Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Αφιέρωμα στην Ιερά και Αγιοτόκο καλύβη του Αγίου Ακακίου Καυσοκαλυβίων


Aφιέρωμα στην ιστορική, ιερά και αγιοτόκο καλύβη του Αγίου Ακακίου Καυσοκαλυβίων (Βίντεο)

Βίντεο αφιέρωμα από προσκύνημα στην ιστορική ιερά και αγιοτόκο καλύβη του Αγίου Ακακίου της Ιεράς Σκήτης Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους. Στο βίντεο μιλά ο μοναχός π.Πατάπιος που διαμένει στην Καλύβη, ο οποίος εξιστορεί το ιστορικό και μας ξεναγεί στο ιερό σπήλαιο όπου και αγίασαν οι Άγιος Ακάκιος και Άγιος Μάξιμος


 ΠΗΓΗ

Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης Σινά. Εκπομπη της ΝΕΤ.

Ο Όσιος Ιλαρίων του Τροεκούροβο(+1853)


Ὁ  Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Ἱλαρίων  γεννήθηκε  τό  1774  σέ  οἰκογένεια Ρώσων  χωρικῶν. Ὑπῆρξε  κι  αὐτός  ἕνα εὐλογημένο  ἄνθος  τῆς  Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας κατά  τόν  19ο αἰῶνα, τόν  αἰῶνα  τῆς  Μοναστικῆς  καί  Ἡσυχαστικῆς Ἀναγεννήσεως  ἡ  ὁποία  προκλήθηκε  ἀπό  τούς  πνευματικούς  ἐπιγόνους  τοῦ  μεγάλου  διδασκάλου  τῆς  Νοερᾶς Προσευχῆς, τοῦ Πατρός  τῆς  Σλαβωνικῆς  Φιλοκαλίας,  Στάρετς  ὁσ. Παϊσίου  Βελιτσκόφσκυ.
Ὁ  ὅσ. Ἱλαρίων, χωρίς  νά  ἔχει  διδαχθεῖ  κάτι  τό  ἰδιαίτερο, ἔδειξε  ἀπό  τήν  παιδική  του  ἡλικία  τήν  μετέπειτα πνευματική  του  πορεία στό  στάδιο  τῆς μοναχικῆς  ζωῆς  καί  τῆς  ἐρημητικῆς  ἀφιερώσεως, σέ  σημεῖο  πού  οἱ  γονεῖς  του προβληματίζονταν  γιά  τό  ἄν  θά  μποροῦσε  νά  ζήσει  στήν  κατά  κόσμον  ζωή.  Ὁ  μικρός  προσευχόταν  πολύ (καθημερινά γιά  διάστημα  ὡρῶν) καί  ἔτρωγε  μόνο  ψωμί  καί  αὐτό  λιγοστό (μόλις  δύο  «φρατζόλες»  τήν  ἑβδομάδα). Κατά  τήν  πρόνοια  τοῦ  Θεοῦ, ὁ  μόνος  πού  ἀντιλαμβάνοταν  την  εἰδική  κλήση  τοῦ  παιδιοῦ  ἀπό  τόν  Θεό  ἦταν  ὁ παππούς  του, ὁ  ὁποῖος  καί  τόν  πῆρε  στό  σπίτι  του, ὅπου  ὁ  μικρός μποροῦσε νά  ἀκολουθεῖ  τό  προσευχητικό  καί ἀσκητικό  του  πρόγραμμα  χωρίς  κοσμικούς περισπασμούς. Ὁ  παπποῦς    του ἔγινε  μάλιστα  καί συνοδός  του  σέ προσκύνημα  στούς  ἱερούς  τόπους  τῆς  Ρωσικῆς  Ἐκκλησίας (τήν  Λαύρα  τῶν  Σπηλαίων  τοῦ  Κιέβου κ.ἄ.), ὅπου  ὁ μικρός  ἀναζητοῦσε  ἕναν  ἔμπειρο πνευματικό  ὁδηγό. 
Στήν  ἡλικία  τῶν  14  ἐτῶν  ὁ  Ἱλαρίων  ἔχασε  τον  παπποῦ  του  και  ἔτσι  ὑποχρεώθηκε  νά  ἐπιτρέψει  στήν  πατρική του  οἰκία.  Ἐκεῖ, παρά τό  γεγονός ὅτι  συνέχιζε  τόν  ἰδιότυπο  βίο  του, οἱ  γονεῖς  του  τόν  ὑποχρέωσαν  νά  παντρευτεῖ. Ὁ Ἰλαρίων  δέχθηκε  τόν γάμο ἀπό  σεβασμό  καί  ὑπακοή  πρός  αὐτούς, ὅμως  ἔμεινε  γιά πάντα ξένος  πρός  τήν  σύζυγό  του καί  πρός  τίς  ὑποχρεώσεις  πού  ἀπέρρεαν  ἀπό  τήν  νέα  του  κατάσταση. Μάλιστα  ἔνοιωθε  ἐγκλωβισμένος  στά  κοσμικά πράγματα  καί  ζητοῦσε  καταφύγιο  στόν  π. Τρόφιμο, ἐφημέριο  τοῦ  γειτονικοῦ  χωριοῦ Γκολοβίστινο, ὁ  ὁποῖος  ἦταν  ἕνας πνευματικός  καί ἀξιόλογος  ἄνθρωπος.
