Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Η ΝΟΜΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ

Η ΝΟΜΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ



Η ΝΟΜΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
ΤΗΣ ΝΕΟΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ
Γεώργιος Κρίππας
Δρ. Νομικής - Συνταγματολόγος
 [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ]
 
 
...Ως γνωστόν οι νεοειδωλολάτραι ή δωδεκαθεϊσταί εμφανίζονται οπαδοί ορισμένης θρησκείας, ήτοι της των αρχαίων Ελλήνων. Όμως απαξάπαντες γνωρίζουμε, ότι η αρχαία ελληνική θρησκεία αποτελεί έναν επιστημονικώς αποδεδειγμένον μύθον. Ήδη, ως γνωρίζομεν, οι πρώτοι που ημφισβήτησαν την αξίαν του μύθου της ειδωλολατρικής θρησκείας υπήρξαν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, οι οποίοι διετύπωσαν σοβαρωτάτας αμφιβολίας προς την αξιοπιστίαν της διηγήσεως του Ησιόδου δια την δημιουργίαν του κόσμου. Αλλά και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ημφισβήτησαν την αξιοπιστίαν των τοιούτων μύθων[1]. Η ειδωλολατρική θρησκεία ως γνωστόν βασίζεται εις την «θεογονίαν» του Ησιόδου (ο Ουρανός και η Γη ενώνονται και αποτελούν ζεύγος, γεννούν τους δώδεκα Τιτάνας και τρεις Κύκλωπας και τρεις Εκατόγχειρας. Ο Κρόνος διαδέχεται τον πατέρα του και νυμφεύεται την αδελφή του Ρέα, ο οποίος αποφασίζει να καταβροχθίση τα τέκνα του, η Ρέα κατορθώνει και σώζει τον υιόν του Δίαν, ο οποίος φυγαδεύε­ται εις το όρος Δίκτη και μεγαλώνει τη φροντίδι των Νυμφών και με γάλα της Αμαλθείας. Ο Ζεύς τελικώς ενηλικιώνεται και επιβάλλεται, δημιουργείται το δωδεκάθεο και εγκαθίσταται εις τον Όλυμπον κ.λπ.).
Όταν λοιπόν τον επιστημονικής αποδεδειγμένον τοιούτον μύθον κάποιοι σύγχρονοι επιδιώκουν να αναστήσουν και επιβάλουν εις τον κόσμον και εν πλήρει γνώσει, ότι πρόκειται περί μύθου, είναι σαφές ότι αναφαίνεται το κοινωνικώς επικίνδυνον των τοιούτων θεωριών. Παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα από περιοδικόν των δωδεκαθεϊστών, προς απόδειξιν τούτου. Εις το περιοδικόν των δωδεκαθεϊστών ΔΑΥΛΟΣ (Ιανουάριος 2002), σελ. μη ηριθμημένη (τιθεμένη μεταξύ των σελίδων 15533 και 15536), παρατίθεται το εξής κείμενον υπό τον τίτλον «ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ»:
«Μνημόνιο συνεργασίας για την Ολυμπιάδα του 2004 υπέγραψε η Εκκλησία της Ελλάδος με την Οργανωτική Επιτροπή των Αγώ­νων. Εκείνοι που κάποτε απαγόρευσαν δια της ποινής του θανάτου τους Ολυμπιακούς αγώνες, που διαβολοποίησαν τον αθλητισμό και μισούν το ανθρώπινο σώμα, σήμερα δηλώνουν πως νοιάζονται τάχα για την Ολυμπιάδα. Αυτή είναι η κατάντια της ρωμιοσύνης».
Όπως βλέπουμε εδώ η αίρεσις των δωδεκαθεϊστών δεν εμπεριέχει μόνον τον κίνδυνον τον οποίον μελετά η εγκληματολογία. Ανα­φέρει –αν το προσέξουμε- ότι: α) Η Εκκλησία της Ελλάδος διαβολοποίησε τον αθλητισμό. β) Η Εκκλησία της Ελλάδος μισεί το ανθρώπινο σώμα (όλοι γνωρίζουμε, ακόμη και οι μη έχοντες γνώσεις θεολογικάς, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος θεωρεί το ανθρώπινον σώμα ως μέλος του Σώματος του Κυρίου), γ) Ότι αυτό αποτελεί κατάντια της ρωμιοσύνης.

Δίψα Θεού - Αγίου Σιλουανού


Με την ανάγνωση του Ψαλτηρίου τι μας συμβουλεύουν οι άγιοι πατέρες;

Με την ανάγνωση του Ψαλτηρίου τι μας συμβουλεύουν οι άγιοι πατέρες;
Όλοι συστήνουν όχι μόνο την τακτική ανάγνωση άλλα, αν είναι δυνατό, και την αποστήθιση του Ψαλτηρίου, επισημαίνοντας τη μεγάλη ωφέλεια της ψυχής απ' αυτό. Παραθέτω ενδεικτικά, από τις πολλές, την παραίνεση του οσίου Εφραίμ του Σύρου: «Οι Ψαλμοί να βρίσκονται πάντα στα χείλη σου. Ο Θεός, όταν Τον επικαλείσαι με τους Ψαλμούς, διώχνει μακριά σου τους δαίμονες και σε φωτίζει. Με την ανάγνωση του Ψαλτηρίου αγιάζεται η ψυχή και αγνίζεται το σώμα. Ας μάθουμε, αδερφοί, να προσευχόμαστε με τους Ψαλμούς αδιάλειπτα, και όταν βρισκόμαστε στο σπίτι και όταν βαδίζουμε στο δρόμο και όταν πέφτουμε για ύπνο και Όταν σηκωνόμαστε για δουλειά.
Το Ψαλτή¬ριο είναι η χαρά των φίλων του Θεού. Διώχνει την αργολογία, μετριάζει το γέλιο, θυμίζει την Κρίση, ανεβάζει την ψυχή στον ουρανό. Όπου λέγονται οι Ψαλμοί με κατάνυξη, εκεί είναι και ο Θεός μαζί με τους αγγέλους Του».

Η πιο εύκολη αμαρτία

Η πιο εύκολη αμαρτία



 Ξέρεις πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να κρίνεις τον πλησίον; Παραγματικά, τι μπορεί να είναι βαρύτερο απ’ αυτό; Τι άλλο μισεί τόσο πολύ και αποστρέφεται ο Θεός σαν την κατάκριση; Όπως ακριβώς είπαν οι Πατέρες, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ’ αυτήν.
Και όμως λένε ότι από αυτά τα μικροπράγματα φτάνει κανείς σ’ αυτό το τόσο μεγάλο κακό. Από το να δεχτεί μιά μικρή υποψία για τον πλησίον, από το να λέει: « Τι σημασία έχει αν ακούσω τι λέει αυτός ο αδελφός; Τι σημασία έχει αν πω και εγώ αυτόν τον λόγο; Τι σημασία έχει αν δω που πάει αυτός ο αδελφός ή τι πάει να κάνει αυτός ο ξένος»; Αρχίζει… ο νους να αφήνει τις δικές του αμαρτίες και ν’ απασχολείται με τη ζωή του πλησίον. Από εκεί φτάνει κανείς στην κατάκριση, στην καταλαλιά, στην εξουδένωση. Από εκεί πέφτει σ’ όσα κατακρίνει. Επειδή δεν φροντίζει για τις δικές του κακίες, επειδή δεν κλαίει, όπως είπαν οι Πατέρες, τον πεθαμένο εαυτόν του, δεν μπορεί σε τίποτα απολύτως να διορθώσει τον εαυτόν του, αλλά πάντοτε απασχολείται με τον πλησίον. Και τίποτα δεν παροργίζει τόσο το Θεό, τίποτα δεν ξεγυμνώνει τόσο τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη, όσο η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουδένωση του πλησίον.

