Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

"ΦΩΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΑΙΝΕΙ ΠΑΣΙ"

 




"ΦΩΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΑΙΝΕΙ ΠΑΣΙ" ΚΑΙ "ΚΑΤΕΥΘΥΝΘΗΤΩ"
ΣΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ

Τοῦ Παναγιώτη ᾿Ι. Σκαλτσῆ

(᾿Εφημέριος, Μάρτιος 2002)





᾿Από τά ὡραιότερα στοιχεῖα τῆς Προηγιασμένης, χαρακτηριστικά τῆς Λειτουργίας αὐτῆς ὡς ἑσπερινῆς σύναξης, εἶναι ὁ σταυροειδής φωτισμός - εὐλογία τοῦ λαοῦ μέ τή σχετική ἐκφώνηση "Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι" καί ἡ ψαλμωδία τοῦ "Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου, ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου..." μετά ἀπό τά ἀναγνώσματα.

Τό πρῶτο λέγεται ἀπό τόν ἱερέα μαζί μέ τό "Σοφία· ὀρθοί" μετά τό Παλαιοδιαθηκικό ἀνάγνωσμα ἀπό τή Γένεση, τό δεύτερο προκείμενο πού ἀκολουθεῖ καί τό "Κέλευσον", πού λέγει ὁ ἀναγνώστης. Τότε ὁ ἱερέας, κρατώντας λαμπάδα, "μανουάλιον μετά κηροῦ", καί θυμιατό στό δεξί χέρι, στέκεται μπροστά στήν ῾Αγία τράπεζα καί φωτίζει σταυροειδῶς, λέγοντας τό "Σοφία· ὀρθοί". Κατόπιν στρεφόμενος, σφραγίζει σταυροειδῶς τό λαό, λέγοντας τό "Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι".

Γιά τή λειτουργική καί θεολογική σημασία αὐτῆς τῆς εὐλογίας, ἔχουν ἐκφρασθεῖ διάφορες ἀπόψεις. Κατά μία ἐρμηνεία τό "φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι" ἀναφέρεται στά ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τῶν ὁποίων οἱ συγγραφεῖς φωτίσθηκαν καί ἐμπνεύσθηκαν ἀπό τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. ῾Επομένως, πρέπει νά συσχετισθοῦν μέ τό ἀληθινό φῶς τῆς θεογνωσίας, πού πηγάζει ἀπό τό Χριστό καί νά ἑρμηνευθοῦν στήν προοπτική τοῦ εὐαγγελικοῦ φωτός.

῾Ο Σμέμαν μιλᾶ γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καί ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης δικαιολογεῖ τήν ἔνταξη τῆς ἐν λόγω φράσης μεταξύ τῶν δύο ἀναγνωσμάτων ὡς ἑξῆς· "῾Η μέν Γένεσις τά ἀπαρχῆς διηγεῖται, τήν δημιουργίαν τῶν ὄντων καί τήν ἔκπτωσιν τοῦ ᾿Αδάμ. ῾Η Παροιμία δέ αἰνιγματωδῶς τά περί τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐκδιδάσκει καί τοῖς δι᾿ αὐτοῦ υἱοθετηθεῖσι παραινεῖ, ὥσπερ υἱοῖς, καί Σοφίαν αὐτόν τόν Υἱόν ὀνομάζει καί οἶκον οἰκοδομῆσαι ἑαυτῇ λέγει, τό πανάγιον αὐτοῦ σῶμα, ... καί φῶς ἐστι τά ἄνω καί τά κάτω φωτίζων".

Τὀ αἰσθητό, λοιπόν, φῶς πού εὐλογεῖται καί ἀνάπτεται τήν ὥρα αὐτή, γίνεται τύπος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὁποία "αἰνιγματωδῶς" κάνουν λόγο οἱ Παροιμίες· "ὅτι δέ τύπον τοῦ ἀληθινοῦ φωτός ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ σημαίνει τοῦτο τό φῶς".

῾Ορισμένοι ἐπίσης συνδέουν τό "φῶς Χριστοῦ..." μέ τούς κατηχουμένους καί κυρίως τούς φωτιζομένους, οἱ ὁποῖοι ἀπό τά μέσα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, προετοιμάζονται γιά τό βάπτισμα, πού γινόταν τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Τό φῶς Χριστοῦ "φαίνει πᾶσι", καί περισσότερο τούς φωτιζομένους, γιά τούς ὁποίους μάλιστα, σέ μιά εὐχή, ζητεῖται ὁ καταυγασμός τῆς διάνοιάς τους. "Τό φῶς τοῦ βαπτίσματος, ἐνσωματώνοντας τούς κατηχουμένους στό Χριστό, θά ἀνοίξει τό νοῦ τους στήν κατανόηση τῶν ρημάτων Του" (Σμέμαν).

῾Ο συσχετισμός ὅμως αὐτός, σημειώνει ὁ καθηγητής ᾿Ι. Φουντούλης, εἶναι ἐντελῶς ἐξωτερικός· "Στήν ἑσπερινή σύναξι δέν παρίσταντο μόνον οἱ κατηχούμενοι καί οἱ φωτιζόμενοι, ἀλλά καί οἱ πιστοί. Τό "φῶς Χριστοῦ" ἐξ ἄλλου λέγεται σ᾿ ὅλες τίς Προηγιασμένες καί πρό τῆς Τετάρτης τῆς μεσονηστίμου ἑβδομάδος ἡμέρες, κατά τίς ὁποῖες δέν παρίστατο ἡ τάξις τῶν φωτιζομένων, γιατί δέν εἶχς ἀκόμη συγκροτηθεῖ. ᾿Αλλά καί κατά τό ι΄ αἰώνα, ὁπότε γιά πρώτη φορά ἀπαντᾶ τό "φῶς Χριστοῦ" στήν Προηγιασμένη, οἱ διακρίσεις τῶν τάξεων τῶν κατηχουμένων εἶχαν πιά ἀτονήσει".

Οἱ ρίζες ἑπομένως τῆς λειτουργικῆς αὐτῆς πράξης, θά πρέπει νά ἀναζητηθοῦν ἀλλοῦ· καί ὁπωσδήποτε στό ἀρχαϊκότατο ἔθος τῆς ὑποδοχῆς τοῦ ἑσπερινοῦ φωτός, τοῦ ἀνάμματος τῶν λύχνων στήν ἑσπερινή σύναξη τῆς ᾿Εκκλησίας, πού συνοδευόταν μέ ὕμνους, εὐλογίες καί ἐπευφημίες. Γιά τή συνήθεια αὐτή, μιλοῦν σαφέστατα, ὁ Τερτυλλιανός, ὁ ῾Ιππόλυτος Ρώμης κ.ἄ.. Χαρακτηριστική βέβαια, εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, οἱ Πατέρες μας ὑποδέχονταν "τήν χάριν τοῦ ἑσπερινοῦ φωτός", ὄχι σιωπηρῶς, ἀλλά μέ εὐχαριστία καί μέ σχετικό ὕμνο, τήν "ἀρχαίαν φωνήν", τό γνωστό τροπάριο τοῦ ῾Εσπερινοῦ "Φῶς ἱλαρόν", πού τό ἔλεγε ὁ λαός.

᾿Ανάλογη ἐπευφημία κατά τήν ὑποδοχή καί εὐλογία τοῦ ἑσπερινοῦ φωτός εἶναι καί τό "Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι" , πού διασώθηκε στήν Προηγιασμένη, ὡς κατάλοιπο τῆς ἀρχαίας ἑσπερινῆς λατρευτικῆς πράξης. Εἶναι ἕνα εἶδος ἀναδίπλωσης "τῆς ἐπιλυχνίου εὐχαριστίας", ἤτοι τοῦ "φῶς ἱλαρόν...".

Κατά παλαιά συνήθεια, τό "Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι" - πού ὡς φράση ὁλόκληρη ἤ συντετμημένη στά ἀρχικά (ΦΧΦΠ) τή βρίσκουμε, κατά τόν δ΄ - ε΄ αἰ., χαραγμένη σέ λυχνίες - τό ἔλεγε ὁ διάκονος, ὁ ὁποῖος μετέφερε καί τήν ἀναμμένη λυχνία, στήν ἑσπερινή σύναξη. ῏Ηταν, κατά κάποιο τρόπο, τό σύνθημα, γιά τήν ἁφή τῶν φώτων, τά ὁποῖα μέχρι τήν ἀνάγνωση τῆς Παροιμίας, παρέμεναν σβηστά.

᾿Από τό "φῶς Χριστοῦ..." ἄρχιζε οὐσιαστικά καί τό ἔργο τοῦ νεωκόρου. Αὐτό φαίνεται καί ἀπό ὁρισμένες μαρτυρίες, σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες, τό "Κέλευσον", δέν τό ἔλεγε ὁ ἀναγνώστης, ἀλλά ὁ "κανδηλανάπτης", ζητώντας τρόπον τινά τήν ἄδεια γιά τήν ἐπιτέλεση τοῦ διακονήματός του.

Τόν ἀρχαῖο τρόπο ἁφῆς, εὐλογίας καί μεταφορᾶς ἀπό τόν διάκονο τοῦ ἐσπερινοῦ φωτός στή Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, μᾶς τόν διασώζουν, τόσο τά λειτουργικά χειρόγραφα, ὅσο καί Συμεών Θεσσαλονίκης. Κατ᾿ αὐτόν ἡ σταυροειδής σφράγιση καί εὐλογία τοῦ λαοῦ, δέ γινόταν ἀπό τό ἱερό βῆμα, ἀλλά ἀπό τό μέσον τοῦ Ναοῦ. ᾿Εκεῖ κατέληγε ὁ διάκονος εἰσοδεύων ἐν πομπῇ, μετά τήν εὐλογία τοῦ φωτός, πού εἶχε λάβει ἀπό τόν ἱερέα, "κρατῶν τήν λαμπάδα καί τό θυμιατήριον, προπορευομένων τῶν ἀναγνωστῶν... Καί πληρωθείσης τῆς Γενέσεως, φαίνεται εὐθύς μετά τῶν φώτων, τάς βασιλικάς πύλας εἰσιών, ἀνισταμένων ἁπάντων. ῞Ος καί εἰς τό μέσον στάς τοῦ Ναοῦ, ποιεῖται σταυροῦ τύπον τῷ θυμιατηρίῳ ἐκφώνως λέγων· "Σοφία· ὀρθοί. Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι". Καί εἰς τό ἅγιον βῆμα εἰσέρχεται".

῾Η εἰσόδευση τοῦ διακόνου στό μέσον τοῦ Ναοῦ, κατά τή μαρτυρία τοῦ Τυπικοῦ τῆς ῾Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως τοῦ θ΄ - ι΄ αἰ., δέ γινόταν μεταξύ τῶν δύο ἀναγνωσμάτων, ἀλλά ἀμέσως μετά ἀπό αὐτά. "Καί εἰς τό τέλος τῶν δύο ἀναγνωσμάτων λαμβάνει ὁ διάκονος τό μανουάλιον καί εἰσοδεύει λέγων τό "φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι". Καί εὐθέως λέγει ὁ διάκονος "Σοφία" καί ὁ πρεσβύτερος "Εἰρήνη πᾶσι" καί ὁ ψάλτης τό "Κατευθυνθήτω " ".