Ὅπως  εἶναι  εὐνοήτο, ἡ  κατάσταση  αὐτή  δέν  μποροῦσε  νά  συνεχιστεῖ  γιά  πολύ. Ὁ  Ἱλαρίων  σταθμίζοντας  τά πράγματα, προτίμησε  τήν  φυγή  πρός  τήν ἐν Χριστῷ  ἐλευθερία, παρά  τήν  ὑποταγή  στήν  κοσμική πραγματικότητα. Σάν ἄλλος  Πατριάρχης  Ἀβραάμ προτίμησε  νά  «ἐξέλθει  τῆς  γῆς  καί  τῆς  συγγενείας»  του  καί νά  ἀναζητήσει  τήν  προσωπική του  «γῆ  τῆς  ἐπαγγελίας». Στήν ἡλικία  τῶν  20  ἐτῶν  ἐγκατέλειψε  σύζυγο  καί πατρική  στέγη  καί ἐπέλεξε τήν δύσκολη ζωή τοῦ  προσκυνητοῦ. 
Μετά  ἀπό  πολλές  προσκυνηματικές  περιπλανήσεις, ὁ  μακάριος  Ἱλαρίων  προσπάθησε  δύο  φορές  νά  ἐνταχθεῖ σέ  κοινοβιακό  μοναστήρι, ἀλλά  προσέκρουσε στήν  ἀντίδραση  τῆς  συζύγου  του, ἡ  ὁποία  προσέφυγε  στήν  διοίκηση  τῆς τοπικῆς Ἐπισκοπῆς. Ἔτσι  ὑποχρεώθηκε «ἐκ τῶν πραγμάτων» νά  ἀσπαστεῖ  τόν  ἐρημητικό βίο, γι’ αὐτό  κατέφυγε  σέ  μία ἀπομωνομένη  περιοχή, ὅπου  ἔσκαψε  μερικές  σπηλιές  στό  μαλακό  ἔδαφος  τοῦ  τόπου  καί  ἐγκαταστάθηκε  ἐκεῖ. Γιά διάστημα  6  ἐτῶν  ὁ  μακάριος  ζοῦσε  ὡς  σπηλαιώτης, τρεφόμενος  μόνον  μέ  τά  λαχανικά  πού  καλλιεργοῦσε  ὁ  ἴδιος. Καθώς  ἡ  περιοχή  πού  ἐγκαταστάθηκε  δέν  εἶχε  κάποια  πηγή  νεροῦ, πολλές  φορές ἔμενε  χωρίς  νερό, προσευχόμενος καί  ἐλπίζοντας  νά  βρέξει. Χειμῶνα – καλοκαίρι κυκλοφοροῦσε  ἀνυπόδυτος, ντυμένος  μέ  ἕνα  λινό  πουκάμισο  καί  ἕνα λευκό  ράσο, πάνω  ἀπό  τά  ὁποῖα  φοροῦσε βαρειές ἁλυσίδες. Διαρκῶς  καί  ἀδιαλείπτως  προσευχόμενος, προσέλκυσε πάνω  του  τήν  χάρη  τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά  καί  τήν  μανία  τῶν πονηρῶν  πνευμάτων. Οἱ  ἐπιθέσεις  τῶν δαιμόνων ἦταν  σφοδρές  καί  καθημερινές. Μέ  ἄγριες φωνές  καί  θορύβους  προσπαθοῦσαν  νά  τόν  κάνουν  νά  διακόψει  τήν προσευχή  του  καί  νά  ἐγκαταλείψει  τήν  ἄσκησή  του. Μάλιστα, ὁ  διάβολος «ἔμπαινε» καί  στά  ἄγρια  ζῶα  τοῦ δάσους, γιά νά  τρομοκρατήσει  τόν  ἀγωνιστή  μέ  τίς  ἐπιθέσεις  τους  καί  νά ὑποχρεωθεῖ νά  φύγει. Ὁ  Ἱλαρίων  ὅμως  μέ  τήν  χάρη τοῦ  Θεοῦ  συνέχισε  τόν  ἀγῶνα  του.
