισμό από το καρφί. Τώρα το Τι σημαίνει νά δέχεται και ένα απλό, ελαφρό ερέθισμα ένα νεύρο, το έχουμε όλοι δοκιμάσει, όταν δεχθούμε σ΄ ένα σημείο εδώ στον αγκώνα μας, ένα κτύπημα. Εκείνο το αφόρητο αίσθημα τής ηλεκτρικής εκκενώσεως και τής παραλύσεως πού δοκιμάζουμε και πού πραγματικά επαναστατεί όλο το είναι μας από το ελαφρό κίνημα. Ας σκεφθούμε λοιπόν ότι όλη την ώρα τής σταυρώσεως ένα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο τής Σταυρώσεως. Επίσης για το καρφί πού θα περάσει από τα πόδια ευρέθηκε ότι κι αυτό πρέπει νά περάσει από ένα σημείο των ποδιών και δεν μπορεί παρά νά βρει διέξοδο εκεί, και αυτό είναι ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο μετατάρσιο.
Όσα είπαμε μέχρι τώρα δεν είναι παρά ένα προανάκρουσμα, δεν είναι παρά μιά μικρή αρχή τού μαρτυρίου τής σταυρώσεως και ακόμη δεν μπήκαμε στο αίτιο πού φέρνει τον θάνατο. Και αυτό το αίτιο πού φέρνει τον θάνατο έχει μεγάλη σημασία για την συζήτησή μας, για το αν δηλαδή ο Σταυρωμένος Χριστός απέθανε επάνω στον Σταυρό.
    Για νά αντιληφθούμε τον μηχανισμό τού θανάτου θα πρέπει νά υπενθυμίσουμε μερικά πράγματα. σε μερικές εικόνες παρουσιάζεται ότι οι δύο λησταί δεν είχαν καρφωθεί επάνω στον Σταυρό, αλλά είχαν δεθεί τα χέρια τους με σχοινί. Καμία παράδοση δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο ότι συνέβη στους δύο ληστές πού σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό, αλλά το ότι αυτό απεικονίζεται, μαρτυρεί κάτι πού και πολλοί ιστορικοί περιγράφουν: ότι δηλαδή μπορεί νά σταυρωθεί και νά πεθάνει ένας άνθρωπος, αν έχει εξαρτηθεί επάνω στον σταυρό, όχι με καρφιά, αλλά απλώς αν έχουν δεθεί τα χέρια του επάνω στον Σταυρό. Για νά το αποδείξουμε αυτό ακόμη καλύτερα δεν έχουμε παρά νά ανατρέξουμε σε μιά πειθαρχική ποινή πού συνήθιζαν νά εφαρμόζουν κατά την διάρκεια τού Πρώτου Παγκ. Πολέμου στον Γερμανικό Στρατό. Αυτή η ποινή ονομάζεται Aufbinden και συνίσταται στο ότι έδεναν αυτόν πού είχε τιμωρηθεί, έδεναν τα χέρια του ψηλά από έναν πάσσαλο, έτσι ώστε νά μην ακουμπούν τα πόδια του στη γη. Σύντομα το άτομο αυτό παρουσίαζε φαινόμενα ασφυξίας. Οι αναπνευστικές του κινήσεις γινόντουσαν εξαιρετικά δύσκολες και εργώδεις. το αίμα του συγκεντρωνόταν με μεγάλη πίεση στο κεφάλι του, οι φλέβες του πριζόνταν, το κεφάλι του γινόταν όλο υπεραιμικό και ο άνθρωπος σύντομα έφθανε σε λιποθυμία και αν δεν έκοβαν, δεν προλάβαιναν νά κόψουν το σχοινί, μπορούσε και νά πεθάνει.
    Ας σημειώσουμε και το τραγικότατο ότι καθώς αναφέρεται από το ιστορικό τού Νταχάου ξαναθυμήθηκαν τότε και εκεί οι Γερμανοί αυτό το μαρτύριο και αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις φρικιαστικές, όπου άνθρωποι απέθαναν και θανατώθηκαν με το μαρτύριο τού Aufbinden. Μάλιστα αναφέρεται ότι κρεμούσαν και ένα μικρό βάρος στα πόδια όταν ήθελαν νά συντομεύσουν το μαρτύριο αυτό, πού το περιέγραφαν κατάδικοι πού βρισκόντουσαν δίπλα την ώρα τού μαρτυρίου αυτού, πού όταν φθάσει μέχρι τα τελικά του στάδια είναι αποτρόπαιο. Το πρόσωπο τού ανθρώπου πραγματικά παραμορφώνεται όπως τού κρεμασμένου, ο θώρακάς του διατείνεται σε αφάνταστο βαθμό, το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μιά βαθιά κοιλότητα, ο άνθρωπος περιβρέχεται από ιδρώτα τόσο, πού όπως λένε οι μάρτυρες πού ήταν μπροστά, εδημιουργείτο μιά λίμνη μεγάλη από ιδρώτα κάτω από τα πόδια τού δυστυχισμένου αυτού καταδίκου. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο σταυρός φέρνει τον άνθρωπο σε μιά μεγάλη έλξη χάρις στο βάρος τού σώματος πού τραβάει το κορμί προς τα κάτω από τα χέρια, μιά μεγάλη έλξη των χεριών, των μυών, των βραχιόνων, τής ωμικής ζώνης και τού θωρακικού τοιχώματος. Αυτή η έλξις βαστάει τον θώρακα σε μία συνεχή αναγκαστική θέση εισπνοής καίτοι ο άνθρωπος δεν μπορεί νά εκτελέσει εκπνευστικές κινήσεις.
   Και ξέρουμε ότι οι εκπνευστικές κινήσεις γίνονται παθητικά από τον θώρακά μας, ακριβώς χωρίς Καμία δύναμη, σαν μιά αυτόματη επάνοδο τού μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακος με την οποία γεμίζει ο θώρακας με αέρα και έτσι μπορεί ο άνθρωπος και ανανεώνει τον αέρα στις κυψελίδες του και οξυγονώνει το αίμα του και μπορεί νά συνεχίζει και επιβιώνει. Στην κατάσταση τής εξαρτήσεως και από τα χέρια, στην κατάσταση τής Σταυρώσεως, ο άνθρωπος βρίσκεται σ΄ ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο περιορισμό τής αναπνοής του σαν και εκείνο πού θα βρισκόταν εάν είχε δεθεί με ένα πολύ σφικτό θώρακα ή εάν είχε πλακώσει τον θώρακά του με ένα πολύ μεγάλο βάρος. Δεν μπορεί νά γεμίσει πάλι αέρα, ώστε ο θάνατος από την σταύρωση οφείλεται κυρίως σε ασφυξία. Κατά δεύτερο λόγο, επειδή δημιουργείται αυτή η μεγάλη πίεση μέσα στον θώρακα είναι αδύνατο νά παροχετευθή, νά κατέβει προς την καρδιά, το αίμα πού βρίσκεται στο κεφάλι. Γι΄ αυτό και η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των ανθρώπων αυτών, των σταυρωμένων. Εάν δεν είχε κάποια άλλη διέξοδο, εάν δεν εύρισκε κάποια άλλη διέξοδο, για νά μπορέσει νά απαλλάξει το κεφάλι του από αυτήν την πληθώρα αίματος θα πέθαινε πάρα πολύ σύντομα πάνω στον σταυρό. Όμως ο σταυρωμένος βρίσκει μιά διέξοδο.
Και αυτή είναι να στηρίξει το κορμί του πιέζοντας τα πόδια του πάνω στα καρφιά με τα οποία είναι καρφωμένα. Έτσι ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματάει η εξάρτηση τού βάρους από τα χέρια και από τούς ώμους, ανακουφίζεται το θωρακικό τοίχωμα, μπορεί και αναπνέει πάλι, κατεβαίνει πάλι το αίμα από το κεφάλι και ο άνθρωπος συνέρχεται. Όμως η κούραση, την οποία έχει δεν τού επιτρέπει νά καταβάλλει αυτήν την μυϊκή προσπάθεια, ώστε νά στηρίζει όλο το βάρος τού σώματός του από το καρφί το οποίο έχει περάσει από τα πόδια του. Έτσι εξαντλημένος ξαναπέφτει πάλι στην πρώτη θέση, για νά ξαναρχίσει πάλι η ασφυξία μέχρις ότου μετά από μιά διαδοχική σειρά από τέτοιες προσπάθειες εξαντληθεί, μείνει στην στάση τής εξαρτήσεως και πεθάνει από ασφυξία.
Πραγματικά είναι ένα σατανικό σχέδιο θανατώσεως ο σταυρός και γι΄ αυτό και οι Ρωμαίοι τόσο πολύ ικανοποιούντο, μέσα σε κείνη την βάρβαρη επιθυμία τους νά βλέπουν τον άνθρωπο νά βασανίζεται, από την θέα των σταυρωμένων ανθρώπων. Και γι΄ αυτό, επειδή ήταν τόσο άθλιος ο θάνατος, στην Ρωμαϊκή νομοθεσία αυτός ο θάνατος, ορίζεται νά χρησιμοποιείται μονάχα στους δούλους και στους προδότες.
   Ο Κικέρων, πού είχε παρακολουθήσει θάνατο επάνω στον σταυρό, τον ονομάζει: «Cruderissimum et deterimum Supplicium», δηλ. το πλέον φρικτό βασανιστήριο το οποίο είχε ποτέ παρακολουθήσει. Τώρα σε περιπτώσεις όπου για κάποιο λόγο ήθελε ο επικεφαλής τού εκτελεστικού αποσπάσματος νά συντομεύσει την επέλευση τού θανάτου, Τι έκανε; με ένα ισχυρό κτύπημα, διέταζε νά σπάσουν οι κνήμες τού σταυρωμένου και έτσι, αφού πια βρισκόταν ο σταυρωμένος σε αδυναμία νά στηρίξει το βάρος τού σώματός του στα πόδια του και νά ανακουφίσει τον θώρακά του και νά μπορέσει νά αναπνεύσει, αναγκαζόταν πλέον νά εξαρτήσει όλο το βάρος, όπως είπαμε, τού κορμιού του από τα χέρια του και νά πεθάνει μέσα στην ασφυξία. Και αυτό ήταν η ειδική χαριστική βολή την οποίαν επεφύλασσαν οι έμπειροι ρωμαίοι εκτελεσταί στους καταδικασμένους σε σταύρωση. Και γι΄ αυτό είδατε ότι τούς δύο ληστάς πού ζούσαν ακόμη τούς εξετέλεσαν με την χαριστική βολή αυτή, τούς έσπασαν τα πόδια. Όταν, λέει, επήγαν στον Χριστό, είδαν πώς είχε ήδη αποθάνει. Τώρα εδώ πρέπει νά προσέξουμε πολύ. Είναι δυνατόν ένας αξιωματικός επικεφαλής τού εκτελεστικού αποσπάσματος, πού ασφαλώς είχε δει πολλές θανατώσεις με σταύρωση, είναι δυνατόν νά απατηθεί; Είναι δυνατόν εκείνη την ώρα νά βρίσκεται σε νεκροφάνεια το άτομο; Είναι πασίγνωστο ότι οι νεκροφάνειες δεν συνοδεύονται από άπνοια αλλά μονάχα από φαινομενική άπνοια.