Αὐτή ἦταν καί ἡ ἀρχική θέση τοῦ "φῶς Χριστοῦ...", πού σημαίνει, ὅτι δέν ἔχει σχέση μέ τά ἀναγνώσματα, ἀλλά μέ τό "Κατευθυνθήτω". ῾Η μετάθεσίς του μεταξύ τῶν ἀναγνωσμάτων ἔγινε ἀργότερα, προφανῶς γιά νά δοθῆ χρόνος γιά τό ἄναμμα τῶν φώτων τοῦ Ναοῦ, ὥστε κατά τό "Κατευθυνθήτω" νά εἶναι ὁ Ναός φωταγωγημένος (Φουντούλης).

᾿Από τό σημεῖο μάλιστα αὐτό, ἀλλάζει καί τό κλῖμα τῆς ὅλης ἀκολουθίας καί εἰσερχόμαστε στό κύριο μέρος τῆς λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων, πού εἶναι ἡ θεία κοινωνία. Τό ἀξιοπαρατήρητο δέ, πού ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει, εἶναι ἡ ἐπανάληψη τοῦ "Κατευθυνθήτω" , δευτέρου στίχου τοῦ 140οῦ ψαλμοῦ, καί ἡ κατανυκτική ψαλμωδία του ἕξι φορές ἀπό τόν ἱερέα καί τούς χορούς, ἐνῶ ὁ ἱερέας θυμιᾶ τήν ῾Αγία Τράπεζα.

῾Ο τρόπος ψαλμωδίας του, ὡς ἐφύμνιο, μετά ἀπό τούς 1, 3 καί 4 στίχους τοῦ ψαλμοῦ καί ἡ τελική του ἐπανάληψη μελωδικότερα μέ τό "Δόξα... καί νῦν..." ὡς "περισσή", μοιάζει μέ τήν ψαλμωδία τῶν ἀντιφώνων τοῦ ἀσματικοῦ τυπικοῦ. ῎Ετσι φαίνεται καί σύνδεσή του μέ τόν ἀσματικό ἑσπερινό, μέ τόν ὁποῖο ἀρχικά ἦταν συνδεδεμένη ἡ Προηγιασμένη στίς ἐνορίες.

῾Η ὅλη του ἐπίσης δομή μοιάζει μέ αὐτή τῶν προκειμένων, ὅπου ἕνας στίχος προτάσσεται τοῦ ψαλμοῦ ( "πρό-κειται" ) προψαλλόμενος, ἐνῶ ἐπαναλαμβάνεται κατόπιν κατά τήν στιχολογία τοῦ ψαλμοῦ ὁλοκλήρου ἤ ὁρισμένων στίχων αὐτοῦ.

Μποροῦμε, λοιπόν, νά ποῦμε, ὅτι τό "Κατευθυνθήτω" ἀντιστοιχεῖ πρός τό προκείμενο πρό τοῦ ᾿Αποστόλου ἤ τό ᾿Αλληλουάριο πρ? τοῦ Εὐαγγελίου καί δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθεῖ ὡς Κοινωνικό, πού ψαλλόταν σέ μιά ἐποχή, πού ἡ λειτουργία τῶν Προηγιασμένων ἦταν στό πρῶτο στάδιο τῆς ἀνάπτυξής της (ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Σμέμαν). ῎Αλλωστε αὐτό δείχνει καί τό γεγονός, ὅτι στά χειρόγραφα τοῦ "Κατευθυνθήτω" προηγεῖτο τό "Σοφία" ἤ τό "Πρόσχωμεν" ἤ τό "Σοφία· ὀρθοί. Πρόσχωμεν. Εἰρήνη πᾶσι", ὅπως συμβαίνει ἀκριβῶς καί στά προκείμενα. Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἔχουμε στίς Προηγιασμένες τῆς Μ. ῾Εβδομάδος, καθώς ἐπίσης ᾿Απόστολο καί Εὐαγγέλιο στίς μνῆμες τῶν ἑορταζομένων ἁγίων.

᾿Από τήν ἐξέταση τῆς ἱστορικῆς ἐξέλιξης καί τῆς λειτουργικῆς σχέσης τῆς ἀρχαίας ἐπευφημίας "φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι" καί τοῦ ψαλμικοῦ στίχου "Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου" μέ τήν Προηγιασμένη, εἴδαμε, ὅτι εἶναι διπλά καί συμπορεύονται στήν ἀκολουθία αὐτή. ῎Εχουμε μία εὐλογία τοῦ ἑσπερινοῦ φωτός στό "φῶς ἱλαρόν..." καί μία στό "φῶς Χριστοῦ...". Μία προσφορά θυμιάματος στούς ψαλμούς τοῦ λυχνικοῦ (140 κ.λ.π.) καί μία στ? "Κατευθυνθήτω", πού ὅπως ἀναφέραμε ψάλλεται ἀσματικά, ὡς προκείμενο τῶν ἀναγνωσμάτων.

Τό φαινόμενο αὐτό, ἐκφράζει ἀσφαλῶς μιά πανάρχαιη παράδοση. Τά δύο αὐτά στοιχεῖα εἶναι πολύ πιθανό νά προέρχονται ἀπό μία παμπάλαιη λειτουργική παράδοση καί ὑπῆρχαν μαζί σ᾿ ἕνα τύπο παλαιοῦ λυχνικοῦ, πού δέν σώθηκε, παρά μόνο μερικῶς στήν Προηγιασμένη (V. Janeras, Φουντούλης).

Μέσα στό κατανυκτικό, πάντως, κλῖμα τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πού εἶναι ἐνταγμένη καί ἡ Προηγιασμένη, τό "φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι" ἀνυψώνει τό νοῦ μας ἀπό τό κτιστό φῶς τοῦ κόσμου στό ἱλαρό καί ἄκτιστο φῶς τοῦ Σωτήρα μας, καθόσον μάλιστα "τό φῶς τό ἀληθινόν ἡμῖν τοῖς ἐν σκότει καθημένοις διά σαρκός ἔλαμψεν ᾿Ιησοῦς Χριστός, καί τοῦ φωτός τῆς χάριτος αὐτοῦ τήν οἰκουμένην ἐπλήρωσε" (Συμεών).

Τό  "Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου" ἁπαλύνει καί μεταμορφώνει τίς καρδιές μας ὡς ἕνας ἀπό τούς ὡραιότερους ὕμνους μετανοίας, πού μᾶς εἰσάγει στό δεύτερο μέρος τῆς Προηγιασμένης (Σμέμαν), "ὥς τι φάρμακον σωτήριον καί ἁμαρτημάτων καθάρσιον" (᾿Ιω. Χρυσόστομος) κατά τήν περίοδον τῆς πορείας καί προετοιμασίας μας γιά τό ῞Αγιον Πάσχα καί τήν ᾿Ανάσταση.

Aπό τα θαυμάσια του Μεγάλου Βασιλείου

 




Όταν κάποτε παρατήρησε τον τοπικό άρχοντα για μία αδικία που έκανε σε μια χήρα γυναίκα, κι αφού ο άρχοντας δεν συμμορφώθηκε, αναγκάσθηκε ο Άγιος να του πει, ότι όπως έμενε ασυγκίνητος στις εκκλήσεις αυτής της αδικημένης γυναίκας έτσι κάποιοι θα μένουν ασυγκίνητοι όταν αυτός ο ίδιος θα έχει την ανάγκη τους. Έτσι έγινε όταν ο βασιλιάς του έδειξε την οργή του, οδηγώντας τον σιδηροδέσμιο οι στρατιώτες του στις πόλεις για να πληρώσει τις αδικίες που είχε κάνει. Τότε κατάλαβε την πρόρρηση του αγίου και παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και  τον Θεό να τον λυπηθεί. Ο αμνησίκακος Άγιος προσευχόμενος στον Θεό και μόνο με την ευχή του ηρέμησε το βασιλιά και μετά από έξι μέρες αφ' ότου ο δυστυχής άρχοντας παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο έφθασε γράμμα από το βασιλιά όπου τον ελευθέρωνε. Μ' αυτό τον τρόπο συνετίσθηκε ο άρχοντας κι αναγνώρισε την καλωσύνη του Αγίου τον οποίο κι ευχαρίσθησε. Και στη γυναίκα που είχε αδικήσει έδωσε διπλάσιο το ποσό.
     Προς το τέλος της επίγειας πορείας του, καθώς μετέβαινε στην Εκκλησία, μία αμαρτωλή γυναίκα έπεσε στα πόδια του ρίχνοντας ένα γράμμα στο οποίο έγραψε τις αμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν η ίδια να τις ξεστομίσει και κλαίγοντας παρακαλούσε τον Άγιο να το διαβάσει και να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Ο Άγιος την παρηγόρησε, και είπε ότι μόνο ο Κύριος συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, όπως ήταν, κρατούσε το γράμμα σ' όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Στο τέλος κάλεσε τη γυναίκα και της επέστρεψε το γράμμα. Εκείνη μόλις το άνοιξε δεν βρήκε τίποτε γραμμένο, παρά μόνο ένα σημείο όπου αναφέρει ένα θανάσιμο αμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τον παρακαλούσε να την λυπηθεί και να προσευχηθεί και πάλι στο Θεό να τη συγχωρήσει. Ο Άγιος Βασίλειος τότε της είπε να πάει αμέσως στην έρημο να βρει τον Όσιο Εφραίμ και να δεηθεί αυτός, στον Θεό για το αμάρτημα της. Η γυναίκα χωρίς να χρονοτριβήσει με την ευχή του Αγίου πήγε αμέσως στην έρημο. Εκεί βρήκε τον Όσιο Εφραίμ κι αφού του διηγήθηκε την ιστορία της, τον παρακάλεσε θερμά.
     Ο Όσιος όμως της αρνήθηκε, λέγοντας της να πάει στον Άγιο Βασίλειο όπου οι δικές του δεήσεις έσβησαν τις αμαρτίες της έτσι αυτός πάλι μπορεί να δεηθεί στον Κύριο και για τη μία αμαρτία που έμεινε. Να το κάνει σύντομα όμως γιατί ο Άγιος σε λίγο πεθαίνει. Εκείνη μόλις το άκουσε έφυγε τρέχοντας να προλάβει ζωντανό τον Άγιο. Όταν έφθασε, όμως η δύστυχη βρήκε το φέρετρο του και πλήθος κόσμου πάνω του. Έκλαιγε και φώναζε, ρίχνοντας το γράμμα στα πόδια του Αγίου είπε σε όλους την ιστορία. Κλαίγοντας έλεγε ότι ο Άγιος μπορούσε να δεηθεί και γι' αυτή την αμαρτία αλλά την έστειλε σε άλλον. Ένας Ιερέας τότε θέλησε να δει στο γράμμα για ποια αμαρτία μιλούσε η γυναίκα. Και τότε να το θαύμα. Δεν υπήρχε στο γράμμα τίποτε γραμμένο.
     Κατά την τελευταία μέρα πάλι της ζωής του ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος έκανε Χριστιανό τον Εβραίο γιατρό και φίλο του Ιωσήφ καθώς και όλη του την οικογένεια  με θαυμαστό τρόπο. Αφού ο γιατρός τον επισκέφθηκε, ρώτησε ο Άγιος να του πει πόσες ώρες του μένουν. Αυτός πιάνοντας τον σφυγμό του, του είπε ότι μένουν λίγες ώρες, κι ότι στη δύση του ηλίου θα πεθάνει. Ο Άγιος τότε του είπε ότι αν ζήσει μέχρι την επόμενη ημέρα τι θα κάνει. Ο Ιωσήφ του είπε ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο να πεθάνει ο ίδιος. Καλά το λες του είπε ο Άγιος να πεθάνεις την αμαρτία και να ζήσεις εν Χριστώ. Δέχθηκε ο Ιωσήφ γιατί ήταν αδύνατο με τους φυσικούς νόμους να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όταν έφυγε ο Εβραίος, προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος στον Θεό να του παρατείνει τη ζωή και για να δώσει την πραγματική ζωή στο φίλο του Ιωσήφ και στην οικογένεια του και για να προλάβει να έρθει εκείνη η δυστυχισμένη γυναίκα, που έστειλε στην έρημο στον Όσιο Εφραίμ. Ο Θεός άκουσε τη δέηση του αγαπημένου δούλου του. Την επόμενη ημέρα το πρωΐ ζήτησε να του φέρουν τον Εβραίο γιατρό. Εκείνος αμέσως πήγε στο σπίτι του Αγίου νομίζοντας ότι θα τον βρει νεκρό. Βλέποντας όμως ότι ο Άγιος Βασίλειος ήταν ζωντανός χωρίς καν σφυγμό και ζωή στις φλέβες του έπεσε στα πόδια του κι αναγνώρισε τον αληθινό Θεό και Σωτήρα Ιησού Χριστό. Σε λίγο ο ίδιος ο Άγιος βάπτισε τον Ιωσήφ με το όνομα Ιωάννη και όλη του την οικογένεια.
     Γύρω στις δέκα ρώτησε πάλι ο Άγιος τον φίλο του «Κύριε Ιωάννη πότε θα πεθάνω;» κι εκείνος του απάντησε «όταν ορίσεις εσύ Δέσποτα» 