Γιατί άλλο πράγμα είναι η καταλαλιά και άλλο η κατάκριση και άλλο η εξουδένωση.

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Να ληστέψουμε την αγάπη του Χριστού!

Να ληστέψουμε την αγάπη του Χριστού!
Μια συνέντευξη με τον π. Ανανία Κουστένη   
- Η λογική τι ρόλο παίζει;
«Κανονικά μας φέρνει στο Λόγο, στον Ποιητή. Τι λέει ο πατέρας των επιστημών, ο Αριστοτέλης; Υπάρχουν μύρια πράγματα που κινούνται στο Σύμπαν. Στο τέλος όμως αυτών των πραγμάτων υπάρχει κάτι ακίνητον που κινεί όλα τα κινούμενα. Κι αυτό το ονόμασε πρώτο κινούν - ακίνητον. Είναι η πρώτη φιλοσοφία-θεολογία. Δηλαδή η λογική, στην ουσία, μας φέρνει στο Θεό. Τι κάνανε όμως στη Δύση; Ορθολογισμό. Με το Διαφωτισμό πήρανε μόνο τον ορθό λόγο και τον βάλανε δυνάστη. Κι ο άνθρωπος τι γίνεται τότε; Στεγνός και στυγνός. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο λογική. Είναι και ένστικτο και αίσθημα και συναίσθημα και άλλες δύναμες, που θα 'λεγε και ο Μακρυγιάννης. Άμα έχουμε μέσα μας Θεό -γιατί χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται κατά τον Ντοστογιέφσκι- τότε και η ανθρώπινη γνώση και η θεία γνώση συγχορδίζονται, συνηχούν όπως λέμε στη μουσική, παράγοντας άριστο αποτέλεσμα, που είναι η λατρεία του Θεού».

- Ο Ρωμανός ο Μελωδός μιλάει σ' έναν ύμνο του για τους Αποστόλους «που πρώτα ράβανε δίχτυα κι εξαφανίζουν τώρα των ρητόρων τις περιπλοκές με απλούστερα λόγια». Η απλότητα γιατί έχει χαθεί και υπάρχει μια σύγχυση σήμερα;
«Ο Παπαδιαμάντης λέει έχουμε δύο πράγματα που είναι σπουδαία: την απλότητα και τη λιτότητα. Τι ωραία που τα λέει. Η απλότητα είναι δύναμη, είναι φως. Διότι απλώνεται ο άνθρωπος δι' αυτής σ' όλο τον υπαρξιακό του χώρο. Ενώ πολλαπλότητα τι σημαίνει; Κατακερματισμός του όντος. Έχουμε πολλούς εαυτούς σήμερα. Κι εγώ το παθαίνω: άλλα να σκέφτομαι το πρωί, άλλα το μεσημέρι, άλλα το βράδυ. Με τη Θεία Χάρη ο άνθρωπος έχει την ενότητα και την απλότητα. Κι οι Απόστολοι με την απλότητα του ευαγγελικού λόγου κατάργησαν τα κατασκευάσματα των ρητόρων. Τα έδιωξαν και μπήκε στις ψυχές των ανθρώπων η απλότης του Θεού, γιατί και το θείον είναι απλό. 
Η απλότητα κι η λιτότητα είναι εξίσου σπουδαία. Το να έχει κανείς μέτρο. Το μέτρο γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Κι όμως σήμερα οι Έλληνες είμαστε τόσο πολλαπλοί και φορτωμένοι που δεν αντέχουμε τον εαυτό μας. Βέβαια, όταν έρθει η Θεία Χάρις,μας κάνει ανάλαφρους, σαν να 'χουμε φτερά. Πετάμε, χαιρόμαστε. »Πιο παλιά οι άνθρωποι ήταν φτωχοί, αλλά είχαν τη χαρά του Θεού μέσα τους, τη χαρά της δημιουργίας και της φύσεως. Ήταν ένθεοι οι άνθρωποι. Γι' αυτό βάσταξαν και πατρίδα και φαμελιές και πολέμους και αρρώστιες και θανατικά. Τόσα και τόσα δεν πέρασαν. Και σήμερα περνάμε. Σήμερα όμως είμαστε πιο δυσκολεμένοι, διότι επληθύνθη η ανθρώπινη γνώση, η ψευδώνυμος γνώση. Όπου και να στραφείς ραδιόφωνα, τηλεοράσεις λένε, λένε, λένε. Δεν αντέχω, τα κλείνω και κοιμάμαι. Κάνω ένα σταυρό για όλους και λέω "Θεούλη μου βοήθα τους να 'ναι καλά"».

- Να πούμε για την «ελπίδα της πίστεως» που αναφέρει συχνά ο Ρωμανός.
«Αν στα ανθρώπινα η ελπίδα πεθαίνει τελευταία,στην Εκκλησία μας η ελπίδα είναι αθάνατη και ενυπόστατη γιατί είναι ο ίδιος ο Χριστός. Η πίστη είναι σχέση. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα πιστεύω που σημαίνει έχω σχέση εμπιστοσύνης. Σχέση Θεού -ανθρώπου, ανθρώπου - Θεού. Γι' αυτό κι ήρθε ο Ιησούς να μας συνδέσει πάλι με τον Ουρανό, απ' όπου είχαν εκπέσει οι Πρωτόπλαστοι. Τι ζητούσε από τους ακροατές του και τους αιτούμενους; Την πίστη. Και στις ανθρώπινες σχέσεις εμπιστοσύνη θέλουμε και αγάπη. Ακόμη και στο φούρνο όταν πάμε να πάρουμε ψωμί, τι κάνουμε; Ασκούμε πίστη. Γιατί; Διότι πιστεύουμε ότι ο φούρναρης δεν έχει βάλει φάρμακο, φαρμάκι να πεθάνουμε. Ασκούμε έργο πίστεως. Και το παίρνουμε και το τρώμε».