Ἡ  φήμη  τοῦ  νεαροῦ  ἐρημίτη  σταδιακά  ἄρχισε  νά  διαδίδεται. Πλήθη  ἀνθρώπων, πλουσίων  καί  πτωχῶν, ἄρχισαν νά  συρρέουν  στήν  ἔρημό  του, ἐλπίζοντας  νά  βροῦν  λύση  στά  προβλήματά  τους, πρακτικά  καί  πνευματικά. Ὁ  Ὅσιος τούς  δέχονταν  ὅλους  καί  - κατά  τήν  δωρεά  τοῦ  Θεοῦ - τούς  βοηθοῦσε  μέ  τήν  προσευχή  καί  τίς  συμβουλές  του. Ὅ,τι τοῦ  πρόσφεραν  οἱ  πλούσιοι, τό  ἔδινε  ἐλεημοσύνη  στούς  πτωχούς. Ὅμως  ἡ  παρουσία  τόσου  λαοῦ  κούραζε  τόν ἀγωνιστή, ὁ  ὁποῖος  ἀναγκάζοταν  κάποιες  ἡμέρες  νά  ἀποσύρεται  στά  βάθη  τοῦ  ἄγριου  δάσους, ὅπου  ἀναβαίνοντας  σέ ἕνα  μεγάλο  δένδρο, περνοῦσε  τίς  ἡμέρες  του  προσευχόμενος, χωρίς  ὕπνο, τροφή  καί  νερό.  Βαθειά  ἐκκλησιαστικός  ὁ Ὅσιος, παρά  τήν  μόνωσή  του, δέν  παρέλειπε  τόν  κοινό  ἐκκλησιασμό  στήν  ἐκκλησία  τοῦ  κοντινοῦ  χωριοῦ, ὅπου μετελάμβανε  τῶν  Ἀχράντων  Μυστηρίων. Πολλές  φορές  κάλυπτε  τήν  ἀπόσταση  μέχρι  τό  χωριό  κάτω  ἀπό  πολύ ἄσχημες  καιρικές  συνθῆκες. Μία  φορά  ἐπιστρέφοντας  ἀπό  τό  χωριό, ἔπεσε  σέ  μία  σφοδρή  χιονοθύελλα  καί  σώθηκε ἐπειδή  κατά  τήν  πρόνοια  τοῦ  Θεοῦ  τόν  βρῆκε  ἀναίσθητο κάποιος  διαβάτης  καί  τόν  μετέφερε  στό  σπίτι  ἑνός  πιστοῦ, ὅπου  ἐπανῆλθε  στή  ζωή  μέ  μεγάλη  δυσκολία, χάρις  στίς  εὐχές  τοῦ  ἐφημερίου  καί  τήν  ἐπίκληση τοῦ  ὀνόματος  τῆς Παναγίας.
Ἡ  προσέλευση  τόσων  ἀνθρώπων  στό  ἀσκητήριο  τοῦ  Ἱλαρίωνος, προκάλεσε - ὅπως  ἦταν  ἀναμενόμενο – τήν προσοχή  ταῆς  Ἀστυνομίας (ἦταν  ἡ  περίοδος  μετά  τήν  δυτικοποίηση  τῆς  Ρωσικῆς  Αὐτοκρατορίας  καί  τήν  ὑποταγή  τῆς Ἐκκλησίας  στήν  Πολιτεία ἀπό  τόν  Μέγα  Πέτρο  καί  τήν ἀντικληρική  καί  ἀντιμοναχική  πολιτική  τῆς  Μεγάλης Αἰκατερίνης  καί  ὅποιος  ἤθελε  νά  μονάσει, μποροῦσε  νά  τό  κάνει  μόνο  μέ  τήν  ἄδεια  τῶν  Ἀρχῶν). Ἔτσι  ὁ  Ὅσιος  ὑπο-χρεώθηκε  νά  ἐγκαταλείψει  τά  σπήλαιά  του  καί  νά  ἀρχίσει  τήν  περιπλάνηση  τοῦ  προσκυνητή. Τότε  ἐπισκέφθηκε  τό Γιελέτς, τό  Κίεβο  καί  τό  Ζαντόνσκ. Στό  Κούρσκ, ἐνῶ  φιλοξενοῦνταν  στή  Μονή  τοῦ  Κορενόϋ, ὁ  Ὅσιος  ἀσθένησε  πολύ σοβαρά  καί  ὁ  Ἡγούμενος (ὁ  ὁποῖος  γνώριζε  τους  ἀγῶνες  του), τοῦ  πρότεινε  νά  χειροτονηθεῖ  μυστικά  μοναχός.  Ὁ Ὅσιος  συμφώνησε, δέχθηκε  τό  Μεγάλο  καί  Ἀγγελικό  Σχῆμα, ἀλλά  διατήρησε  τό ὄνομα  τῆς  Βαπτίσεώς  του. 