    Εάν πραγματικά δεν γίνονται αναπνευστικές κινήσεις είναι αδύνατο νά ζήση ο άνθρωπος περισσότερο από 3-6 λεπτά, εφ΄ όσον το αίμα δεν οξυγονώνεται στους πνεύμονες. Είναι όμως δυνατόν νά γίνονται ανεπαίσθητες αναπνευστικές κινήσεις στον σταυρό, την ώρα πού για νά αναπνεύσει ο άνθρωπος, πρέπει νά κάνη μιά εργώδη προσπάθεια για νά κινήσει λίγα εκατοστά αέρος μέσα και έξω από τούς πνεύμονές του; Είναι δυνατόν εκείνη την εργώδη προσπάθεια νά μην την αντιληφθεί εκείνος, ο οποίος θα πλήρωνε με την ζωή του, εάν ένας κατάδικος παρουσιαζόταν ότι δεν είχε πράγματι πεθάνει, ενώ ήταν καταδικασμένος σε θάνατο; Αλλά ίσως εδώ έμενε σε κάποιο πνεύμα, πού πεισματικά στέκει στην αμφιβολία, μία πεισματώδης άρνησις.
Είναι δυνατόν;. Ο Κεντυρίων ο εκατόνταρχος δεν αρκέσθηκε σ΄ αυτήν την πειστική γι΄ αυτόν απόδειξη, αλλά εξετέλεσε πάνω στο σταυρωμένο σώμα τού Χριστού μας, την άλλη, την κλασσική μορφή τής χαριστικής βολής, πού είχαν οι Ρωμαίοι για όλους τούς καταδίκους σε θάνατο, ασχέτως με τον τρόπο με τον οποίο θα εξετελήτο η θανάτωσις, δηλ. την λόγχηση τής πλευράς. Αυτό πραγματικά είναι ένα θανάσιμο κτύπημ με όλη τη δύναμη πού ένας γυμνασμένος στρατιώτης μπορεί νά κτυπήσει σχεδόν εξ επαφής με την λόγχη που ήτο εις την άκρη τού δόρατός του, την κοφτερή εκείνη λόγχη νά κτυπήσει ένα σώμα, ο Ρωμαίος στρατιώτης έβαλε βαθιά στον θώρακα τού Χριστού μας την λόγχη του. Και δεν έβαλε απλώς την λόγχη αλλά ευθέως έρευσε ύδωρ και αίμα. Τώρα ποια είναι η μεγάλη δογματική σημασία αυτού τού ύδατος και τού αίματος δεν θα το συζητήσουμε εδώ. Και δεν είναι θέμα πού αρμόζει σε μένα, ένα γιατρό, σαν ένα επιστήμονα των θετικών επιστημών πού πρέπει νά το αναλύσω. Όμως πρέπει νά πούμε ότι για νά τρέξει αίμα θα πρέπει ασφαλώς νά τρύπησε αυτή η λόγχη ή την καρδιά ή ένα μεγάλο αγγείο.
    Και νά πούμε ακόμη ότι εάν ο Χριστός μας ζούσε, από όπου και αν προήρχετο αυτό το αίμα, θα ήτανε μιά συνεχής ροή, ροή με σφύξεις, η οποία θα μαρτυρούσε την παρουσία τής ζωής. Όμως μετά από εκείνη τη ροή ύδατος και αίματος δεν παρουσιάσθηκε πλέον τίποτε άλλο και ιδίως ένα τόσο μεγάλο τραύμα δεν προκάλεσε Καμία αντίδραση. Αντιθέτως επεβεβαίωσε η έλλειψις αυτή τής αντιδράσεως στον Κεντιρίωνα την ήδη υπάρχουσα βεβαιότητα ότι ο Χριστός απέθανε. Δεν είναι λοιπόν δυνατή αυτή η νεκροφάνεια πάνω στον σταυρό, δεν είναι δυνατή η νεκροφάνεια μπροστά σ΄ ένα τόσο μεγάλο τραύμα, κατά το οποίο πρέπει νά σημειώσουμε ότι η είσοδος μιας λόγχης μέσα στον θώρακα, δεν προκάλεσε μονάχα την τρώση μεγάλων οργάνων τής κυκλοφορίας, όπως την καρδιά και των μεγάλων αγγείων, αλλά εξάπαντος προκάλεσε μιά κατάσταση πού την γνωρίζουν όσοι έχουν κάποια σχέση με την Ιατρική, τον πνευμοθώρακα, δηλ. την είσοδο αέρος ατμοσφαιρικού έξω από τούς πνεύμονες, ένα φαινόμενο πού όπως γνωρίζουμε είναι ασυμβίβαστο με την επιβίωση. Ένας ανοικτός πνευμοθώρακας δεν επιτρέπει την αναπνοή, ακόμη και αν ο άνθρωπος βρισκόταν στο κρεβάτι του. Ακόμη και αν δεν υπήρχε κανένας άλλος επιβαρυντικός παράγων για την αναπνοή του - όπως είδαμε ήταν πλέον ανύπαρκτη η αναπνοή του - ακόμη και αν δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ένα τέτοιο μεγάλο τραύμα στον θώρακα θα είχε καταργήσει την ικανότητα τού αναπνευστικού συστήματος νά εκτελεί το έργο του και θα είχε θανατώσει μέσα σε λίγα λεπτά τον άνθρωπο αυτό. Ας πούμε ακόμη και κάτι άλλο, ότι μετά από αυτή τη διαπίστωση τού θανάτου από τον Κεντιρίωνα δεν κατέβασαν αμέσως τον Χριστό από τον Σταυρό. Κατεβαίνει ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας από τον Γολγοθά πού ήταν παρών, μέχρι το πραιτόριο. Πάει, βρίσκει τον Πιλάτο και τού ζητεί το σώμα τού Χριστού.
    Ο Πιλάτος εθαύμασε «ει ήδη απέθανε» για νά μάς έχει και μάς πληροφορημένους απόλυτα ότι όταν απέθανε και εκάλεσε τον Κεντιρίωνα, ο οποίος πλέον αυτήν την πεποίθησή του, δεν την επισφραγίζει μονάχα με το ότι έφυγε αφήνοντας τον Χριστό πεθαμένο, αλλά και με το ότι διαβεβαίωσε τον ηγεμόνα, ότι πράγματι απέθανε. Και αφού λέει το διαβεβαίωσε τότε τρίτος δρόμος; - πρώτος τού Ιωσήφ προς τον Πιλάτο, δεύτερος τού αγγελιοφόρου προς τον Κεντιρίωνα, τού Κεντιρίωνα προς τον Πιλάτο, τρίτος δρόμος ξαναανεβαίνει ο Ιωσήφ φέρνοντας μαζί τού και την σινδόνη και τότε μονάχα γίνεται αυτή η αποκαθήλωση, πράγμα πού δίνει άνετο καιρό σε όλους αυτούς τούς μηχανισμούς τού θανάτου και εάν ακόμη, πράγμα λογικώς αδύνατον, θετικώς απαράδεκτον, και εάν ακόμη αυτοί οι μηχανισμοί δεν είχαν προκαλέσει τον θάνατο, νά τον προκαλέσουν στο διάστημα αυτό. Και τώρα αρχίζει η διαδικασία τής ταφής, η οποία μάς λέει το ευαγγέλιο, έγινε από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο και τούς άλλους πού ευρίσκοντο εκεί, καθώς ήταν έθος στους Ιουδαίους.
    Βρίσκουμε μέσα στο «ταλμούδ» όλη τη διαδικασία της ταφής, η οποία για νά αποτρέψει προφανώς το ενδεχόμενο τής νεκροφανείας περιείχε και το νά βάλουν επί 15΄ ένα φτερό μπροστά στα ρουθούνια τού πεθαμένου για νά βεβαιωθούν ότι δεν κουνάει η αναπνοή τού ανθρώπου αυτού το φτερό. Και αφού τον ετοίμασαν, έβαλαν γύρω του την σινδόνη ή τα ωθόνια και τον εκάλυψαν από πάνω καθώς ήταν το έθιμο ακριβώς στους Ιουδαίους και πάνω σε όλα αυτά τα υφάσματα έρριψαν 32 κιλά - 100 λίτ. - από μείγμα τής σμύρνας και τής αλόης, δύο αρωματικών ουσιών, που καθώς ανακατεύονται παίρνουν ένα παχύρρευστο κολλώδες σχήμα με το οποίο διαποτίζουν κατά ένα τρόπο τελείως αεροστεγή - όταν μάλιστα ρίχνουν 32 κιλά - από όλες τις πλευρές το πτώμα πού περιβάλλεται από τα υφάσματα. Ώστε εάν υποτεθεί ότι ένα υγιέστατο άτομο είχε περιτυλιχθεί με το σεντόνι από παντού και με τα οθόνια και είχε περιβραχεί το σεντόνι αυτό μ΄ αυτήν την κολλώδη και αδιαπέραστη ουσία, πού τόσο άφθονα έπεφτε επάνω του, θα είχε πεθάνει από ασφυξία. Ώστε και αν ξεχάσουμε όλες τις άλλες πολυάριθμες αιτίες, πού κάθε μιά από αυτές αρκεί νά προκαλέσει τον θάνατο, έχουμε τώρα εδώ, μέσα στον τάφο, μιά πρόσθετη αιτία θανάτου, που είναι η ασφυξία από την σμύρνα και την αλόη.
    Τον 18ον αιώνα, ο πρώτος πού παρουσίασε τα επιχειρήματα τής νεκροφανείας ήταν ο Venturino. Εδέχθησαν οι ορθολογισταί ότι η σμύρνα και η αλόη αναζωογόνησαν με το άρωμά τους έναν άνθρωπο που βρισκότανε ασφαλώς κατατραυματισμένος, έξαιμος, αφυδατωμένος, ακίνητος, σε λιποθυμία, σε κωματώδη κατάσταση, αν δεν ήταν πεθαμένος, πράγμα αδιανόητον. Εάν η σμύρνα και η αλόη είχαν τέτοιο αποτέλεσμα, εμείς οι γιατροί αντί νά χρησιμοποιούμε χίλιες δυο μεθόδους, ενέργειες και εξετάσεις για νά σώσουμε τούς βαριά τραυματισμένους δεν είχαμε παρά νά τούς δώσουμε νά μυρίσουν σμύρνα και αλόη και αμέσως νά αναζωογονηθούν. Η σμύρνα και η αλόη ήταν ένας πρόσθετος λόγος θανάτου, μιά πρόσθετη αιτία, ένα τελικό επιχείρημα για όλους εκείνους πού αμφιβάλλουν.
Αλλά ας προεκτείνουμε με ένα πεισματικό και εωσφορικό τρόπο την αμφιβολία μας και πέρα από δω και ας πούμε ότι πραγματικά ήταν νεκροφάνεια και ας πούμε ότι πραγματικά δεν είχε πεθάνει ο Χριστός και ας πούμε πραγματικά ότι δεν παρουσιάσθηκε ανάστασις, αλλά ότι σηκώθηκε την Τρίτη ημέρα και άρχισε νά βαδίζει. Πώς, σάς παρακαλώ, μπόρεσε νά απαλλαγή απ΄ αυτόν τον σφικτό κλοιό των ενδυμάτων, των ρούχων, των υφασμάτων πού τον περιέβαλλον; Πώς μπόρεσε νά αποκυλήση τον βαρύ λίθο με τον οποίο εσφράγισε ο Ιωσήφ ο Αριμαθαίας τον τάφο, τον βαρύ λίθο, τον οποίο τρείς γυναίκες πηγαίνοντας την πρωία τής Κυριακής, διερωτώντο ποίος θα τις βοηθήσει νά τον κυλήσουν; Και τέλος πάντων, αυτό το κατατραυματισμένο, το εξαντλημένο σώμα, εάν υποτεθεί πώς θα σηκωνόταν, εάν υποτεθεί πως θα κυλούσε τον λίθο, ασφαλώς μετά από λίγα βήματα θα ξανάπεφτε πάνω σε μιά αθλία κατάσταση και δεν θα μπορούσε νά συνέλθει και νά σταθεί στα πόδια του, παρά μετά από μία πολύμηνη θεραπεία, ακόμη κι αν είχε τα μέσα, τα οποία σήμερα έχουμε για νά κάνουμε την εντατική θεραπεία των ανθρώπων πού βρίσκονται πάρα πολύ κοντά στον θάνατο.
Είναι πραγματικά έτσι οι εμφανίσεις τού Χριστού; Και εδώ πρέπει νά τονίσουμε ότι δεν αποτελεί απλώς πληροφορία, το ότι είδαν τον Χριστό υγιέστατο όλοι εκείνοι στους οποίους ενεφανίσθη, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για νά υπάρχει το Ευαγγέλιο. Γιατί από την υγεία από την οποία έσφυζε αυτό το σώμα, επείσθησαν αυτοί οι δύσπιστοι, όπως θα δούμε, ότι πραγματικά ανεστήθη. Αντί νά σέρνεται, λοιπόν, και νά λιποθυμάει αυτό το σώμα, πού πραγματικά προκαλούσε οίκτο και αηδία από τα βασανιστήρια πού είχε περάσει, έχουμε μιά εμφάνιση ανθρώπου πού ήτανε γεμάτος από σφρίγος, πού ακτινοβολούσε την επιβολή, την ειρήνη, την άνεση, ένα σώμα πού περπατάει τόσο γρήγορα ώστε νά κατορθώνει νά φθάσει δύο ανθρώπους πού βάδιζαν αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Ιερουσαλήμ και που προπορεύονταν από αυτό και τούς έφθασε και συνοδοιπόρησε μαζί τους για άλλη μιά μεγάλη απόσταση μέσα στο σούρουπο. Ώστε πρόκειται πραγματικά για εμφανίσεις ανθρώπου πού βρίσκεται σε απόλυτη υγεία και δύναμη. Ώστε το ότι πέθανε ο Χριστός πάνω στον Σταυρό, το ότι είναι αδύνατο παρά νά παραδεχθούμε ότι οι εμφανίσεις του είναι εμφανίσεις ανθρώπου πού αναστήθηκε μετά από το μαρτύριο τού Σταυρού, αυτό έχει θετικότατα πλέον αποδειχθεί στην Ιατρική Επιστήμη.
    Τώρα ερχόμαστε στη δεύτερη κατηγορία αμφισβητήσεων. Στο αν οι εμφανίσεις αυτές ήταν πραγματικές. Αν η περιγραφή και η μαρτυρία μέσα στην Αγία Γραφή, για τις ερμηνείες αυτές είναι αξιόπιστες. Τώρα εδώ, χρειαζόμαστε και μπαίνουμε στην περιοχή μιας άλλης επιστήμης, τής νομικής επιστήμης, η οποία είναι η επιστήμη πού με μεγάλη ακρίβεια, με μεγάλη λογική προσοχή, μελετάει την αξιοπιστία των ενδείξεων. Διότι, προκειμένου νά αποδώσει ευθύνες, προκειμένου νά απαγγείλει κατηγορίες και νά εκφράσει καταδίκες, στηρίζεται αδιάκοπα σε ενδείξεις και σε μαρτυρίες. Γι΄ αυτό λοιπόν έχει με πολύ λεπτό ηθμό και με μεγάλη λογική αυστηρότητα ξεκαθαρίσει ποιες μαρτυρίες είναι αξιόπιστες και ποιες δεν είναι και πότε μία μαρτυρία και μία ένδειξις είναι δυνατόν νά αμφισβητηθεί. Τώρα θα πρέπει νά πούμε ότι εάν οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις τού Χριστού πού υπάρχουν μέσα στα Ευαγγέλια και στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή τού Παύλου, εάν οι μαρτυρίες αυτές δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, θα είναι αποτέλεσμα δύο ειδών παρεκκλίσεων από την αλήθεια. Η θα πρόκειται περί ψευδαπάτης ή ψευδαισθήσεως ή θα πρόκειται περί απάτης.
    Ας πάρουμε τώρα μία-μία τις δύο αυτές αμφισβητήσεις. Ας πάρουμε πρώτα το ενδεχόμενο των ψευδαισθήσεων. Οι ψευδαισθήσεις θα μάς αναγκάσουν τώρα νά ξαναγυρίσουμε στην Ιατρική. Γιατί οι ψευδαισθήσεις είναι ένα φαινόμενο πού η Ιατρική το έχει επί χρόνια πολλά και επί χιλιάδες περιπτώσεων μελετήσει και οι ψευδαισθήσεις εμφανίζονται στον άνθρωπο με ορισμένους τρόπους. Ας αναφέρουμε μερικούς από τούς τρόπους αυτούς. Πρώτα-πρώτα τα άτομα τα οποία βλέπουν οράματα και έχουν ψευδαισθήσεις αποτελούν μιά ορισμένη κατηγορία ανθρώπων πού έχουν την προδιάθεση γι΄ αυτές. Οι ψευδαισθήσεις αποτελούν μία προέκταση των διαθέσεών τους και αφορούν σε γεγονότα πού η πραγματοποίησης τους επιθυμείται πολύ έντονα από τα άτομα αυτά. στο πρώτο πρέπει λοιπόν νά υπάρχει μία προδιάθεση. το δεύτερο είναι ότι τα άτομα αυτά ανήκουν σε έναν ορισμένο τύπο ανθρώπων πού είναι επιρρεπείς στις εκδηλώσεις αυτές. Επίσης, εάν πολλά άτομα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και χαρακτήρα πού σχετίζεται με τον ψυχικό κόσμο, τον χαρακτήρα, τις εμπειρίες πού χαρακτηρίζει τον κάθε ένα. Έχουν λοιπόν διαφορετική μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Επίσης αυτές οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλη ώρα και τόπο. σε περιστάσεις δηλαδή όπου υποβάλλουν τον άνθρωπο για τις ψευδαισθήσεις αυτές.
Τέλος, εάν οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν την τάσι νά επαναλαμβάνονται, τότε η επάνοδός τους παρουσιάζεται επί πολύ χρονικό διάστημα. Ας δούμε τώρα, ακολουθούν οι εμφανίσεις τού Χριστού, έστω και ένα από τούς βασικούς αυτούς κανόνες, οι οποίοι χαρακτηρίζουνε τις παθολογικές ψευδαισθήσεις των ανθρώπων; Πρώτα απ΄ όλα, εκείνοι στους οποίους εμφανίσθηκε ο Χριστός είχαν πράγματι την προδιάθεση για νά δουν τον Χριστό αναστημένο; Κάθε άλλο. Όχι μονάχα ήταν καταπατημένοι, όχι μονάχα ήσαν βέβαιοι ότι η υπόθεσης τελείωσε, αλλά και όταν ακόμα έφθασαν επανειλημμένα μηνύματα από πρόσωπα αξιόπιστα, από πρόσωπα πού ζούσαν ανάμεσά τους και τούς βεβαίωναν ότι είδαν τον Χριστό αναστημένο, εκείνοι αρνήθηκαν νά πιστέψουν ότι ήσαν αληθινές οι εμφανίσεις αυτές, ότι πραγματικά ο Χριστός ανεστήθη. Ώστε λοιπόν, όχι μόνον δεν ήσαν προδιατεθειμένα τα πρόσωπα αυτά για ψευδαισθήσεις, αλλά ήσαν και αρνητικά προδιατεθειμένα για νά πιστεύουν ότι είναι δυνατόν νά δουν τον Χριστό. Τώρα είπαμε, ότι τα πρόσωπα πού παθαίνουν ψευδαισθήσεις ανήκουν σ΄ έναν ορισμένο τύπο.
   Και μάλιστα τύπο επιρρεπή προς τέτοιες εκδηλώσεις. Ας δούμε τώρα ανήκουν σ΄ έναν ορισμένο τύπο τα πρόσωπα αυτά; τα πρόσωπα αυτά τα γνωρίζουμε απ΄ τα ίδια τα γραπτά τους και τις αφηγήσεις τους. Κατ΄ αρχήν είναι πρόσωπα πού δεν έχουν φαντασιώσεις. Ας πάρουμε τον Τελώνη Ματθαίο. Άνθρωπο πού πέρασε όλη τη ζωή του πάνω στους λογαριασμούς. τον Ματθαίο από το Ευαγγέλιό του είναι γεμάτο από ρεαλισμό, πού δεν έχει τίποτε το ποιητικό, πού δεν έχει τίποτε το λυρικό, πού είναι μιά πολλή προσεκτική παράθεσης γεγονότων, με λεπτομέρειες εξαιρετικά πραγματικές, εξαιρετικά ρεαλιστικές. Ας πάρουμε τον Θωμά. Ο Θωμάς καθόλου ασφαλώς δεν ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων πού βλέπουν ψευδαισθήσεις. Είναι ο άνθρωπος πού όταν οι 10 μαθηταί, πού είχε περάσει μαζί τους 3 χρόνια αδιάκοπης ζωής, τον βεβαιώνουν ομόφωνα ότι είδαν τον Χριστό, αρνείται και λέει: «δεν θα πιστέψω όχι, όχι αν τον δω, αλλά εάν δεν αγγίσω τον Χριστό και μάλιστα ακριβώς στο σημείο τού σώματός του πού μαρτυρεί ότι πέθανε». Είναι αυτός ένας τύπος ανθρώπου προδιατεθειμένος για ψευδαισθήσεις; Και ο Παύλος. Ο διώκτης Παύλος. Ο Παύλος ο οποίος κυριολεκτικά θέριζε την εκκλησία και κάθε άνθρωπο πού ήθελε νά πει ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για νά δει και για νά ακούσει τον αναστημένο Χριστό, στη στιγμή ακριβώς πού βρισκόταν στο αποκόρυφο τής μανίας του εναντίον τής ιδέας ότι ο Χριστός αναστήθηκε; Βλέπουμε λοιπόν, ότι οι άνθρωποι στους οποίους συνέβησαν οι εμφανίσεις αυτές, ήσαν άνθρωποι με διαφορετικό χαρακτήρα, με διαφορετικό τύπο, μάλιστα με τύπο ξένο προς την εμφάνιση ψευδαισθήσεως.
    Και ακόμη ξέρουμε πώς εμφανίσθηκε σε 500 ανθρώπους ταυτοχρόνως. Και οι άνθρωποι αυτοί πίστεψαν πώς τον είδαν στην μεγάλη τους πλειονότητα. Είναι δυνατόν 500 πρόσωπα νά ανήκουν όλα ή σχεδόν όλα στον τύπο τού ανθρώπου πού βλέπει ψευδαισθήσεις; Τώρα είπαμε επίσης ότι αν πολλά πρόσωπα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν χαρακτήρα ανάλογο προς την προσωπικότητα τού καθενός. Και γνωρίζουμε πολύ καλά, όπως θα ήταν και επόμενο νά το περιμένουμε ότι τα πρόσωπα τού περιβάλλοντος τού Χριστού, είχαν πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Ένας με στοιχειώδη έτσι ψυχολογική προσοχή, αντιλαμβάνεται τις μεγάλες διαφορές πού υφίσταντο, τις βασικές θεμελιώδεις διαφορές χαρακτήρος πού υπάρχουν ανάμεσα στον Απόστολο Πέτρο, στον Απόστολο Παύλο και στον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Οι διάφοροι χαρακτήρες τού Ευαγγελίου, των μαθητών τού Χριστού, αποτελούν ένα φάσμα πού μπορούμε νά πούμε αντιπροσωπεύει περίπου όλους τούς ανθρώπινους τύπους. Εν τούτοις όλοι τους δέχονται και παραδέχονται ότι ο Χριστός είχε την ίδια εμφάνιση και το μίλημά του όταν τούς μίλησε, είχε ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο. Όλοι συμφωνούν απολύτως για το ό,τι είδαν και για το ό,τι άκουσαν. Και αυτό είναι αντίθετο προς την ιδέα ότι οι εμφανίσεις τού Χριστού θα ήταν ψευδαισθήσεις. Είπαμε ακόμη ότι οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλους υποβλητικούς τόπους και χρόνους και ώρες τής ημέρας.
   Εδώ βλέπουμε ότι δεν υπάρχει Καμία ομοιότης. Άλλοτε και συνήθως ο Χριστός εμφανίζεται στο φως τής ημέρας. Εμφανίζεται επί πολλή ώρα, μέρα μεσημέρι, απόγευμα και περπατάει στους αγρούς επί ώρες, εμφανίζεται στον κήπο τού νεκροταφείου τής Ιερουσαλήμ. Εμφανίζεται στο όρος των Ελαιών, εμφανίζεται σ΄ ένα μικρό λόφο, σε πολλούς ανθρώπους. Εμφανίζεται σ΄ ένα δωμάτιο όπου ήσαν κλεισμένοι οι μαθηταί. Εμφανίζεται δίπλα στην λίμνη τής Τιβεριάδος όπου όπως ξέρετε έγινε η δεύτερη θαυμαστή αλιεία. Καθόλου όμοιοι λοιπόν οι τόποι αυτοί και καθόλου υποβλητικοί για νά δημιουργούν το κλίμα και το περιβάλλον για ψευδαισθήσεις. Και ακόμη είπαμε πώς όταν οι ψευδαισθήσεις επαναλαμβάνονται, τότε επαναλαμβάνονται επί πολύ διάστημα και ή τείνουν νά αραιώσουν ή νά ατονίσουν, οπότε λίγο-λίγο, σιγά-σιγά εξαφανίζονται ή τείνουν νά εντείνονται και νά γίνονται συχνότερες, οπότε καταλήγουν σε μία κρίση. Αυτό το λέει η Ψυχιατρική. Εδώ δεν βλέπουμε τίποτε.