- Αναφέρεστε συχνά στις ομιλίες σας στους δυσκολεμένους και πονεμένους. Ποιο είναι το λαδάκι που χρειάζεται η ψυχή τους; Η ελπίδα; Η ευσπλαχνία; Η καλοσύνη;
«Όλα αυτά. Και ο Ιησούς Χριστός, ο επιούσιος άρτος. Κάθε άνθρωπος τον Ιησού Χριστό ζητάει. Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος. Δεν φτάνει μόνο το ψωμί που δίνουν τα συστήματα, η ψυχή με τι θα τραφεί; Η ψυχή είναι η ουσία του όντος. Το σώμα είναι το περίβλημα, ο ναός της ψυχής. Όταν δώσεις στον άνθρωπο τον Χριστό, την ειρήνη Του και τη χάρη Του, τότε ο άνθρωπος ανασταίνεται και μπορεί να ζήσει λιτότατα. Τι χρειάζεται; Λίγο ψωμάκι να φάει, ένα ρούχο να ρίξει απάνω του και μια τρύπα να μείνει. Όταν δεν έχει όμως τη χάρη του Χριστού, τα θέλει όλα γιατί δεν έχει τίποτε. Σήμερα τα θέλουμε όλα, γιατί οι περισσότεροι δεν έχουμε τίποτα. Μα χορταίνει με λεφτά ο άνθρωπος; Τον Χριστό χρειάζεται, κάθε ψυχούλα αυτόν ζητάει. Κι άμα μπορούμε ας μιλάμε στον Χριστό για τους ανθρώπους, ιδίως τους πονεμένους και δυσκολεμένους. Ας τον παρακαλούμε να τους επισκεφθεί και να τους βοηθήσει. Κι ας είναι φτωχοί κι ας είναι οτιδήποτε».

- «Εν τη πτωχεία τα πλούσια»;
«Το έλεγε ο άγιος Νικόλαος. Αυτό είναι σοσιαλισμός. Τι άλλο είναι ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός; Εκκλησούλα είναι. Στην αρχαία εκκλησία τι κάνανε; Ο,τι περίσσευε του καθενός το πήγαινε στα πόδια των Αποστόλων, όχι στην τσέπη. Και κείνοι το βάζανε σ' ένα ουδέτερο μέρος και πήγαινε ο καθένας κι έπαιρνε ό,τι χρειαζόταν. Δεν υπάρχει ισότητα, ανισότητα υπάρχει.Όταν έχουμε δυο νοικοκυριά και το ένα έχει δύο ανθρώπους και το άλλο πέντε, θα δώσουμε το ίδιο και στα δύο νοικοκυριά; Όχι. "Το ημών περίσσευμα εις το εκείνων υστέρημα", έλεγε ο απόστολος Παύλος. Από το Ευαγγέλιο τα πήρε ο μαρξισμός, αλλά δεν τα κατάφερε να τα εφαρμόσει γιατί έβαλε τη βία. Και η βία φέρνει τη βία και το μίσος. Ενώ η Ορθοδοξία έχει την ελευθερία και την αγάπη. Ο Χριστός δεν έχυσε το αίμα κανενός, έχυσε το αίμα το δικό του».

- Στις ομιλίες σας εκτός από τους αγίους αναφέρεστε σε ήρωες της Επανάστασης του '21, στον Σολωμό. Είναι από μια αίσθηση μνήμης;
«Συμπορεύονται αυτά. Η εκκλησούλα μας 400 χρόνια βάστηξε το έθνος των Ελλήνων. Διότι αν δεν ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Τουρκοκρατία, εμείς θα 'μαστε σήμερα ή μουσουλμάνοι ή Φράγκοι. Όλοι εκείνοι οι πολέμαρχοι ήταν ένθεοι. Ήταν φιλόθεοι, φιλοπάτριδες κι ας μην υπήρχε πατρίδα. Η πατρίδα τότε εταυτίζετο με την εκκλησία. Κι ήταν και φιλάνθρωποι, όχι με την έννοια δίνω ένα φιλοδώρημα, αλλά αγαπούσαν τον άνθρωπο. Ο Κολοκοτρώνης ελεεινολογούσε τον εαυτό του γιατί στην Τριπολιτσά έσφαξαν τους Τούρκους. Κι ας μας είχαν πατήσει για 400 χρόνια. Το αναφέρει ο Φωτάκος ο γραμματέας του στα απομνημονεύματα. Δεν ήθελε να γίνει αυτό, αλλά έγινε κατ' ανάγκην. Κι ο Σολωμός ήταν ένθεος, γι' αυτό λέει στον "Πόρφυρα": "Άστραψε φως και γνώρισε ο νιος τον εαυτό του". Εκείνος υπηρέτησε την Επανάσταση ανυμνώντας την με την ποίησή του. Δεν ανυμνεί τους "Ελεύθερους πολιορκημένους»; Αυτούς που ζούσαν θεϊκά, παρότι περικυκλωμένοι από την Τουρκιά, από την άνοιξη, από την πείνα, από την πρόκληση της ζωής κι όμως στην όψη τους τη φθαρμένη έλαμπε το ουράνιο φως. Γι' αυτό και πήγαν μάρτυρες και ήρωες και άγιοι, όλοι της Εξόδου».

- Δείχνετε ιδιαίτερη αγάπη για τη γλώσσα.
«Είναι η γλώσσα του Ευαγγελίου, η αρχαία ελληνική γλώσσα των θεών. Ο Μέγας Αλέξανδρος έφερε σ' όλο τον κόσμο τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα. Του οφείλουμε πολλά. Η Καινή Διαθήκη, οι ύμνοι, οι λειτουργίες, οι Πατέρες είναι στην ελληνική γλώσσα. Ένα λυρικό ποτάμι που έρχεται από το Θεό κι αρδεύει τη γη και ξαναπάει σαν λατρεία απάνω. Οι Ισπανοί προ ετών δεν πρότειναν στην Ενωμένη Ευρώπη να μπει ως επίσημη γλώσσα η αρχαία ελληνική γιατί έχει συμβατότητα στους κομπιούτερ. Ενώ οι άλλες γλώσσες είναι ασύμβατες, κωδικές. Η ελληνική γλώσσα είναι νοηματική. Σημαίνον και σημαινόμενον ταυτίζονται. Είναι ποιητική, μαθηματική είναι ό, τι θέλετε. Ξέρετε πόσους φιλέλληνες ξένους έχουμε; Όπου γης. Γι' αυτό στεκόμαστε και θα στεκόμαστε».
πηγή-eantas