Το ευαγγέλιο του Χριστού είναι πάντοτε παρόν μέσα στην ανθρωπότητα

 




Κυριακή πριν τα Φώτα (Μάρκ. 1. 5-8)

Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα από την αρχή του κατά Μάρκον ευαγγελίου μας παρουσιάζει τη ζωή και τη φωνή «του βοώντος εν τη ερήμω»· Ιωάννη του Βαπτιστή. Η φωνή αυτή προαγγέλλει τον Μεσσία και το ευαγγέλιο του και γι’ αυτό η εμφάνιση αυτής της μορφής συνιστά, κατά τον ευαγγελιστή, την «αρχήν του ευαγγελίου Ιησού Χριστού, υιόν Θεού». Η δραστηριότητα και το κήρυγμα του Ιωάννη δηλώνουν ότι έφθασε η εποχή του   Μεσσία και το «Ευαγγέλιο» θ’ απλωθεί σαν χαρμόσυνο μήνυμα ανάμενα στους ανθρώπους· μπροστά σε μια τέτοια θεία δωρεά δεν υπάρχει άλλη πιο συνετή στάση εκ μέρους των ανθρώπων από τη μετάνοια. Μετάνοια όχι για να έλθει η βασιλεία του Θεού όπως δίδασκαν παλαιότερα οι προφήτες, άλλα γιατί ήδη έρχεται στο πρόσωπο του Χριστού.
Τί είναι όμως το ευαγγέλιο και τί σημαίνει για μας σήμερα; Στους ανθρώπους που στέναζαν κάτω από την τυραννία του κακού. κάτω από το βάρος της δουλείας σαν κοινωνικού και  πνευματικού φαινομένου, αλλά και κάτω από το ζυγό του Μωσαϊκού Νόμου παρέχεται η ευχάριστη αγγελία ότι το κακό που με διάφορες μορφές τους καταδυναστεύει χάνει τη δύναμή του, καταστρέφεται στο σταυρό και την ανάσταση του Χριστού και μια νέα δυνατότητα ζωής προσφέρεται στους ανθρώπους μέσα στην Εκκλησία. Αρκεί βεβαίως οι άνθρωποι να μετανοήσουν, να επιστρέψουν δηλ. από τον κακό εαυτό τους και τις αμαρτωλές εκδηλώσεις τους στο Θεό και να δεχθούν με ταπείνωση και συντριβή τη δωρεά του.
Το Ευαγγέλιο που έχει υποκείμενο αλλά και αντικείμενο τον Ιησού Χριστό δεν διακηρύχθηκε μόνο τότε στην ανθρωπότητα διά της Εκκλησίας και του κηρύγματος της διακηρύσσεται συνεχώς σαν προσφορά αγάπης του Θεού προς τον κόσμο παρ’ όλον ότι ο κόσμος στηρίζει αλλού τις ελπίδες του και περιμένει τη σωτηρία του από ενδοκόσμια σχήματα, όπως είναι η επιστήμη, η τεχνική, κ.α. Και κατά την εποχή του Χριστού οι άνθρωποι με λαχτάρα και αγωνία περίμεναν τη λύτρωση από την μύηση στα διάφορα μυστήρια, από τις υποσχέσεις των αυτοκρατόρων που προβάλλονταν σαν θεοί, από τα διάφορα φιλοσοφικά κηρύγματα. Κι’ όλα κατέληγαν σε μια τραγική απογοήτευση. Η ίδια απογοήτευση συνόδευε και την αδυναμία των Ιουδαίων για την τήρηση, του Μωσαϊκού Νόμου.
Την ίδια απογοήτευση διαπιστώνει κανείς και από τα σύγχρονα ευαγγέλια στα οποία στήριξαν κατά καιρούς οι άνθρωποι τις κρυφές και φανερές ελπίδες τους για μια πιο ανθρώπινη ζωή. Παρ’ όλες τις φαινομενικά εντυπωσιακές επιστημονικές και τεχνικές επιτεύξεις, ο φόβος του πολέμου, του θανάτου και της καταστροφής πλανάται παντού. Το ευαγγέλιο του Χριστού είναι πάντοτε παρόν μέσα στην ανθρωπότητα, σαν κρίση, και σαν σωτηρία· σαν κρίση που οδηγεί στην αυτοκριτική και την μετάνοια και κυρίως σαν μήνυμα χαρούμενο της σωτηρίας που πηγάζει από το σταυρό και την ανάσταση του Χριστού. Είναι παράλογο και ασύνετο για τους ανθρώπους να θρηνούν συνεχώς ψυχικά ερείπια καταστροφών, ενώ τους προσφέρεται από την Εκκλησία το χαρούμενο μήνυμα της σωτηρίας, τω «Ευαγγέλιον Ιησού Χριστού».
(Ιωαν.Δ.Καραβιδόπουλου, Καθηγητού Παν/μίου, «Οδός ελπίδας»)

Ο Χριστός ζωοποιεί. Δεν θανατώνει!

 





Ο Άγιος Σίλβεστρος ήταν από την Ρώμη και φύλαγε την Ορθόδοξη πίστη, κάνοντας να τον αγαπούν για την ενάρετη ζωή του ακόμα και οι ειδωλολάτρες. Μετά την κοίμηση του Αγίου Μιλτιάδου χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος-Πάπας Ρώμης γενόμενος διάδοχος στον θρόνο του κορυφαίου Πέτρου. Αφού διώχθηκε επί βασιλείας του αντιχρίστου Μαξεντίου, ήρθε ο Μέγας Κωνσταντίνος στην Ρώμη και αφού έστησε τον Σταυρό στα κυριότερα σημεία της πόλεως, διέταξε να λατρεύουν ελεύθερα οι Χριστιανοί τον Χριστό. Τότε επέστρεψε στην Επισκοπή του και ο Άγιος Σίλβεστρος μετά από εν οράματι προσταγή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου προς τον αυτοκράτορα, τον οποίο αφού δίδαξε ο Άγιος τα περί της Ορθοδόξου Χριστιανικής πίστεως Μυστήρια, εκείνος πίστεψε επιθυμώντας να βαπτισθεί στον Ιορδάνη ποταμό, όπως ο Χριστός.

Όμως, τα όργανα του διαβόλου και δη κάποιοι Ιουδαίοι, ενοχλημένοι από την διάδοση του Χριστιανισμού, διέβαλαν την μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, την Ελένη που ζούσε στην Βιθυνία, ειδοποιώντας την ότι ο βασιλεύς προσκύνησε έναν κατάδικο άνθρωπο που τον σταύρωσαν οι πατέρες τους ως κακούργο. Τότε ο Μ. Κωνσταντίνος πρότεινε να φέρει η μητέρα του στην Ρώμη, τους σοφότερους διδασκάλους των Εβραίων για να αναμετρηθούν ενώπιόν του με τους Χριστιανούς Επισκόπους.

Πράγματι, εξελέγησαν 12 εξαίρετοι διδάσκαλοι των Εβραίων με κορυφαίο τον πονηρό μάγο Ζαμβρή και όταν ήρθαν στην Ρώμη ζήτησαν τους 12 Επισκόπους με τους οποίους θα συζητούσαν για να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Όμως, από την πλευρά των Ορθοδόξων παρουσιάστηκε μόνος του ο Άγιος Σίλβεστρος, αναλαμβάνοντας να αντιμετωπίσει εκείνος τους Εβραίους!

Αποδεικνύοντας αρχικά ότι οι Χριστιανοί έναν Θεό ομολογούν και σέβονται τον οποίο λέγουν και Πατέρα, όπως και Υιόν ως εκ προσώπου του Πατρός, τον οποίο σταύρωσαν οι Εβραίοι, καθώς και Άγιο Πνεύμα. Θεό που έχει Λόγο και Πνεύμα όπως λέγουν και οι Προφήτες των Εβραίων, οι οποίοι προφήτευαν την εκ Παρθένου άσπορο Γέννηση του Χριστού, τα Πάθη, την Ανάσταση, την ανάσταση των νεκρών, καθώς και άλλα σημεία της επίγειας ζωής Του, λέγοντάς τους: «Βρείτε μου κάποιον άλλον ο οποίος να γεννήθηκε από Παρθένο Κόρη, και να σταυρώθηκε, και ν’ αναστήθηκε τριήμερος, και τότε θα ομολογήσω και εγώ ότι δεν τα είπαν αυτά για τον Χριστό».

Στη συνέχεια ο Άγιος απέδειξε πως ο Χριστός ήταν και Θεός και άνθρωπος που αν και έπασχε υβριζόμενος και βασανιζόμενος, έμενε αβλαβής η θεότητά Του, πάσχοντας μόνο η Σάρκα, φέροντας ως παράδειγμα το ένδυμα του βασιλέως που ενώ υπέστη επεξεργασίες (βαφή, ύφανση κ.α.) δεν αλλοιώθηκε η βασιλική του αξία, όπως επίσης αν κόψει κάποιος ένα δέντρο που το φωτίζουν οι ακτίνες του ήλιου, τότε ο ήλιος δεν παθαίνει τίποτα επειδή το ξύλο πάσχει. Ομοίως και το σίδηρο που σφυροκοπά ο χαλκεύς, μόνο αυτό σφυροκοπείται και κόβεται, ενώ η φωτιά δεν παθαίνει τίποτα!