    Οι εμφανίσεις τού Χριστού παρουσιάζονται με τον ίδιο ρυθμό και μετά από 40 ημέρες διακόπτονται χωρίς νά έχουν φθάσει ούτε σε μία αραίωση ούτε σε ένα αποκόρυφο, και διακόπτονται μετά την Ανάληψη. Ας σημειώσουμε ακόμη, ότι όταν μιλούμε για ψευδαισθήσεις, όλοι εννοούμε κυρίως οράματα, δηλαδή εμφανίσεις οι οποίες γίνονται αντιληπτές με την όραση. Εδώ όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο μόνο? όχι μονάχα οι περισσότερες από αυτές τις εμφανίσεις συνδυάζονται και με ακουστικές εντυπώσεις και με διάλογο ο οποίος διαμείβεται ανάμεσα στον εμφανιζόμενο και σε κείνους πού τον βλέπουν αλλά επιβεβαιώνονται και με την αφή. Βλέπουμε την διαβεβαιώσει την οποία παίρνει ο Απόστολος Θωμάς με την αφή και ακόμη ότι για νά μην μείνει αμφιβολία στους μαθητές ότι πραγματική ήταν και όχι ψευδής εντύπωσις η εμφάνισις τού Χριστού, όταν τούς είδε ακριβώς από την ταραχή τους και τον φόβο τους και την δυσπιστία πού είδαμε, νά αμφιβάλλουν για ό,τι ακριβώς βλέπουν, ο Χριστός έφαγε μπροστά τους ψάρι και κηρύθρα από μέλισσα. Οπότε μετά την αποχώρηση του νά έχουν την διαβεβαιώσει ότι πραγματικά παρουσιάσθηκε με σώμα αληθινό, πρώτον από το γεγονός ότι το ψάρι και το μέλι που και οι ίδιοι ήξεραν ότι προηγουμένως έτρωγαν ότι υπήρχε επάνω στο τραπέζι, αλλά είναι και τροφές οι οποίες αφήνουν υπόλειμμα. το κερί, απ΄ την κηρύθρα και το κόκαλο απ΄ το ψάρι. Ακόμη ο Χριστός μαγειρεύει, ψήνει ο ίδιος το ψάρι στην λίμνη, το ψάρι πού είχε ο ίδιος όσο και το ψάρι πού είχαν ψαρέψει εκείνοι και τρώνε όλοι μαζί. Έχουμε λοιπόν και υλικά υπολείμματα από τις εμφανίσεις αυτές, τα οποία διαψεύδουν και συντρίβουν τελείως τα επιχειρήματα ότι επρόκειτο για ψευδαισθήσεις.
    Πώς θα ήτο δυνατόν από ψευδαισθήσεις νά είχαν και νά μαρτυρούν και σε μάς οι μαθηταί ότι υπήρξαν υλικά δείγματα από τις εμφανίσεις αυτές τού σώματος τού αναστημένου Χριστού;
Εάν τώρα οι εμφανίσεις αυτές πού περιγράφηκαν δεν είναι αποτέλεσμα αυταπάτης μήπως είναι αποτέλεσμα απάτης; Διότι αυτή η διέξοδος μένει στην αμφισβήτηση. Αυτή η διέξοδος μένει στην αμφιβολία. Ότι ήταν δηλαδή αποτέλεσμα απάτης. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί οι εμφανίσεις αυτές νά είναι αποτέλεσμα απάτης οφείλεται στο γεγονός, ότι τα πρόσωπα απ΄ τα οποία μαρτυρείται ότι είδαν τον Χριστό και μαρτυρείται επί πολλά χρόνια, αρκετά χρόνια μετά την Ανάσταση Του ότι είδαν τον Χριστό, (στην Α΄ προς Κορ. επιστ. απαριθμούνται τα πρόσωπα αυτά και αναφέρει εκεί ο Απ. Παύλος συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και στο Ευαγγέλιο τού Μάρκου, ότι πάνω από 500 άνθρωποι είδαν τον Χριστό), τα πρόσωπα λοιπόν αυτά ήσαν πάρα πολλά. Είναι λοιπόν πραγματικά αδύνατο, τόσο πολλά πρόσωπα, επί τόσο πολλά έτη, νά έκαναν μιά τόσο χονδροειδή και βλάσφημο απάτη και νά μη βρέθηκε ούτε ένα πρόσωπο, το οποίο νά επανέλθει και νά μαρτυρήσει και νά διαμαρτυρηθεί ότι το ίδιο συμμετέσχε σε μιά απάτη και έπεσε θύμα αυτής. Οπότε αυτό για κάθε δικαστήριο, για κάθε κριτή πού χρησιμοποιεί τούς κανόνες περί ενδείξεων τής νομικής επιστήμης, το ότι έχει τόσους πολλούς μάρτυρας η εμφάνισις τού Χριστού, αυτό και μόνο αποκλείει το ενδεχόμενο τής απάτης.
     Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το ενδεχόμενο τής απάτης πρέπει νά αποκλεισθεί είναι ότι η πληροφορία και το κήρυγμα για την εμφάνιση τού Χριστού και την Ανάσταση Του, συνοδεύεται και συνοδευόταν πάντα, με την διακήρυξη τού πιο υψηλού κηρύγματος αρετής πού δέχθηκε ποτέ η ανθρωπότης. μιας αρετής πού δεν περιορίζεται μονάχα στην πραγματοποίηση ορισμένων πράξεων ενάρετων αλλά και φθάνει με απόλυτο αυστηρότητα ακόμη και στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στις διαθέσεις τού κάθε ανθρώπου. Πώς ήταν λοιπόν δυνατόν, άνθρωποι πού όχι μονάχα κήρυξαν αυτό το κήρυγμα αλλά άνθρωποι, πού κατά την μαρτυρία των πιο ασπόνδων εχθρών τους, στάθηκαν συνεπείς σε όλη τους τη ζωή στο κήρυγμα αυτό το τόσο αυστηρό, νά πουν και νά στηρίξουν όλο τους το κήρυγμα πάνω σ΄ένα τόσο χονδροειδές ψέμα. Ακόμη η υποψία ότι πρόκειται για μία απάτη αποδεικνύεται εσφαλμένη από το γεγονός τής συμπεριφοράς των αποστόλων πού αναφέραμε μέχρι τής 3ης ημέρας μετά την σταύρωση τού διδασκάλου. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν περίτρομοι, ήσαν καταπτοημένοι. Ήσαν πεπεισμένοι, όπως τόσο ωραία περιγράφεται εκεί στα λόγια τους με τα οποία περιγράφουν την σταύρωση και τις φήμες όπως νόμιζαν περί αναστάσεως, στον Χριστό, στον ίδιο τον Χριστό, οι δύο μαθηταί προς Εμμαούς. Ήσαν πεπεισμένοι ότι η υπόθεσης αυτή τού Χριστού έληξε άδοξα με την σταύρωση Του. Ήσαν οχυρωμένοι, όπως είπαμε, επάνω στην πεποίθηση ότι είναι αδύνατον νά τον είδαν άνθρωποι ζωντανό και αυτό δεν ντρέπονται νά το φανερώσουν οι ίδιοι και αυτήν την στροφή των 180ο την εμφανίζουν οι ίδιοι μόνον μετά απ΄ την τρανή απόδειξη ότι πράγματι δεν μπορεί παρά νά είναι μία αληθινή παρουσία η συνάντηση τους μαζί Του.
    Εάν αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν νά πουν μιά απάτη, δεν θα απέφευγαν νά φανερώσουν όλους τούς ενδοιασμούς τούς οποίους είχαν; δεν θα απέφευγαν νά διακηρύξουν σ΄ όλα τα πέρατα τής γης και νά το γράψουν σ΄ όλα τα Ευαγγέλια ότι ήσαν οι ίδιοι εκείνοι πού αμφισβητούσαν, εκείνοι πού δεν ήθελαν νά πιστέψουν, εκείνοι πού παρουσίαζαν επιχειρήματα, εκείνοι πού έλεγαν ότι επρόκειτο για λήρο, για μιά συναρπαγή, για ένα ψέμα, αυτές οι διηγήσεις για την εμφάνιση τού Χριστού και πώς αυτά τα πρόσωπα τώρα, τα τρομαγμένα, τα περίτρομα έρχονται όχι μονάχα νά το διακηρύξουνε μπροστά στους δυνατούς τής γης, μπροστά στους ισχυρούς και μπροστά στους ενόπλους, πού ήταν έτοιμοι νά τούς συντρίψουν αλλά και δίνουν μετά από διωγμούς και μετά από βασανιστήρια, άκαμπτοι όλοι, χωρίς εξαίρεση την ζωή τους για μιά τέτοια απάτη; Όπως λέει, πολύ σωστά, ένας Γάλλος, ο Goguel, «είναι αδύνατον για ένα ψέμα νά υποβληθεί κανείς σε διωγμούς και νά δώσει την ζωή του με βάσανα και με τυρρανισμούς». το ψεύδος το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος δια νά αποφύγει τον διωγμό όχι δια νά τον υποστεί. Ώστε λοιπόν, το όλο κήρυγμα τής Εκκλησίας, στηρίζεται επάνω στη διαβεβαιώσει για την Ανάσταση. Και πρέπει νά πούμε ακόμα και θάπρεπε νά το πούμε ίσως πρώτο απ΄ όλα ότι αυτήν την διαβεβαιώσει για την Ανάσταση την έδωσε ο ίδιος ο Χριστός. το είπε σαφέστατα και το διακήρυξε και το υπεστήριξε? και πώς είναι δυνατόν αυτόν πού όχι απλώς εκήρυξε, αυτόν ο οποίος έζησε από το κήρυγμα, αυτόν ο οποίος χωρίς Καμία αμφισβήτηση ανέβηκε πάνω στον Σταυρό γι΄ αυτό το κήρυγμα, πώς είναι δυνατόν αυτόν τον άνθρωπο νά τον θεωρήσουμε σαν ένα απατεώνα, ο οποίος σκηνοθετεί την ταφή Του, ο οποίος σκηνοθετεί την Ανάσταση Του;
Τώρα αφού μιλήσαμε για την απόλυτο αξιοπιστία των εμφανίσεων τού Χριστού πού είναι η δεύτερη κατηγορία των αμφισβητήσεων, θα έλθουμε στην 3η κατηγορία πού εύκολα ανατρέπεται, δηλ. σχετικά με τον κενό τάφο.
   Η πρώτη αμφισβήτηση για τον κενό τάφο είναι εκείνη η οποία παρουσιάζεται μέσα στο ίδιο το Ευαγγέλιο, όταν έρχεται η κουστωδία και αναγγέλλει στους αρχιερείς πάντα τα γενόμενα: τον σεισμό πού έγινε και την ένδοξη Ανάσταση τού Χριστού. Και Τι λένε οι αρχιερείς; Τούς έδωσαν λέει αργύρια ικανά και τούς είπαν νά διαδώσουν ότι «αυτών κοιμωμένων έκλεψαν οι μαθηταί το σώμα». Αυτή βέβαια η απλή ανατροπή αυτής τής εκδοχής είναι εκείνη η φράσις ότι «αν εκοιμώντο πώς είδαν Τι έγινε;» ότι δηλ. έφυγε το σώμα απ΄ εκεί. Και «αν δεν εκοιμώντο πώς άφησαν αυτοί οι στρατιώτες τούς μαθητές νά πάρουν τον Κύριο;». Τώρα η άλλη σκέψις είναι ότι το σώμα δεν το απεμάκρυναν οι μαθηταί, αλλά το απεμάκρυναν οι αρχιερείς και αυτό για νά μη γίνει ο τάφος σημείο προσκυνήματος των οπαδών τού Χριστού. Αλλά και δω πάλι αυτό είναι τελείως αδιανόητο και ξένο προς την λογική. Ξέρουμε ότι λίγες ημέρες μετά εδέχθησαν κατά πρόσωπο, μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους εκείνη την αυστηρότατη κατηγορία τού Πέτρου ότι «επέκτειναν τον αρχηγό τής ζωής όν ο Θεός ήγειρε εκ νεκρών». Και έτσι ο Πέτρος δημιούργησε χιλιάδες πιστών απ΄ την ημέρα εκείνη και όλοι οι απόστολοι εν συνεχεία.
    Πόσο απλό θα ήταν νά αποστομώσουν στη γέννεσί του το Χριστιανικό κήρυγμα οι αρχιερείς, παρουσιάζοντας το πτώμα τού Χριστού το οποίο είχαν κρύψει. Αμέσως αυτό θα έπαυε για πάντα στο ξεκίνημά της αυτήν την κίνηση, η οποία αδιάκοπα αφαιρούσε οπαδούς από το Συνέδριο των Γραμματέων και των Φαρισαίων. θα σταματούσαν αυτήν την βλάσφημη αίρεση παρουσιάζοντας το σώμα τού Χριστού και θα απεδείκνυαν εύκολα, και ήταν στο χέρι τους νά το κάνουν, ότι πρόκειται για μιά πλάνη. Ο Αρχιδικαστής τής Αγγλίας, όπως θα λέγαμε σε μάς ο Πρόεδρος τού Αρείου Πάγου, λόρδος Darling, συνοψίζει αυτόν τον έλεγχό του νομικώς πάνω στις ενδείξεις για την Ανάσταση τού Χριστού με τα ακόλουθα λόγια, τα οποία είναι τόσο αυθεντικά ώστε δεν χρειάζεται νά προσθέσω τίποτε άλλο: «Εμείς λέει σαν Χριστιανοί καλούμαστε να παραδεχθούμε πολλά μόνον με την πίστη. το βασικό θέμα, εάν δηλ. ο Ιησούς Χριστός ανέστη απ΄ τούς νεκρούς ή όχι, πάνω στο οποίο στηρίζεται ότι ο Χριστός ήταν πράγματι εκείνο πού διακήρυξε, δεν καλούμεθα νά το παραδεχθούμε μόνον με την πίστη. Υπάρχουν για την πεποίθηση αυτή, ότι είναι πραγματικά μιά ζωντανή αλήθεια, υπάρχουν τόσο πολυάριθμες ενδείξεις θετικές και αρνητικές απ΄ τα γεγονότα και τις περιστάσεις, ώστε κανένα σώμα από νοήμονες ενόρκους στον κόσμο δεν θα εξέφερε άλλη απόφαση παρά ότι η Ανάσταση είναι πράγματι αληθινή. Αλλά για νά αποδειχθεί η αλήθεια τής Αναστάσεως πολλοί παρουσιάζουν εκείνο το επιχείρημα, το θετικό εκείνο επιχείρημα, το οποίο πιστεύω ότι είναι πιο πιστικό επιχείρημα για μάς τούς ανθρώπους πού ζούμε σε μία εποχή κατ΄ εξοχήν εποχή αρνήσεως, αποστασίας και συγχύσεως. Είναι ακριβώς οι απροσδόκητες και ψυχολογικά και λογικά ανεξήγητες επιστροφές ανθρώπων από την άρνηση και την πεισματική απιστία στην πίστη χάρις στην Ανάσταση τού Χριστού. Υπάρχουν πάρα πολλές, υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιες περιπτώσεις και θα αναφέρουμε μονάχα τις περιπτώσεις διασήμων ανθρώπων τού πνεύματος, οι οποίοι διετέλεσαν άπιστοι και έγιναν πιστοί.
    Υπήρχε στην Αγγλία ο Καθηγητής Joad, Καθηγητής τής Φιλοσοφίας από τούς πιο γνωστούς, ο οποίος ήταν τόσο πολύ φανατικός στην άρνηση, ώστε δεν άφηνε ευκαιρία, με τον γραπτό λόγο αλλά και με μία σειρά από εβδομαδιαίες ομιλίες στο αγγλικό ραδιόφωνο με τίτλο «ο Joad και ο Θεός», νά υποστηρίζη την ανακρίβεια τού Ευαγγελίου. Αυτό έκανε ο Joad μελετώντας ακριβώς την Αγία Γραφή, για νά παρουσιάσει επιχειρήματα. Ο ίδιος όμως από μόνος του χωρίς καμία επίδραση πείσθηκε ότι το αντίθετο από όσα κήρυσσε ήτο αλήθεια και σε μεγάλη ηλικία παρουσιάσθηκε αιφνιδίως και είπε ότι όσα πίστευα ήταν ψέμα και αγωνίσθηκε σαν τον Θωμά και εκήρυξε σ΄ όλο τον κόσμο ότι ο Χριστός είναι πραγματικά ο Κύριος και Θεός. στον 18ον αιώνα, όπως ανέφερα, είχε φθάσει η άρνηση στο κορύφωμά της και στην Αγγλία, λέει ο Montesquieu ότι, εάν ένας άνθρωπος πει σε οποιονδήποτε κύκλο μορφωμένων ανθρώπων ότι πιστεύει δεν γίνεται υποδεκτός με τίποτε άλλο παρά με γέλια και καγχασμούς.
    Την εποχή εκείνη δύο μορφωμένοι νέοι από το Πανεπιστήμιο τής Οξφόρδης έβαλαν για σκοπό τής ζωής τους νά συγγράψουν δύο συγγράμματα, για νά αποδείξουν ο πρώτος ότι η επιστροφή τού Παύλου δεν οφείλεται σε πίστη, σε αληθινή πίστη, και ο δεύτερος ότι η Ανάσταση τού Χριστού ήτο ψέμα.
Ο πρώτος, ο Λόρδος Lytletton μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα επέστρεψε με ένα κείμενο πού απεδείκνυε ότι η συνάντησης τού Παύλου με τον αναστημένο Χριστό είχε πραγματικά συμβεί στο δρόμο τής Δαμασκού. Και ό άλλος, ο Gilbert West έγραψε ολόκληρο σύγγραμμα το οποίο ονομάζει «Παρατηρήσεις επί τής Ιστορίας και των Ενδείξεων τής Αναστάσεως τού Χριστού» και περιέχει μία σωρεία από επιχειρήματα, πολλά περισσότερα από όσα εγώ σάς παρουσίασα τώρα, λογικότατα επιχειρήματα για την αλήθεια τής Αναστάσεως. θα έχετε ακούσει ίσως ότι το πλέον διάσημο σατυρικό περιοδικό παγκοσμίως είναι το «PUNCH». Επί έτη εκδότης τού Punch υπήρξε ο Muggeridge, πνεύμα οξύ και σκωπτικό, ο οποίος δεν δίσταζε νά διακηρύττει την απιστία του. Μιά επίσκεψις εν τούτοις εις τούς Αγίους Τόπους κατέληξε εις αποτέλεσμα αντίθετο εκείνου το οποίον ανέμενε και επεδίωκε ο Muggeridge. Αντί νά κομίσει αποδείξεις ότι η πεποίθησης στο θάνατο και την Ανάσταση τού Ιησού Χριστού είναι ένας μύθος, επέστρεψε με την ακλόνητο πεποίθησιν για την αλήθεια τής Χριστιανικής πίστεως και με μιά τέτοια ψυχική μεταστροφή, ώστε έγινε σήμερα ένας από τούς κυριότερους ηγέτες τού Χριστιανικού κινήματος στη Μ. Βρετανία. στο περίφημο «Φεστιβάλ τού Φωτός», στην πολυάριθμη αυτή συγκέντρωση στην Πλατεία TRAFALGAR τού Λονδίνου, ο Muggeridge ήταν εκείνος ο οποίος καυτηρίασε και κάλεσε σε αφύπνιση και αγώνα εναντίον τής χυδαιότητας και τής παρακμής εις την οποίαν οδηγεί η απιστία.
Ίσως όμως πραγματικά για εκείνον πού θέλει νά κουράσει την σκέψη του, αυτό είναι πραγματικά ανάγκη γύρω από το θέμα αυτό, ίσως το πιο χαρακτηριστικό λογικό μνημείο είναι το έργο του νομικού Morison. Αυτός από μικρή ηλικία, από παιδική ηλικία είχε διαβάσει από τούς Κριτικούς τής Γερμανικής Σχολής, την Κριτική τής Αγ. Γραφής. Και είχε πλούσια οπλιστεί με επιχειρήματα κατά τής Χριστιανικής Θρησκείας και ξεκίνησε με τα επιχειρήματα αυτά νά γράψει ένα βιβλίο πού πραγματικά, λογικά θα έπειθε τον καθένα, ότι η Ανάστασις δεν είχε πραγματοποιηθεί. Και καθώς άρχισε νά γράφει αυτό το βιβλίο, βρήκε ότι ήταν αδύνατο το βιβλίο αυτό νά γραφή. Και όχι μονάχα ήταν αδύνατο νά γραφή αλλά οι σκέψεις και τα λόγια τα οποία έγραφε οδηγούσαν τελείως στον αντίθετο στόχο. Λέει ο ίδιος: «Η δύναμις των περιστάσεων με ανάγκαζε νά γράφω κάτι το τελείως αλλιώτικο, όχι γιατί τα ίδια τα γεγονότα τα οποία μελέτησα άλλαξαν, γιατί είναι οριστικά αποτυπωμένα στις σελίδες τής ανθρώπινης ιστορίας, αλλά γιατί η ερμηνεία των γεγονότων αυτών είχε μέσα μου υποστεί μία μεταβολή εξ αιτίας τής επιμονής αυτών των ιδίων των γεγονότων». Ο συγγραφέας ανακάλυψε μία ημέρα ότι όχι μονάχα δεν μπορούσε νά γράψει το βιβλίο πού είχε σχεδιάσει αλλά και ότι αν ήθελε, δεν μπορούσε. Και από αυτήν την προσπάθεια προέκυψε το πασίγνωστο βιβλίο τού Morison «Ποιος εκύλισε τον λίθο;» πού έχει κυκλοφορήσει σε εκατομμύρια αντιτύπων και αποτελεί πραγματικά ένα μνημείο λογικής εργασίας όπου παίρνει όλες τις διεξόδους τής αμφιβολίας και τούς κόβει τον δρόμο με τις ίδιες τις μαρτυρίες τής Αγ. Γραφής και με την λογική επάνω σ΄ αυτές δέχεται νά ασκήσει το έργο τής αμφισβητήσεως και πού αποτυγχάνει.
   Δίπλα σ΄ αυτούς τούς διανοουμένους θα ήτανε πραγματικά παρά πολύ τολμηρό νά πω δυο λόγια για τον εαυτό μου. Το λέω με απόλυτη συναίσθηση για την διαφορά σε ανάστημα και την διαφορά σε κύρος πού με χωρίζει απ΄ αυτούς. Όμως το χρωστώ σε σάς, και το κάνω για πρώτη φορά, το χρωστώ σε σάς πού είσαστε τα αδέλφια μου, με τα οποία ζω τόσο έντονα την ζωή τού Πανεπιστημίου, νά σάς μαρτυρήσω, ότι έζησα τα τελευταία χρόνια τής γυμνασιακής μου ζωής και σχεδόν όλα τα χρόνια τής ζωής μου σαν φοιτητής μέσα στην άρνηση και στην αμφιβολία. Και νά σάς πω ότι δέχθηκα, μετά από πάρα πολλή μελέτη, το μήνυμα τής Αναστάσεως σαν αληθινό και όλη μου η ζωή, δεν είναι από μία σκοπιά, τίποτε άλλο, παρά ένα πύρωμα επάνω στην ακρίβεια τού κηρύγματος τής Αναστάσεως. Και έχω νά σάς πω ότι ούτε μιά στιγμή, ούτε μιά παρατήρησης μέσα στη ζωή μου, δεν παρέλειψε παρά νά επιβεβαιώσει την αλήθεια τού κηρύγματος τού Ευαγγελίου, την αλήθεια τής Αναστάσεως τού Χριστού. Είναι αδύνατον λογικά, είναι αδύνατον ψυχολογικά νά ζήσω ούτε μία στιγμή μη πιστεύοντας στην Ανάσταση τού Χριστού. Και θέλω νά καλέσω, σαν αδελφός προς αδελφούς, τον καθένα από σάς, αν αυτό δεν έχει ολοκληρωτικά συμβεί στην ζωή σας, νά πάρει την θέση αυτή και νά δεχθεί απροκάλυπτα, τίμια, χωρίς φόβο, την Ανάσταση τού Χριστού σαν ένα γεγονός. Και νά με βρει, αν θέλει, νά συζητήσουμε, αν θέλει και νά χαρούμε μαζί τα όσα θα επακολουθήσουν απ΄ αυτό το άνοιγμα τής ψυχής στην Ανάσταση τού Χριστού.