Η ταφή,η εκταφή και τα άλιωτα σώματα.Θεολογική προσέγγιση

Η ταφή,η εκταφή και τα άλιωτα σώματα.Θεολογική προσέγγιση
1. Πού;
Από τους πρώτους χρόνους της χριστιανωσύνης, υπήρχε συνήθεια να θάβονται οι χριστιανοί, καί μέσα οτούς ναούς, σε ειδικούς χώρους, ή καί κάτω από το "Αγιο Βήμα. Γι' αυτό ο άγιος Έφραίμ ό Σύρος, ορίζει στην διαθήκη του να μην ταφεί οτόν ναό, ή κάτω από το θυσιαστήριο του ναού. Αυτό γινόταν καί στην πατρίδα μας, ιδίως στα νησιά, μέχρι τελευταία, κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, ως μαρτυρεί ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης (Πηδάλιο έκδ. Αστέρος σελ. 293, ύποσημ.). Σήμερα όμως ό χώρος ενταφιασμού των νεκρών, είναι αποκλειστικά ό ειδικός χώρος του νεκροταφείου.Μπαίνοντας, λοιπόν, το σώμα στην γη, στον τάφο αρχίζει νά λυώνει. Φθείρεται, γίνεται ένα με την γη «γη εΐ καί εις γήν άπελεύσει». Λέγεται, πώς πρώτα φθείρεται το μάτι, επειδή άπ' αυτό το μάτι, την όραση του καρπού, ήρθε ή αμαρτία στον κόσμο. Καί επειδή το σώμα φθείρεται, μυρίζει αναπόφευκτα.Έχει όμως σημασία το πού ακριβώς θά ταφεί ο νεκρός. Ό Τωβίτ λέει στο παιδί του: «παιδίον, εάν αποθάνω θάψον με, καί με ύπερίδης τήν μητέρα  σου... όταν άποθάνη θάψον αυτήν παρ' έμοί εν ένί τάφω» (Τωβίτ,δ'3-5).Ηταν τιμωρία γιά τόν προφήτη Αχιά τό νά μήν ταφεί στήν γη των πατέρων του. (Γ Βασιλειών, ιγ', στίχ. 22). Ό Μωυσής φεύγοντας από την Αίγυπτο πήρε μαζί του τα οστά του Ιωσήφ, εκπληρώνοντας την έπιθυμία του Πάγκαλου Ιωσήφ. (Γένεσ.50,25). Έπιθυμία τού Ιακώβ ήταν να ταφεί στην γη Χαναάν, ενώ πέθανε στην Αίγυπτο. «Ό πατήρ μου ώρκισέ με λέγων: Έν τώ μνημείω ό ώρυξα έμαυτώ έν γή Χαναάν, εκεί με θάψεις» Γένεσ. ν' 5). Ό άγιος Ανδρόνικος επιθυμούσε να πεθάνει εκεί πού τάφηκε ή σύζυγος του, αγία Αθανασία. Εκεί πέθανε και ετάφη, καίτοι ο Γέροντας του Δανιήλ, του πρότεινε να ακολουθήσει! Ό πρώτος Αρχιεπίσκοπος της Σερβίας, άγιος Σάββας (+1235) μετέφερε τα οστά του πατέρα του, αγίου Συμεών, από το Άγιο Όρος στην Σερβία, στο μοναστήρι της Στουντένιτσας. Ό άγιος Χρυσόστομος, θαμμένος ως έξόριοτος στα Κόμανα της Μ. Ασίας αρνιόταν επιμόνως, καί κατά τρόπο θαυματουργικό, να μεταφερθούν τα άγια λείψανα του, στην Κων/πολη. Ό στρατηγός του Μ. Κων/νου, Λεόντιος, αρρώστησε βαρεία. Καί έγινε καλά από τον άγιο Δημήτριο, άφοϋ προσκύνησε τον τάφο του. Γυρίζοντας για την πατρίδα του, προσκύνησε τον τάφο του. Γυρίζοντας για την πατρίδα του, ζήτησε λείψανα του αγίου για να φτιάξει εκεί εκκλησία είς μνήμη του αγίου. Του παρουσιάζεται, όμως, ό άγιος καί του λέει: «Να μη με διαχώρισης, αλλά να με άφήσης άκέραιον είς τήν πατρίδα μου» (Μέγας Συναξαριστής, Όκτώβριος σελ. 602). Ό νεοφανής άγιος "Αρσένιος ό Καππαδόκης, είπε σε κάποιο δούλο του Θεοϋ «Εσύ θα κατεβής εδώ εγώ θα κατεβώ στην Θεσ/νίκη, διότι εκεί μένω»( Ό άγιος Αρσένιος ό Καππαδόκης σελ. 31). Ή δούλη του Θεού Ελευθερία, θαμμένη σε τούρκικο νεκροταφείο δεν είχε καθόλου ανάπαυση στην ψυχή της! (αυάτόθι σελ. 129). Φαίνεται, πώς η  Παναγία είχε κάποια επιθυμία: Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα». Αυτά, λοιπόν, δείχνουν πώς οί ψυχές αναπαύονται όταν ενταφιάζονται έκεί πού επιθυμούν
2. Έκταφή-'Άλυωτα σώματα.