Μετά  τήν  ἀνάρρωσή  του  ὁ  Μεγαλόσχημος – πλέον - Ἱλαρίων  ἐπέστρεψε  καί  πάλι  στίς  σπηλιές  του.   Ὅμως  ὁ ἐχθρός  τῆς  ἀνθρωπίνης  σωτηρίας, ἔφερε  σκάνδαλα  στήν  ἐρημητική  ζωή  τοῦ  Ὁσίου  καί  πέτυχε  νά  τόν  ἀπομακρύνει ἀπό  τήν  ἔρημό  του. Ἡ  περιοχή  πού  ἀσκοῦνταν  ἦταν  ἰδιωτική, ἔτσι  ὅταν  ὁ  Ὅσιος  κατηγορήθηκε  γιά  ἀνηθικότητα, ὁ ἰδιοκτήτης  ἀπευθύνθηκε  στίς  Ἐκκλησιαστικές  Ἀρχές  καί  ὁ  Ὅσιος  δέχθηκε  τό  ἐπιτίμιο  τῆς  ἑξάμηνης  παραμονῆς  στή Μονή  τῶν  Ἁγίων  Πέτρου  καί  Παύλου, γιά…τιμωρία!  Ὁ  ἄνθρωπος  τοῦ  Θεοῦ  ὅμως  εἶδε  στήν  ἐξέλιξη  αὐτή  τήν ὑλοποίηση  τοῦ  παλαιοῦ  πόθου  του, νά  ζήσει  σέ  μία  κοινοβιακή  μονή  καί  ἔτσι  ἀξιοποίησε  τήν  παραμονή  πρός  ὄφελος τῆς  ψυχῆς  του.
Русские Церкви Свято-Владимиро-Димитриевский Троекуровский женский монастырь.
Το μοναστήρι στο Τροεκούροβο
Μετά  τό  πέρας  τῆς  παραμονῆς  του  στή  μονή, ὁ  Ὅσιος  ἐπέστρεψε  στό  χωριό  καί  ὄχι  στήν  ἔρημό  του, διότι  ἡ ἐκεῖ  διαμονή  του  εἶχε  κλονίσει  τήν  ὑγεία  του. Ἐγκαταστάθηκε  ἔτσι  στό  κωδωνοστάσιο  τοῦ  ναοῦ. Τότε  ἄρχισε  να ἐκδηλώνεται  το  θαυματουργικό  του  χάρισμα. Κάποια  φορά  οἱ  καλλιέργειες  τοῦ  Πρίγκιπος  Ντολγκοροῦκι  στό πλησιέστερο  ἀγρόκτημα, κινδύνευαν  ἀπό  την  ξηρασία. Ἔστειλε  τότε  ὁ  Πρίγκηπας  ἕνα  σημείωμα  στόν  Ὅσιο  καί  τόν παρεκάλεσε  γιά  τίς  προσευχές  του. Πράγματι, δι’ εὐχῶν  τοῦ  ὁσίου  Πατρός Ἱλαρίωνος, ἔβρεξε  καί  ἡ  σοδειά  σώθηκε. Γιά  νά  εὐχαριστήσει  τόν  Ὅσιο  ὁ  Πρίγκηπας, τόν  παρεκάλεσε  νά  μετακομίσει  στήν  ἐπικράτειά  του, κάτι  πού  ὁ  Ὅσιος δέχθηκε. Πέρασε ἔτσι  λίγος  καιρός  χωρίς  πειρασμούς, ἀλλά  μετά τόν  θάνατο  τοῦ  Πρίγκιπος, οἱ  ὑποτελεῖς  του  ἄρχισαν νά  φέρονται  ἄσχημα  στόν  ἄνθρωπο  τοῦ  Θεοῦ, ὁπότε  αὐτός  ἄρχισε  καί  πάλι  τίς  περιπλανήσεις  τοῦ  προσκυνηματικοῦ βίου. Τελικά, το 1824, ἕνας  πλούσιος  γαιοκτήμονας  πρότεινε τόν  Ὅσιο  νά  ἐγκατασταθεῖ  στήν  ἐπικράτειά  του, στό  χωριό Τροεκούροβο. Ὁ  Ὅσιος  ἔκανε  θερμή  προσευχή  καί  ἀποδέχθηκε  τήν πρόταση, ἀφοῦ  ἄκουσε  μία  ὑπερκόσμια  φωνή  νά τοῦ  λέει: «Ἀρκετά  περιπλανήθηκες, ἐργάσου  γιά  τήν  σωτηρία  σου  σέ  ἕναν  τόπο».
