Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

Η άσκηση κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος



Η ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ
ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΒΙΤΤΗ, ΗΔΟΝΗ ΟΔΥΝΗ ΣΕΛ. 171-176
Πραγματικὰ ἄσκηση, ὅπως καὶ ἡ ἴδια ἡ λέξη τὸ δείχνει, σημαίνει κόπο καὶ μόχθο. Μὲ τρόπο ἀριστοτεχνικὸ καὶ πολὺ ἐκφραστικό, μὲ δύναμη ἀπαράμιλη καὶ λόγο γλαφυρώτατο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κλίμακος παρουσιάζει μὲ ὅλη τὴν ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερικὴ τραγικότητα λόγῳ τοῦ γνωστοῦ διχασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἔγκοπο τῆς ἀσκήσεως καὶ τὴν πραγματικὰ ὑπεράνθρωπη προσπάθεια διὰ μέσου της ὡς προσωπικῆς πιὰ ἐνέργειας γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τῆς φύσεως στὸ κατὰ φύσιν της.
 
«Ποίῳ δὲ ἐγὼ ἤθει καὶ τρόπῳ τὸν ἐμὸν τοῦτον φίλον δήσας κατὰ τὴν ἀκολουθίαν τῶν λοιπῶν δικάσω, οὐκ ἐπίσταμαι· πρὶν γὰρ δήσω, λύεται· καὶ πρὶν δικάσω, διαλλάσσομαι· καὶ πρὶν τιμωρήσω, κατακάμπτομαι. Πῶς μισήσω ὃν φύσει ἀγαπᾷν πέφυκα; Πῶς ἐλευθερωθῶ ᾧ εἰς αἰῶνας συνδέδεμαι; Πῶς καταργήσω τὸ καὶ σὺν ἐμοὶ ἀνιστάμενον; Πῶς δείξω ἄφθαρτον τὸ φθαρτὴν εἰληφὸς φύσιν; Τί εὔλογον εἴπω τῷ τὰ εὔλογα κεκτημένῳ διὰ τῆς φύσεως;
Ἂν δήσω νηστείᾳ τοῦτον, κατακρίνας τὸν πλησίον, αὐτῷ πάλιν παραδίδομαι. Ἂν τὸ κρίνειν παύσας τοῦτον νικήσω, ὑψωθεὶς τῇ καρδίᾳ κατηνέχθην ἐντούτῳ. Καὶ γὰρ καὶ σύνεργός ἐστι καὶ πολέμιος, καὶ βοηθὸς καὶ ἀντίδικος, καὶ ἀντιλήπτωρ καὶ ἐπίβουλος· θεραπευόμενος πολεμεῖ, καὶ τηκόμενος ἀτονεῖ, ἀναπαυόμενος ἀτακτεῖ, καὶ σαινόμενος οὐ φέρει· ἂν λυπήσω, ὅλως κινδυνεύσω· ἂν πλήξω, οὐκ ἔχω διὰ τίνος τὰς ἀρετὰς κτήσομαι· τὸν αὐτὸν καὶ (904.) ἀποστρέφομαι καὶ περιπτύσσομαι.
Τί τὸ περὶ ἐμὲ μυστήριον; Τίς ὁ λόγος τῆς ἐμῆς συγκράσεως; Πῶς ἑαυτῷ ἐχθρὸς καὶ φίλος καθέστηκα                                                                                      

Λέγε μοι σύ, λέγε μοι, ὦ ἡ ἐμὴ σύζυγος, ὦ ἡ ἐμὴ φύσις· οὐ γὰρ παρ᾿ ἄλλου μαθεῖν περὶ σοῦ δεήσομαι· πῶς ἐκ σοῦ μείνω ἄτρωτος; πῶς δυνηθῶτὸν φυσικὸν ἐκφυγεῖν κίνδυνον, ἐπειδὴ λοιπὸν ἐχθραίνειν πρός σε Χριστῷ συντέταγμαι; Πῶς σου τὴν τυραννίδα νικήσω, ἐπειδὴ βιαστής σου γενέσθαι προῄρηται;
Ἡ δὲ πρὸς τὴν ἑαυτῆς ψυχὴν ἀποκρινομένη ἔλεγεν· Οὐ μή σοι μέντοι φράσω, ὃ καὶ σὺ οὐκ ἐπίστασαι, ἀλλ᾿ ὃ ἅμα τῇ γνώσει κατέχομεν. Ἐγὼ ἐν ἐμοὶ ἀγάπησιν πατέρα ἔχω, τῆς μὲν ἔξωθεν πυρώσεως τὴν ἐμὴν θεραπείαν καὶ καθολικῶς ἄνεσιν, τῆς δὲ ἔσωθεν κινήσεως ἐκ προλαβούσης ἀνέσεως, καὶ γεγονότων πράξεων.
Ἐγὼ συλλαβοῦσα τίκτω πτώματα· ἐκεῖνα δὲ τεχθέντα πάλιν θάνατον δι᾿
ἀπογνώσεως τίκτουσιν· ἂν γνῷς τὴν ἐμὴν καὶ σὴν ἐναργῆ καὶ βαθεῖαν ἀσθένειαν, ἔδησάς μου τὰς χεῖρας· ἂν τὸν λαιμὸν βασανίσῃς, ἔδησάς μοι
τοὺς πόδας τοῦ μὴ πόῤῥω βαδίζειν·
ἂν ζευχθῇς ὑπακοῇ, ἐμοῦ ἀπεζεύχθης· ἂν κτήσῃ ταπείνωσιν, ἐμοῦ τὴνκεφαλὴν ἀπέκοψας.»
                                                             