Αφού είχαν διαλεχθεί με τον Άγιο οι 10 Εβραίοι, ερώτησε τότε ο προτελευταίος από αυτούς, γιατί να λάβει ο Χριστός τόσο άσχημο θάνατο και δεν λύτρωσε τον άνθρωπο με άλλον τρόπο. Απεκρίθη τότε θεόπνευστα ο Άγιος, ότι λόγω της άκρας δικαιοσύνης του Θεού, έπρεπε να διορθωθεί η παράβαση όπου ο δαίμονας εξαπάτησε τον άνθρωπο και τον εξόρισε από τον Παράδεισο με το ξύλο της βρώσεως. Έτσι, με το ξύλο του Σταυρού, ο Χριστός νίκησε τον αντίπαλο με το δικό Του Αίμα και ανέστησε τον άνθρωπο κάνοντάς τον άξιο του Παραδείσου.

Τελευταίος απέμεινε ο μάγος Ζαμβρής που ενώ παραδέχθηκε ότι νικήθηκαν από τον Άγιο Σίλβεστρο, θέλησε με πανουργία να αναμετρηθούν και στα έργα, ζητώντας να φέρουν έναν άγριο ταύρο για να δείξει ότι οι Εβραίοι έχουν την δύναμη του Θεού, επειδή οι προπάτορές τους όταν ήθελαν να θυσιάσουν μεγάλους ταύρους, έλεγαν στο αυτί τους το όνομα του Θεού και ευθύς το ζώο πέθαινε. Ζητεί τότε ο πονηρός να δείξει ο Άγιος των Χριστιανών αν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο, αλλά εκείνος έχοντας κατά νου τι θα συνέβαινε εν συνεχεία λέγει στον μάγο: «Ο Θεός μου δεν δίδει θάνατο, αλλά μάλλον ζωή και μακαριότητα», και ζητεί από τον βασιλιά να βρουν τον αγριότερο ταύρο που όταν τον έφεραν δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν με σχοινιά ούτε 30 άνδρες. Ο Ζαμβρής πλησίασε τον ταύρο λέγοντας μυστικούς λόγους της μαντείας και επικαλούμενος τον διάβολο, έριξε κάτω το ζώο που απέθανε, χαροποιώντας τους Ιουδαίους.

Τότε ο Άγιος Σίλβεστρος έβγαλε κήρυγμα, λέγοντας: «Εγώ κηρύττω τον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος φωτίζει τυφλούς, λεπρούς καθαρίζει, παραλύτους εγείρει, νεκρούς ανασταίνει και ιατρεύει πάσα ασθένεια. Γι’ αυτό φανερό είναι ότι ο Ζαμβρής δεν ονόμασε τον Θεό, αλλά τον διάβολο, ο οποίος μπορεί να δώσει ως φονιάς και ανθρωποκτόνος τον θάνατο, αλλά να αναστήσει κάποιον δεν μπορεί».

Καλούν τότε ο Άγιος, καθώς και ο Μέγας Κωνσταντίνος, τον Ζαμβρή να αναστήσει αν μπορεί τον ταύρο και τότε ο δόλιος λέγει ότι δεν μπορεί κανείς άνθρωπος να αναστήσει οτιδήποτε νεκρό, καί προσποιείται ότι επειδή δεν έχει την δύναμη ο Σίλβεστρος να νεκρώσει τον ταύρο θέλει να συγχύσει την ήτα του. Ο Άγιος Σίλβεστρος αναλαμβάνει τότε να αναστήσει το ζώο και οι Ιουδαίοι νομίζοντας ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, υποσχέθηκαν ότι αν αναστήσει τον ταύρο θα γίνουν Χριστιανοί.

Ο Άγιος γονατίζει, υψώνει τα χέρια και τα δακρυσμένα μάτια του στον ουρανό και δέεται μυστικά, παρακαλώντας τον Θεό να αναστήσει το ζώο, ώστε να γνωρίσει ο λαός την δύναμή Του και να πιστεύσουν στο Πανάγιο Όνομά Του. Λέγει τότε: «Εις το όνομα του Δεσπότου Ιησού Χριστού, ο οποίος σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου, σήκω και σταμάτησε με πάσα ημερότητα». Τότε έγινε το Θαύμα και ο ταύρος σηκώθηκε. Ο Άγιος έλυσε τα σχοινιά διατάσσοντας τον ταύρο να πάει στον τόπο του ήρεμος!

Επλήσθησαν τότε χαράς ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και όλοι οι παριστάμενοι για το μεγαλείο της Χριστιανικής Αλήθειας, την οποία παραδέχθηκαν και οι Ιουδαίοι που έπεσαν στα πόδια του Αγίου ζητώντας συγχώρεση, αιτούμενοι να βαπτισθούν Χριστιανοί, μαζί και πολλοί ειδωλολάτρες, όπως και έγινε.

Αναδημοσίευση από:
http://stratisandriotis.blogspot.com/20 ... st_02.html

Ορθοδοξία και Πουριτανισμός στο έργο του Παπαδιαμάντη και του Καζαντζάκη Toυ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

 




ΙΜ Ευαγγελίστριας Σκιάθος




Toυ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Δημοσιεύουμε απο το : http://www.parembasis.gr την ομιλία του Σεβασμιωτάτου στο Συνέδριο για τον Παπαδιαμάντη που διοργάνωσε ο Δήμος Ναυπάκτου, η Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών και το 1ο Λύκειο Ναυπάκτου την 1η Ιουνίου 2002 στην Παπαχαραλάμπειο αίθουσα.