Σας ευχαριστώ πολύ.
 


Read more: http://www.egolpion.com/episthmh_stavrosis.el.aspx#ixzz3WhiRp51M

ΚΑΤΗΛΛΑΓΗΜΕΝ ΤΩ ΘΕΩ ΔΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΑΥΤΟΥ (Θεολογικό σχόλιο στην ιλαστήρια Θυσία του Χριστού)

 



ΚΑΤΗΛΛΑΓΗΜΕΝ ΤΩ ΘΕΩ
ΔΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΑΥΤΟΥ
(Θεολογικό σχόλιο στην ιλαστήρια Θυσία του Χριστού)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου – Καθηγητού


     Η Σταυρική Θυσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί το κορυφαίο κεφάλαιο στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Διότι μυστηριωδώς πως, την αγία εκείνη Παρασκευή της σταυρώσεως, συντελέσθηκε στον φρικτό Γολγοθά η καταλλαγή ανθρώπου και Θεού, αυτό που δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν οι αναρίθμητες θυσίες του προχριστιανικού παρελθόντος. Ο Χριστός "άπαξ περί αμαρτιών απέθανεν, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσάγη τω Θεώ" (1 Πετρ.3:18) γενόμενος ο ίδιος "αντίλυτρον υπέρ πάντων" (1 Τιμ.2:6), "παρέδωκεν εαυτόν υπερ ημών προσφοράν και θυσίαν τω Θεώ εις οσμήν ευωδίας" (2 Πετρ.2:2).
     Αιτία της θείας Θυσίας υπήρξε αναμφίβολα η ανθρώπινη ανταρσία κατά του Θεού και η κυριαρχία του κακού στην ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος ως τέλειο και ελεύθερο δημιούργημα του Θεού, κάνοντας κακή χρήση του αυτεξουσίου του, ξέπεσε από τον ανοδικό του προορισμό και έφτασε μέχρι τις εσχατιές της πτώσης (Γεν.κεφ.3). Η μεταστροφή του ήταν αδύνατη διότι η φύση του είχε φθαρεί σε βαθμό τέτοιο, ώστε δεν μπορούσε ο ίδιος με τις δικές του δυνάμεις να αυτολυτρωθεί. Η ενοχή του απέναντι στο Θεό ήταν τόσο μεγάλη ώστε μόνο ο θάνατός του μπορούσε να διορθώσει αυτή την ανταρσία και την ύβρη. Με αυτή όμως τη λογική έπρεπε να πεθάνει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος προκειμένου να εκλείψει μαζί του η  αμαρτία και το κακό. Γι' αυτό ο άνθρωπος μέσα στη σκοτοδίνη της αμαρτίας εφεύρε ως αντίδοτο την έννοια της θυσίας ως αντιπροσωπευτικό θάνατο εξιλέωσης απέναντι στο δίκαιο Θεό. Έτσι καθιερώθηκαν στην αρχή οι ανθρωποθυσίες, όπου το χύσιμο του πολυτίμου αίματος μέλους της κοινότητας έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι εξευμενίζονταν το θείο. Αργότερα με την πρόοδο του ανθρωπίνου πνεύματος αντικαταστάθηκε η ανθρωποθυσία με τη ζωοθυσία, πιστεύοντας ότι το αίμα του θυσιαζομένου ζώου μπορεί να φέρει την καταλλαγή με το Θεό (Λευιτ.14:11).
        Οι θυσίες έλαβαν σπουδαία θέση στη ζωή του προχριστιανικού ανθρώπου και γι' αυτό γύρω από τις τελετουργίες αυτών αναπτύχθηκε οργανωμένο θρησκευτικό σύστημα και ιερατείο.  Οι Εβραίοι δεν μπορούσαν να μείνουν έξω από αυτή την πρακτική. Η μωσαϊκή θρησκεία έδινε ιδιαίτερη σημασία στις τελετουργίες των θυσιών (Λευιτ.14:11). Οι ιερείς και ιδιαίτερα ο αρχιερεύς ήταν ο "ενδιάμεσος" μεταξύ του λαού και του Θεού (μεσίτης).  Ενδιαφέρον είχε η ιλαστήρια θυσία του τράγου κατά την ημέρα του Εξιλασμού, με το αίμα του οποίου ραντίζονταν ο λαός, ως ιλασμός των αμαρτιών του (Λευιτ.16:18, Εβρ.9:7).
       Η αναποτελεσματικότητα όμως των θυσιών ήταν συνείδηση όλου του προχριστιανικού κόσμου, γι' αυτό και ήταν επαναλαμβανόμενες. Οι μεσίτες ιερείς δεν ικανοποιούσαν την ανάγκη της συνδιαλλαγής με το Θεό. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να παρακμάσουν στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια όλες οι παραδοσιακές θρησκείες και να παραχωρήσουν τη θέση τους σε άλλες μυστηριακές και παράλογες λατρείες (Ίσιδος, Κυβέλης, Μίθρα, κλπ), αναζητώντας εναγωνίως οι άνθρωποι  την πραγματική λύτρωση.
      Οι θυσίες αυτές υπήρξαν τύποι της Μεγάλης Σταυρικής Θυσίας του Χριστού, όπως και οι ιερείς υπήρξαν τύποι του Μεσίτη Χριστού (Εβρ.4:14). Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός σωτήρας, ο Οποίος απεστάλη από το Θεό Πατέρα για να λυτρώσει πραγματικά και μόνιμα το ανθρώπινο γένος, ως αποτέλεσμα της άμετρης αγάπης Του (Ιωάν.3:15). Επιτέλεσε το σωτήριο επί γης έργο Του, όπως είναι γνωστό, δια του τρισσού αξιώματός Του, του προφητικού, του βασιλικού και του αρχιερατικού.
         Το αρχιερατικό αξίωμα ασκήθηκε με τη Σταυρική επί του φρικτού Γολγοθά Θυσία Του. Την αναποτελεσματικότητα των ανθρωπίνων θυσιών, ότι "αδύνατον αίμα
τράγων και ταύρων αφαιρείν αμαρτίαις" (Εβρ.10:4), ήρθε να αντικαταστήσει η υπέρτατη Θυσία του Χριστού, ως η μόνη αληθινή, δεκτή από το Θεό και αποτελεσματική θυσία. Ο Ιησούς Χριστός μόνος Αυτός "δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι" (Εβρ.2:18) διότι είναι αληθινός Θεός, "απαύγασμα της δόξης" του Θεού (Εβρ.1:3). Προκειμένου να ιερουργήσει την ανθρώπινη σωτηρία κατέστη μέγας και αιώνιος αρχιερεύς "κατά την τάξιν Μελχισεδέκ" (Εβρ.5:6) Η δική του ιεροσύνη είναι ασύγκριτα ανώτερη από την ααρωνική, καθότι εκείνη υπήρξε, όπως είπαμε, τύπος και σκιά της ιεροσύνης Αυτού και η οποία ιερουργούσε αιματηρές αναποτελεσματικές ζωοθυσίες, μη μπορώντας "αφερείν αμαρτίας" (Εβρ.10:4).
        Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ιερούργησε πάνω στο φρικτό Γολγοθά την αληθινή και αποτελεσματική θυσία για την πραγματική και μόνιμη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. "Χριστός δε παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών δια της μείζονος σκηνής, ου χειροποιήτου, τούτ' έστιν ου ταύτης της κτίσεως, ουδέ δι' αίματος τράγων και μόσχων, δια δε του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος" (Εβρ.9:11-12). Ως ιερείο άμωμο έθυσε τον ίδιο Του τον εαυτό, "περί αμαρτίας προσφορά" (2 Κορ.5:21) πάνω στον τελειότερο και  ιερότατο βωμό, τον Σταυρό και το εκχυθέν τίμιο αίμα Του το "περί πολλών εκχυνόμενον" (Ματθ.26:28), απέπλυνε τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων όλων των εποχών. Στο εξής "ηγιασμένοι εσμέν δια της προσφοράς του σώματος του Χριστού εφάπαξ… αυτός δε μίαν υπέρ αμαρτιών προσενέγγας θυσίας εις το διηνεκές… μία γαρ προσφορά τετελείωκεν εις το διηνεκές τους αγιαζομένους" (Εβρ.10:10-14).
       Η Μεγάλη Θυσία του Χριστού κατήργησε όλες τις άλλες θυσίες, ακόμα και τις θυσίες του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν είναι τυχαίο το σχίσιμο του καταπετάσματος του Ναού την ώρα που εξέπνευσε ο Κύριος επί του Σταυρού και αποκαλύφτηκαν τα Άγια των Αγίων. (Ματθ.27:51, Λουκ.23:45). Δεν είναι επίσης τυχαία η καταστροφή του Ναού από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ. και η οριστική παύση των θυσιών μέχρι σήμερα! Η αποστολή του Ιουδαϊσμού, του Ναού και των θυσιών είχε ολοκληρωθεί την ημέρα εκείνη.
        Η ουσία της Σταυρικής Θυσίας του Χριστού είναι για την Ορθόδοξη διδασκαλία ακατανόητη  στον ανθρώπινο νου. Αποτελεί μέγα μυστήριο, του οποίου μόνο τα σωτήρια αποτελέσματα μπορούμε να δούμε. Αντίθετα η αιρετική ετεροδοξία, προσπάθησε λανθασμένα να κατανοήσει αυτό το μυστήριο. Η παποσύνη την κατανόησε με ενδοκοσμική νομικίστικη έννοια, διδάσκοντας ότι η θυσία του Χριστού έγινε για να ικανοποιηθεί η θεία δικαιοσύνη, η οποία προσβλήθηκε εξαιτίας της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους! Ο προτεσταντισμός διδάσκει τη βλάσφημη θεωρία ότι ο Χριστός κατέβαλε στο διάβολο το αίμα Του, ως λύτρο, για  την εξαγορά των ανθρώπων από αυτόν!
        Η Μεγάλη Σταυρική Θυσία του Χριστού εγκαινίασε μια νέα εποχή για τους πιστούς Του. Δι' αυτής επιτεύχθηκε η πολυπόθητη καταλλαγή μεταξύ αυτών και του Θεού. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο μεγάλος σύνδεσμος μεταξύ αυτών των δύο (Εφ.2:13), ο αληθινός μεσίτης (1Τιμ.2:5), ο Οποίος μεσιτεύει αδιάκοπα στον Πατέρα για όλους όσους επικαλούνται το άγιο όνομά Του. Η άπαξ συντελεσθείσα υπέρτατη Θυσία επαναλαμβάνεται στα ιερά θυσιαστήρια των Ορθοδόξων Εκκλησιών εις το διηνεκές για τον αγιασμό και τη σωτηρία των πιστών (Λουκ.22:20), ως η σπουδαιότερη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας μας.
        Η Μεγάλη Παρασκευή είναι για μας τους ορθοδόξους η ιερότερη μέρα, διότι κατ' αυτήν συνήφθη η νέα διαθήκη μεταξύ Θεού και ανθρώπου δια του τιμίου αίματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Εβρ.8:15), συντελέσθηκε η απολύτρωση και άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για την αιώνια ζωή. Δια της υπερτάτης Θυσίας Του  "εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού" (Ρωμ.5:10). Στο εξής ο αναγεννημένος "εν τω αίματι του Χριστού" (Εφ.2:13) άνθρωπος "ουκέτι ει δούλος, αλλ' υιός' ει δε υιός, και κληρονόμος Θεού δια Χριστού" (Γαλ.4:5).  
 