Ὅταν  ὁ  ὅσ. Ἱλαρίων  ἐγκαταστάθηκε  στό  Τροεκούροβο  (τόν  Νοέμβριο  τοῦ  1824), ἦταν  50  ἐτῶν. Τά  ὑπόλοιπα 29  χρόνια  τῆς  ζωῆς  τά  πέρασε  ἀγωνιζόμενος  ἐκεῖ. Ὁ  γαιοκτήμονας  τοῦ  διέθεσε  τρία  μικρά, καλά  θερμαινόμενα, δωμάτια (τό  κρύο  πλέον, μετά  ἀπό  τόσα  χρόνια  διαμονῆς  στά  σπήλαια  καί  περιπλανήσεων  στήν  ὕπαιθρο, ἦταν  ὁ μεγάλος  ἐχθρός  τοῦ  Ὁσίου). Σέ  ἀντιστάθμισμα  αὐτῆς  τῆς  «ἀνέσεως», ὁ  Ὅσιος  αὔξησε  τήν  νηστεία  του  καί  τούς περιορισμούς  πού  ἐπεβαλε  στόν  ἑαυτό  του  (λ.χ.  τήν  ἀπόλαυση  ἑνός  περιπάτου  στήν  ἐξοχή). Ἤδη  ὁ  ἔγκλειστος ἀσκητής  εἶχε  ἀποκτήσει  μία  ἐξαυλωμένη  μορφή. Πρός  τό  τέλος  τῆς  ζωῆς του (στήν  ἡλικία  σχεδόν  τῶν  80  ἐτῶν), ἔμοιαζε  μέ  τούς  Πατριάρχες  τῆς  Παλαιᾶς  Διαθήκης  καί  τούς  παλαιούς  ἀσκητές  τῆς  Αἰγυπτιακῆς  ἐρήμου. Λιπόσαρκος ἀπό  τήν  νηστεία, ἀλλά  φωτεινός, χαμογελαστός  καί χαρούμενος, εἶχε  μακριά  ὁλόλευκα  μαλλιά  καί  ἐπίσης  μακριά γενειάδα. Κάποιος  πού  τόν  γνώρισε  ἔλεγε  ἀργότερα: «Ἔμοιαζε  μέ  Ἄγγελο  τοῦ  Θεοῦ.  Δέν  μπορεῖ  κανείς  νά  φανταστεῖ, μέ  ποιά  ὀμορφιά  στολίζει  ὁ  Κύριος  τούς  δούλους  Του  ἐδῶ  στή  γῆ. Ἄν  καί  σχεδόν  80  ἐτῶν, ἔμοιαζε  σάν  νά  ἦταν  στήν ἀρχή  τῆς  ζωῆς  του».
Στό  Τροεκούροβο  ὁ  Ὅσιος  ἀκολουθοῦσε  ἕνα  ἰδιότυπο  πρόγραμμα  ζωῆς. Ἄν  καί  ἔγκλειστος συμμετεῖχε  στίς ἐκκλησιαστικές  ἀκολουθίες  καί  δέχονταν  ἐπισκέπτες, τούς  ὁποίους  ὑποδέχονταν  μέ  τά  ἀκόλουθα  λόγια: «Ἄς  κάνουμε τρεῖς  μετάνοιες  καί  ἄς  προσευχηθοῦμε  στήν  Βασίλισσα  τῶν  Οὐρανῶν». Μιλοῦσε  ἁπλᾶ, σύντομα  καί  συνήθως  μέ παραδείγματα. Ἦταν  εὐγενικός  προς  ὅλους. Οἱ  ἄνθρωποι  ἔφθαναν  σ’ αὐτόν  φορτωμένοι  μέ  πολλά  προβλήματα, ἀλλά ἔφευγαν  ἀνάλαφροι  σάν  πουλιά  μετά  τήν  συζήτηση  μαζί  του. Ἀνάμεσα  σέ  ἄλλους  τόν  ἐπισκέθηκε  κάποτε  ὁ  νεαρός δάσκαλος Ἀ. Μ. Γκρένκωφ, ὁ  ὁποῖος  ἤθελε    ἀποχωριστεῖ  τά  ἐγκόσμια. «Πήγαινε  ἀμέσως  στήν  Ὄπτινα», τόν συμβούλευσε  ὁ  ὅσ. Ἱλαρίων. Ὁ  νεαρός  ἔκανε  ὑπακοή  καί  τελικά  ἀναδείχθηκε  ὁ  μεγαλύτερος  καί  πλέον  γνωστός Στάρετς  τῆς  Ρωσικῆς  Ὀρθοδοξίας. Πρόκειται  γιά  τόν  Στάρετς  Ἀμβρόσιο, ὁ  εὐλαβοῦνταν  ἰδιατέρως  τόν  ὅσ. Ἱλαρίωνα καί  μέχρι  τό  τέλος  τῆς  ζωῆς  εἶχε  στό  κελλί  του  ἕνα  πορτραῖτο  του.