Τό θέμα το οποίο πρόκειται να εισηγηθώ είναι πολύ μεγάλο και έχει πολλές προεκτάσεις, ήτοι θεολογικές, κοινωνικές και λογοτεχνικές, αφού άλλωστε μέσα από τα κείμενα των λογοτεχνών μας περνούν όλοι οι καϋμοί, τα οράματα και τα βιώματα του λαού μας. Ωστόσο όμως θα επιδιώξω να παρουσιάσω, με συντομία, μερικές από τις κρίσιμες απόψεις του θέματος και κυρίως θα εντοπίσω το θέμα Ορθοδοξίας και Πουριτανισμού σε δύο έργα, στο έργο του Παπαδιαμάντη "εξοχική λαμπρή" και στο έργο του Καζαντζάκη "ο Χριστός ξανασταυρώνεται". Καί πάλι τονίζω ότι δεν θα εξετάσω όλες τις πλευρές που θα μπορούσα να κάνω, αλλά μερικά από όσα νομίζω ότι είναι εκθέσιμα.
1. Ο εξευρωπαϊσμός της Ελλάδος
Πρίν προχωρήσω όμως στην καθ'; εαυτό ανάπτυξη του θέματός μου, θα ήθελα να δούμε για λίγο τον "χώρο" στον οποίο μεγάλωσε ο Παπαδιαμάντης και βέβαια και τον τρόπο ζωής που κληρονόμησε ο Καζαντζάκης.
Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε σε μιά περίοδο πολύ κρίσιμη για τον ελληνισμό, ήτοι το 1851, και βέβαια μεγάλωσε σε μιά εποχή κατά την οποία γινόταν επίσημες διεργασίες για τον πολιτιστικό εκσυγχρονισμό της Ελλάδος, που ταυτίζεται με τον εξευρωπαϊσμό, και αυτός ο πολιτιστικός εκσυγχρονισμός ταυτόχρονα είναι και προδοσία έναντι όλου του πολιτιστικού πλούτου του Γένους.
Τελευταία διάβασα δύο καταπληκτικά κείμενα, ήτοι το βιβλίο της Έλλης Σκοπετέα με τίτλο "το "Πρότυπο Βασίλειο" και η Μεγάλη Ιδέα (1820-1880)", που είναι από τα εγκυρότερα επιστημονικά βιβλία πάνω στο θέμα αυτό, και ένα κείμενο της Ευθυμίας Μαυρομιχάλη με τίτλο "οι καλλιτεχνικοί σύλλογοι και οι στόχοι τους (1880-1910)". Καί τα δύο αυτά κείμενα, χωρίς να αναφέρονται στον Παπαδιαμάντη, παρουσιάζουν τα πλαίσια μέσα στα οποία έζησε και μεγάλωσε, αλλά και κοιμήθηκε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και νομίζω δείχνουν την μεγαλωσύνη αυτού του ανθρώπου.
Η Έλλη Σκοπετέα στο βιβλίο της διεξοδικά εκθέτει το γεγονός ότι μετά την Επανάσταση του 1821 παρατηρείται στον ελληνικό χώρο μιά προσπάθεια απογαλακτισμού της Ελλάδος από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και προσάρτησή της στην Ευρώπη. Οπότε με όλες τις διεργασίες που έγιναν προσπάθησαν οι Ευρωπαίοι να αναπτύξουν μιά καινούρια ιδεολογία και μιά νέα συνείδηση στούς Έλληνες πολίτες του Ελληνικού Κράτους. Η διεξοδική ανάπτυξη της διαφοράς μεταξύ των Ελλήνων και των Ελλαδιτών, η προσπάθεια ορισμού των συνόρων του νέου Κράτους, οι διαμάχες μεταξύ των αυτοχθόνων και των ετεροχθόνων και η τελική νίκη των αυτοχθόνων, η διάκριση μεταξύ "των μέσα και έξω Ελλήνων" και η διαφορά μεταξύ Επτανησίων και Φαναριωτών δείχνει την διπολικότητα των κατοίκων που ζούσαν στο Ελληνικό Βασίλειο. Παρατηρείται μιά προσπάθεια να αποκτήσουν οι Έλληνες ευρωπαϊκή ταυτότητα μέσα από την γλώσσα, την θρησκεία και την Παιδεία, που ήταν έντονη. Μέ πολλές προσπάθειες κατασκευαζόταν ένα "πρότυπο Βασίλειο", το ελληνικό Κράτος, το οποίο ταυτιζόταν με το εθνικό Κράτος, και το οποίο "άρχιζε στην ουσία από το σημείο μηδέν". Τό κενό που άφηνε η απομάκρυνση του Τούρκου κατακτητή έπρεπε να καλυφθή. "Επείγε η ανάγκη της αυτοτελούς πλέον επεξεργασίας μιάς νέας συνείδησης, στο νέο πλαίσιο αναφοράς που ήταν το εθνικό κράτος". Μάλιστα ο Σπυρίδων Τρικούπης ως εξής καταγράφει το διπλό χαρακτηρισμό της Επανάστασης του 1821: "επανάστασις και αποστασία". Καί βέβαια "η κατεύθυνση την οποία ακολούθησε το Βασίλειο ήταν δεδομένη: εξομοίωση με την Ευρώπη" και μάλιστα την Ευρώπη του διαφωτισμού, που σαφώς απομακρυνόταν από τον ορθόδοξο φωτισμό.
Ενώ υπάρχει αυτός ο πολιτικός και πολιτιστικός σχεδιασμός εν τούτοις ταυτοχρόνως εκφραζόταν και η μεγάλη ιδέα του Γένους, το οποίο ζούσε με τις παραδόσεις της Ρωμηοσύνης που αποστρεφόταν τα ιδεολογικά και τα θρησκευτικά ρεύματα της Δύσεως και είχε αναφορά στην Κωνσταντινούπολη. Είναι χαρακτηριστικό ότι "το 1834 ο Κωλέττης προτείνει να μήν αποκτήσει η Ελλάδα επίσημη πρωτεύουσα, αφού η πραγματική πρωτεύουσα του ελληνισμού ήταν η Κωνσταντινούπολη. Στόν πρώτο εορτασμό της 25ης Μαρτίου, το 1836, κυριαρχεί το σύνθημα: "στην Πόλη"".
Η Ευθυμία Μαυρομιχάλη στο κείμενό της με τίτλο "Οι Καλλιτεχνικοί Σύλλογοι και οι στόχοι τους (1880-1910)" εκθέτει την κινητικότητα που παρατηρείται στον χώρο της Ελλάδος μετά το 1870, η οποία κινητικότητα χαρακτηρίζεται ως "συλλογομανία". Κατ'; αρχάς ιδρύεται ο καλλιτεχνικός Σύλλογος με την επωνυμία "Σύλλογος των ωραίων τεχνών" και στην συνέχεια "εμφανίζονται τρείς διαφορετικές συσσωματώσεις φιλοτέχνων με το όνομα "Εταιρεία των Φιλότεχνων"". Έπειτα εμφανίζεται και ένας σύλλογος με την επωνυμία "Ένωση Καλλιτεχνών" που τα μέλη του είναι κατ'; εξοχήν καλλιτέχνες.
Τό σημαντικό είναι ότι μέλη των συλλόγων αυτών είναι επίλεκτα μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας, πολιτικοί, πνευματικοί άνθρωποι, οι οποίοι χαρακτηρίζουν το έργο των συλλόγων αυτών ως "εθνοφελές". Είναι παρατηρημένο ότι αυτή η μεγάλη άνθιση της νεώτερης τέχνης και της μεταδόσεώς της με εκθέσεις, διά των συλλόγων και των ενώσεων αυτών εντάσσεται μέσα στην προσπάθεια προσδιορισμού της νέας ιδεολογίας του αρτιγέννητου ελληνικού Κράτους. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες, κυρίως ζωγράφοι και γλύπτες, έχουν σπουδάσει στην Ευρώπη και μεταφέρουν με την τέχνη τους το νέο αυτό πνεύμα διαμορφώνοντας την καινούρια αυτή συνείδηση.
Ο Παπαδιαμάντης, παρά την έντονη αυτή κινητικότητα που παρατηρείται στον ελληνικό χώρο την εποχή εκείνη που γεννήθηκε και εργάσθηκε, παρά την νέα διαμορφούμενη συνείδηση, παραμένει Ρωμηός, μαθητής ταπεινός της παραδόσεως που γνώρισε στην Σκιάθο, τούς Κολλυβάδες Πατέρες και το Άγιον Όρος και αυτήν την παράδοση εκφράζει. Παραμένει σταθερά προσηλωμένος και αντίθετος με την νέα αυτήν νοοτροπία που επικρατεί στην Ελλάδα. Όμως τον δικαίωσε η ιστορία, γιατί απέδειξε ότι η Παράδοση την οποία εκπροσωπούσε είχε διαχρονική αξία, ενώ η νέα Ευρωπαϊκή Παράδοση, που διαπνεόταν από τις αρχές του διαφωτισμού και του ρομαντισμού ήταν εκφράσεις ενός μέρους του χρόνου της ιστορίας. Τήν μεγαλωσύνη του Παπαδιαμάντη την βλέπω σε αυτήν την αντίστασή του προς την νέα εθνική συνείδηση που εκαλλιεργείτο και επιβαλλόταν την εποχή του.
Ο Καθηγητής Φώτης Δημητρακόπουλος στο βιβλίο του "Βυζάντιο και νεοελληνική διανόηση" αποδεικνύει ότι ο Παπαδιαμάντης, μαζί με όλους σχεδόν τους λογοτέχνες, εκφράζουν αυθεντικά τα λαϊκά πρότυπα και διασώζουν την ιδιαίτερη πολιτισμική παράδοση της χώρας, σε αντίθεση με την νεοελληνική λογιοσύνη που εκφράζει τον ελληνικό διαφωτισμό.
Όμως ο Καζαντζάκης, μεγάλος πεζογράφος και λογοτέχνης επηρεάσθηκε έντονα από τα ρεύματα που επικρατούσαν στον Ευρωπαϊκό χώρο. Τόν επηρέασαν βαθύτατα τα ιδεολογικά ρεύματα της Ευρώπης, του διαφωτισμού, του ρομαντισμού και του βιταλισμού-μπερξονισμού, καθώς επίσης τον επηρέασαν βαθύτατα και τα θρησκευτικά ρεύματα της Ευρώπης, όπως του Προτεσταντισμού, με όλες τις αποχρώσεις του.
2. Ορθοδοξία και Πουριτανισμός
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η ιστορική Εκκλησία, που αποτελεί συνέχεια του πρώτου Χριστιανισμού, όπως τον διέσωσαν οι Απόστολοι, οι Αποστολικοί Πατέρες, οι μεγάλοι Πατέρες, οι μάρτυρες και ομολογητές, οι όσιοι και ασκητές. Γιά την Ορθόδοξη Εκκλησία ο άνθρωπος είναι το αντικείμενο της αγάπης του Θεού. Ο Θεός αγαπά όλους τούς ανθρώπους, δικαίους και αδίκους, με την διαφορά ότι οι άνθρωποι ανάλογα με την πνευματική τους κατάσταση εκλαμβάνουν και βιώνουν την αγάπη του Θεού κατά διαφορετικό τρόπο, είτε ως Κόλαση είτε ως Παράδεισο. Η αμαρτία εκλαμβάνεται ως ασθένεια της ανθρωπίνης φύσεως, και επομένως η εναθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού έγινε για να θεραπεύση τον άνθρωπο και να τον ελευθερώση από τα συμπτώματα της αμαρτίας που είναι ο θάνατος και η φθορά. Επίσης στην Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύουμε ότι η τελική κρίση θα γίνη κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ότι ο Θεός έδωσε την κρίση στον Χριστό που θα την εξασκήση κατά την Δευτέρα Παρουσία. Έτσι η Εκκλησία δεν εκλαμβάνεται ως νομικό κατασκεύασμα, ούτε ως ιδεολογικό σωματείο για τούς καθαρούς και αγίους, αλλά ως το πνευματικό νοσοκομείο θεραπείας των αμαρτωλών και μετανοούντων. Τά κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα των μελών της Εκκλησίας είναι η αγάπη, η ταπείνωση, η μετάνοια και η αυτομεμψία.
Η Μεταρρύθμιση που παρατηρείται στην Δύση ως αντίδραση στο σκληρό πνεύμα του Παπισμού δημιούργησε μιά καινούρια επανάσταση και βέβαια είχε σχέση με την Αναγέννηση που είχε προηγηθή από αυτήν και τον Διαφωτισμό που ακολούθησε την Μεταρρύθμιση. Οι Προτεστάντες απέρριψαν ολόκληρη την παράδοση, ήτοι τα μυστήρια, τις λειτουργικές τέχνες και κράτησαν μόνον την Αγία Γραφή. Καλλιέργησαν τον ορθολογισμό και βεβαίως εξέφρασαν τον απόλυτο προορισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως προορισμένοι ή για την σωτηρία ή για την καταδίκη. Μέσα στα πλαίσια αυτά αναπτύχθηκε ο ευσεβισμός, ως προσπάθεια της καθαρότητος των αισθήσεων, χωρίς άλλη προσπάθεια καθάρσεως της καρδιάς, και ο Πουριτανισμός.
Μέ τον όρο Πουριτανισμό εννοούμε τούς Καλβινιστές της Αγγλίας που παρουσιάσθηκαν εκεί όταν βασίλευε η Ελισσάβετ (1558-1603). Τήν εποχή εκείνη εισήχθησαν στην Αγγλία τα καθολικά στοιχεία και τότε οι Καλβινιστές της Αγγλίας αντέδρασαν και έτσι κατήργησαν τον επισκοπικό βαθμό, γενόμενοι "πρεσβυτεριανοί" και διαμόρφωσαν την διδασκαλία τους και την λατρεία τους κατά τα καλβινιστικά πρότυπα, απέκτησαν σιωπηλό, σκυθρωπό και πεισματώδη χαρακτήρα.