   
Μὲ ποιὰ μέθοδο,ρωτάει ὁ ὅσιος, καὶ μὲ ποιὸν τρόπο, ἀφοῦ δέσω αὐτὸν τὸ φίλο μου (τὴ σάρκα, τὸν παλαιὸν ἄνθρωπο), νὰ τὸν δικάσω ὅπως τοὺς ἄλλους δὲν ξέρω. Προτοῦ τὸν δέσω, λύνεται. Καὶ προτοῦ τὸν δικάσω, συμφιλιώνομαι μαζί του. Πρὶν τὸν τιμωρήσω, λυγίζω ἀπὸ συμπόνια καὶ τὸν λυπᾶμαι. Πῶς νὰ νικήσω αὐτὸν ποὺ ἀπὸ φυσικοῦ μου ἀγαπῶ; Πῶς νὰ έλευθερωθῶ ἀπὸ αὐτὸν ποὺ εἶμαι αἰώνια δεμένος μαζί του; Πῶς νὰ καταργήσω αὐτὸ ποὺ θὰ ἀναστηθῇ μαζί μου; Πῶς θὰ ἀναδείξω ἄφθαρτο ὅ,τι ἔχει λάβει φθαρτὴ φύση; Τί κατάλληλο νὰ πῶ καὶ σωστὸ γι’ αὐτὸ ποὺ ἀπ’τὴ φύση του ἔχει λογικὰ ἐπιχειρήματα;
Ἂν δέσω τὸ φίλο μου μὲ νηστεία, ἐφόσον κατέκρινα τὸν διπλανό μου, πάλι παραδίνομαι σ’ αὐτόν. Ἂν παύοντας τὴν κατάκριση τὸν νικήσω, μὲ τὴν ὑπερηφάνειά μου πέφτω στὰ χέρια του. Καὶ συνεργάτης μου εἶναι καὶ βοηθός, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἐπίβουλος. Ἂν τὸν περιποιηθῶ, μὲ πολεμάει κι ἂν τὸν λειώσω μὲ ταλαιπωρίες, χάνει τὶς δυνάμεις του. Ἂν ἀναπαυθῆ, κάνει ἀταξίες. Κι τὸν λυπήσω, κινδυνεύω. Ἂν τὸν χτυπήσω θανάσιμα, δὲν ἔχω μὲ ποιὸν νὰ έργασθῶ γιὰ νὰ ἀποκτήσω τὴν ἀρετή. Τὸν ἴδιο καὶ τὸν ἀγκαλιάζω καὶ νιώθω γι’ αὐτὸν ἀποστροφή.
Ἀλήθεια, ποιὸ εἶναι τὸ μυστήριο ποὺ ἀποτελεῖ ὅ,τι εἶμαι; Ποιος ὁ βαθύτερος λόγος τῆς ἐγκαταμείξεως τῶν δυὸ στοιχείων μὲς στὸν ἑαυτό μου (ὕλης καὶ πνεύματος); Πῶς εἶμαι καὶ φίλος καὶ ἐχθρὸς τοῦ ἑαυτοῦ μου;

Λέγε μου ἐσύ, λέγε μου ὦ φύση μου, ποὺ τὸν ἴδιο μ’ ἐμένα σηκώνεις ζυγό, γιατὶ δὲν θὰ χρειασθῶ νὰ μάθω ἀπὸ κανέναν ἄλλον πῶς νὰ μείνω ἄτρωτος ἀπὸ σένα, πῶς νὰ ἀποφύγω τὸν κίνδυνο;
Ἐπειδὴ ὑποσχέθηκα στὸν Χριστὸ νὰ εἶμαι ἐχθρός σου μαζί του πηγαίνοντας, πῶς νὰ νικήσω τὴν τυραννία σου; Τὸ ρωτῶ ἀυτὸ γιατὶ προτίμησα νὰ ἀσκῶ βία ἐπάνω σου.
Καὶ ἡ σάρκα δίνοντας μὲ κάποιο τρόπο ἀπάντηση στὴν ψυχή της, θὰ ἀποκρινόταν πάνω κάτω ἔτσι: Δὲν θὰ σοῦ πῶ ὅ,τι κι ἐσὺ δὲν γνωρίζεις, ἀλλὰ κάτι ποὺ ταυτόχρονα κιοἱ δυό μας κατέχουμε. Ἐγὼ λέω μὲ καύχηση πὼς ἔχω μάνα μου τὴ φιλαυτία. Μοῦ προκαλεῖ τὴν ἐξωτερικὴ πύρωση ἡ περιποίηση κι ἡ καλοπέραση σὲ ὅλα. Καὶ ἀφορμὴ τῆς μέσα μου φλόγα καὶ κινήσεωςκαλοπέραση κι ἄλλες καθόλου καλὲς πράξεις.
Ὅταν συλλάβω, γεννῶ πτώσεις καὶ οἱ πτώσεις προκαλοῦν τὸ θάνατο μὲ τὴντῶν λογισμῶν εἶναι ἡ πρὶν ἀπὸ αὐτὴν ἀπόγνωση. Ἂν γνωρίσης καθαρά, καὶ ξάστερα τὴ δική μου καὶ δική σου μεγάλη ἀσθένεια, τὰ χέρια μοῦ ἔδεσες.
Ἂν μὲ νηστεία ταλαιπωρῆς τὸ λαιμό τὰ πόδια μου δεμένα δὲν τὰ ἀφήνεις νὰ προχωροῦν. Ἂν ὑποταχθῆς στὸ ζυγὸ τῆς ὑπακοῆς, ξεφεύγεις ἀπ’ τὸ δικό μου ζυγό. 
Ἂν ἀποκτήσης ταπείνωση, τότε μοῦ‘κοψες τὸ κεφάλι!
                                                               