Πρός  τό  τέλος  τῆς  ζωῆς  του ὁ  ὅσ. Ἱλαρίων  ἀποφάσισε  τήν  ἵδρυση  ἑνός  κοινοβίου, στό  ὁποῖο  θά  ἐγκαταβίωναν οἱ  ἀδελφές  πού  σταδιακά  εἶχαν  συγκεντρωθεῖ  γύρω  του, ἀπό  τήν  ἐγκατάσταση  στό  Τροεκούροβο  καί  μετά. «Οἱ προσευχές  μου  θά  εἶναι  πάντοτε  σ’ αὐτό  τόν  τόπο», εἶχε  πεῖ  προφητικά. «Σέ στιγμές  λύπης, ἀσθενείας  ἤ  ἀμηχανίας, νά διαβάζετε  τούς  Χαιρετισμούς  μπροστά  στήν  εἰκόνα  τῆς  Παναγίας  τοῦ  Βλαδιμήρου  καί  ἕνα  μνημόσυνο  γιά  μένα  τόν ἁμαρτωλό».
Ο τάφος του Αγίου
Ὁ  ὅσ. Ἱλαρίων  κοιμήθηκε  εἰρηνικά  τήν  5η Νοεμβρίου  1853. Περίπου  10.000  πιστοί  παρακολούθησαν  τήν κηδεία  του  καί  ὅλοι  ὑπῆρξαν  μάρτυρες  τῆς  θαυμαστῆς  εὐωδίας  πού  ἀνέδυε  τό  λείψανό  του  καί εἶχε  κατακλύσει  τό κελλί  του  καί  τόν  ναό, κατά  τήν  διάρκεια  τῆς  ἐξοδίου  Ἀκολουθίας. Μετά  τήν  μακαρία του  κοίμηση, πολλές  ἦταν  οἱ ἐμφανίσεις  του, μέ  τίς  ὁποίες  παρηγόρησε  πιστούς  πού  εὐλαβοῦνταν  τήν  μνήμη  του. «Γιά  ἐκείνους  πού  πιστεύουν  στόν Θεό  εἶμαι  ζωντανός», εἶπε  σέ  μία  ἀπό  αὐτές.
Ἡ  μνήμη  του  τιμᾶται  τήν  5η  Νοεμβρίου  καί  τά  Λείψανά  του  τιμῶνται  στό  Τροεκούροβο  καί  ἄλλα  μέρη  τῆς Ρωσίας, τήν  Κύπρο  καί  στήν  Ἑλλάδα  στό  Παρεκκλήσιο  τῆς  ὁσ. Ξένης  τῆς  διά  Χριστόν  Σαλῆς  Μάνδρας  Ἀττικῆς.
Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου
 Τό  κείμενο  βασίσθηκε  στήν  μετάφραση  τοῦ Ρωσικοῦ  Βίου  τοῦ  Ὁσίου  ἀπό  τήν Ὄλγα Oleinikov, πού  δημοσιεύθηκε  στό «Otechestvennye podvizhniki 18 i 19 vekov» σελ. 325 - 351, Jordanville Νέας  Ὑόρκης, 1966..ΠΗΓΗ

«Κόλαση είναι το μαρτύριο του να μην αγαπάς».


Ο Θεός ως πατέρας όλων των ανθρώπων δέχεται κάθε αμαρτωλό πίσω στην αγκαλιά Του. Δεν υπάρχει ανθρώπινη αμαρτία που ο Θεός να μην τη συγχωρεί όταν ο άνθρωπος το θελήσει και το ζητήσει. Για την Εκκλησία μεγαλύτερη αμαρτία είναι η απελπισία, η αντίληψη ότι ο άνθρωπος μπορεί να κάνει κάτι που ο Θεός δεν μπορεί να συγχωρήσει. Όμοια με τον Θεό, που ποτέ δεν παύει να αγαπά και να συγχωρεί τον αμαρτωλό, πρέπει και οι άνθρωποι να συμπεριφέρονται με ανάλογο τρόπο.
Η ανταπόκριση ή όχι του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού δημιουργεί την κόλαση ή τον παράδεισο. Κόλαση είναι η ανικανότητά μου να αγαπήσω τον συνάνθρωπο, η αδυναμία μου να τον θεωρήσω ως αδελφό και φίλο.