Φαίνεται στα όσα συνοπτικώς εξέθεσα πιό πάνω η διαφορά μεταξύ της Ορθοδοξίας και του Πουριτανισμού. Κυρίως θα ήθελα να επικεντρώσω αυτήν την διαφορά σε δύο σημεία, γιατί αυτό θα μάς βοηθήση στα όσα θα εκτεθούν πιό κάτω σχετικά με τον Παπαδιαμάντη και τον Καζαντζάκη. Τό ένα είναι ότι οι Προτεστάντες Πουριτανοί στηρίζονται στον Σταυρό του Χριστού, ενώ η Ορθοδοξία είναι Εκκλησία της Αναστάσεως διά του Σταυρού. Καί το δεύτερο στοιχείο είναι ότι οι Πουριτανοί χωρίζουν τούς ανθρώπους διαλεκτικώς σε καλούς και κακούς, απορρίπτοντας τούς μέν και εκθειάζοντας τούς δέ, ενώ οι Ορθόδοξοι, επειδή δεν δέχονται τον απόλυτο προορισμό, θεωρούν την αμαρτία ως ασθένεια που ενυπάρχει σε όλους τούς ανθρώπους, και ότι η Εκκλησία είναι πνευματικό νοσοκομείο μέσα στο οποίο κατά διαφόρους βαθμούς δεχόμαστε, με την ελεύθερη θέλησή μας, την θεραπεία, διά της ακτίστου Χάριτος του Θεού.
3. "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται" και η "εξοχική λαμπρή"
Ύστερα από όσα ανέφερα προηγουμένως θα προχωρήσω να εντοπίσω τα δύο κεντρικά σημεία της διαφοράς μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Πουριτανισμού στούς δύο αυτούς συγγραφείς, δηλαδή στον Καζαντζάκη και τον Παπαδιαμάντη, και μάλιστα στα δύο συγκεκριμένα έργα τους "ο Χριστός ξανασταυρώνεται" και "η εξοχική λαμπρή". Θά μπορούσα να επεκτείνω το θέμα σε άλλα σημαντικά κείμενά τους, αλλά χάριν οικονομίας χρόνου θα περιορισθώ σε αυτά.
Κατ'; αρχάς ο τίτλος των δύο διηγημάτων προσδιορίζει την διαφορά.
Ο Καζαντζάκης αρχίζει το έργο του με αναφορά στην αναπαράσταση της σταυρώσεως του Χριστού και συνεχίζει να περιγράφη τον σταυρό που σήκωνε ο λαός της συγκεκριμένης εκείνης εποχής που πεινούσε, σε σχέση με την άρχουσα τάξη της εποχής τους. Ο σταυρός είναι το κεντρικό σημείο της διδασκαλίας του και τον βλέπει χωρίς την ανάσταση. Αυτό το βλέπουμε και στο βιβλίο του "ο φτωχούλης του Θεού", όπου παρουσιάζεται ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, εκφραστής του δυτικού Χριστιανισμού, να ανέρχεται στον υψηλότερο βαθμό της πνευματικής ζωής όταν "ο φτερωτός Σταυρωμένος" τον άγγιξε σάν μιά αστραπή. Ο Φραγκίσκος φώναζε: "Ακόμα! Ακόμα! Θέλω ακόμα! Κι η θεία φωνή από πάνω του: Μή ζητάς παραπέρα'; εδώ σταματάει ο ανήφορος του ανθρώπου, στην Σταύρωση". Καί όταν ο Φραγκίσκος κραύγαζε απελπισμένα: "Θέλω παραπέρα, την Ανάσταση", η φωνή του Χριστού του αποκρινόταν: "Αγαπημένε Φραγκίσκο, άνοιξε τα μάτια, κοίταξε: Σταύρωση κι Ανάσταση είναι ένα". Καί όταν έφυγε ο φτερωτός σταυρωμένος Χριστός, τότε έτρεχε το αίμα από τα πόδια και τα χέρια του Φραγκίσκου, "και στο πλευρό του έτρεχε μιά ανοικτή φαρδιά πληγή, θαρρείς καμωμένη από λόγχη".
Αντίθετα ο Παπαδιαμάντης στο διήγημά του "εξοχική λαμπρή" περιγράφει την ορθόδοξη ατμόσφαιρα της εορτής της Αναστάσεως, που έγινε κατά τρόπον παραδοσιακό, στα Καλύβια. Έψαλαν τον Κανόνα στην Εκκλησία και ύστερα "ήναψαν τάς λαμπάδας κ'; εξήλθον όλοι εις το ύπαιθρον ν'; ακούσωσι την Ανάστασιν. Γλυκείαν και κατανυκτικήν Ανάστασιν εν μέσω των ανθούντων δένδρων, <των> υπό ελαφράς αύρας σειομένων ευωδών θάμνων, και των λευκών ανθέων της αγραμπελιάς". Οι χωρικοί κοινώνησαν και στην συνέχεια "περί την μεσημβρίαν, μετά την Β' Ανάστασιν, οι χωρικοί το έστρωσαν υπό τάς πλατάνους παρά την δροσεράν πηγήν". Έφαγαν και ήπιαν. "Είτα ήρχισαν τα άσματα. Εν πρώτοις το Χριστός ανέστη, ύστερον τα θύραθεν. Ο μπαρμπα-Μηλιός θελήσας να ψάλη και αυτός το Χριστός ανέστη, το εγύριζε πότε εις τον αμανέ και πότε εις το κλέφτικο". Ο μπαρμπα-Κίτσος έψαλε το Χριστός ανέστη, αλλά παρά την ιδιορρυθμία της ψαλμωδίας "ουδείς ποτε έψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού". Καί "περί την δείλην είχεν αρχίσει ο χορός, χορός κλέφτικος".
Δηλαδή, ενώ ο Καζαντζάκης περιγράφει μιά πνευματική ζωή γεμάτη αγωνία και σταύρωση, πληγές και αίματα, όπως φαίνεται και σε άλλα κείμενά του, ήτοι στην ασκητική του, εν τούτοις ο Παπαδιαμάντης επιμένει στην Ανάσταση του Χριστού, που την πανηγυρίζει ολόκληρη η φύση, αλλά και το χαίρονται οι άνθρωποι με ιλαρότητα, φυσικότητα και πολύ ομορφιά.
Στά κείμενα αυτών των δύο μεγάλων λογοτεχνών μας παρουσιάζεται και το δεύτερο σημείο που ανέφερα πιό πάνω. Συγκεκριμένα ο Καζαντζάκης χωρίζει τούς ανθρώπους σε καλούς και κακούς, με βάση την πουριτανική ηθική, που στηρίζεται στον απόλυτο προορισμό και τον ευσεβιστικό ανθρωπισμό, ενώ ο Παπαδιαμάντης αγκαλιάζει όλους τούς ανθρώπους με στοργή και αγάπη. Δέν αμνηστεύει τα ελαττώματά τους, αλλά τα βλέπει μέσα σε όλη την προοπτική της προσωπικότητός τους, καθώς επίσης τα αφήνει στην Πρόνοια, το έλεος και την κρίση του Χριστού. Δέν αποσπά ανθρωποκεντρικά και αυτάρεσκα την κρίση από τον Χριστό.
Επίσης, και στα δύο αυτά κείμενα παρουσιάζονται και ερμηνεύονται διάφορες ενέργειες δύο ζευγών Ιερέων. Στόν Καζαντζάκη περιγράφεται ο παπα-Φώτης και ο παπα-Γρηγόρης, στον δέ Παπαδιαμάντη ο παπα-Κυριακός και ο παπα-Θοδωρής. Ο Καζαντζάκης είναι απόλυτος και τούς ερμηνεύει μέσα στο σχήμα ο καλός και ο κακός. Ο Παπαδιαμάντης δεν θέτει τέτοιες διαχωριστικές γραμμές, βλέπει τα ελαττώματα, αλλά τελικά τονίζει την μετάνοια και το ορθόδοξο ήθος.
Στόν Καζαντζάκη ο παπα-Γρηγόρης χαρακτηρίζεται "φαταούλας", "τραγογένης", "θεομπαίχτης", "ψεύτης", είναι παπάς "με την γεμάτη κοιλιά... με τα διπλά προγούλια". Γράφει έντονα απαξιωτικά και καταδικαστικά για τον παπα-Γρηγόρη. Τό ίδιο πνεύμα παρατηρείται και στούς άλλους χωριανούς, όπως τον γερο-Πατριαρχέα, τον Χατζη-Νικολή, τον γερο-Λαδά, την Κατερίνα, την χήρα κλπ. Αντίθετα ο παπα-Φώτης, για τον Καζαντζάκη, ήταν ο καλός παπάς, που δεν έχει κανένα ψεγάδι επάνω του και αγωνίζεται για το ποίμνιό του, που πεινούσε. "Μπροστάρης πήγαινε ένας παπάς ηλιομαυρισμένος, αδύναμος, με μεγάλα μαύρα μάτια που πετούσαν φωτιές κάτω από τ'; άγρια φρύδια, με αριά γκρίζα γένια σφηνωτά. Έσφιγγε στην αγκαλιά του ένα βαρύ Ευαγγέλιο ασημοδεμένο και φορούσε το πετραχήλι του". Είναι σαφής η διαλεκτική αντίθεση μεταξύ καθαρών και μή καθαρών ιερέων. Πρόκειται για έναν καθαρό πουριτανισμό και ευσεβισμό.
Στόν Παπαδιαμάντη όμως δεν παρατηρούνται τέτοιες διαλεκτικές αντιθέσεις. Όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί και όλοι έχουν στοιχεία και σημεία βδελυκτά ενώπιον του Θεού και αναζητούν το έλεος του Θεού. Αυτό φαίνεται στην "εξοχική λαμπρή", στις αντιδράσεις μεταξύ του παπα-Κυριακού και του παπα-Θοδωρή, ιδιαιτέρως στον τρόπο με τον οποίο αντέδρασε ο παπα-Κυριακός στην εσφαλμένη είδηση του υιού του Ζάχου. Κάνοντας ο παπα-Κυριακός την Ανάσταση στα Καλύβια, έμαθε από τον γυιό του ότι ο παπα-Θοδωρής του έκλεβε τις λειτουργιές, που λειτουργούσε στον κεντρικό Ναό, ενώ, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν έκανε κάτι τέτοιο. Αναστατώνεται ο παπα-Κυριακός, ο οποίος, γνήσιος εκπρόσωπος του ελληνικού Κλήρου, "πλήν μικρού ελευθεριασμού, ήτο κατά πάντα άμεπτος". Ο παπα-Κυριακός φαινόταν ως πλεονέκτης, γιατί ήθελε να μεγαλώση τα παιδιά του, λίγο δύσπιστος αλλά "ανοικτόκαρδος". Μέ την πληροφορία που του μετέφερε ο υιός του αγανάκτησε, δεν συγκρατήθηκε, αμάρτησε, έφυγε από την Εκκλησία, για να πάη εκείνη την ώρα να συλλάβη επ'; αυτοφόρω τον συνεφημέριό του, αλλά στον δρόμο, στον νερόμυλο, αισθάνθηκε την πτώση του και "ποιήσας το σημείον του σταυρού -ήμαρτον, Κύριε, είπεν, ήμαρτον, μή με συνερισθής". Καί στην συνέχεια: "ησθάνθη δάκρυ βρέχον την παρειάν του. -Ώ, Κύριε, είπεν ολοψύχως, ήμαρτον, ήμαρτον! Σύ παρεδόθης διά τάς αμαρτίας μας, και ημείς σε σταυρώνομεν κάθε μέρα". Επέστρεψε και έτσι τελείωσε την θεία Λειτουργία, όμως "αυτός δεν εκοινώνησε, επιφυλαττόμενος να το είπη εις τον πνευματικόν, και πρόθυμος να δεχθή τον κανόνα".
Στόν Παπαδιαμάντη δεν παρατηρεί κανείς ούτε ίχνος πουριτανισμού και ευσεβισμού, δεν χωρίζει τούς Κληρικούς σε καλούς και κακούς, δεν κρίνει τον παπα-Κυριακό, αλλά και αυτήν την πτώση του την αντιμετωπίζει με συμπάθεια και την εντάσσει στο κλίμα της μετανοίας. Ο Παπαδιαμάντης εκφράζει την άποψη ότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι έχουμε ανάγκη του ελέους και της ευσπλαχνίας του Θεού. Μόνον ο Θεός είναι καθαρός και με την απόλυτη σημασία της λέξεως άγιος. "Είς μόνος άγιος, είς μόνος Κύριος, Ιησούς Χριστός". Αυτό το βλέπουμε σε πολλά κείμενά του, ιδίως στο "Έρωτας στα χιόνια" και "Χωρίς στεφάνι".
Ο Παπαδιαμάντης και ο Καζαντζάκης είναι δύο μεγάλοι λογοτέχνες, οι οποίοι εκφράζουν και διατυπώνουν στα κείμενά τους εκφράσεις της κοινωνίας μας. Όμως διαφορετική είναι η προοπτική μέσα από την οποία παρατηρούν την κοινωνία μας, και βεβαίως εκφράζουν δύο ερμηνευτικές παραδόσεις. Αυτό φαίνεται σε όλο το έργο τους. Ο Καζαντζάκης έχει επηρεασθή από την θρησκευτικότητα που παρατηρείται στην Δύση, είτε με την μορφή του Παπισμού, είτε με την μορφή του Προτεσταντισμού, ενώ ο Παπαδιαμάντης έχει επηρεασθή από τις παραδόσεις του λαού, τούς φιλοκαλικούς Πατέρες και το Άγιον Όρος, το πνεύμα και την ζωή της Ρωμηοσύνης.
Προσωπικά με ικανοποιεί αφάνταστα ο Παπαδιαμάντης, γιατί βλέπει τον κόσμο με φιλανθρωπία, αρχοντική αγάπη, τρυφερότητα και ευαισθησία, η οποία προέρχεται από την ορθόδοξη αυτομεμψία και νομίζω ότι αν έβαζαν τον Παπαδιαμάντη να κρίνη τον Καζαντζάκη, θα τον άφηνε στο έλεος του Θεού. Αυτό δείχνει την πνευματική αρχοντιά του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.-