Στὸ ἀριστουργηματικὸ αὐτὸ κομμάτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης τονίζει πολὺ σωστὰ τὴν ἀντινομία ποὺ χαρακτηρίζει ἐσωτερικὰ τὸν ἄνθρωπο ἐξαιτίας τῶν στοιχείων ποὺ τὸν ἀποτελοῦν, ψυχῆς καὶ σώματος. Ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ ἀπορεῖ πῶς νὰ ὑποτάξη ἡ ψυχὴ τὸ σῶμα, ἀφοῦ τὸ «δέση», τὸ «δικάση», τὸ «καταδικάση» καὶ τοῦ ἐπιβάλη καὶ πρακτικὰ κάποια ποινή. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὅταν φτάση στὸ σημεῖο νὰ τὸ κάνη αὐτό, δυσκολεύεται, λυγίζει, ὑποχωρεῖ. Τρομάζει μὲ τὴ σκέψη καὶ μόνο τῶν δυσκολιῶν ποὺ σ’ αὐτὲς θὰ εἰσαγάγη τὸ «φίλο της» «ὃν φύσει ἀγαπᾶν πέφυκεν», «ᾧ εἰς τοὺς αἰῶνας συνδέδεται», ἀφοῦ τὸ «φθαρτὴν εἰληφὸς φύσιν», τὸ φθαρτὸ δηλαδὴ σῶμα προορίζεται νὰ ἀναδειχθῆ ἄφθαρτο.
Ἂν ἡ ψυχὴ παιδαγωγήση τὸ σῶμα μὲ νηστεῖες, ἀλλὰ δὲν προσέξη ταυτόχρονα τὴν ἔναντι τοῦ πλησίον συμπεριφορὰ μὲ ἔλληψη ἀγάπης, ποὺ αὐτὸ μαρτυρεῖ ἡ κατάκριση στὴν ὁποία προβαίνει εἰς βάρος του, πάλι σ’ αὐτὸ παραδίνεται ἡ ψυχή. Ἂν ἡ ψυχὴ ξεπεράση τὴν κατάκριση καὶ ὑποτάξη τὸ σῶμα, ὑπερύφανη γι’ αὐτὸ τὸ κατόρθωμά της, ξαναπέφτει πάλι ὑπόδουλη σ’ αὐτό. Τὸ σῶμα εἶναι ἀπὸ μιὰ μεριὰ συνεργάτης, βοηθὸς καὶ ὑποστηρικτὴς τῆς ψυχῆς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως μεριὰ τὴν ἴδια ὥρα παρουσιάζεται ἐχθρός, ἀντίπαλος καὶ ἐπίβουλος. Ἡ περιποίηση τὸ θεριεύει καὶ τὸ κάνει πολέμιο τῆς ψυχῆς. Ἡ ὑπερβολικὴ πάλι ἄσκηση τὸ λειώνει, τὸ κάνει ἄτονο κι ἀδύναμο. Ἡ ἀνάπαυση τὸ ὁδηγεῖ σὲ ἀταξίες καὶ τὴν πολλὴ περιφρόνηση δὲν τὴν ἀντέχει. Ἂν κάνη τὸ σῶμα νὰ λυπᾶται, ὑποφέρει κι ἡ ψυχή. Ἂν τὸ πληγώση θανάσιμα, χάνει τὸ ὄργανο γιὰ τὴν ἀπόκτηση ἀρετῆς. Ἔτσι λοιπὸν ἡ ψυχὴ καὶ ἀποδέχεται ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ σιχαίνεται ἀπὸ τὴν ἄλλη καὶ ἀηδιάζει τὸ σῶμα της.
Τελικὰ ἡ σύζευξη ψυχῆς καὶ σώματος ἀποτελεῖ ἕνα ἀπερινόητο μυστήριο. Εἶναι τόσο στενή, ὥστε νὰ γίνεται «σύγκραση» καὶ τῶν δυὸ σὲ ἕνα παράδοξο καὶ ἀκατανόητο ἀνακάτερμα. Ἡ βαθύτερη διείσδυση στὸ μυστήριο αὐτό, ὅσο κι ἂν κατὰ βάθος θὰ μένη πάντα ἀκατάληπτο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὸ ἀποτελεῖ, μπορεῖ νὰ βοηθήση στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος ποὺ συνιστᾶ ἡ σχέση σώματος καὶ ψυχῆς. Καὶ τὸ πρόβλημα εἶναι εἰδικώτερα πῶς νὰ παραμείνη ἡ ψυχὴ ἄτρωτη, ἐλεύθερη ἀπ’ τὸν κίνδυνο τῆς παραφυσικῆς διαφθορᾶς. Ἡ ψυχὴ μὲ τὴν ὑπόσχεση ποὺ ἔδωσε κατὰ τὸ ἅγιο Βάπτισμα πὼς συντάσσεται, πάει μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ καὶ πὼς ἔτσι θὰ προχωρεῖ μαζί του «συντεταγμένη» γιὰ πάντα, εἶναι πιὰ μυστηριακὰ δεμένη μαζί του. Καὶ ἀκόμη τὴ δένει ἡ ὑπόσχεση στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του νὰ νικήση τὴν «τυραννίδα» τοῦ σώματος, τὴν τυραννική του ἐξουσία πάνω στὴ ψυχή, μὲ ἄσκηση ἐκ μέρους της βίας ἐναντίον του. Ἡ ἐμβάθυνση στὴ σωματικὴ φύση δὲν ἀποκαλύπτει τίποτε τὸ ἄγνωστο στὴν ψυχή. Ἀποτελεῖ μᾶλλον βαθύτερη συνειδητοποίηση αὐτῶν ποὺ ἤδη ξέρει πολὺ καλὰ γι’αὐτό. Αἰτία τῆς διασπάσεως, ποὺ δὲν θὰ πρεπε νὰ ὑπάρχη ἀνάμεσα στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα, εἶναι βασικὰ ἡ φιλαυτία. Καὶ ἡ φιλαυτία ἀποτελεῖ ἀρρώστια τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς γιατὶ εἶναι «ἐμ-παθὴς φιλία πρὸς τὸ σῶμα». Ἡ πύρωση ὅμως καὶ ἡ ἀναστάσωση τοῦ σώματος ὀφείλεται στὴν ἄνεση, στὴ βολικὴ καὶ στὴ χωρὶς καμιὰ δυσκολία γιὰ τὸ σῶμα ζωή. Ἡ ἐσωτερικὴ του ὅμως φλόγωση ὀφείλεται σὲ ἁμαρτωλοὺς λογισμοὺς. Ἀλλὰ λογισμοὺς μόνο ἡ ψυχὴ γεννάει ἢ γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἐπιγεννήματά της. Αἰτία του εἶναι κατὰ φαυλοκυκλικὴ κίνηση ἡ ἄνεση ποὺ προηγήθηκε ἢ ἡ πρακτικὴ τῆς ἁμαρτίας. Ἡ σωματικὴ φύση, ὅταν «συλλάβη», γεννάει πτώσεις στὴν ἁμαρτία καὶ τῶν πτώσεων αὐτῶν καρπὸς εἶναι ὁ πνευματικὸς θάνατος, ἂν αὐτὲς ὁδηγήσουν τὸν ἁμαρτωλὸ σὲ ἀπελπισία καὶ ἀπόγνωση.