Η αυτοκαταδίκη μου στην απομόνωση και τον ατομικισμό εισάγει την εμπειρία της κόλασης. Ο Θεός δεν είναι τιμωρός. Τιμωρός γίνεται ο εγωκεντρισμός μου, που μου στερεί την αίσθηση της οικειότητας με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Μήπως ο πατέρας δεν κάλεσε και τον μεγάλο γιο για να εισέλθει στη γιορτή και να ευφρανθεί; Ο ίδιος ο μεγαλύτερος γιος δεν ήθελε και γι' αυτό προγεύεται το μαρτύριο της κόλασης: να μην μπορεί να συμμετάσχει στη χαρά, να ζει στον τόπο της αγάπης και να αρνείται να αγαπήσει.
Κόλαση είναι ο αυτοακρωτηριασμός των υπαρκτικών μου δυνατοτήτων. Ενώ είμαι δημιουργημένος για να αγαπώ και να αγαπιέμαι, αρνιέμαι την αγάπη ως γνώμονα ζωής και έτσι η ζωή μου ολόκληρη μετατρέπεται σε βάσανο και ταλαιπωρία. Όπως αριστοτεχνικά το συνόψισε ο Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι στο αριτούργημά του «Αδελφοί Καραμάζοφ», «κόλαση είναι το μαρτύριο του να μην αγαπάς».
Την κόλαση αυτή γεύεται καθημερινά ο έγκλειστος στη φιλαυτία πεπτωκώς άνθρωπος. Εθελούσια αποκομμένος από κάθε βαθύ υπαρξιακό δεσμό, βιώνει συνεχώς τη μοναξιά, την αποξένωση, την ανωνυμία. Κόλαση είναι η ελεύθερη εκλογή του ανθρώπου να απομακρύνεται από τον Θεό, την πηγή και το πλήρωμα της αγάπης.
Αντίθετα, παράδεισος είναι η ανταπόκριση στην αγάπη του Θεού, η εμπειρία της ένωσης μαζί Του. Τελικά, παράδεισος και κόλαση είναι η στάση μας απέναντι στην αγάπη. Η αποδοχή της είναι παράδεισος και ζωή. Η άρνησή της είναι κόλαση και θάνατος. Η εκλογή επαφίεται στον άνθρωπο.
Πηγή: Σταύρος Σ. Φωτίου (2002), Ορθόδοξα μηνύματα: Ερμηνεία ευαγγελικών περικοπών, εκδ. Εργαστηρίου Χριστιανικής Αγωγής, Λάρνακα, σ. 108-109/ΠΗΓΗ

«Αγαπάς με»;

  


 «Αγαπάς με;» (Ιωάν. κα΄, 15). Η ερώτηση που ετέθη από τον Ιησού στον Σίμωνα Πέτρο ισχύει και για τον καθένα μας. Είναι η ουσιαστική ερώτηση. Η απάντηση που θα δώσω προσδιορίζει τη σχέση μου με το Σωτήρα.
Θα τολμήσω να πω με τον Πέτρο: «Κύριε, Συ πάντα οίδας, Συ γινώσκεις ότι φιλώ Σε» (Ιωάν. κα΄, 17). Μα τόσο συχνά η ζωή μου, τα έργα μου, αναιρούν μια παρόμοια βεβαίωση.
   Να ομολογήσω ταπεινά ότι δεν έχω αυτήν την αγάπη; Να πω με απλότητα, ίσως και με ειλικρίνεια: «Όχι, Κύριε, δεν Σ’ αγαπώ»; Μια τέτοια όμως ριζική άρνηση δεν είναι σωστή. Διότι, ακόμη και στις χειρότερες πτώσεις μου, η ανάμνηση του Λυτρωτού, η μορφή Του, δεν σβήνουν εντελώς από την ψυχή μου. Δεν παύουν να με τραβούν. Περίπλοκη κατάσταση του αμαρτωλού, που ακόμη και στο βάθος της αθλιότητός του, κι όταν δεν έχει τη δύναμη να σπάσει τα δεσμά του, στρέφει με πόθο το κεφάλι προς τον Ιησού πλημμυρισμένος από τη νοσταλγία της ενώσεως μαζί Του.
   Η μόνη απάντηση που θα μπορούσα να δώσω είναι: «Κύριε, γνωρίζεις τα πάντα. Γνωρίζεις ότι θα ήθελα να σ’ αγαπώ. Δος μου την αγάπη Σου»…
… «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάν. ιδ΄, 15). Τρομερή φράση. Με καταδικάζει. Το να τηρούμε το λόγο του Ιησού σημαίνει: να εφαρμόζουμε τα παραγγέλματά Του. Το νόημα της φράσεως, το νόημα το πιο φυσικό, θα ήταν: το δείγμα της αυθεντικής αγάπης για τον Ιησού είναι μια ζωή σύμφωνη με τα παραγγέλματά Του.