 
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 
18  ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014


Read more: http://www.egolpion.com/AAF8A7E6.el.aspx#ixzz3WhhleKod

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Κάντε Προσευχή και θα δείτε Θαύματα!

 

Η Ελπίδα σας στο Θεό! Έχουμε μεγάλο και σκληρό αγώνα, πρέπει να νικηθούν οι δαίμονες και πρέπει να νικήσει ο χριστιανισμός.

Να έχεις πίστη στο Θεό και να κάνεις προσευχή και ο Θεός θα βοηθήσει περισσότερο από δικηγόρους και περισσότερο από ανθρώπους.

Του κόσμου τους ανθρώπους να έχεις, άμα ο Θεός δεν θέλει, δεν γίνεται τίποτα. Όσα και να πούμε, χιλιάδες κηρύγματα να ακούσετε, αν δεν έρθει το άγιο Πνεύμα για να μας στερεώσει, να μας στηρίξει και να μας βοηθήσει, αν δεν έρθει η χάρις του Θεού, τίποτε δεν κάνουμε.

Γι’ αυτό λέει ο απόστολος Παύλος· «Αυτός δε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και ο Θεός και πατήρ ημών, ο αγαπήσας ημάς και δους παράκλησιν αιωνίαν και ελπίδα αγαθήν εν χάριτι, παρακαλέσαι υμών τάς καρδίας και στήριξαι υμάς εν παντί λόγω και έργω αγαθώ» (Β Θεσ. 2,16-17).

Σας τα είπα αυτά, λέει, και παρακαλώ το Θεό να σας στηρίξει, να σας δυναμώσει, να σας βοηθήσει για να μην πέσετε στην αμαρτία.

Πέτρος να είσαι, Παύλος να είσαι, ασκητής Αντώνιος να είσαι στα βουνά να πας, μην έχεις αυτοπεποίθηση. Να φοβάσαι τον εαυτό σου και να μην του έχεις εμπιστοσύνη. Ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας. Οι άλλοι δεν μπορούν τόσο να σε βλάψουν, όσο μπορείς να βλάψεις εσύ τον εαυτό σου, με τις βλακείες σου, με τις ανοησίες σου, με τα εγκλήματα σου, με τις απατεωνιές σου και με τα σφάλματά σου. Εσύ λοιπόν είσαι ο μεγαλύτερος εχθρός του εαυτού σου.

Να μην έχουμε ποτέ εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, αλλά να παρακαλούμε το Θεό για να μας στερεώσει στην πίστη. Γιατί αν έρθει κανένας διωγμός εδώ πέρα -και προφητεύω ότι θα έρθει-, θα γίνουν φοβερά πράγματα· τότε θα πέσει το κόσκινο το μεγάλο. Και θα είμεθα τότε ευτυχείς, αν μείνουν μέσα στην πόλη 100-200 Χριστιανοί.

Τους άλλους θα τους πάρει το ρεύμα. Θα τους σηκώσει ως άχυρο, που το φυσά το σηκώνει και το πετά ο άνεμος. Έτσι θα τους σηκώσει όλους αυτή η θύελλα του διαβόλου, αυτός ο άνεμος. Και θα μείνουν μόνο τα βράχια. Όσοι είναι σταθεροί, μόνο αυτοί θα μείνουν κοντά στο Θεό. Τους άλλους θα τους πάρει το ρεύμα του ποταμού και θα τους καταστρέψει και θα τους διαλύσει.

Η Προσευχή πανίσχυρο όπλο

Τι πρέπει να κάνουμε, ευρισκόμενοι σ’ αυτό τον αιώνα, σ’ αυτή τη γη, για να μείνουμε με το Χριστό; Ιδού τι μας συμβουλεύει ο απόστολος Παύλος. Ένα όπλο πανίσχυρο, που πρέπει πάντοτε να έχουμε μαζί μας οι Χριστιανοί, είναι η προσευχή. Να μην είμαστε άοπλοι σ’ αυτή την σκληρά μάχη.

«Το λοιπόν προσεύχεσθε, αδελφοί, περί ημών» (Β Θεσ. 3,1). Σ’ αυτά τα χρόνια που ζούμε, σας παρακαλώ πολύ, λέει ο απόστολος, προσεύχεσθε για μένα. Ένας Παύλος παρακαλούσε τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης να προσεύχονται γι’ αυτόν! Το σκεφτήκατε αυτό; Αν ο Παύλος είχε ανάγκη από τις προσευχές των Χριστιανών, πόσο μάλλον εμείς;

Αλλά εμείς αυτή την προσευχή, που είναι όπλο ισχυρό - πανίσχυρο για όλες μας τις ανάγκες, υλικές και πνευματικές, την αμελούμε.

Έχουμε μεγάλο και σκληρό αγώνα. Πρέπει να νικηθούν οι δαίμονες. Και πρέπει να νικήσει ο χριστιανισμός. Βοηθήστε και εσείς οι Χριστιανοί. Και σήμερα, αν δεν έχουν επιτυχία οι επίσκοποι και οι ιεροκήρυκες, αιτία είναι ότι δεν προσεύχονται γι’ αυτούς οι Χριστιανοί.

Αν πίσω από κάθε επίσκοπο, πίσω από κάθε κήρυκα του ευαγγελίου, υπήρχαν δέκα άνθρωποι να προσεύχονται, για να τους δυναμώνει ο Θεός και να τους φωτίζει, θαύματα θα γίνονταν. Τώρα εμείς είμαστε θεομπαίκτες. Βλέπεις τον κήρυκα του ευαγγελίου να ανεβαίνει στον άμβωνα; Παρακάλεσε το Θεό να τον φωτίσει, για να πει πέντε λόγια σωστά. Βλέπεις τον ιερέα; Παρακάλεσε το Θεό να τον δυναμώσει στον σκληρό αυτό αγώνα που έχουμε.

Κάντε προσευχή και θα δείτε θαύματα

Το πρωί που σηκώνεστε κάνετε προσευχή; Διαβάζετε Γραφή; Ψάλλετε το Θεό; Προσευχή, παιδιά· «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α Θεσ. 5,17).

Θα δούμε θαύματα - θα δείτε θαύματα, παιδιά, στη ζωή σας. Τώρα στα γηρατειά μου, κάθομαι καμιά φορά και θυμούμαι τα θαύματα που έκανε ο Θεός στη ζωή μου και δακρύζω.

Θαύματα· μικρό παιδί πως εσώθηκα! Είχαμε ένα κήπο μικρό εκεί στο σπιτάκι και ήταν τότε τα πηγάδια ανοιχτά. Και εγώ μικρός ήμουν πολύ ζωηρός. Ξαφνικά, εκεί που έτρεχα, γλιστρώ και πέφτω κάτω στο στόμιο του πηγαδιού. Το σώμα μου το μισό σχεδόν κοιτούσε μέσα στο πηγάδι, ευτυχώς η ισορροπία του σώματος μου ήταν προς τα έξω. Λίγο τι και θα έπεφτα μέσα. Αφού έβλεπα σαν καθρέπτη το νερό. Μόλις κατόρθωσα και γλίτωσα. Αν έπεφτα μέσα, θα είχα πνιγεί. Κάποια προσευχή με έσωσε.

Έχω κι άλλες πολλές περιπτώσεις, μεγάλες. Βλέπει ο άνθρωπος θαύματα στην προσευχή. Λοιπόν έτσι να κάνετε και εσείς και ο Κύριος θα σας σώσει και από σωματικούς κινδύνους και από πνευματικούς κινδύνους· μεγάλα και θαυμαστά θα ποιήσει ο Κύριος. Μεγάλα εν Χριστώ. Όχι εμείς οι μικροί και ανάξιοι, αλλά η δύναμη του Κυρίου, «η Θεία χάρις η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλειπόντα αναπληρούσα» (ακολ. χειροτ.).

Ο Θεός θα δώσει τη χάρη, όταν υπάρχει ταπείνωση, αγάπη, συναίσθηση ότι είμεθα ένα μηδενικό. Και τα μηδενικά αξιοποιούνται. Διαβάστε το βιβλίο «Ακολούθει μοι». Εκεί στο τέλος γράφει· Τα μηδενικά αξιοποιούνται, όταν υπάρχει μπροστά η μονάδα.

Αν έχεις ένα μηδενικό, γίνεται δέκα· αν έχεις δύο μηδενικά, γίνεται εκατό· αν έχεις τρία μηδενικά γίνεται χίλια… Η συναίσθηση της μηδαμινότητος μας όταν έχουμε μπροστά τον Ένα. «Έν τω Θεώ ποιήσομεν δύναμιν» (Ψαλμ. 59,14). Θα τα δούμε αυτά. Δεν είναι μύθος ο χριστιανισμός, αλλά είναι μία πραγματικότης την οποία την αισθανόμεθα και καθένας Χριστιανός είναι ένας μικρός Χριστός. Διαβάστε το βιβλίο που συνέστησα και στους ιερείς «Η ζωή Του ζωή μου».

Λοιπόν είμεθα σύμφωνοι; Πνευματικοί άνθρωποι να είστε, να προσεύχεστε και για μας και για την Εκκλησία ολόκληρον. Άντε στο καλό, στην ευχή του Χριστού· και δεν πειράζει, παιδάκι μου, θα τραβήξομε εμείς το δρόμο μας.

Ο Χριστός «Λοιδορούμενος ούκ αντελοιδόρει» (Α΄ Πετρ. 2,23) και οι απόστολοι έλεγαν «λοιδορούμενοι ευλογούμεν» (Α ΄ Κορ. 4,12).

Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου - «Οι Χριστιανοί στους Έσχατους καιρούς» 
- See more at: http://perivolipanagias.blogspot.gr/2015/01/blog-post_730.html#sthash.FoW3mB61.dpuf

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Το Μυστήριον του Θανάτου εις την Λατρείαν της Εκκλησίας

 