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΙΟ ΜΙΣΟΣ Π ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ



Απόσπασμα ορθόδοξης χριστιανικής ομιλίας από τον μακαριστό (1927- 2006) π. Αθανάσιο Μυτιληναίο.
π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Οικουμενιστικὴ αγάπη και το τέλειο μίσος

Αγίου στάρετς Ανατολίου της Όπτινα, “Ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους θα δρα με πανουργία για να οδηγήσει στην αίρεση”


«Ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους θα δρα με πανουργία για να οδηγήσει στην αίρεση, αν ήταν δυνατόν, και τους εκλεκτούς. Δεν θα ξεκινήσει με την ψυχρή απώθηση των δογμάτων της Αγίας Τριάδος, της Θεότητος του  Ιησού Χριστού, και της παρθενίας της Θεοτόκου, αλλά θα ξεκινήσει ανεπαίσθητα να καταστρέφει τις διδασκαλίες και τις παραδόσεις της Εκκλησίας και την μεγάλη τους πνευματικότητα, που έφτασε σε μας μέσω των Αγίων Πατέρων, από το Άγιον Πνεύμα.
Λίγοι θα παρατηρήσουν αυτά τα καλοπιάσματα του εχθρού, μόνον εκείνοι που είναι πολύ πεπειραμένοι στην πνευματική ζωή. Οι αιρετικοί θα αποκτήσουν ισχύ πάνω στην Εκκλησία, και θα τοποθετήσουν τους υπηρέτες των παντού. Οι ευλαβείς θα ατενίζονται καταφρονητικά. Ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι από τους καρπούς των θα τους αναγνωρίσετε, και έτσι, από τους καρπούς των καθώς και από τις ενέργειές των αιρετικών, προσπαθήστε να τους διακρίνετε από τους αληθινούς ποιμένες. Αυτοί είναι πνευματικοί κλέφτες, διαρπάζοντες τη πνευματική ποίμνη, και θα εισέλθουν στο μαντρί (την Εκκλησία), σκαρφαλώνοντας με κάποιο άλλο τρόπο, χρησιμοποιώντας δύναμη και καταπατώντας τους ιερούς κανόνες. Ο Κύριος καλεί αυτούς ληστές (Ευαγ. Ιω. 10,1). Πράγματι, η πρώτη τους ενέργεια θα είναι η καταδίωξη των αληθινών ποιμένων, η φυλάκιση και η εξορία τους, διότι χωρίς αυτό θα είναι αδύνατο γι’ αυτούς να διαρπάσουν το ποίμνιο.
Γι’ αυτό το λόγο παιδί μου, όταν βλέπεις την καταπάτηση της πατερικής παραδόσεως, και των θείων εντολών στην Εκκλησία, των εντολών που ορίσθηκαν από το Θεό, γνώριζε ότι οι αιρετικοί έχουν ήδη εμφανισθεί, αν και κατά το χρόνο δράσης τους μπορεί να κρύβουν την ασέβειά τους, ή να καταστρέφουν την Αγία Πίστη ανεπαίσθητα, προκειμένου να επιτύχουν καλύτερα στην σαγήνευση και προσκόλληση των απείρων στα δίχτυα τους. Η καταδίωξη θα κατευθύνεται όχι μόνον εναντίον των ποιμένων αλλά εναντίον όλων των δούλων του Θεού, διότι όλοι όσοι θα καθοδηγούνται από την αίρεση δεν θα υποφέρουν την ευσέβεια.
Αναγνωρίστε αυτούς τους λύκους με ένδυμα προβάτου από τις υπερήφανες διαθέσεις τους και την αγάπη της ισχύος. Θα είναι συκοφάντες, προδότες, παντού δεικνύοντες έχθρα και κακοήθεια. Γι’ αυτό ο Κύριος είπε ότι οι καρποί τους θα τους κάνουν γνωστούς. Οι αληθινοί υπηρέτες του Θεού είναι ταπεινοί, αγαπούν τον συνάνθρωπό τους και είναι υπάκοοι στην Εκκλησία.
Οι Μοναστές θα ταλαιπωρηθούν υπερβολικά από τους αιρετικούς, και η μοναστική ζωή θα καταφρονηθεί. Τα (ενεργά) Μοναστήρια θα σπανίζουν, ο αριθμός των μοναχών θα ελαττωθεί, και αυτοί που θα παραμείνουν θα υποφέρουν από βία. Αυτοί που μισούν την μοναστική ζωή, εντούτοις, έχοντας μόνο την αμφίεση της ευσεβείας, θα αγωνίζονται να προσελκύσουν τους μοναχούς με το μέρος τους, υποσχόμενοι σ’ αυτούς προστασία και κοσμικά αγαθά, και απειλώντας αυτούς που τους αντιτίθενται με εξορία.
Αυτές οι απειλές θα προκαλέσουν μεγάλη απόγνωση στους μικρόψυχους, αλλά εσύ παιδί μου, να χαίρεσαι για το ότι έχεις ζήσει μέχρι αυτό τον καιρό, διότι τότε οι πιστοί που δεν θα έχουν δείξει άλλες αρετές, θα λάβουν στέμματα, μόνο διότι θα έχουν μείνει σταθεροί στην πίστη, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου: «Κάθ΄ ένας που, όντας μαζί Μου (εν Εμοί), θα με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και Εγώ, όντας μαζί του (εν αυτώ), μπροστά στον Πατέρα μου τον εν Ουρανοίς» (Ματθ. Ι-32).