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς: Πόσο «Ορθόδοξη» είναι η «Θεολογία της απελευθέρωσης»

 



Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς: Πόσο «Ορθόδοξη» είναι η «Θεολογία της απελευθέρωσης»
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 15η Μαΐου 2014.

ΠΟΣΟ «ΟΡΘΟΔΟΞΗ» ΕΙΝΑΙ Η «ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ»;
Το Μέγα Σάββατο (19-4-2014) η εφημερίδα των Αθηνών «ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», δημοσίευσε άρθρο του κ. Άγγελου Γουνόπουλου με θέμα: «ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ: Η Εκκλησία του φτωχού λαού». Πρόβαλε μια πτυχή του παπισμού τη λεγομένη «Θεολογία της Απελευθέρωσης», η οποία έχει προκαλέσει εδώ και μισό αιώνα πολλές συζητήσεις, και εξ απόψεως Ορθοδόξου. Συμφωνούμε με τα ιστορικά στοιχεία του αρθρογράφου καθώς και με τη θέση του, ότι ο Χριστός και η διδασκαλία Του αποβλέπουν στην καθολική σωτηρία του ανθρώπου, στην οποία εντάσσεται και η κοινωνική απελευθέρωση. Συμφωνούμε επίσης ότι η κοινωνική κακοδαιμονία του κόσμου, είναι αποτέλεσμα της έκπτωσης του ανθρώπου από την αυθεντική θεοδημιούργητη φύση του, στην αμαρτία και στα πάθη.
Η υποδούλωσή του στην αμαρτία διετάραξε σοβαρά την αρμονική σχέση των ανθρωπίνων προσώπων και διέσπασε την ενότητα της ανθρωπίνης φύσεως, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα της κοινωνικής αδικίας, των οποίων αψευδής μάρτυρας είναι η ιστορία. Επειδή σήμερα υπάρχει πολλή σύγχυση περί του τι είναι Ορθόδοξο και αυθεντικό και τι αντορθόδοξο και νόθο, θεωρήσαμε σκόπιμο να αναφερθούμε συντόμως στην «Θεολογία της Απελευθέρωσης» και να την αξιολογήσουμε με βάση την μόνη αυθεντική Θεολογία της Εκκλησίας, την Θεολογία των αγίων και Θεοφόρων Πατέρων, την οποία διακρατεί ως πολύτιμο θησαυρό και ως κόρην οφθαλμού μόνον η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η «Θεολογία της Απελευθέρωσης» γεννήθηκε μέσα στους κόλπους του παπισμού στα μέσα της δεκαετίας του 1960 στη Λατινική Αμερική. Εμφανίστηκε ως ένα ριζοσπαστικό θρησκευτικό και κοινωνικό κίνημα, το οποίο πρόβαλε την ανάγκη αναπροσανατολισμού του θεολογικού λόγου προς τα κρίσιμα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, (καταπίεση, κοινωνική αδικία, συσσώρευση του πλούτου στα χέρια των πλουσίων κ.λ.π.), υπό το φως της Βίβλου. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα βιβλικά εκείνα χωρία, στα οποία στηλιτεύεται το κοινωνικό κακό και προβάλλεται η αγάπη προς τους φτωχούς, η δικαιοσύνη και η κοινωνική αλληλεγγύη, γι’ αυτό και βρήκε μεγάλη απήχηση στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις του φτωχού λαού. Ιδιαίτερα εμπνεύσθηκε από το βιβλίο της Εξόδου, όπου ο Θεός παρουσιάζεται ως υπερασπιστής και απελευθερωτής των Εβραίων από τον τυραννικό και καταπιεστικό ζυγό των Αιγυπτίων. Σύμφωνα με τον Γκουστάβο Γκουτιέρες, παπικό ιερέα και θεολόγο, ηγετική μορφή του εν λόγω κινήματος, «ο Χριστός είναι πρώτα από όλα ο Θεός των φτωχών», «όλη η Βίβλος, από την ιστορία του Κάϊν και του Άβελ, χαρακτηρίζεται από την αγάπη και την προτίμηση που δείχνει ο Θεός για τους αδύναμους». Η «Χριστολογία» του κινήματος περιστρέφεται κυρίως γύρω από το ερώτημα: «ποιός είναι ο Χριστός για τους φτωχούς της Λατινικής Αμερικής;». Με την «Εκκλησιολογία» του επιζητεί νέες μορφές εκκλησιαστικής ζωής, απαλλαγμένης από τον ταξικό κληρικαλισμό του παπισμού, ενώ η «Εσχατολογία» αναπτύσσεται με τρόπο, που να μην οδηγεί στην απόσυρση από την ιστορία, αλλά στη στράτευση σε μία έμπρακτη αλληλεγγύη. Είναι ένα κίνημα που χαρακτηρίζεται από έντονο εγκοσμιοκρατικό προσανατολισμό με απολυτοποίηση των κοινωνικών προβλημάτων.
Η «Θεολογία της Απελευθέρωσης», γεννημένη μέσα στα σπλάγχνα του παπισμού, αποτελεί μια ακόμη τρανταχτή μαρτυρία της πλήρους, από πάσης απόψεως, χρεοκοπίας του. Πως όμως έφθασε σ’ αυτό το κατάντημα; Ας κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Ο παπισμός, αφ’ ότου αποσχίσθηκε από την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, περιέπεσε σε φρικτές κακοδοξίες, εξέπεσε της Θείας Χάριτοςκαι μεταβλήθηκε σε εγκόσμιο κρατικό οργανισμό. Ειδικοί μελετητές, με κορυφαίο τον αείμνηστο πρωτοπρεσβύτερο και καθηγητή π. Ιωάννη Ρωμανίδη, βλέπουν τον παπισμό ως αναβίωση της ειδωλολατρικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με χριστιανικό προσωπείο. Οι Φράγκοι, καταληψίες του Πατριαρχείου της Δύσης τον 11ο αιώνα, μετέφεραν στον Παπισμό το βαρβαρικό πνεύμα του φεουδαρχισμού, μεταβάλλοντας συν τω χρόνω την Εκκλησία σε κρατικό σύστημα φεουδαρχικού τύπου. Με τον καιρό ο παπισμός μετεξελίχτηκε σε κοσμικό κράτος και μάλιστα με τον διαβόητο «Περί Περιβολής Αγώνα» ο Πάπας περιβλήθηκε τον τίτλο του αντιπροσώπου του Χριστού στη γη, συγκεντρώνοντας στο πρόσωπό του όλες τις εξουσίες. Αυτός έχριε και καθαιρούσε ηγεμόνες. Το υπερκράτος του ήταν μια μεγέθυνση των φεουδαρχικών μεσαιωνικών κρατών, με απολυταρχική τυραννική εξουσία από τον ίδιο. Οι κοινωνικές ταξικές δομές που εφάρμοσε,θεμελιώθηκαν στον ιεροκρατικό απολυταρχισμό του, φραγκικής εμπνεύσεως, «Κράτους του Θεού»: Στην κορυφή ο Πάπας, κάτω από αυτόν το «κολλέγιο» των Καρδιναλίων, κάτω από αυτούς οι «επίσκοποι», κάτω από αυτούς ο παπικός κλήρος και τα μοναχικά τάγματα. Στη βάση ο λαός, ο οποίος δεν είχε κανέναν άλλο ρόλο, από το να υπακούει τυφλά και να υποτάσσεται στον Πάπα, τον «αντιπρόσωπο του Χριστού στη γη»! Εδώ και χίλια χρόνια δεν υπήρξε απολυταρχικότερος θεσμός από τον παπισμό, τον οποίο μάλιστα έντυσε με «δογματική» και «συνοδική» περιβολή, με το περί «πρωτείου» και «αλαθήτου» του «ρωμαίου ποντίφικος» δόγμα, στην Α΄ και Β΄ Βατικάνεια Σύνοδο, ώστε δι’ αυτού εξαφανίστηκαν και τα τελευταία ψήγματα συνοδικότητος και συλλογικότητος στον παπισμό. Την απόλυτα ανελεύθερη και ταξική αυτή κοινωνική δομή του παπισμού,μετέφεραν στη συνέχεια και μετέδωσαν διά των παπικών ιεραποστόλων οι ευρωπαίοι αποικιοκράτες και ιμπεριαλιστές στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, τις οποίες κατέκτησαν. Οι παπικοί ιεραπόστολοι, προκειμένου να επιβάλουν τον παπισμό στους ντόπιους πληθυσμούς των χωρών αυτών, συμπορεύτηκαν και συνταυτίσθηκαν με τις αποικιοκρατικές δυνάμεις, οι οποίες προκειμένου να επιτύχουν τούς στόχους τους, δεν δίστασαν να καταφύγουν στην εκμετάλλευση, στην καταπίεση, στο δουλεμπόριο, ακόμη και σε πολεμικές αναμετρήσεις με τους ντόπιους πληθυσμούς. Έτσι γεννήθηκε το κίνημα της «Θεολογίας της Απελευθέρωσης», ως φυσικό επακόλουθο της κοινωνικής τραγικότητας, που βίωνε και βιώνει ο λαός στις χώρες αυτές. Λατινοαμερικανοί παπικοί «επίσκοποι» ηγήθηκαν δήθεν αυθόρμητα να «απελευθερώσουν» τις εξαθλιωμένες μάζες στο όνομα του Χριστού. Πολλοί χαιρέτησαν το κίνημα και στήριξαν σ’ αυτό τις ελπίδες τους, θεωρώντας το ως μια αυθεντική «χριστιανική κοινωνική επανάσταση». Σ’ αυτή την παγίδα έπεσαν δυστυχώς και πολλοί Ορθόδοξοι με κοινωνική ευαισθησία, βλέποντάς το ως απαρχή μια νέας εποχής για την επικράτηση του κοινωνικού μηνύματος του Ευαγγελίου. Δεν μπόρεσαν όμως να διακρίνουν, ότι ήταν ένα ακόμα δόλιο τέχνασμα του φεουδαρχικού παπισμού κατά του καλπάζοντος τότε μαρξισμού, ο οποίος μεσουρανούσε στα μισά του 20ου αιώνος και τροφοδοτούσε με ψεύτικες ελπίδες τους εξαθλιωμένους λαούς. Έγινε, όπως αποδείχτηκε, ο ισχυρός κυματοθραύστης κατά της μαρξιστικής επέλασης στη Λατινική Αμερική! Απόδειξη ότι ο παπικός «κλήρος», που εφεύρε και ηγήθηκε του κινήματος της «Θεολογίας της Απελευθέρωσης», παρέμεινε απόλυτα πιστός στον παπικό θεσμό και τη «θεολογία» του, ο οποίος ευθύνεται για την φεουδαρχική και απολυταρχική δομή των μεσαιωνικών και συγχρόνων κοινωνικών δομών!
Η «Θεολογία της Απελευθέρωσης» είναι ένα κίνημα εντελώς ξένο με την Ορθόδοξη πίστη μας και την δισχιλιόχρονη εκκλησιαστική μας πορεία. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός δεν ήρθε στον κόσμο να φέρει νέους τρόπους οργανώσεως της κοινωνικής ζωής. Δεν ήρθε απλά ως ένας κοινωνικός επαναστάτης, για να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τις  κοινωνικές του πληγές, να πατάξει την εκμετάλλευση των πλουσίων προς τους φτωχούς, την κοινωνική αδικία, την καταπίεση των ισχυρών απέναντι στους αδυνάτους, την συσσώρευση του υλικού πλούτου στα χέρια ολίγων κ.λ.π. Ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, για να απελευθερώσει καθολικά τον άνθρωπο από την δουλεία των παθών και της αμαρτίας, από την δουλεία της φθοράς και του θανάτου:«Πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλος εστί της αμαρτίας… Εάν ο Υιός υμάς ελευθερώσει, όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιω.8,34,36), λέγει ο Κύριος. «Εξ ύψους κατήλθες ο εύσπλαγχνος, ταφήν κατεδέξω τριήμερον, ίνα ημάς ελευθερώσης των παθών…», ψάλλει η Εκκλησία. Ήρθε να σώσει «παγγενή τον Αδάμ», αδιακρίτως κοινωνικής τάξεως, οικονομικής καταστάσεως, η φυλετικής προελεύσεως. «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ.3,27), διακηρύσσει ο Παύλος. Αυτή την απελευθέρωση έχει ανάγκη πρωτίστως και κυρίως ο άνθρωπος. Χωρίς αυτή την πνευματική απελευθέρωση,κάθε άλλη προσπάθεια κοινωνικής απελευθερώσεως είναι ανώφελη, καταντά ματαιοπονία. Ενώ όταν υπάρχει αυτή, (η πνευματική), ως προϋπόθεση, τότε έρχεται σαν φυσικό επακόλουθο και η άλλη, η κοινωνική. Όταν απελευθερωθεί η καρδιά του ανθρώπου από την φιλαυτία και τον εγωκεντρισμό, όταν μάθει να αγαπά τον πλησίον «ως εαυτόν», τότε λύνονται αμέσως όλα τα κοινωνικά προβλήματα. Παράδειγμα οι λεγόμενες  «αγάπες» της αρχαίας Εκκλησίας, όπου «του πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτώέλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ήν αυτοίς άπαντα κοινά… ουδέ γαρ ενδεής τις υπήρχεν εν αυτοίς» (Παρξ.4,32-33). Αυτή η κοινοκτημοσύνη των αποστολικών χρόνων συνεχίζεται και διασώζεται μέχρι σήμερα στα κοινόβια μοναστήρια μας, τα οποία αποτελούν το ιδεώδες της κοινωνικής ζωής της Εκκλησίας και η βάση πάνω την οποία μπορεί να στηριχθεί μια ιδανική κοινωνία.
Η Εκκλησία δεν απολυτοποιεί τα κοινωνικά συστήματα και τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, απλούστατα διότι γνωρίζει, ότι αυτά αδυνατούν από μόνα τους να προσεγγίσουν και να καταπολεμήσουν την αιτία του κακού. Η Εκκλησία δίδει προτεραιότητα στο πρόσωπο, στην ανάγκη οντολογικής μεταμορφώσεως του ανθρώπου, που είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την  αποδοτική λειτουργία των κοινωνικών συστημάτων. Όσο ο άνθρωπος περιορίζεται στο κοινωνικό επίπεδο, χωρίς να προχωρεί στο οντολογικό, καταλήγει αναπόφευκτα στη διάψευση και στην απογοήτευση. Αυτό πάλι δεν σημαίνει, ότι η Εκκλησία αδιαφορεί για τους καταπιεστικούς κοινωνικούς θεσμούς, για την κοινωνική αδικία, την τυραννία την εκμετάλλευση κ.λ.π. Ο Δομήτωρ της Εκκλησίας μας διασάλπισε ηχηρώς ότι «πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν των ουρανών» (Λουκ.18,24). Οι  άγιοι Πατέρες στα συγγράμματά τους και στην ποιμαντική τους διακονία με πολλή δριμύτητα στηλιτεύουν και καυτηριάζουν την πλεονεξία, την απληστία και την φιλαργυρία των πλουσίων και κάθε μορφή κοινωνικής αδικίας, ενώ παράλληλα επιδίδονται σε έργα φιλανθρωπίας και κοινωνικής αλληλεγγύης, χωρίς πάντως ποτέ να διανοηθούν να μεταβάλουν την Εκκλησία σε κοινωνικό θεσμό. Παραπέμπουμε ενδεικτικώς στις ομιλίες του Μεγάλου Βασιλείου: «Προς τους πλουτούντας», «Εις το καθελώ μου τας αποθήκας», «Εν λιμώ και αυχμώ» και στις πάμπολλες αναφορές στα θέματα αυτά του αγίου Ιωάννουτου Χρυσοστόμου στις ομιλίες του στα ερμηνευτικά του υπομνήματα.
Περαίνοντας τον σύντομο σχολιασμόμας,υπογραμμίζουμε ότι ο παπισμός υπήρξε μοιραίος θεσμός για την ανθρωπότητα. Δεν υπήρξε απλώς μια αίρεση, που διέστρεψε τις αλήθειες της πίστεως, περισσότερο από κάθε άλλη αίρεση, αλλά υπήρξε επί πλέον μια αστείρευτη πηγή αντικοινωνικών και απάνθρωπων πρακτικών. Αψευδής μάρτυρας η ιστορία, η οποία μαρτυρεί το εγκληματικό παρελθόν και το παρόν του παπισμού!  Οι σύγχρονοι του Κυρίου Ιουδαίοι ρωτούσαν: «εκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν είναι;» (Ιω.1,47). Και εμείς ρωτάμε: «από τον παπισμό, τη ρίζα πασών των πλανών και των δεινών της ανθρωπότητος, είναι δυνατόν να προέλθει κάτι καλό;».
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των   Παραθρησκειών