Επιστολή του Μακαριωτάτου προς το Θ΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο στο Βόλο
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀδελφοί,
Πανοσιολογιώτατοι, Αἰδεσιμολογιώτατοι καὶ Ἐλλογιμώτατοι κύριοι Εἰσηγηταί,
Ἀγαπητοὶ Σύνεδροι,
Κατ’ ἀρχήν, καίτοι ἀπὼν σωματικῶς, καθόσον ἡ περιπέτεια τῆς ὑγείας μου μὲ κωλύει νὰ ἔλθω στὸν προσφιλῆ μου Βόλο καὶ νὰ μοιραστῶ μαζί σας τὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ Συμποσίου σας, οὐχ ἧττον πνευματικῶς εὑρίσκομαι ἐν μέσῳ σας καὶ ἐπιθυμῶ νὰ χαιρετήσω τὴν συμμετοχὴ ὅλων σας εἰς τὸ Θ΄ τοῦτο Πανελλήνιον Λειτουργικὸν Συμπόσιον Στελεχῶν τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ὁποίου καὶ τὴν ἔναρξιν κηρύσσω καὶ τὰς ἐργασίας ὁλοθύμως εὐλογῶ. Ἐπίσης ἐπιθυμῶ νὰ συγχαρῶ τὴν Διοργανωτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς Σεβ. Μητροπολίτην Καισαριανῆς κ. Δανιήλ, ὡς καὶ τὸν φιλοξενοῦντα Σεβ. Μητροπολίτην Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιον καὶ τοὺς συνεργάτας των καὶ νὰ ἐκφράσω εἰς αὐτοὺς τὸν πρέποντα ἔπαινον τῆς Ἐκκλησίας διὰ τοὺς κόπους των καὶ τὴν ἀρτίαν ὀργάνωσιν τοῦ Συμποσίου. Παραλλήλως ἐπιθυμῶ ἀκόμη νὰ συγχαρῶ ἐκ προοιμίου καὶ νὰ εὐχαριστήσω τοὺς ἐκλεκτοὺς εἰσηγητὰς διὰ τὴν προθυμίαν των καὶ τὴν πολύμοχθον καὶ πολύτιμον ἐργασίαν των. Ἄξιος πάντων ὁ μισθὸς παρὰ Κυρίῳ.
Θέμα μας εἶναι: Τὸ Μυστήριον τοῦ Θανάτου εἰς τὴν Λατρείαν τῆς Ἐκκλησίας, ὡς θανάτου νοουμένου ἐνταῦθα τοῦ σωματικοῦ θανάτου, ἤτοι τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοῦ σώματος, καὶ ὄχι τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κυρίως θάνατος, ὁ ἀναμένων τοὺς ἀπίστους καὶ τοὺς ἀμετανοήτους, ὁ «δεύτερος θάνατος», περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ ἡ ἱερὰ Ἀποκάλυψις.(1)
Ὄντως φοβερότατον, λέγομεν μετὰ τοῦ ὑμνῳδοῦ καὶ ἡμεῖς, ἀγαπητοί, τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον!.. Βεβαίως, «ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ τέρπεται ἐπὶ ἀπωλείᾳ ζώντων»,(2) «φθόνῳ δὲ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον».(3) Ὁ θάνατος εἰσῆλθε στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας. Τὸν θάνατον, τονίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, «ἐγέννησεν ἡ ἁμαρτία, τὸ πρωτότοκον ἔκγονον τοῦ ἀρχεκάκου δαίμονος».(4) Ὁ θάνατος, κατὰ τὸν ἴδιο Διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι γέννημα κοινῆς εὐθύνης τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ διαβόλου: «Ἑαυτῶ τὸν θάνατον ὁ Ἀδὰμ διὰ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Θεοῦ κατεσκεύασε, κατὰ τὸ γεγραμμένον: Οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ Σοῦ ἀπολοῦνται. Οὕτως οὐχὶ Θεὸς ἔκτισε θάνατον, ἀλλ’ ἡμεῖς ἑαυτοῖς ἐκ πονηρᾶς γνώμης ἀπεσπασάμεθα».(5) Ὁ θεῖος Χρυσόστομος παρατηρεῖ ὅτι «Εἰ γὰρ καὶ ἐξ ἁμαρτίας ὁ θάνατος εἰσενήνεκται, ἀλλ’ ὅμως εἰς εὐεργεσίαν ἡμῶν ὁ Θεὸς ἐχαρίσατο»,(6) προφανῶς ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται. Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἔχει ἄμεση σχέσι καὶ μὲ τὸν θάνατο καὶ μὲ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου: «Θάνατοι ἐπάγονται, τῶν ὅρων τῆς ζωῆς πληρωθέντων, οὕς ἐξ ἀρχῆς περὶ ἕκαστον ἔπηξεν ἡ δικαία τοῦ Θεοῦ κρίσις, πόρρωθεν τὸ περὶ ἕκαστον ἡμῶν συμφέρον προβλεπομένου», θὰ εἴπῃ ὁ Μέγας Βασίλειος.(7) Ὁπωσδήποτε ὅμως δὲν παύει νὰ εἶναι ξένος πρὸς τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου γι’ αὐτὸ καὶ ἀπαράδεκτος καὶ ἀνεπιθύμητος καὶ πικρός, ἀκόμη καὶ ὡς σκέψις: «Ὦ θάνατε, ὡς πικρὸν τὸ μνημόσυνόν σου», θὰ εἴπῃ ἡ σοφία.(8) Εἶναι ὁ «ἔσχατος ἐχθρός»,(9) τὸν ὁποῖο κατήργησεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, διὰ τοῦ ἰδίου Αὐτοῦ ζωαρχικοῦ θανάτου καὶ τῆς τριημέρου ζωηφόρου ἐκ νεκρῶν Ἀναστάσεώς Του. «Θανάτου θάνατος ὁ Αὐτοῦ θάνατος γέγονεν», παρατηρεῖ ὁ θεῖος Χρυσόστομος,(10) ἐνῶ ἀλλοῦ σημειώνει: «Ὁ Χριστὸς τὸν φοβερὸν ὄντα τῆ φύσει τῆ ἡμετέρᾳ καὶ φοβοῦντα τὸ γένος ἡμῶν ἅπαν, λαβὼν καὶ τὸν φόβον αὐτοῦ διαλύσας ἅπαντα, παρέδωκεν, ὥστε καὶ παρθένους καταπαίζειν αὐτοῦ».(11) Οἱ συνταφέντες, λοιπόν, μὲ τὸν Χριστὸν διὰ τοῦ Βαπτίσματος γευόμεθα τὸν θάνατον μόνον ὡς μίαν προσωρινὴν κατάστασιν, ὡς ἕνα μακρὸν ὕπνον μέχρι τῆς κοινῆς ἀναστάσεως, ὁπότε καὶ ἔχομε δεδομένας ὑποσχέσεις ἀπὸ τὸ ἀψευδὲς ἅγιον στόμα Του ὅτι θὰ ἀξιωθοῦμε ἀθανάτου καὶ ἀτελευτήτου ζωῆς σὺν Αὐτῶ. «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», διακηρύσσομεν ἐπισήμως καὶ καθημερινῶς εἰς τὸ ἱερὸν Σύμβολον τῆς Πίστεως.«Ἀποδημία πρόσκαιρος, ὕπνος μακρότερος τοῦ συνήθους»εἶναι γιὰ τοὺς πιστοὺς ὁ θάνατος, κατὰ τὸν Χρυσορρήμονα Πατέρα.(12) «Ὕπνος τοῖς δικαίοις ὁ θάνατος. Μᾶλλον δὲ πρὸς κρείττονα ζωὴν ἐπιδημία», τονίζει καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος,(13)ἐνῶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ἀκόμη ἐναργέστερα βεβαιώνει ὅτι ὁ θάνατος τῶν πιστῶν εἶναι «ἐκδημία πρὸς Θεόν, πλήρωσις πόθου, λύσις δεσμῶν, διάζευξις βάρους».(14) Ὁ Σταυρός, ὁ Θάνατος, ἡ εἰς Ἅδου Κάθοδος καὶ ἡ ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ προμνηστεύονται γιὰ κάθε πιστό, γιὰ κάθε ὑγιὲς κύτταρο καὶ ζωντανὸ μέλος τοῦ αἰωνίως ζῶντος Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου καὶ ἔτσι μπορεῖ νὰ λέγῃ μαζὶ μὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο: «Ἀποθανὼν οὐ τεθνήξομαι, τὴν ζωὴν (δηλ. τὸν Χριστὸν) ἔχων ἐν ἑαυτῶ».(15) Εἰς τὴν πλήρη θρήνου καὶ δακρύων ἀκολουθίαν τοῦ Ψυχοσαββάτου, βλέπομεν αὐτὴν τὴν φωτεινὴν καὶ χαροποιόν ἐλπίδα νὰ ἐκφράζεται ἐναργέστατα εἰς τὸ τελευταῖον στιχηρὸν τῶν αἴνων: «Χριστὸς ἀνέστη, λύσας τῶν δεσμῶν Ἀδὰμ τὸν Πρωτόπλαστον, καὶ τοῦ ἅδου καταλύσας τὴν ἰσχύν. Θαρσεῖτε πάντες οἱ νεκροί, ἐνεκρώθη ὁ θάνατος, ἐσκυλέυθη καὶ ὁ ἅδης σὺν αὐτῶ, καὶ ὁ Χριστὸς ἐβασίλευσεν, ὁ σταυρωθεὶς καὶ ἀναστάς˙ Αὐτὸς ἡμῖν ἐχαρίσατο τὴν ἀφθαρσίαν τῆς σαρκός˙ Αὐτὸς ἀνιστᾶ ἡμᾶς καὶ δωρεῖται τὴν ἀνάστασιν ἡμῖν, καὶ τῆς δόξης ἐκείνης μετ’ εὐφροσύνης πάντας ἀξιοῖ, τοὺς ἐν πίστει ἀκλινεῖ πεπιστευκότας θερμῶς ἐπ’ Αὐτῶ».(16) Ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Κρίσις θὰ σηματοδοτήσουν διὰ τοὺς πιστοὺς αἰώνιον φῶς, αἰώνια χαρά, αἰώνια ζωὴ καὶ μακαριότητα: «Καὶ ἐξαλείψει ἀπ’ αὐτῶν ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι, ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον».(17)
Μὲ αὐτὴν τὴν ἀντίληψι περὶ θανάτου, ἡ Ἐκκλησία ἀρχαιόθεν συνώδευε τὴν ἔξοδο τῶν πιστῶν τέκνων Της μὲ καταλλήλους ἐξοδίους, ἐπιταφίους καὶ ἐπιμνημοσύνους τελετάς, ἀκολουθίας καὶ εὐχάς, οἱ ὁποῖες ἀντανακλοῦν τὴν πίστιν εἰς τὸν Νικητὴν τοῦ θανάτου καὶ Ἀρχηγὸν τῆς Ζωῆς Ἰησοῦν Χριστόν, ὡς καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς ἐν Αὐτῶ ἀναστάσεως καὶ αἰωνίου ζωῆς καὶ σωτηρίας. Πρὸς τούτοις, κατὰ τὴν Θείαν Εὐχαριστίαν, ἀπὸ τῆς πρώτης ἤδη ἐκκλησιαστικῆς ἐποχῆς, ἀνεπέμποντο εἰδικαὶ εὐχαὶ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων. Κατὰ τὸν Ἑσπερινὸν τῆς Γονυκλισίας τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς ἐκτενεῖς, ἐπίσης, εὐχαὶ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων πιστῶν ἀναφέρονται, ἐνῶ δύο Σάββατα τοῦ ἔτους, τὸ πρὸ τῆς Ἀπόκρεω καὶ τὸ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, τὰ λεγόμενα Ψυχοσάββατα, εἶναι ἀποκλειστικῶς ἀφιερωμένα εἰς αὐτούς.
Ὁ Ὠριγένης μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὴν ὑπαρξι εὐχῶν ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων στὴν ἐποχή του: «Οὐκ ἀπογνωστέον οὕτω καὶ τοὺς ἐξεληλυθότας μακαρίους φθίνειν τῶ πνεύματι τάχα μᾶλλον, τοῦ ὄντος ἐν τῶ σώματι ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας˙ διόπερ οὐ καταφρονητέον τῶν ἐν αὐταῖς εὐχῶν, ὡς ἐξαίρετόν τι ἐχουσῶν τῶ γνησίως συνερχομένῳ αὐτῶν».(18) Εἰς τὸν ἀποδιδόμενον εἰς τὸν Ἅγιον Ἐπιφάνειον Β΄ Λόγον Τῶ Ἁγίῳ καὶ Μεγάλῳ Σαββάτῳ, γίνεται λόγος διὰ προεξόδια ἄσματα καὶ ἐπικηδείους προσευχὰς ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων.(19) Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφων τὴν κηδείαν τῆς Ἁγίας Μακρίνης ἀναφέρει ψαλμωδίας καὶ ἐπικήδειον παννυχίδα καὶ δύο χοροὺς -ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν- ψαλλόντων ὑμνωδίας, καθάπερ ἐπὶ Μαρτύρων πανηγύρεως.(20) Ἀλλὰ καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος ἀναφέρει ὅτι ὅταν ἐξεψύχησε ἡ ἁγία μητέρα του, ὁ Εὐόδιος ἔλαβε τὸ Ψαλτήριο καὶ ἄρχισε νὰ ψάλλῃ στίχο πρὸς στίχο τὸ «Ἔλεος καὶ κρίσιν ἄσομαί Σοι, Κύριε», ἀντιφωνοῦντος τοῦ ἰδίου τοῦ Αὐγουστίνου καὶ τοῦ υἱοῦ του Ἀδεοδάτου. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀναφέρει συγκεκριμένους ψαλμοὺς ποὺ ἐψάλλοντο κατὰ τὴν ἐκφορὰν τῶν νεκρῶν. Αὐθεντικὰ παλαιὰ λειτουργικὰ κείμενα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκκομιδὴν τῶν κεκοιμημένων πιστῶν ἔχομε μόνον ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ Η΄ αἰῶνος, μὲ πρῶτο τὸ ἀρχαιότερον ἀπὸ τὰ μέχρι σήμερα γνωστὰ Εὐχολόγια, τὸν Βαρβερινὸ κώδικα 336, καί, βεβαίως, τὸ Εὐχολόγιον τοῦ Σεραπίωνος Θμούεως (300-362). Δύο δὲ σχετικαὶ διαφωτιστικαὶ πραγματεῖαι, τὰ μάλιστα ἀξιομνημόνευτοι καὶ πολύτιμοι εἶναι: α) Τὸ «Περὶ τῶν ἐπὶ τοῖς κεκοιμημένοις τελουμένων» ἕβδομον κεφάλαιον τοῦ ἀποδιδομένου εἰς τὸν Ἅγιον Διονύσιον τὸν Ἀρεοπαγίτην ἔργου «Περὶ Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας»,(21) ἔργον τοῦ τέλους τοῦ Ε΄ αἰῶνος, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία ὀνομάζεται «μυστήριον ἐπὶ τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων». καὶ β) τὰ «Περὶ τοῦ τέλους ἡμῶν καὶ τῆς ἱερᾶς τάξεως τῆς κηδείας καὶ τῶν κατ’ ἔθος ὑπὲρ μνήμης γενομένων» 360-373 κεφάλαια τοῦ «Διαλόγου» τοῦ Ἁγίου Συμεὼν Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (+1429).(22) Κατὰ τὴν σήμερον κρατοῦσαν τάξιν ἔχομεν τὴν προθανάτιον Ἀκολουθίαν (Ἀκολουθία εἰς Ψυχορραγοῦντα), τὴν προεξόδιον Ἀκολουθίαν ἐν τῶ οἴκῳ τοῦ κεκοιμημένου (Τρισάγιον), τὴν καθ’ αὐτὸ Ἐξόδιον Ἀκολουθίαν ἐν τῶ Ναῶ (ἕν εἶδος ἰδιορρύθμου Ὄρθρου), τὴν ἐπιτάφιον Ἀκολουθίαν (Τρισάγιον καὶ πάλιν) καὶ τὰ Μνημόσυνα (τρίτα, ἔννατα, τεσσαρακοστά, τρίμηνα, ἑξάμηνα, ἐννεάμηνα καὶ ἐτήσια), τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐπιτομὴν τῆς Ἐξοδίου Ἀκολουθίας. Ἰδιαιτέραν Ἀναπαύσιμον Ἀκολουθίαν διαθέτομεν διὰ τὰ Νήπια (κάτω τῶν 7 ἐτῶν), καθὼς ἐπίσης καὶ διὰ πάντα πιστὸν κατὰ τὸ Πάσχα, τὴν Διακαινήσιμον Ἑβδομάδα καὶ τὴν Τετάρτην τῆς ἀποδόσεως τοῦ Πάσχα. Διὰ τοῦς Ἱερεῖς ὑπάρχει ἰδιαιτέρα νεκρώσιμος Ἀκολουθία, καθὼς καὶ διὰ τοὺς Μοναχούς. Κακῶς ἐπικρατήσασα νεωτέρα τάξις ἀπαιτεῖ τὴν τέλεσιν τῆς κοινῆς καὶ συνήθους ἐξοδίου Ἀκολουθίας ἐπίσης διὰ τοὺς Κληρικοὺς καὶ Μοναχούς, ἀλλ’ ἡ τάξις αὕτη οὔτε εἰς τὰς Ἱερὰς Μονὰς κρατεῖται, οὔτε εἰς τὰς μὴ ἑλληνοφώνους Ἐκκλησίας. Παραλλήλως ὑπάρχουν κατάσπαρτοι τῆδε κακεῖσε διάφοροι εὐχαὶ «Ἐπὶ τελευτήσαντος ἱερέως», «Ἐπὶ τελευτήσαντος ἱερομονάχου», «Ἐπὶ τελευτήσαντος διακόνου», «Νεκρώσιμος εἰς ἀρχιερεῖς», «Ἐπὶ τεθνεῶτι ἀφωρισθέντι ὑπό τινος», «Μετὰ θάνατον συγχωρητικαί», «Ἐπιτάφιος εἰς ἐπισκόπους», «Εἰς λύσιν τετελευτηκότος ἐν δεσμοῖς ἀρχιερέως» κ.λπ., κ.λπ.(23) Εἰς τοὺς ὕμνους, τὰς εὐχὰς καὶ τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα τῶν ἐν χρήσει Ἀκολουθιῶν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θρηνεῖται ἡ ματαιότης τῶν ἐγκοσμίων καὶ ἀποδύρεται τὸ γεγονὸς τῆς στερήσεως τοῦ κοιμηθέντος, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως λάμπει πάμφωτος ἡ ἐν Χριστῶ ἐλπίς, ἡ πίστις εἰς τὴν ἀθανασίαν τῆς ψυχῆς, εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν, εἰς τὴν προσδοκωμένην ἀνάστασιν. Ἐκζητεῖται παρὰ Κυρίου τὸ θεῖον ἔλεος καὶ ἡ συγχώρησις διὰ τὸν ἀποβιώσαντα, ἡ ἀνάπαυσίς του «ἐν τόπῳ φωτεινῶ, ἐν τόπῳ χλοερῶ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως» καὶ ἡ κατάταξίς του μετὰ τῶν ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίων. Μὲ ἄλλους λόγους, ἡ πενθοῦσα ἐκκλησιαστικὴ κοινότης τοποθετεῖται ἐνώπιον τοῦ γεγονότος καὶ τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου, sub speciae aeternitatis καὶ ἐν τῶ φωτὶ τοῦ προσώπου τοῦ αἰωνίως ζῶντος Χριστοῦ, εἰς Ὅν καὶ ὁ μεταστὰς ἦτο ἄχρι θανάτου πιστὸς καὶ πρὸς τὸν Ὁποῖον ἤδη πορεύεται. Ἡ ὅλη Ἀκολουθία ἀποπνέει ὀσμὴν ζωῆς,(24) ἄρωμα παραμυθίας:«Ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποί, οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα»˙(25) ἐλπίδα ἀναστάσεως: «ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται».(26)
Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων (+397) ἀναφέρει ὅτι κατὰ τὴν κήδευσι τοῦ ἀδελφοῦ του Σατύρου τελέσθηκε Θεία Λειτουργία. Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος (+430) ἀναφέρει ὅτι θανούσης τῆς μητρός του Μόνικας, καὶ ἐνῶ ἀκόμη τὸ λείψανόν της ἔκειτο παρὰ τὸν τάφον, «ἡ θυσία τῆς ἡμετέρας ἀπολυτρώσεως προσεφέρετο κατὰ τὸ εἰωθὸς ὑπὲρ αὐτῆς».(27) Ὁ ΜΑ΄ κανὼν τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου (419 μ.Χ.) προβλέπει ὅτι ἡ κηδεία πρέπει νὰ γίνεται συναφῶς πρὸς τὴν Θείαν Εὐχαριστίαν, μόνον ὅταν ὁ λειτουργὸς εἶναι νῆστις. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων εἰς τὰς Μυσταγωγικὰς Κατηχήσεις του τονίζει ὅτι εἰς τὴν ἱερὰν Λειτουργίαν προσφέρομεν εὐχὰς «ὑπὲρ πάντων ἁπλῶς τῶν ἐν ἡμῖν προκεκοιμημένων, μεγίστην ὄνησιν πιστεύοντες ἔσεσθαι ταῖς ψυχαῖς, ὑπὲρ ὧν ἡ δέησις ἀναφέρεται, τῆς ἁγίας καὶ φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας».(28) Ὁ θεῖος Χρυσόστομος συνιστῶν τὰς ὑπὲρ τῶν ἀποιχομένων ἐν θείᾳ λειτουργίᾳ προσευχάς, ὑπογραμμίζει: «οὐκ εἰκῆ ἐνομοθετήθη ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων τὸ ἐπὶ τῶν φρικτῶν μυστηρίων μνήμην ποιεῖσθαι τῶν ἀπελθόντων. Ἴασιν αὐτοῖς πολὺ κέρδος γινόμενον, πολλὴν τὴν ὠφέλειαν. Ὅταν γὰρ ἑστήκει λαὸς ὁλόκληρος χεῖρας ἀνατείνοντες, πλήρωμα ἱερατικόν, καὶ πρόκειται ἡ φρικτὴ θυσία, πῶς οὐ δυσωπήσωμεν ὑπὲρ τούτων τὸν Θεὸν παρακαλοῦντες;»(29) Εἰς τὸ ἀπόκρυφον κείμενον «Πράξεις Ἰωάννου» (β΄ αἰ.) καταγράφεται ἡ μαρτυρία ὅτι θανούσης κάποιας Χριστιανῆς ὀνόματι Δρουσιανή, τελέσθηκε Θεία Εὐχαριστία καὶ ἀνεπέμφθησαν προσευχαὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τοῦ θανάτου της: «Τῆ δὲ ἑξῆς ἡμέρᾳ παραγίνεται ὁ Ἰωάννης ἅμα τῶ Ἀνδρονίκῳ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς ἐξ ἑωθινῆς εἰς τὸ μνῆμα, τρίτην ἐχούσης τῆς Δρουσιανῆς, ὅπως ἄρτον κλάσωμεν ἐκεῖ… Καὶ ταῦτα εἰπὼν ὁ Ἰωάννης ἐπευξάμενος καὶ λαβὼν ἄρτον ἐκόμισεν εἰς τὸ μνῆμα κλάσαι, καὶ εἶπε: Δοξάζομέν σοι τὸ ὄνομα τὸ ἐπιστρέφον ἡμᾶς ἐκ τῆς πλάνης καὶ ἀνηλεοῦς ἀπάτης. Καὶ εὐξάμενος οὕτω καὶ δοξάσας ἐξήει τοῦ μνήματος, κοινωνήσας τοῖς ἀδελφοῖς πᾶσι τῆς τοῦ Κυρίου Εὐχαριστίας».(30) Ὁ Τερτυλλιανὸς τονίζει ὅτι τὰ ἔναντι τῶν νεκρῶν καθήκοντα τῶν πιστῶν εἶναι τρία: Ἡ προσωπικὴ προσευχή, ἡ προσφορὰ τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ ἡ τέλεσίς της κατὰ τὴν ἐπέτειο τοῦ θανάτου τοῦ νεκροῦ: «… pro cuius spirito postulas, pro qua oblationes annuas reddis. Stabis ergo ad dominum sum tot uxovibus quot in oratione commemoras et offers pro duabus et commendabis illas duas per sacerdotem».(31)