Κείμενο “Κατά Μωάμεθ και Πάπα”, Αγίου Αναστασίου του Γόρδιου katanixis


Ανδρέας Μπουλάκης
Ἕνας λιγότερο γνωστός, ἀλλά ὂχι μικρότερης σημασίας, Ἅγιος εἶναι ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Γόρδιος, μαθητής τοῦ Ἁγίου Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ. Γεννήθηκε τό 1654 στό χωριό Βραγγιανά τῶν Ἀγράφων καί ἀποτέλεσε σημαντικό στήριγμα τοῦ σκλαβωμένου γένους μας. Παρότι σπούδασε ἰατρική στήν Ἰταλία, παρέμεινε πιστός στά νάματα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί ἢλεγχε τούς Ἕλληνες ἐκείνους πού ἒπεφταν στά δίχτυα τοῦ παπισμοῦ προκειμένου νά ἐξυπηρετήσουν τή ματαιοδοξία τους. Ἂν καί τοῦ ἒγιναν πολλές προτάσεις γιά νά κάνει καριέρα σέ χῶρες πολιτισμένες, ὅπου ἡ ζωή του θά ἦταν ἂνετη καί οἱ ἀμοιβές του μεγάλες, αὐτός τίς ἀπέρριψε ὅλες ἀξιοπρεπῶς, προτιμώντας τό πάτριον ἒδαφος τῶν Ἀγράφων. Ὁ χρόνος του μοιράζεται ἀνάμεσα στήν διδασκαλία, τήν συγγραφή καί τό Θεῖο κήρυγμα. Λόγω τῶν ἀκλόνητων πιστεύω του στήν Ὀρθοδοξία, ὑπῆρξε πολέμιος τοῦ ἰσχυροῦ στόν κόσμο, ἀλλά ξεπεσμένου στόν οὐρανό, παπισμοῦ. Ἐναντίον ὅλων τῶν ἀντιξοοτήτων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς (ἒλλειψη μέσων συγκοινωνίας, σπανιότητα εἰδῶν διατροφῆς, κίνδυνοι ἀπό τίς συχνές ἐπιδρομές τῶν ληστῶν), ὁ Ἅγιος παλεύει μέ τήν γραφίδα του.  Τό θέμα πού τόν συναρπάζει ὅμως εἶναι τό βιβλίο· ἒχει πάθος μέ τά βιβλία. Ἀγαπημένη του ρήση ἦταν: «Καί ἂν εἶχα θησαυρόν χρημάτων, ἢθελα τόν ἐξοδιάσει εἰς θησαυρόν βιβλίων». Κοιμήθηκε στίς 7 Ἰουνίου 1729, ὁπότε καί ἑορτάζεται ἡ μνήμη του. Ἀπό τό πλούσιο συγγραφικό του ἒργο θά παρουσιάσουμε ἕνα τμῆμα τοῦ ἐξαίρετου κειμένου του, “Κατά Μωάμεθ καί Πάπα”.
«Λόγιασαι πῶς εὑρισκόμεθα ἡμεῖς οἱ τῆς ἀνατολικῆς ἐκκλησίας ὀρθόδοξοι, ὡσάν νά ἢμεθα εἰς δύο μεγάλας συννεφίας· καί ἀπό τό μέρος τῆς ἀνατολῆς νά εἶναι ἕνα μεγάλο σύννεφον, μαῦρον καί σκοτεινόν, ἡ παντελής ἀσέβεια τοῦ Μωάμεθ, ὁποῦ περιέλαβε καί ἐσκἐπασε σχεδόν τά τρία μέρη τῆς γῆς, καί τά ἐζόφωσε τελείως μέ τήν ἐσχάτην ἀσέβειαν.