Σέ τρία περίπου χρόνια το νεκρό σώμα διαλύεται. Υπάρχουν βεβαια καί περιπτώσεις πού καί μετά τα τρία χρόνια, το σώμα παραμένει άλυωτο. Αυτό οφείλεται είτε οτήν μορφολογία του εδάφους είτε στην Ιδιοσυγκρασία του σώματος. Φυσιολογικά, το σώμα σε 5-7 χρόνια να διαλυθή. Καί άφοϋ διαλυθή γίνεται έκταφή. Παίρνουν τα κόκκαλά του, τα πλένουν με κρασί, τα θέτουν σε ειδικό κιβώτιο, τα φέρνουν στην εκκλησία, οτό μέσο καί γίνεται κανονικό μνημόσυνο. Κατόπιν, ή τα εναποθέτουν σε ειδικό οικίσκο του ναού ή ξανά ατό τάφο. "Αν όμως το σώμα δεν διαλύεται, καί επί πλέον έχει παραμορφωθεί, φουσκωμένο ως τύμπανο, τότε αυτό είναι ανησυχη­τικό. Σημείο πώς ή ψυχή βασανίζεται. Υποφέρει. Διότι σε κάτι είναι «δεμένη». Τί, λοιπόν, συμβαίνει;
α) Να είναι από κάποιον καταραμένη!
β) "Η ό ίδιος ό άνθρωπος να καταράσθηκε τον εαυτόν του να τον αναθεμάτισε, καί να ορκίσθηκε σ' αυτόν,
 γ. "Η, νάταν άδικος πολύ (έκλεβε, αδικούσε).
Ή Εκκλησία θέσπισε είδικές συγχωρητικές ευχές «είς πάσαν άράν καί άφορισμόν είς τεθνεώτα, άναγινωσκόμενα παρ' Άρχιερέως, ή έξ' ανάγκης παρά Πνευματικού Πατρός, εί ου πάρεστιν 'Αρχιερεύς» (Ή θεία Λειτουργία κ.λ.π., Δ. Σαλιβέρου, σελ. 102). Καί μεταξύ άλλων λένε οί ευχές: είτε ύπό, κατάραν πατρός ή μητρός, ε'ίτε τω ίδίω άναθέματι ύπέπεσεν ό δούλος σου ούτος (δείνα) είτε τίνα των ιερωμένων παρεπϊκρανε, καί παρ' αύτοϋ δεσμόν άλυτον έδέξατο, είτε υπό Άρχιερέως βαρυτάτω άφορισμώ περιέπεσε καί αμέλεια ή ραθυμία  χρησάμενος, ουκ έτυχε συγχωρήσεως, συγχώρησαν αύτώ δι' έμαυτου αμαρτωλού».
Στόν   βίον   του   αγίου   Διονυσίου   Αρχιεπισκόπου   Ζακύνθου, διαβάζαμε: «Ευρισκόμενος ό "Αγιος είς την πόλιν, έτυχε να ανοίξουν τάφον εις τον Ναόν του αγίου Νικολάου των Ξένων, οϋτω καλούμενον διότι εκεί ένεταφιάζοντο οΐ ξένοι, είναι δε ό Ναός ούτος καί Μητρόπολις της Ζακύνθου. Είς τον τάφον αυτόν επρόκειτο να ενταφιάσουν, άλλο λείψανον καί εύρον σώμα γυναικός προ πολλού άποθαμένης, το όποιον ήτο άδιάλυτον με τα ενδύματα του, διότι άπέθανεν με δεσμόν αφορισμού ή ταλαίπωρος. Ήλθον όθεν οι συγγενείς  αυτής  καί προσέπεσον  είς  τους  πόδας του  Αγίου, παρακαλούντες αυτόν με δάκρυα να ύπάγη είς τον Ναόν αυτόν να ανάγνωση εύχήν συγχωρητική είς εκείνο το δεδεμένον σώμα, ϊσως καί ο Κύριος ήθελε εισακούσει την δέησίν του. Ευοπλαχνισθείς ό "Αγιος τα δάκρυα των έπήγεν είς τον Ναόν νύκτα βαθείαν, έχων είς την συνοδείαν του τον Διάκονόν του καί τον Έφημέριον του αύτοϋ Ναού, ίδών το πτώμα εκείνο προοτάσσει να το έκβάλουν έξω από τον τάφον καί να τον στήσουν ορθόν είς εν στασίδιον της Εκκλησίας. Τότε φορών τό έπιτραχήλιον του καί το ώμοφόριον,κλίνας τα γόνατα καί προσευχόμενος ώραν ικανήν, έδέετο του Θεού με θερμά δάκρυα να λύση από τον δεσμόν του αφορισμού το άλυτον εκείνο σώμα. Ενώ δε ό "Αγιος άνεγίνωσκεν έπ' αύτοϋ την ουγχωρητικήν εύχήν, ω του θαύματος!, ως να ήτο έμψυχον το άπνουν εκείνο σώμα, κλίναν την κεφαλήν με κάποιον σχήμα προσκυνήσεως προς τον "Αγιον, ως δι' εύχαριστίαν της μεγάλης χάριτος,την οποίαν έλαβεν, έπεσε καταγής καί διελύθη παντελώς είς χώμα καί οστά... Παρόμοιον θαύμα έκαμε καί  εις  άλλου  ανδρός   άφορισμένον   λείψανον,  εις   χωρίον Καταστάριον» (Μέγας Συναξαριοτής, Δεκέμβριος, αελ. 491).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
 "Ηδη από την παλαιολιθική εποχή, έχομε σεβασμό στο νεκρό καί ιδέα της μέλλουσας ζωής. (Παν. Τρεμπέλα, απολογητικοί Μελέται τ.Γ. σελ. 364) Εκείνο όμως πού έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ, είναι πώς ή ταφή ενός νεκρούς στους πρωτόγονους λαούς, «χρωματιζόταν >· από την αΙώνια ζωή. Γι' αυτό έβαζαν τον πεθαμένο σε φέρετρο, σχήμα βάρκας, σύμβολο πλεύσεως προς την αθανασία. Οί πενθούντες λούζονταν ομαδικά στο κοντινό ποτάμι ή για ένα διάστημα έκαναν αποχή από ορισμένα φαγητά καί από τις συζυγικές σχέσεις, καί απομονώνονταν από τον κόσμο. Καί δλα αύτά γινόταν με την πίστη πώς ό νεκρός έφυγε από τον παρόντα κόσμο καί πάει στόν άλλο κόσμο. Γι'αυτό θά πρέπει άπό ·δω νά θοηθηθεΙ»(E.O.James,The origins of religion,London P.68-87).
II. Ή κατάρα από λαϊκό είναι αβέβαιο αν «θα πιάσει». Από κληρικό όμως εΐναι σίγουρο. Διότι ό κληρικός έχει ιερωσύνη. Καί ιερωσύνη σημαίνει εξουσία. Καί ή κατάρα είναι χρήση εξουσίας. "Εχουμε αναρίθμητα καί συγκλονιστικά περιστατικά, που δείχνουν την καταπληκτική ενέργεια της κατάρας των κληρικών! Ακόμα καί άγιος, καί μάρτυρας να γίνει ό άλλος, αν έχει δεσμό ή κατάρα από Ιερέα, ό δεσμός δεν λύνεται, αν δεν διαβασθή ή ειδική συγχωρητική
Από το βιβλίο του αρχ.Βασιλείου Μπακογιάννη «Μετά θάνατον»;

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Ελληνισμός και Ορθοδοξία: επαναπροσδιορισμός μιας σχέσης στον 21ο αιώνα

Ελληνισμός και Ορθοδοξία: επαναπροσδιορισμός μιας σχέσης στον 21ο αιώνα
Αποστολέας Christos στις Monday, March 19 @ 10:04:19 CDT
Contributed by
Christos

Δυο είναι οι πυλώνες πάνω στους οποίους έχει στηριχθεί ο ελληνικός πολιτισμός δια μέσου των αιώνων. Ο ένας είναι η αρχαία ελληνική σκέψη και γραμματεία και ο άλλος είναι η ορθόδοξη χριστιανική πίστη, παράδοση και θεολογία. Η σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους δυο τρόπους σκέψης και ζωής, τον ελληνικό και τον χριστιανικό, ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή που το ευαγγελικό κήρυγμα των Αποστόλων βγήκε από τα αρχικά ιουδαϊκά του όρια για να εξαπλωθεί σε ολόκληρο το ρωμαϊκό κόσμο. Η ελληνιστική κοινή ήταν η γλώσσα που έγινε το αναντικατάστατο όχημα για την πρώτη αυτή μετάδοση και εξάπλωση του χριστιανισμού.

Από τότε μέχρι σήμερα οι δυο αυτοί, αρχικά ξένοι και αντιφατικοί μεταξύ τους τρόποι σκέψης και ζωής, βρήκαν πολύ περισσότερα κοινά σημεία από όσα φαίνονταν στην αρχή και έχουν συνδεθεί τόσο άρρηκτα μεταξύ τους, ώστε μέχρι μόλις πριν από λίγες δεκαετίες, εθεωρείτο αδιανόητο να αποκαλείται κάποιος Έλληνας ή να χαρακτηριστεί ελληνική μια πολιτιστική δημιουργία, ένα κείμενο ή μια εικόνα, εάν δεν είχε άμεση σχέση, αναφορά και προέλευση από τον ελληνορθόδοξο τρόπο σκέψης, από την ελληνορθόδοξη παράδοση.