Ο υπεύθυνος
Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος

Ο Γραμματέας
Λάμπρος Σκόντζος Θεολόγος

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

ΣΤΑΥΡΟΙ ΦΟΡΤΩΜΕΝΟΙ ΑΜΑΡΤΙΕΣ



Η ζωή μας σηκώνει το αλφαβητάρι του σταυρού μας, μαθαίνουμε την πνευματική ΑλφαΒήτα στο φως της ημέρας και την κάνουμε επανάληψη στον Θεό μέσ’ την σιγαλιά της νύχτας, μεγαλωμένα παιδιά που δεν σταμάτησαν ποτέ να κάνουν αταξίες, τρέχουν,κλαίγοντας στην αγκαλιά της Μάννας Παναγιάς να βρουν στοργή και στα χέρια του Πατρός Θεού να πάρουν την συγχώρεση, απλό είναι το μετερίζι της αναβαίνουσας ζωής μας, το γεμίσαμε λίρες και τζιβαέρια σαν υπερφορτωμένη λατέρνα, χορεύουμε στις μουσικές νότες μιας ασταμάτητης βιωτικής μανιβέλας. 
Το ξύπνημα της ημέρας, είναι ευχαριστιακή κατάθεση ψυχής στα πόδια του Παντοκράτορος, ανάταση ζωής στην νέκρωση του φθαρμένου σώματος, ραψωδοί απαγγέλοντες το σάλπισμα της εγερμένης, φωτεινής αυγής, κάθε πρωί που ανατέλλει είναι μια ακόμη πιστωμένη ημέρα για μετάνοια, μια ακόμη ανανέωση χρόνου για άρδην συγχωρητικότητα, τα πρωινά έχουν την μορφή της κατάλευκης αγνότητας που αλλοιώνονται στο διάβα της ημέρας, ροδοκόκκινα μάγουλα νηπίου που χάσκει αφελώς μέσα στην μαυρίλα των μεγάλων, τα παιδιά είναι τα πρωινά της εαλωμένης αθωότητάς μας, οι γαλάζιες ποδιές με τους άσπρους γιακάδες, που δήλωναν τα πλουμιστά κάλλη του αυθόρμητης Καλημέρας στο στόμα τους.
Ξεχάσαμε την Καλημέρα και ασπαστήκαμε την Καληνύχτα, ξημέρωσε η ημέρα στο χαμογελό σου, ανέτειλε ο ήλιος στα διψασμένα μάτια σου, ένας τέτοιος Ήλιος είναι ο Χριστός, κάνει την πίκρα, σιροπιαστό γλυκό στα ροζιασμένα χέρια της μάννας, μετουσιώνει την καρβουνιασμένη καρδιά σε λαμπαδιασμένη φλόγα απαράμιλλης Πίστης.
Πίστη είναι τα πρωινά του Θεού, σμιλεύουμε το αμετανόητο Άλφα και αθλούμαστε βασανιστικά μέχρι το μετανοημένο Ωμέγα, η ζωή μας σηκώνει το αλφαβητάρι του σταυρού μας, μαθαίνουμε την πνευματική ΑλφαΒήτα στο φως της ημέρας και την κάνουμε επανάληψη στον Θεό μέσ’ την σιγαλιά της νύχτας, μεγαλωμένα παιδιά που δεν σταμάτησαν ποτέ να κάνουν αταξίες, τρέχουν, κλαίγοντας στην αγκαλιά της Μάννας Παναγιάς να βρουν στοργή και στα χέρια του Πατρός Θεού να πάρουν την συγχώρεση, απλό είναι το μετερίζι της αναβαίνουσας ζωής μας, το γεμίσαμε λίρες και τζιβαέρια σαν υπερφορτωμένη λατέρνα, χορεύουμε στις μουσικές νότες μιας ασταμάτητης βιωτικής μανιβέλας, κι αν κουραζόμαστε, δεν σταματάμε, άλλος πια διαχειρίζεται τους ρυθμούς της ζωής μας, όταν πάψουμε τον χορό στο σεντόνι του Καραγκιόζη, τότε ίσως μπορέσουμε αληθινά ελεύθεροι, να εναρμονιστούμε στωικά με τις μουσικές των αγγέλων, ν' ακούσουμε ανεκλάλητα ταξιαρχικούς ψιθύρους την ώρα που η κατάνυξη εξυψώνεται στα άστρα, να σηκωθούμε όρθιοι στο πείσμα των ανέμων, εκπληκτικά όμορφη γυναίκα η Πίστη, την θαυμάζεις ιδεοδώς στην απροσμέτρητη θωριά της, προσέχεις, μην κακοπάθει έστω και για λίγο, είναι άλλωστε τόσο εύθραυστη, συνάμα όμως και τόσο δυνατή, που χάσκεις τ' όνειρο της αέναης απόκτησής της..
Η Πίστη δεν είναι ζωγραφισμένη στα ντουβάρια και στα βιτρώ των εκκλησιών, δεν εικονίζεται στα καλογυαλισμένα μάρμαρα και στους χρυσαφένιους πολυέλεους, πολύ περισότερο δεν τά' χει καλά με την χλίδα και τον πλούτο, κουρνιάζει ησύχως σε καταπονημένους γεωργούς των αρετών, στους αγαθούς βιοπαλαιστές της μυστηριακής ζωής, αυτούς, που οι άνθρωποι αποκαλούν ανοήτως λαλημένους και τα βράδυα λιώνει σαν ταμένη, λαμπριάτικη λαμπάδα μπρος στο πρωτότυπο της χάρτινης εικόνας, για να γίνει ουρανός στην γη και Παράδεισος στον κόσμο