Ἀπό δέ τό μέρος τῆς Δύσεως νἀ εἶναι ἂλλο σύννεφον μεγάλον, νά σκεπάζη ὅλην τήν Δύσιν, σκοτεινόν καί αὐτό καί ζοφῶδες, πάνυ ¨ὁμιχλώδη, πολύ τό πλάνον ἐμφερομένην· αὕτη ἐστίν ἡ τῶν λατίνων δοκοῦσα καί ὀνομαζομένη χριστιανοσύνη, ἐμπεπλησμένη δέ οὖσα πάσης αἱρέσεως καί καινοτομίας, καί σμίγμα πασῶν τῶν πάλαι αἱρέσεων, ἂν καί δοκῆ εἶναι ὁλίγον τι, διά τό μή εἶναι τούς ἐλέγχοντας, καθώς εἶχον αἱ πάλαι αἱρέσεις, ἐκείνους τούς ἁγίους πατέρας, ὁποῦ ἒστεκαν μέχρις αἵματος, καί ἢλεγχαν τάς αἱρέσεις, μέ τάς τοπικάς καί οἰκουμενικάς ἁγίας συνόδους, καί ἱδία ἕκαστος, μέ λόγους καί ἐπιστολάς πολλάς, μέ τά ὁποῖα παντοιοτρόπως ἀνέτρεπον τάς αἱρέσεις μέ βασιλικήν ἐξουσίαν· μά τώρα μέ τό νά ἒλειψαν οἱ ἰατροί, ἒμεινε καί ἡ νόσος καί ἡ πληγή ἀνίατος, καί ἒκαμε τομήν θανατηφόρον, ὡσάν φάγουσα πεπαλαιωμένη· καί περιέλαβεν ὅλον τό σῶμα τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας, καί ἒγινε παντελῶς ἀνεπιχείρητον ἕως τοῦ νῦν …
Πήγαινε εἰς τήν Ἀνατολήν καί νά ἰδῆς, ὅτι δέν θέλεις εὕρει νά ὀνομάζεται Χριστός, ὁποῦ εἶναι ὁ νοητός τῆς δικαιοσύνης ἥλιος, ἀλλ’ ὁ Μωάμεθ, ὁποῦ εἶναι υἱός τοῦ ἀντιθέου σκότους· ὁ ὁποῖος ἐδίωξεν ἀπό ἐκεῖ τόν Χριστόν ὁμοῦ μέ τήν ἐκκλησίαν του, καί ἒμεινεν ἡ ἀνατολή ὅλως διόλου σκότος ζοφερόν καί ἐνάδιον. Ὕπαγε εἰς τά μέρη τῆς δύσεως, καί δέν θέλεις εὕρει καί ἐκεῖ τόν Χριστόν, διότι τόν ἐδίωξεν ὁ Πάπας· καί λόγω μέν λέγουν οἱ λατῖνοι πῶς πιστεύουν τόν Χριστόν, ἒργω δέ πιστεύουν καί τιμοῦν τόν πάπα τους ὑπέρ τόν Χριστόν, καί δέν κάμνουν κανένα ἀπό ἐκεῖνα ὁποῦ λέγει ὁ Χριστός, ἀλλ’ ὅλως διόλου ἐκεῖνα ὁποῦ ἐνομοθέτησεν ὁ πάπας, καί ὁ Χριστός εἰς τοιούτους προσκυνητάς δέν ἀναπαύεται …».

π.Νικ. Μανώλης, Η απόφαση του Απ. Ματθαίου και ο όρος Πίστης του αγ. Ιωά...


π.Νικ. Μανώλης, Η απόφαση του Απ. Ματθαίου και ο όρος Πίστης του αγ. Ιωάννη της Κλίμακος [mp3 2019]

Τά μυστικά τῆς κλήσεως τοῦ ἀποστόλου καί εὐαγγελιστῆ Ματθαίου καί ὁ ἀνταιρετικός λόγος τοῦ ἁγίου Ἱωάννου τοῦ Σιναΐτη, συγγραφέα τῆς Κλίμακας.