Μὲ τέτοια παραδοσιακὴν βάσιν, εἰς τὰς ἐν χρήσει Θείας Λειτουργίας μνημονεύομε τῶν ὀνομάτων τῶν κεκοιμημένων καὶ προσευχόμεθα ὑπὲρ ἀναπαύσεώς των. Οὕτως, εἰς τὴν Προσκομιδὴν ἐξάγομεν μερίδας μνημονεύοντες: «Ὑπὲρ μακαρίας μνήμης καὶ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν πάντων τῶν ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, τῶν ἐν τῆ Σῆ κοινωνίᾳ κεκοιμημένων Ὀρθοδόξων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, Φιλάνθρωπε Κύριε» καὶ ἀναφέρομεν ὀνομαστὶ ὅσους ἐπιθυμοῦμεν. Εἰς τὴν εὐχὴν τῆς ἀναφορᾶς τῆς ἀρχαίας Λειτουργίας τῆς ἐπιγραφομένης ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγ. Ἀποστόλου Μάρκου, ἡ Ἐκκλησία προσύχετο: «Τῶν ἐν πίστει Χριστοῦ προκεκοιμημένων πατέρων τε καὶ ἀδελφῶν τὰς ψυχὰς ἀνάπαυσον, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, μνησθεὶς τῶν ἀπ’ αἰῶνος προπατόρων, πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, μαρτύρων, ὁμολογητῶν, ἐπισκόπων, ὁσίων, δικαίων, παντὸς πνεύματος ἐν πίστει Χριστοῦ τετελειωμένων, καὶ ὧν ἐν τῆ σήμερον ἡμέρᾳ τὴν ὑπόμνησιν ποιούμεθα».(32)Καὶ μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Διακόνου ἀνάγνωσιν τῶν Διπτύχων τῶν κεκοιμημένων, ὁ Ἱερεὺς ἐπέλεγε: «Καὶ τούτων πάντων τὰς ψυχὰς ἀνάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐν ταῖς τῶν ἁγίων Σου σκηναῖς, ἐν τῆ βασιλείᾳ Σου, χαριζόμενος αὐτοῖς τὰ τῶν ἐπαγγελιῶν Σου ἀγαθά, ἅ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδεν καὶ οὖς οὐκ ἤκουσεν καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασας, ὁ Θεός, τοῖς ἀγαπῶσι τὸ ὄνομά Σου τὸ ἅγιον. Αὐτῶν μὲν τὰς ψυχὰς ἀνάπαυσον καὶ βασιλείας οὐρανῶν καταξίωσον, ἡμῶν δὲ τὰ τέλη τῆς ζωῆς χριστιανἀ καὶ εὐάρεστα καὶ ἀναμάρτητα δώρησαι καὶ δὸς ἡμῖν μερίδα καὶ κλῆρον ἔχειν μετὰ πάντων τῶν ἁγίων Σου».(33) Εἰς τὴν φερομένην ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου Λειτουργίαν ἀναφέρεται, πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι ἡ ἀναίμακτος θυσία προσφέρεται «καὶ εἰς ἀνάπαυσιν τῶν προκοιμηθέντων ψυχῶν»,(34) ἐνῶ μετὰ τὸν καθαγιασμὸν τῶν Τιμίων Δώρων, ὁ ἱερεὺς μνημονεύει ὀνόματα κεκοιμημένων καὶ ἐπεύχεται:«Τούτων πάντων μνήσθητι, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκός, ὧν ἐμνήσθημεν καὶ ὧν οὐκ ἐμνήσθημεν Ὀρθοδόξων. Αὐτὸς ἐκεῖ αὐτοὺς ἀνάπαυσον ἐν χώρᾳ ζώντων, ἐν τῆ βασιλείᾳ Σου, ἐν τῆ τρυφῆ τοῦ παραδείσου, ἐν κόλποις Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, ὅθεν ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός, ἔνθα ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου καὶ καταλάμπει διὰ παντός˙ ἡμῶν δὲ τὰ τέλη τῆς ζωῆς χριστιανὰ καὶ εὐάρεστα καὶ ἀναμάρτητα ἐν εἰρήνῃ κατεύθυνον».(35)
Εἰς τὴν Ἐκτενῆ τῆς ἐν χρήσει σήμερον Θείας Λειτουργίας (τόσον ἐκείνης τοῦ Μεγ. Βασιλείου, ὅσον καὶ τῆς τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου) δεόμεθα «ὑπὲρ τῶν μακαρίων κτιτόρων τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιῶν καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν προαναπαυσαμένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐνθάδε εὐσεβῶς κειμένων καὶ ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξων», ἐνῶ εἰς τὴν εὐχὴν τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς λέγομεν: «Ἔτι προσφέρομέν Σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον λατρείαν ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Κηρύκων, Εὐαγγελιστῶν, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐγκρατευτῶν, Διδασκάλων καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου». Καὶ παρακατιόντες πάλιν παρακαλοῦμεν:«Καὶ μνήσθητι πάντων τῶν κεκοιμημένων ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως, ζωῆς αἰωνίου (ἀναφέρομεν ὀνομαστὶ) καὶ ἀνάπαυσον αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου».
Εἰς τὰς σταθερὰς ἀκολουθίας τοῦ νυχθημέρου ὑπάρχουν ἐπίσης προσευχαὶ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων. Οὕτως εἰς τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Μεσονυκτικοῦ ἀπαγγέλλομε καθημερινῶς ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων τὴν ὡραότατη εὐχή: «Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου κεκοιμημένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ πάντων τῶν ἐν εὐσεβείᾳ καὶ πίστει τελειωθέντων, καὶ συγχώρησον αὐτοῖς πᾶν πλημμέλημα, … καὶ κατασκήνωσον αὐτοὺς ἐν τόποις φωτεινοῖς, (…) ὅπου ἡ ἐπισκοπὴ τοῦ προσώπου Σου εὐφραίνει πάντας τοὺς ἀπ’ αἰῶνος ἁγίους Σου. Χάρισαι αὐτοῖς τὴν Βασιλείαν Σου, καὶ τὴν μέθεξιν τῶν ἀφράστων καὶ αἰωνίων Σου ἀγαθῶν, καὶ τῆς Σῆς ἀπεράντου καὶ μακαρίας ζωῆς τὴν ἀπόλαυσιν…». Κατὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς Ἀκολουθίας αὐτῆς καλούμεθα ὅπως«μακαρίσωμεν τοὺς εὐσεβεῖς βασιλεῖς, τοὺς Ὀρθοδόξους Ἀρχιερεῖς καὶ Ἱερεῖς, τοὺς κτίτορας καὶ ἀνακαινιστὰς τῆς ἁγίας ἐκκλησίας ταύτης, καὶ πάντας τοὺς προαπελθόντας πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν, τοὺς ἐνθάδε εὐσεβῶς κειμένους καὶ ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους». Παρομοίως καὶ εἰς τὴν Ἀκολουθίαν τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου προσευχόμεθα:«Μνήσθητι, Κύριε, τῶν προκοιμηθέντων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ ἀνάπαυσον αὐτοὺς ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου». Εἰς τὸν Ἑσπερινὸν τῆς Γονυκλισίας τὴν Κυριακὴν τῆς Πεντηκοστῆς, καὶ μάλιστα εἰς τὴν τρίτην εὐχὴν τῆς γονυκλισίας, προσευχόμεθα ἰδιαιτέρως διὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἀλλὰ καὶ πολλὴν τὴν θεολογίαν περὶ τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου εὑρίσκομε εἰς τὴν συγκεκριμένην ἐκείνην εὐχήν. Διὰ τοῦτο καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀναφέρω ἀποσπάσματά της: «… Ὁ εἰς ἅδου καταβὰς καὶ μοχλοὺς αἰωνίους συντρίψας, καὶ τοῖς κάτω καθημένοις ἄνοδον ὑποδείξας, …, ἐπάκουσον ἡμῶν δεομένων Σου, καὶ ἀνάπαυσον τὰς ψυχὰς τῶν δούλων Σου, τῶν προκεκοιμημένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ λοιπῶν συγγενῶν κατὰ σάρκα, καὶ πάντων τῶν οἰκείων τῆς πίστεως, … πάσης φύσεως ἀνθρωπίνης Δημιουργέ, συνισταμένης τε καὶ πάλιν λυομένης, ζωῆς τε καὶ τελευτῆς, τῆς ἐνταῦθα διαγωγῆς καὶ τῆς ἐκεῖθεν μεταστάσεως˙ ὁ χρόνους μετρῶν τοῖς ζῶσι, καὶ καιροὺς θανάτου ἱστῶν, κατάγων εἰς ἅδου καὶ ἀνάγων, … ὁ τοὺς θανάτου κέντρῳ πληγέντας ἀναστάσεως ἐλπίσι ζωογονῶν. Αὐτός, Δέσποτα τῶν ἁπάντων, …, ὁ καὶ ἐν ταύτῃ τῆ παντελείῳ ἑορτῆ καὶ σωτηριώδει, ἱλασμοὺς μὲν ἱκεσίους ὑπὲρ τῶν κατεχομένων ἐν ἅδῃ καταξιώσας δέχεσθαι, μεγάλας δὲ παρέχων ἡμῖν ἐλπίδας, ἄνεσιν τοῖς κατεχομένοις τῶν κατεχόντων αὐτοὺς ἀνιαρῶν καὶ παραψυχὴν παρὰ Σοῦ καταπέμπεσθαι, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ταπεινῶν καὶ οἰκτρῶν δεομένων Σου, καὶ ἀνάπαυσον τὰς ψυχὰς τῶν δούλων Σου τῶν προκεκοιμημένων, ἐν τόπῳ φωτεινῶ, ἐν τόπῳ χλοερῶ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός˙ καὶ κατάταξον τὰ πνεύματα αὐτῶν ἐν σκηναῖς δικαίων, καὶ εἰρήνης καὶ ἀνέσεως ἀξίωσον αὐτούς˙ ὅτι οὐχ οἱ νεκροὶ αἰνέσουσί Σε, Κύριε, οὐδὲ οἱ ἐν ἅδῃ ἐξομολόγησιν παρρησιάζονται προσφέρειν Σοι, ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εὐλογοῦμεν Σε καὶ ἱκετεύομεν, καὶ τὰς ἱλαστηρίους εὐχὰς καὶ θυσίας προσάγομέν Σοι ὑπὲρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν. … Σὸν γάρ, ὡς ἀληθῶς, καὶ μέγα ὄντως μυστήριον … ἥ τε πρόσκαιρος λύσις τῶν Σῶν κτισμάτων καὶ ἡ μετὰ ταῦτα συνάφεια καὶ ἀνάπαυσις ἡ εἰς αἰῶνας. Σοὶ χάριν ἐπὶ πᾶσιν ὁμολογοῦμεν, ἐπὶ ταῖς εἰσόδοις ἡμῶν ταῖς εἰς τὸν κόσμον τοῦτον καὶ ταῖς ἐξόδοις, αἵ τὰς ἐλπίδας ἡμῖν τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς ἀκηράτου ζωῆς, διὰ τῆς Σῆς ἀψευδοῦς ἐπαγγελίας προμνηστεύονται, ἧς ἀπολαύσαιμεν ἐν τῆ μελλούσῃ δευτέρᾳ παρουσίᾳ Σου… Δέξαι οὖν, Δέσποτα, δεήσεις καὶ ἱκεσίας ἡμετέρας, καὶ ἀνάπαυσον πάντας, τοὺς πατέρας ἑκάστου καὶ μητέρας καὶ τέκνα καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς καὶ εἴ τι ἄλλον ὁμογενὲς καὶ ὁμόφυλον, καὶ πάσας τὰς προαναπαυσαμένας ψυχὰς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου. Καὶ κατάταξον τὰ πνεύματα αὐτῶν καὶ τὰ ὀνόματα ἐν βίβλῳ ζωῆς, ἐν κόλποις Ἀβραάμ, καὶ Ἰσαάκ, καὶ Ἰακώβ, ἐν χώρᾳ ζώντων, εἰς βασιλείαν οὐρανῶν, ἐν παραδείςῳ τρυφῆς, διὰ τῶν φωτεινῶν Ἀγγέλων Σου εἰσάγων ἅπαντας εἰς τὰς ἁγίας Σου μονάς. Συνέγειρον καὶ τὰ σώματα ἡμῶν ἐν ἡμέρᾳ ἧ ὥρισας, κατὰ τὰς ἁγίας Σου καὶ ἀψευδεῖς ἐπαγγελίας. Οὐκ ἔστιν οὖν, Κύριε, τοῖς δούλοις Σου θάνατος, ἐκδημούντων ἡμῶν ἀπὸ τοῦ σώματος καὶ πρὸς Σὲ τὸν Θεὸν ἡμῶν ἐνδημούντων, ἀλλὰ μετάστασις ἀπὸ τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ χρηστότερα καὶ θυμηδέστερα, καὶ ἀνάπαυσις καὶ χαρά».
Ἐν ὄψει τοῦ προσδοκωμένου ἡμετέρου θανάτου καὶ τῆς μελλούσης Κρίσεως, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ θὰ παραστῶμεν, καλούμεθα ὑπὸ τοῦ Διακόνου εἰς τὴν Λειτουργίαν ὅπως:«Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά, καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα». Ἀναλόγως προσευχόμεθα καὶ εἰς τὴν Ἀκολουθίαν τοῦ Ἀποδείπνου, παρακαλοῦντες τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον νὰ μᾶς βοηθήσῃ κατὰ τὴν φοβερὰν ὥραν τοῦ θανάτου: «Καὶ ἐν τῶ καιρῶ τῆς ἐξόδου μου τὴν ἀθλίαν μου ψυχὴν περιέπουσα καὶ τὰς σκοτεινὰς ὄψεις τῶν πονηρῶν δαιμόνων πόρρῳ αὐτῆς ἀπελαύνουσα». Παραπλησίως προσευχόμεθα καὶ κατὰ τὴν Ἀκολουθίαν τοῦ Μεσονυκτικοῦ τοῦ Σαββάτου: «Καὶ νῦν, Δέσποτα, σκεπασάτω με ἡ χείρ Σου, καὶ ἔλθοι ἐπ’ ἐμὲ τὸ ἔλεός Σου, ὅτι τετάρακται ἡ ψυχή μου καὶ κατώδυνός ἐστιν ἐν τῶ ἐκπορεύεσθαι αὐτὴν ἐκ τοῦ ἀθλίου μου καὶ ῥυπαροῦ σώματος τούτου˙ μήποτε ἡ πονηρὰ τοῦ ἀντικειμένου βουλὴ συναντήσῃ καὶ παρεμποδίσῃ αὐτήν, διὰ τὰς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ γνώσει ἐν τῶ βίῳ τούτῳ γενομένας μοι ἁμαρτίας. Ἵλεως γενοῦ μοι, Δέσποτα, καὶ μὴ ἰδέτω ἡ ψυχή μου τὴν ζοφερὰν καὶ σκοτεινὴν ὄψιν τῶν πονηρῶν δαιμόνων˙ ἀλλὰ παραλαβέτωσαν αὐτὴν Ἄγγελοί Σου φαιδροὶ καὶ φωτεινοί. Δὸς δόξαν τῶ ὀνόματί Σου τῶ ἁγίῳ καὶ τῆ σῆ δυνάμει ἀνάγαγέ με εἰς τὸ θεῖον Σου βῆμα. Ἐν τῶ κρίνεσθαί με, μὴ καταλάβοι με ἡ χεὶρ τοῦ ἄρχοντος τοῦ κόσμου τούτου, εἰς τὸ κατασπάσαι με τὸν ἁμαρτωλὸν εἰς βυθὸν ἅδου, ἀλλὰ παράστηθί μοι καὶ γενοῦ μοι σωτὴρ καὶ ἀντιλήπτωρ…». Εἰς τὴν τελευταία αὐτὴ εὐχὴ κατοπτρίζεται ὅλο τὸ δέος τοῦ πιστοῦ ἐνώπιον τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου, ὁ φόβος γιὰ τὴν Κρίσι καὶ τὸν κίνδυνο τῆς ἀπωλείας, καθὼς καὶ ἡ τελικὴ ἐγκατάλειψις τοῦ πιστοῦ εἰς τὸ ἔλεος καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ. Ἀναλόγως προσευχόμεθα καὶ εἰς τὴν τρίτην εὐχὴν τῆς Γονυκλισίας τῆς Πεντηκοστῆς: «… ἡμᾶς δὲ τοὺς περιεστῶτας εὐλόγησον, τέλος ἀγαθὸν καὶ εἰρηνικὸν παρεχόμενος ἡμῖν τε καὶ παντὶ τῶ λαῶ Σου, καὶ ἐλέους σπλάγχνα καὶ φιλανθρωπίας διανοίγων ἡμῖν ἐν τῆ φρικτῆ καὶ φοβερᾶ Σου παρουσίᾳ, καὶ τῆς βασιλείας Σου ἀξίους ἡμᾶς ποίησον».
Τὰ Μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων θεσμοθετοῦνται ἤδη ἀπὸ τὰς Ἀποστολικὰς Διαταγάς, αἱ ὁποῖαι ἐντέλλονται: «Ἐπιτελείσθω δὲ τρίτα τῶν κεκοιμημένων ἐν ψαλμοῖς καὶ ἀναγνώσεσι καὶ προσευχαῖς διὰ τὸν διὰ τριῶν ἡμερῶν Ἐγερθέντα, καὶ ἔνατα εἰς ὑπόμνησιν τῶν περιόντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, καὶ τεσσαρακοστὰ κατὰ τὸν παλαιὸν τύπον˙ Μωϋσῆν γὰρ οὕτως ὁ λαὸς ἐπένθησεν, καὶ ἐνιαύσια ὑπὲρ μνείας αὐτοῦ, καὶ διδόσθω ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ πένησιν εἰς ἀνάμνησιν αὐτοῦ»(36) Σήμερον προσετέθησαν τὰ τρίμηνα, ἑξάμηνα καὶ ἐννεάμηνα. Κατὰ τὰ Μνημόσυνα παρατίθενται καὶ εὐλογοῦνται τὰ Κόλλυβα. Εἰς τὸν σπόρον τοῦ σίτου, ὁ ὁποῖος θάπτεται εἰς τὴν γῆν, σαπίζει, διαλύεται καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν σῆψιν καὶ διάλυσιν ἀνίσταται ὁ νέος στάχυς, πλήρης ζωῆς καὶ καρποῦ, ἡ Ἐκκλησία, στοιχοῦσα εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ Κυρίου: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει˙ ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει»,(37) καὶ ἀκούουσα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου λέγοντος ὅτι «οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. σπείρεται ἐν φθορᾶ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ˙ σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ˙ σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει˙ σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν»,(38) εἶδε τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου θνήσκοντος, τὸ σῶμα θάπτεται καὶ κρύπτεται εἰς τὴν γῆν, ἀναμένον τὴν ὥραν τῆς ἀναστάσεως, ὁπότε θὰ ἀνασυντεθῆ καὶ θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ προσκήνιον πλῆρες ζωῆς καὶ δόξης καὶ ἀφθαρσίας.
Ἀγαπητοί μου,
Δὲν νομίζω ὅτι σᾶς ἐπαρουσίασα μίαν ἐπιστημονικῶς ἀρτίαν ἐπεξεργασίαν τοῦ θέματος. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἔδωκα, ἁπλῶς, σοφοῖς ἀφορμήν. Αὐτὸς ἦταν ἄλλωστε ὁ σκοπός μου καὶ μόνον. Οὐχ ἧττον, εἶμαι βέβαιος ὅτι μὲ τὴν παρουσίασιν ὅλων τῶν εἰσηγήσεων θὰ ἔχετε μίαν πληρεστέραν εἰκόνα καὶ ἀρτιοτέραν γνῶσιν, εἰς βοήθειαν ἑαυτῶν καὶ ἀλλήλων, καὶ τοῦ χριστωνύμου πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς μᾶς ἠξίωσε νὰ διακονοῦμεν καὶ νὰ ὁδηγοῦμεν εἰς τὴν Ὁδόν, τὴν Ἀλήθειαν καὶ τὴν Ζωήν. Θὰ σᾶς ἀφήσω νὰ συνεχίσετε ἐν εὐλογίαις τὰς ἐργασίας τοῦ Συμποσίου μὲ μίαν προσευχὴν τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου: «Ἀλλ’ ὦ Χριστέ, … καινοποιήσας, ἐγκαίνισον ἐν τῆ διανοίᾳ ἡμῶν, Κύριε, σπουδὴν πρὸ τοῦ θανάτου, ὅπως ἐν τῆ ὥρᾳ τῆς ἐξόδου ἡμῶν γνῶμεν, πῶς ἦν ἡ εἴσοδος ἡμῶν καὶ ἡ ἔξοδος εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, ἕως ἄν τελειώσωμεν τὸ ἔργον, εἰς ὅ ἐκλήθημεν κατὰ τὸ θέλημά Σου ἐν τῆ ζωῆ ταύτῃ πρῶτον, καὶ μετὰ ταῦτα ἐλπίσωμεν ἐν διανοίᾳ πεπληρωμένῃ πεποιθήσεως, δέξασθαι τὰ μεγάλα, κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν τῶν Γραφῶν, ἅ ἡτοίμασεν ἡ ἀγάπη Σου ἐν τῆ δευτέρᾳ καινουργίᾳ, ὧν ἡ μνήμη φυλάττεται ἐν πίστει τῶν μυστηρίων».(39)