Η σχέση όμως, ελληνισμού και ορθοδοξίας είχε αρχίσει να κλονίζεται ήδη από την εποχή του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και σήμερα, πλέον, είμαστε αντιμέτωποι όχι μόνο με έναν πολύ σοβαρό και πρωτοφανή κλονισμό αυτής της σχέσης, αλλά επικρατεί στους σύγχρονους Έλληνες μια ευρύτερη κρίση ταυτότητας, τόσο όσον αφορά τον ελληνισμό όσο και την ορθοδοξία.

Η συζήτηση αυτή, βέβαια εντάσσεται αναπόφευκτα στα πλαίσια της γενικότερης αναζήτησης και μιας ολικής αναθεώρησης του παρελθόντος, που λαμβάνει χώρα σήμερα στην Ελλάδα, για τα αίτια της οικονομικής και πολιτικής, αλλά και κοινωνικής, πολιτισμικής και ηθικής κρίσης που διανύουμε.

Ας ανατρέξουμε όμως λίγο την ιστορική εξέλιξη της σχέσης ελληνισμού και χριστιανισμού, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

Νομική κατοχύρωση ή υπαρξιακή αναγκαιότητα;
Το ελληνικό σύνταγμα αναγνωρίζει την θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας ως την επίσημη και επικρατούσα θρησκεία στην χώρα μας. Στην Ελλάδα δηλαδή, υπάρχει μεν ανεξιθρησκεία, αλλά υπάρχει και επίσημα αναγνωρισμένη επικρατούσα θρησκεία, την οποία το κράτος έχει δεσμευθεί να προστατεύει ως παράδοση του έθνους, ως αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο του έθνους. Αυτό δεν είναι απλώς ένα νομικά κατοχυρωμένο καθεστώς, ούτε βασίζεται αποκλειστικά στο ποσοστό του ορθόδοξου χριστιανικού θρησκεύματος στον ελληνικό πληθυσμό. Αλλά είναι αποτέλεσμα πολλών αιώνων ιστορίας του ελληνισμού και του πολιτισμού του και η ελληνορθοδοξία έχει εμπεδωθεί στο διάβα των αιώνων ως αδιάσπαστη υπαρξιακή οντότητα.



Ποιο είναι το στοιχείο που έκανε τον ελληνικό πολιτισμό και τον χριστιανισμό να ξεχωρίσουν;
    Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός στον δυτικό ευρωπαϊκό αλλά και όλο τον υπόλοιπο κόσμο, ξεχωρίζει ως ανώτερος και θαυμάζεται συνεχώς ανά τους αιώνες, από την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έως την Αναγέννηση και από τον Διαφωτισμό έως τις μέρες μας, γιατί μοιάζει ως κάτι το οποίο δύσκολα αντιγράφεται και ξεπερνιέται στην παγκόσμια Ιστορία. Εκείνο, όμως, το στοιχείο στο οποίο οφείλει ο ελληνικός πολιτισμός αυτή την δόξα, δεν είναι τόσο η αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική και η γλυπτική και οι υλικές γενικά τέχνες, δεν είναι ακόμα, ούτε και τα πολεμικά κατορθώματα, η στρατιωτική δύναμη, ο ηρωισμός και το παράδειγμα της θυσίας των αρχαίων Αθηναίων και Σπαρτιατών. Δεν είναι κανένα από αυτά τα στοιχεία, αυτά καθαυτά. Γιατί τα λαμπρά αυτά επιτεύγματα τα όφειλαν οι αρχαίοι Έλληνες στον ξεχωριστό τρόπο σκέψης, στον ξεχωριστό τρόπο ζωής τους, απώτερος σκοπός του οποίου ήταν η κατάκτηση της αρετής. Άρα, και η ελευθερία για τους αρχαίους δεν είναι αγαθό από μόνη της εάν δεν χρησιμοποιείται ως μέσον για την επίτευξη του αγαθού, που είναι η αρετή. Η αρετή και ο ενάρετος βίος, είναι το μέγιστο αγαθό που απασχολεί όλους τους αρχαίους νομοθέτες, λογοτέχνες, φιλοσόφους και πολιτικούς.  Έτσι προέκυψε αυτό που αργότερα ονομάστηκε αρχαίος ελληνικός ανθρωπισμός. Από εκεί πήγασε και το πολίτευμα της δημοκρατίας, δηλαδή από την ανάγκη για συνεχή και αέναη αναζήτηση της αρετής μέσω της κοινωνίας, μέσω της πολιτικής ζωής. Έτσι όλα τα προαναφερθέντα υλικά και άλλα επιτεύγματα, τόσο λαμπρά από μόνα τους, δεν ήταν παρά το μέσο για την επίτευξη του ανώτερου σκοπού, του αγαθού και της αρετής.

   Βέβαια οι αξίες της αρετής και του αγαθού, καθώς και του καλού καγαθού ανδρός, ήταν επιφορτισμένες με ένα εντελώς διαφορετικό εσωτερικό νόημα από αυτό που έμελλε να τους δώσει ο εκ θείας αποκαλύψεως λόγος του χριστιανικού ευαγγελίου, ο λόγος του Χριστού. Αυτές οι αξίες όμως ήταν το πλέον κατάλληλο έδαφος, ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είχε δηλαδή τις πλέον κατάλληλες προϋποθέσεις για να ταιριάξει με τον λόγο του ευαγγελίου. Ο αρχαίος ελληνικός άτομο-κεντρικός ανθρωπισμός έγινε χριστό-κεντρικός ανθρωπισμός και η αναζήτηση των ελλήνων για το εξωτερικό υλιστικό θείο κάλλος, μετετράπη σε αναζήτηση του εσωτερικού θείου κάλλους κατά το πρότυπο του ενανθρωπισμένου, σταυρωμένου και αναστημένου Ιησού Χριστού. Διότι το εσωτερικό κάλλος, η εσωτερική αρετή προδιαθέτει και εξασφαλίζει και την εξωτερική, ενώ το εξωτερικό κάλλος χωρίς εσωτερική αρετή είναι ψεύδος, υποκρισία, κάτι που τελικά θα καταρρεύσει ολοκληρωτικά.