Κήρυγμα τοῦ π.Νικολάου Μανώλη τό Γ΄ Σάββατο τῶν Νηστειῶν, 29-3-2019.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Εκεί που ο Χριστός είναι περισσότερο απών, εκεί περισσεύει το χυδαίο και το βάρβαρο


Υπάρχουν κάποιοι θεολόγοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι οποίοι βαδίζουν στα ίχνη των αιρετικών θεολόγων, θεωρώντας ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι αρκετά ισχυρό να συντηρηθεί και να αμυνθεί από μόνο του μέσα στην κοσμική θύελλα.
Είπε ο ένδοξος Κύριός μας: δόξαν παρά ανθρώπων ου λαμβάνω (Ιω. 5, 41). Η θέση των αιρετικών είναι ακριβώς αντίθετη με τη θέση του Σωτήρος του κόσμου. Αυτοί επιζητούν τη δόξα των ανθρώπων. Αυτοί φοβούνται τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και γαντζώνονται στους αποκαλούμενους «ενδόξους ανθρώπους» μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, για να στηρίξουν το Ευαγγέλιο και να γίνουν πιο ευάρεστοι στους ανθρώπους του κόσμου τούτου… Ας αισχύνονται οι αιρετικοί θεολόγοι και οι προϊστάμενοι των αιρετικών εκκλησιών που με τη βοήθεια του Χριστού αναδείχθηκαν κυρίαρχοι και ηγεμόνες όλων των λαών της γης.
Ενώ ο Χριστός λέει: χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν (Ιω. 15, 5), ο αιρετικός κόσμος με χίλιους τρόπους εκφράζει την ακόλουθη σκέψη: χωρίς το Χριστό μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Όλος ο σύγχρονος πολιτισμός είναι στραμμένος εναντίον του Χριστού. Όλες οι μοντέρνες επιστήμες συναγωνίζονται ποια θα καταφέρει το ισχυρότερο χτύπημα στη διδαχή του Χριστού. Είναι η επανάσταση των χυδαίων υπηρετριών εναντίον της κυρίας τους· είναι επανάσταση της κοσμικής επιστήμης εναντίον της ουράνιας επιστήμης του Χριστού. Όμως, όλη αυτή η επανάσταση καταλήγει στις μέρες μας σε αυτό που είναι γραμμένο, με τόση μάλιστα σαφήνεια: φάσκοντες είναι σοφοί, εμωράνθησαν (Ρμ. 1, 22).
Παντού βλέπει κανείς αυτό που ονομάζουμε χυδαίο και βάρβαρο. Εκεί που ο Χριστός είναι περισσότερο απών, εκεί περισσεύει το χυδαίο και το βάρβαρο. Το ψεύδος και η βία θριαμβεύουν.
Η θεοσοφική άποψη ότι η αλήθεια βρίσκεται διασκορπισμένη σε όλες τις θρησκείες, φιλοσοφίες και μυστήρια, υπερίσχυε και στους αιρετικούς θεολόγους του δυτικού κόσμου.
Η αλήθεια με τίποτε δεν ανέχεται να ενωθεί με την ημιαλήθεια και το ψεύδος.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη στον κόσμο η οποία διατήρησε την πίστη στο Ευαγγέλιο σαν τη μόνη απόλυτη αλήθεια που δεν χρειάζεται υπεράσπιση μήτε και υποστήριξη από καμία φιλοσοφία ή κοσμική επιστήμη.katanijis

Υπάρχει διαφορά, όταν βρίζει κανείς ή όταν ελέγχει κάποιον; (Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας)