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΓΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ


Ο Ιερός Χρυσόστομος έναντι της πολιτικής εξουσίας

 Γράφει ο θεολόγος, εκκλησιαστικός ιστορικός και νομικός Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, αποδεικνύεται ιδιαίτερα επίκαιρος στην εποχή μας, που χαρακτηρίζεται από την έντονη πολιτική κρίση στην πενόμενη Ελλάδα, καθώς υπήρξε ο πλέον σκληρός επικριτής των ακροτήτων της πολιτικής εξουσίας και των φορέων αυτής που διαβιούσαν κοντρα στα διδάγματα της Εκκλησίας και σε βάρος του πενόμενου λαού.

Ο έλεγχός του προς τους παρεκτρεπομένους πολιτικούς γινόταν χωρίς οργή και αλαζονεία, αλλά με αγάπη και ειλικρινές πατρικό ενδιαφέρον για την πνευματική κάθαρση του δημόσιου βίου, ο οποίος όταν ήταν φαύλος είχε τις αρνητικές του επιπτώσεις και στο λαό, που ήταν ταυτόχρονα και το πλήρωμα της ορθοδόξου εκκλησίας.

Ο Χρυσόστομος ουδέποτε χαρίστηκε στους άρχοντες του κόσμου τούτου και γι’ αυτό τον λόγο δεν τους ήταν αρεστός, θα λέγαμε ότι πολλοί εκ των πολιτικών ηγητόρων της εποχής του, τον μισούσαν θανάσιμα επειδή δεν ανέχονταν τον οξύτατο δημόσιο έλεγχο που ασκούσε στα πρόσωπά τους για την φαυλοκρατία και την ανεντιμότητά τους.

Ουδέποτε ο ιερός πατέρας δίστασε να επιδείξει την αυστηρότητά του ακόμη και για τον φαύλο και διεφθαρμένο προσωπικό βίο των αρχόντων, των πλουσίων και των ισχυρών της εποχής του, χωρίς να δέχεται κανένα συμβιβασμό ή να υπηρετεί ως άβουλο όργανο κάποια μικροπολιτική σκοπιμότητα. Με παρρησία και θάρρος αλλά και λεπτότητα αντιμετώπιζε και τους πολιτικούς άνδρες της ανώτατης κρατικής βαθμίδος, της εξουσίας γενικότερα, ακόμη και το ίδιο το παλάτι.

Ευθεία σύγκρουση με την αυτοκράτειρα Ευδοξία


Έτσι, δεν άργησε να συγκρουστεί ευθέως και χωρίς μισόλογα και με την ίδια την έξαλλη στην προσωπική ζωή και στις εξεζητημένες δημόσιες απαιτήσεις και παραξενιές της αυτοκράτειρα, την Ευδοξία, της οποίας το όνομα ήταν συνώνυμο των αδικιών, της φιλοχρηματίας και της σπατάλης που έκανε, ενώ πεινούσε ο λαός. Στηλίτευσε την μεγάλη και προκλητική πολυτέλεια, τις ασυλλόγιστες δαπάνες και τις αισχρές και ανήθικες διασκεδάσεις της ανακτορικής αυλής, αλλά και του ευρύτερου χώρου της ανωτέρας κοινωνίας, όπου έβλεπε την επιδειξιμανία «…την κονίασιν των παρειών και τα ημαγμένα χείλη (βαμμένα), τας μυρολοιφάς (αρώματα), το χρυσοφορείν και μαργαριτοφορείν, την περίεργον αμφίεσιν και υπόδεσιν…» και όλες εκείνες τις γελοίες ποικίλες επινοήσεις της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, κενοδοξίας και πλεονεξίας.

Αυστηρές παρατηρήσεις για την φαυλότητα και την απληστία προς τον πρωθυπουργό της εποχής, Ευτρόπιο
Την ίδια παρρησία και τόλμη επέδειξε και για τον πανίσχυρο αυλικό, τον πρωθυπουργό της εποχής του, τον γνωστό Ευτρόπιο, στον οποίο έκανε αυστηρές παρατηρήσεις για την φαυλότητα και την απληστία του, να πωλεί δημόσιες θέσεις και κρατικά αξιώματα στους ημετέρους και φιλικά προσκείμενους προς αυτόν, να δημεύει παράνομα περιουσίες και επιπλέον να θέλει την κατάργηση του δικαιώματος του ασύλου των ιερών ναών. Και όμως, όταν ο Ευτρόπιος εξέπεσε του αξιώματός του και εζήτησε ταπεινωμένος άσυλο στην Εκκλησία, ο ιερός Χρυσόστομος τον προστάτευσε με σθένος και τότε εξεφώνησε τους περίφημους λόγους του «Εις Ευτρόπιον», που έχουν καταγραφεί ως μοναδικής ρητορικής δεινότητας κείμενα της παγκοσμίου φιλολογίας.

Ο λαός στο πλευρό του Χρυσοστόμου

Ο λαός επεδοκίμαζε τις ενέργειες αυτές του Χρυσοστόμου, του ποιμενάρχου του, τον οποίο κυριολεκτικώς ελάτρευε. Και τούτο, διότι έβλεπε ότι τα μέτρα που είχε λάβει είχαν ως αποτέλεσμα να αρχίσει σιγά – σιγά να επιβάλλεται μια πειθαρχία στην αχαλίνωτη κατάσταση που επικρατούσε κατά τα προηγούμενα έτη σε πολλούς κοινωνικούς τομείς και να περιορίζονται οι κοινωνικές αδικίες που διεπράττοντο προηγουμένως από τους πολιτικούς.

«Ψευδοσύνοδος» καταδίκης του Χρυσοστόμου

Όμως, όπως είναι γνωστό, όπου υπάρχει δράση, υπάρχει και αντίδραση. Έτσι, ο ασυμβίβαστος και ανυποχώρητος χαρακτήρας του Χρυσοστόμου ενώπιον των οργανωμένων συμφερόντων, αλλά και το γεγονός ότι δεν θέλησε και δεν επεδίωξε ποτέ την φιλία ή την εύνοια κανενός κοσμικού άρχοντος, όλα αυτά, είχαν ως αποτέλεσμα να προκληθεί εντονότατη και ισχυρή αντίδραση των θιγομένων ομάδων και συμφερόντων από τους λόγους και τα έργα του Χρυσοστόμου.

Τότε οι αντίπαλοι του Χρυσοστόμου, όπως ήταν ο λιθομανής και χρυσολάτρης Θεόφιλος Αλεξανδρείας, η ματαιοδόξη αυτοκράτειρα Ευδοξία, ο πρωθυπουργός Ευτρόπιος, πολλές από τις ματαιόδοξες κυρίες της ανακτορικής αυλής, αλλά και πολλοί από τους επισκόπους που είχε καθαιρέσει ως αναξίους του εκκλησιαστικού τους αξιώματος, έθεσαν ως ανίερο στόχο να τον αφανίσουν. Έτσι όλη αυτή η παρασυναγωγή και φατρία, στο πρόσωπο κάποιων ψευδοεπισκόπων με επικεφαλής τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο, συγκάλεσαν αντικανονικά στην πόλη Δρυ, το έτος 403 μ.Χ. μια ψευδοσύνοδο, η οποία ονομάστηκε «ληστρική σύνοδος» και κατεδίκασαν άνευ λόγου και ερήμην τον Ιερό Χρυσόστομο.

Επαναφορά στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως εξαιτίας της οργής του πλήθους

Αγανακτισμένος από την άδικη αυτή απόφαση χιλιάδες λαού, έφθασαν σε σημείο να καταλάβουν τα ανάκτορα και απειλούσαν να κατακρεουργήσουν τους πάντες για την εξορία του φιλάσθενου ποιμενάρχου τους. Τότε η ηθική και φυσική αυτουργός, η αυτοκράτειρα Ευδοξία εζήτησε από τον σύζυγό της Αρκάδιο να επαναφέρει τον Χρυσόστομο στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν ο Χρυσόστομος εισήρχετο στην βασιλεύουσα ο λαός παραληρούσε από χαρά και εκείνος ένδακρυς βροντοφώναξε: «Τι ποίησω, ίνα υμίν αξίως αποδώσω της αγάπης την αμοιβήν; Αγαπώ ετοίμως το αίμα μου εκχεείν υπέρ τη υμετέρας σωτηρίας, λαέ μου…».

Και πάλι στη εξορία ο Χρυσόστομος

Το δίκαιο επεκράτησε, αλλά δυστυχώς όχι για πολύ. Αφορμή για τη νέα και τελευταία δοκιμασία του ιερού πατρός εδόθη όταν ο ίδιος δημόσια εστηλίτευσε τους προκλητικούς θορύβους και τις άμετρες μέχρι σημείου ειδωλολατρείας προκλητικές εκδηλώσεις που είχαν οργανωθεί για να τιμηθεί η ματαιόδοξη Ευδοξία, της οποίας ο αργυρός Ανδριάντας στήθηκε πλησίον του ναού της Αγίας Σοφίας (ο δεύτερος ναός επί του οποίου ανηγέρθη ο σημερινός) και στο κέντρο της δημοσίας αγοράς.

Ο ιστορικός Σωκράτης αναφέρει ότι τόσο σκληρός υπήρξε ο δημόσιος λόγος του μεγαλυτέρου εκκλησιαστικού ρήτορος όλων των αιώνων, ώστε και οι κίονες του ναού εφαίνοντο ότι θα λυγίσουν από το δριμύ κατηγορώ, που άρχιζε ως εξής: «Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράσσεται, πάλιν ορχείται, πάλιν την κεφαλήν Ιωάννου ζητεί λαβείν επί πίνακι…».

Όλα αυτά ως σεισμός τάραξαν τα ανάκτορα και ο ιερός Χρυσόστομος οδηγείται και πάλι στην εξορία, κατά το έτος 404 μ.Χ. Η εξασθενημένη όμως υγεία του, μετά από τρία έτη σκληρής εξορίας, δεν άντεξε και το 407 μ.Χ. ο άτλας αυτός της ορθοδόξου Εκκλησίας παρέδωσε το πνεύμα του, λέγοντας μέχρι και την τελευταία στιγμή την φράση: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».

Μεταφορά μετά από επτά αιώνες στον πατριαρχικό ναό των ιερών λειψάνων του Χρυσοστόμου
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο την 13 Νοεμβρίου εκάστου έτους τιμά ιδιαιτέρως τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη του Χρυσόστομο. Την ημέρα αυτή, στον πατριαρχικό θρόνο δεν ανεβαίνει ο Πατριάρχης, αλλά τοποθετείται η εικόνα του ιερού πατρός, ενώ ο Πατριάρχης ίσταται στο παραθρόνιο, έχοντας στο χέρι του μαύρη ράβδο.

Ιδιαίτερη υπήρξε η τιμή και ευλογία για τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, όταν κατά το Νοέμβριο του 2004 και εν όψει της θρονικής εορτής του πανσέπτου οικουμενικού πατριαρχείου, κατά την παραμονή της εορτής του Αγίου Ανδρέου του πρωτοκλήτου, ιδρυτού της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, μετέφερε στον πατριαρχικό ναό μετά από επτά αιώνες τα ιερά λείψανα των Αγίων Αρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του θεολόγου, τα οποία είχαν κλαπεί από τους λατίνους Σταυροφόρους και εφυλάσσοντο στο Βατικανό.

Τα ιερά λείψανα επέστρεψαν μόνιμα στον φυσικό τους χώρο, στον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Το έτος 2007 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο αφιερώθηκε στην ιερά μνήμη του ιερού Χρυσοστόμου για τα 1600 έτη από της κοιμήσεώς του και διοργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο για το πρόσωπο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.