Οι αυτοκράτορες που καθόρισαν το μέλλον της ανθρωπότητας
     Μετά από τρείς αιώνες διωγμών του ρωμαϊκού κράτους κατά των χριστιανών, τον τέταρτο αιώνα μ.Χ. οι αυτοκράτορες Μέγας Κωνσταντίνος και Μέγας Θεοδόσιος συμβάλλουν αποφασιστικά στην τελική επικράτηση και τον θρίαμβο του χριστιανισμού στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι αποφάσεις και η δράση των δυο αυτών αυτοκρατόρων βασίστηκε στην έντονη προσωπική τους πίστη και ανεξάρτητα από έξω-θρησκευτικές πολιτικές σκοπιμότητες. Η ανεξιθρησκεία, η οποία επιτρέπει την ελεύθερη συνύπαρξη όλων των θρησκειών εφευρέθη ως αρχή από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και θεσπίστηκε από τον ίδιο με την Έδικτο του Μιλάνου το 313 μ.Χ.. την εποχή εκείνη οι χριστιανοί δεν αποτελούσαν πλειοψηφία ούτε στο ανατολικό, ούτε στο δυτικό μέρος της αυτοκρατορίας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος ενώ εν γένει ευνόησε και στήριξε φανερά και συνειδητά την Χριστιανική Εκκλησία, παράλληλα φρόντισε να σεβαστεί και την ειδωλολατρική παράδοση και κυριαρχούσα, τότε ακόμα, πολιτική κουλτούρα της Ρώμης, θέλοντας να διατηρήσει τις λεπτές ισορροπίες της εποχής του. Όμως ο δρόμος της τελικής επικράτησης του χριστιανισμού είχε ήδη ανοιχθεί και μάλιστα ανεπιστρεπτί. Ακολούθησαν δύο χριστιανοί αλλά αιρετικοί Αρειανοί αυτοκράτορες και ενδιάμεσά τους ο συγκρητιστής-παγανιστής Ιουλιανός, ο καθένας από τους οποίους στήριξε την θρησκεία της προσωπικής του πίστης. Ήταν ξεκάθαρο πλέον ότι η τελική επικράτηση οποιασδήποτε θρησκείας στην αυτοκρατορία εξαρτόταν από την προσωπική στήριξη του αυτοκράτορα και όχι από την κατάκτηση της λαϊκής πλειοψηφίας. Έτσι, ήταν μεγάλο ευτύχημα για την αυτοκρατορία, τον ελληνισμό και τον κόσμο ολόκληρο όταν κατά το τέλος του αιώνα ο Μέγας Θεοδόσιος με την πολιτική που ακολούθησε κατέστησε τον Χριστιανισμό, και δη την Εκκλησία του «πιστεύω της Νικαίας», ως την επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

    Από τον Θεοδόσιο ξεκινά και επισήμως η ιστορία της χριστιανικής Ευρώπης και της χριστιανικής Ελλάδας. Στους αμέσως επόμενους αιώνες οι Έλληνες ασπάστηκαν και ενστερνίστηκαν πλήρως τον χριστιανισμό. Έτσι ο κλασικός ελληνισμός, σε αντίθεση με τους «φόβους» των νεοπλατωνικών ειδωλολατρών όχι μόνο δεν απορρίφθηκε ή εξαφανίστηκε από τον χριστιανισμό, αλλά πάνω στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την κλασική παιδεία βασίστηκαν τόσο η θεολογία των Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ αργότερα και η πατριωτική και εθνική συνείδηση του μεσαιωνικού και του νεότερου ελληνισμού.

Από την Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών προήλθαν οι μεγάλοι Πατέρες της Ορθοδοξίας.
    Η ειδωλολατρική Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών υπήρξε ο βασικός παράγοντας που αντιστάθηκε, ανεπιτυχώς στην επικράτηση του χριστιανισμού στους Έλληνες, κατά τον τέταρτο μ.Χ. αιώνα. Με αποκορύφωμα την τριετία του Ιουλιανού, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής της Σχολής, οι ειδωλολάτρες, κυρίως νεοπλατωνικοί, φιλόσοφοι της εποχής εκείνης προσπάθησαν να απαγορεύσουν την αναπόφευκτη, κατά τα άλλα, συνάντηση και συγχώνευση αρχαίας ελληνικής σκέψης και χριστιανισμού, αρνούμενοι στους χριστιανούς την πρόσβαση στην κλασικά ελληνικά γράμματα, προσπαθώντας έτσι να την καπηλευτούν και να την ταυτίσουν με τις δικές τους συγκρητιστικές-παγανιστικές δοξασίες. Οι Έλληνες, όμως, από την μεριά τους βρίσκονταν σε στάδιο θρησκευτικής αναζήτησης από πολύ νωρίτερα. Αυτό αποδεικνύεται από την αφήγηση των Πράξεων των Αποστόλων και τον περίφημο βωμό στον «άγνωστο θεό» που βρήκε ο Απόστολος Παύλος όταν έφθασε στην αρχαία Αθήνα. Κατά τους αιώνες που ακολούθησαν, μέχρι και τον 5ο αιώνα μ.Χ., στον χώρο της ελληνικής οικουμένης αυτή η αναζήτηση ολοκληρώθηκε μέσα από τους Έλληνες εκκλησιαστικούς συγγραφείς και θεολόγους, οι οποίοι έχοντας διδαχθεί την ελληνική σκέψη, όντας ήδη ή προτού βαπτισθούν χριστιανοί, χρησιμοποίησαν την οξύνοια και την ευρύτητα των εννοιών της για να εκφράσουν την εμπειρία της νέας τους πίστης και να συνθέσουν τον περί του Θεού λόγο.

Η ταύτιση Ρωμηοσύνης και Ορθοδοξίας
    Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο ελληνισμός των ειδωλολατρών νεοπλατωνικών και του Ιουλιανού ήταν ένα κακέκτυπο, μια ξεπεσμένη και χρεωκοπημένη προσπάθεια συνέχειας του αρχαίου κλασικού προτύπου. Η χριστιανική Πατερική θεολογία, έτσι διέσωσε και έδωσε νέο νόημα, νέα πνοή και νέα ώθηση στη μοναδική αρχαία ελληνική σκέψη, ώστε αυτή αντί να χαθεί, κατά την μετάβαση του ευρωπαϊκού και του μεσογειακού κόσμου στο Μεσαίωνα, να συνεχιστεί αναλλοίωτη μέσα από τη χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η αρχαία ελληνική σκέψη και φιλοσοφία αποδείχθηκε ότι μόνο με τον χριστιανισμό κάνει "χημεία", "δένει", ταιριάζει απόλυτα και αλληλοσυμπληρώνεται ανεπανάληπτα. Είναι, άλλωστε, απολύτως ορθή η αντίληψη ότι η ορθοδοξία ουσιαστικά δεν είναι παρά μια ελληνική ερμηνεία του χριστιανισμού.

    Από την στιγμή που ο Ιουλιανός ξεψυχώντας αναφώνησε το «νενίκηκάς με Ναζωραίε», μέχρι την άλωση της Πόλης το 1453, επίσημη και μοναδική θρησκεία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του ελληνισμού ήταν ο χριστιανισμός. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας, η θρησκευτική έννοια του γκιαούρη (ο μη-μουσουλμάνος) και η εθνική έννοια του Ρωμηού (του Έλληνα πολίτη της παλιάς χριστιανικής αυτοκρατορίας), ταυτίστηκαν απόλυτα. Οι Οθωμανοί έδωσαν στον Οικουμενικό Πατριάρχη εκτός από τον θρησκευτικό του τίτλο και τον πολιτικό τίτλου του βυζαντινού αυτοκράτορα, αυτόν του Δεσπότη, ταυτίζοντας έτσι την θρησκευτική μαζί με την πολιτική ηγεσία των υπόδουλων Ελλήνων. Όταν οι αγωνιστές του 1821 συνέτασσαν το πρώτο ελληνικό σύνταγμα στην Επίδαυρο, ήταν εντελώς φυσικό να προσδιορίσουν ότι, «όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν είς Χριστόν, εισίν Έλληνες».