Πρέπει να ελέγχουμε ο ένας τον άλλον, όταν βλέπουμε κάποια σφάλματα; Υπάρχει διαφορά, όταν βρίζει κανείς ή όταν ελέγχει κάποιον;
Ίσως μερικοί από σας, που διαβάζουν την Αγία Γραφή, προβληματίζονται, όταν βλέπουν πως ο Κύριος ενώ μας απαγορεύει να λέμε τον πλησίον μας «ανόητε» και «ηλίθιε», και αυτός που το κάνει, σύμφωνα με το λόγο Του, είναι ένοχος της φωτιάς της κολάσεως.
Ενώ λοιπόν λέει αυτά, ο Ίδιος πολλές φορές χρησιμοποιεί σκληρά λόγια για κάποιους ανθρώπους, όπως στην περίπτωση του αρχισυναγώγου, στον οποίον είπε· «υποκριτά». Επίσης πολλές φορές έλεγε υποκριτές τους γραμματείς και τους φαρισαίους. Αυτούς έλεγε ακόμα· «όφεις, γεννήματα εχιδνών» (Μτθ. κγ΄, 33).
Μια φορά, όταν ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήταν στην Ιουδαία, Τον προειδοποίησαν ότι ο Ηρώδης θέλει το θάνατό του και Τον συμβούλεψαν όσο γίνεται πιο γρήγορα να φύγει από την Ιουδαία. Και τι απάντησε τότε ο Χριστός; Πολύ ήρεμα είπε το εξής· «Πορευθέντες είπατε τη αλώπεκι ταύτη· ιδού εκβάλλω δαιμόνια και ιάσεις επιτελώ σήμερον και αύριον, και τη τρίτη τελειούμαι» (Λκ, 13, 32). Αλεπού είπε τον Ηρώδη.
Μια φορά ονόμασε «Σατανά» τον μεγαλύτερο απόστολο και τον πιο αγαπητό φίλο του, τον Πέτρο· «ύπαγε οπίσω μου, Σατανά· σκάνδαλόν μου ει· ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων» (Μτ. 16, 23).
Γνωρίζετε ότι μερικές φορές ο Κύριος οργιζόταν, δύο φορές έδιωξε εμπόρους από το ναό και αναποδογύρισε τα τραπέζια των αργυραμοιβών. Επίσης γνωρίζετε πως μια φορά έφτιαξε μαστίγιο από σκοινιά και έδιωξε από το ναό αυτούς που πουλούσαν εκεί ζώα. Φοβερή ήταν μερικές φορές η οργή του Υιού του Θεού.
Τι λοιπόν μπορούμε να πούμε εμείς; Είναι δυνατόν να υπάρχει ακόμα και ίχνος αντίφασης σ’ αυτά που έκανε και που δίδασκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός; Είναι δυνατόν να παρέβαινε ο ίδιος την εντολή που μας είχε δώσει και σύμφωνα με την οποία είναι αμαρτία να λέμε ανόητο τον πλησίον μας;
Ασφαλώς όχι. Στον Κύριο Ιησού Χριστό το «ναι» είναι «ναι» και το «όχι» – «όχι» και δεν υπάρχει καμία αντίφαση. Και ούτε μπορεί να υπάρχει στον Υιό του Θεού. Τότε πώς μπορούν να εξηγηθούν αυτά τα λόγια και οι πράξεις του Χριστού που σας ανέφερα προηγουμένως;
Η εξήγηση είναι πολύ απλή· πρέπει να ξεχωρίζουμε τη λογική με την οποία το έλεγε ή το έκανε ο Κύριος από τη λογική με την οποία το κάνουμε εμείς. Υπάρχει διαφορά, όταν βρίζεις κάποιον ή όταν τον ελέγχεις. Εμείς όταν λέμε στον πλησίον μας «ανόητε» ή «ηλίθιε» τι εκφράζουμε μ’ αυτές τις λέξεις; Την περιφρόνησή μας. Τον προσβάλλουμε μ’ αυτό τον τρόπο και τον βρίζουμε. Αυτό ακριβώς απαγορεύει ο Κύριος Ιησούς Χριστός με την εντολή του.
Και ποια σημασία έχουν τέτοια σκληρά λόγια στο στόμα του Χριστού; Γιατί έλεγε σε μερικούς ανθρώπους «όφεις, γεννήματα εχιδνών» ή «πορευθέντες είπατε τη αλώπεκι ταύτη»; Το έλεγε για να τους ελέγξει. Υπάρχει μεγάλη διαφορά, όταν βρίζει κανείς ή όταν ελέγχει κάποιον. Ο νόμος του Θεού δεν μας επιτρέπει να προσβάλλουμε τον πλησίον μας, ενώ το να ελέγχουμε κάτι που δεν είναι σωστό μας το παραγγέλλει η ίδια η Αγία Γραφή· «μη συγκοινωνείτε τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον· δε και ελέγχετε» (Εφ. ε΄ 11).
Στις επιστολές του προς Τιμόθεον ο απόστολος Παύλος μας δίνει την εξής εντολή· «Τους αμαρτάνοντας ενώπιον πάντων έλεγχε, ίνα και οι λοιποί φόβον έχωσι» (Α΄ Τιμ. ε΄ 20). «Κήρυξον τον λόγον, επίστηθι ευκαίρως ακαίρως, έλεγξον, επιτίμησον, παρακάλεσον, εν πάση μακροθυμία και διδαχή» (Β΄ Τιμ. δ΄ 2).
Βλέπετε, το να ελέγχουμε κάτι που δεν είναι σωστό, είναι η εντολή του αποστόλου Παύλου. Όχι μόνο δεν πρέπει να έχουμε καμία συμμετοχή στα έργα του σκότους, αλλά και να τα ελέγχουμε. Δεν μας επιτρέπεται να προσπερνάμε με αδιαφορία και σιωπή την κακία και την ασέβεια, αλλά πρέπει να τα ελέγχουμε. Κάθε φορά που ο Κύριος Ιησούς Χριστός έλεγε κάποιο λόγο σκληρό, τον έλεγε, επειδή ήθελε να ελέγξει την κακία. Δεν προσέβαλλε την αξιοπρέπεια εκείνων των ανθρώπων τους οποίους ονόμαζε αλεπούδες ή ακόμα και γεννήματα εχιδνών. Ήθελε μόνο να ελέγξει το ψέμα που είχαν μέσα τους, διότι η υποκρισία είναι ένα είδος ψέματος και ο πατέρας του ψεύδους είναι ο διάβολος.
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν μπορούσε να μην ελέγχει το ψέμα και την υποκρισία. Πάντα τα έλεγχε και πολύ έντονα. Διότι υπάρχει οργή που είναι θεία και μία τέτοια οργή είναι εντολή του Θεού. Αυτή η οργή πρέπει να ανάβει μέσα μας κάθε φορά, όταν βλέπουμε πως προσβάλλουν ιερό και όσιο. Τέτοια οργή ανάγκασε τον μεγάλο ιεράρχη και θαυματουργό, τον άγιο Νικόλαο στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο να χαστουκίσει τον Άρειο.