Το «θρήσκευμα» είναι απλώς ένα στοιχείο συνταγματικού δικαίου και… (άλλοτε) αστυνομικής ταυτότητας;
    Έτσι φτάνουμε στις μέρες μας. Η συνταγματική διάταξη δεν έχει αλλάξει στην ουσία της και ο λόγος που υπάρχει, καθίσταται σαφές από τα παραπάνω ότι, είναι ιστορικός και βαθειά ριζωμένος στον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική παράδοση.

    Βρισκόμαστε, όμως σήμερα, ενώπιον του μεγαλύτερου υπαρξιακού στοιχήματος στην ιστορία του ελληνισμού. Καθώς είπαμε και παραπάνω, τόσο η ελληνική όσο και η χριστιανική μας ταυτότητα κινδυνεύουν από μια βαθειά κρίση αυτοσυνειδησίας, η οποία εκπορεύεται από την γενικότερη ηθική κρίση, την κρίση αξιών. Έτσι σήμερα κυριαρχούν οι εξής τάσεις στην ελληνική κοινωνία. Μια τάση είναι αυτή η οποία θέλει να νοηματοδοτήσει την ελληνικότητα χωριστά από την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, χωριστά από την αναζήτηση της αρετής και του θείου κάλλους, που τόσο ζωτικά απασχολούσε τους Έλληνες από την αρχαιότητα μέχρι την νεότερη Ελλάδα. Είναι εκείνη η μεγάλη, δυστυχώς, μερίδα σύγχρονων Ελλήνων η οποία έχει ταυτιστεί πλήρως με τον υλιστικό και μηδενιστικό τρόπο ζωής και σκέψης που έχει τις ρίζες του στο από τη Δύση προερχόμενο όνειρο του καπιταλισμού. Αυτή η μερίδα Ελλήνων έχει πεισματικά απαρνηθεί την πανάρχαια ελληνική αναζήτηση για την αρετή και το κάλλος, την επιδίωξη της όντος ζωής η οποία τελικά νικά και τον ίδιο το θάνατο. Οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν παραδοθεί άνευ όρων στην υλική φθορά και στον θάνατο, έχουν επιδοθεί σε ένα άκρατο κυνήγι του πρόσκαιρου πλουτισμού, που φθείρει ψυχή, σώμα και ήθος.

    Η άλλη τάση θέλει και προσπαθεί να συνεχίσει την ελληνορθόδοξη παράδοση, όμως υπάρχει μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων που δηλώνουν μέλη της ορθόδοξης Εκκλησίας αλλά ταλανίζονται από πνευματική κρίση, από έλλειψη πίστης στο Χριστό. Στην ελλαδική εκκλησία, επίσης, κυριαρχεί η έλλειψη ουσιαστικού πνευματικού λόγου. Η εικόνα της ελλαδικής εκκλησίας έχει αμαυρωθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια. Μήπως τελικά αρκετοί από τους ιεράρχες και τα λοιπά μέλη του κλήρου, τόσο εντός των μικρών ορίων της ελλαδικής αρχιεπισκοπής και των ελληνικών συνόρων, αλλά και εκτός αυτών, έχουν αδιαφορήσει για τις αρετές του Χριστού των ευαγγελίων; Μήπως δεν επιδιώκουν και δεν κηρύττουν, όπως θα έπρεπε, τις χριστιανικές αρετές και το θείο κάλλος του Ιησού, - τα στοιχεία εκείνα δηλαδή τα οποία έκαναν την ελληνορθοδοξία να λάμψει στην παγκόσμια ιστορία – και αντιθέτως έχουν θέσει άλλες, κοσμικές και υλικές προτεραιότητες; Το αποτέλεσμα είναι ότι η χριστιανική μας πίστη έχει πλέον κλονιστεί σοβαρά, ίσως και ανεπανόρθωτα, τουλάχιστον για τα ανθρώπινα μέσα.

Η πνευματική όμως ανάκαμψη της ορθόδοξης ελληνικής εκκλησίας, η αυτοκάθαρσή της, όπως έχει πολλές φορές στο παρελθόν χαρακτηρισθεί, δεν είναι κάτι που αρκεί να το πάρουμε απόφαση και να δηλώσουμε ότι θα το κάνουμε πράξη και ύστερα να αφήσουμε τον χρόνο απλά να «γιάνει την πληγή». Αντιθέτως πρέπει να επιδιώξουμε να πραγματοποιηθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα, γιατί αυτή η πνευματική ανάκαμψη είναι εκ των ων ουκ άνευ για την πνευματική και ηθική ανάκαμψη ολόκληρου του ελληνικού γένους και του πολιτισμού. Όσο καθυστερεί η πρώτη καθυστερεί και η δεύτερη.
    Η πρώτη, λοιπόν, τάση από τις δυο παραπάνω, εάν επικρατήσει καταδικάζει αναπόφευκτα ολόκληρο τον ελληνισμό στο θάνατο. Διότι, ήδη είναι ξεκάθαρο ότι ένας ελληνισμός που αδιαφορεί πλήρως για τον θάνατο, που έχει αυτοκαταστροφικά καταπνίξει κάθε μεταφυσική ανησυχία και τύψη συνειδήσεως, θα εξαφανιστεί τελικά από αυτόν τον φυσικό θάνατο και τη φθορά του χρόνου. Οι Έλληνες έτσι θα έχουμε πρωτίστως αλλοιώσει και παραμορφώσει την παιδεία μας, που είναι ο μοναδικός φορέας εξασφάλισης της συνέχειας ενός πολιτισμού. Έτσι μπορεί να συνεχίσουμε να μιλούμε κάποια (φυσική ή τεχνητή) μετεξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, να κατέχουμε ακόμα και συνείδηση καταγωγής και ιστορική μνήμη, όμως αυτά δεν θα αρκούν. Γιατί θα είναι μια ξερή, αλλά και παραμορφωμένη γνώση και μνήμη ενός ένδοξου παρελθόντος το οποίο γίνεται αφορμή μόνο για έναν ανώριμο και αυτιστικό κομπασμό και τίποτα παραπάνω. Γιατί τελικά δεν αρκεί να γεννηθεί κανείς Έλληνας, για να λέγεται Έλληνας. Χωρίς την μεταφυσική αναζήτηση της αρετής και του θείου κάλλους, ο ελληνισμός δεν μπορεί να δημιουργήσει, να παράγει πολιτισμό. Έτσι, παύει να υφίσταται σαν ιστορική συνέχεια πολιτισμού και σε αντίθεση με την μέχρι τώρα αντίστασή του σε τουρκοκρατία και άλλες ιστορικό-πολιτικές αντιξοότητες, θα υποκύψει στην φυσική φθορά του χρόνου και της λήθης.

Ιωάννης Μ. Δανδουλάκης
Πολιτικός Επιστήμων