   Ένα άλλο νόημα (που δεν αποκλείει το προηγούμενο) είναι:Μόνο εκείνος που αγαπά τον Ιησού μπορεί να τηρήσει το λόγο του Ιησού. Η αγάπη που προηγείται της υπακοής, που είναι προϋπόθεση υπακοής. Η υπακοή διατηρεί και προφυλάσσει την αγάπη, της δίδει συνέχεια και ασφάλεια. Αλλά η πηγή της υπακοής, το νόημά της και η εσωτερική της δύναμη βρίσκεται στην αγάπη.
Κύριε Ιησού, πως μπορώ να Σε υπακούσω, αν δεν Σ’ αγαπώ; Μετάστρεψέ με πρώτα, φέρε με στην περιοχή της αγάπης Σου. Τότε θα μάθω να Σε υπακούω. Είμαι πολύ αδύνατος να τηρήσω το λόγο Σου, αν δεν με κρατήσει, αν δεν με βαστάξει η αγάπη Σου. Εάν η καρδιά μου δεν είναι γεμάτη από την αγάπη Σου, εύκολα θα μπορεί να μπει ο πειρασμός και να την κατακτήσει. Γι’ αυτό και Σε ικετεύω: Γέμισε την καρδιά μου όπως γεμίζουν ένα ποτήρι με νερό ως τα χείλη. Έτσι ώστε να είναι αδύνατο να χωρέσει έστω και μια ξένη σταγόνα. Μόνο η ελπίδα που έχω ότι θα μου δώσεις την αγάπη Σου με κάνει να μην απελπίζομαι. Να μη χάνω την ελπίδα μου ότι θα τηρήσω κάποια μέρα το λόγο Σου…
 … Στην αμαρτωλή γυναίκα συγχωρήθηκαν πολλά, διότι «ηγάπησεν πολύ»; Ή αγάπησε πολύ, διότι της συγχωρήθηκαν πολλά; Το ελληνικό κείμενο του Ευαγγελίου αφήνει περιθώρια και για τις δύο ερμηνείες. Και η μία και η άλλη εκφράζουν μια βαθιά αλήθεια. Η πρώτη τοποθετεί την άφεση σαν απάντηση στην αγάπη. (Φυσικά αποκρούομε μιαν έννοια αγάπης που θα ήταν πρόφαση, για να καλύψει κάθε παράβαση). Ακόμη και σ’ αυτή την πρώτη ερμηνεία η αγάπη που φέρνει την άφεση είναι ήδη μια χάρη, μια πρωτοβουλία του Χριστού. Στη δεύτερη ερμηνεία, όπου η συγχώρηση γεννά την αγάπη, η πρωτοβουλία του Κυρίου παραμένει απόλυτη: Προκαλεί την πρώτη κίνηση της μεταστροφής, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει συγχώρηση. Ακολουθεί η άφεση που καθιερώνει πια τη μεταστροφή. Και τέλος η αγάπη, απάντηση της ψυχής που δέχτηκε την άφεση. Αν αγαπούσα τον Ιησού στο μέτρο της αφέσεως που μου χάρισε, σίγουρα θα γινόμουν μια γιγάντια φωτιά αγάπης.
  «Μείνατε εν τη αγάπη τη εμή» (Ιωάν. ιε΄, 9). Το κείμενο δείχνει καθαρά ότι δεν πρόκειται για τη δική μας αγάπη προς τον Ιησού, αλλά για την αγάπη του ίδιου του Ιησού. «Μείνατε στην αγάπη που είναι δική μου, στην αγάπη που με κινεί, στην αγάπη που εκφράζει όλη τη φύση μου». Μα η αγάπη του Ιησού είναι η πηγή και η δύναμη και της δικής μας αγάπης προς τον Ιησού.


(Από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 71- 74)/πηγή

«Δεν έχω αγάπη ούτε για προσευχή, ούτε για τον Θεό, ούτε για τους άλλους...


Κάποτε ένας προσκυνητής στο Άγιο Όρος έθεσε σε πολλούς γέροντες το ερώτημα: «Τι είναι σπουδαιότερο στη ζωή  μας»; Όλοι του απαντούσαν: «Είναι η αγάπη του Θεού· ν’ αγαπάς τον Θεό και τον πλησίον σου». Σκέφθηκε: «Δεν έχω αγάπη ούτε για προσευχή, ούτε για τον Θεό, ούτε για τους άλλους. Τι να κάνω;». Και ύστερα μόνος του αποφάσισε: «Θα ενεργώ σαν αν είχα αυτή την αγάπη».Τριάντα χρόνια αργότερα το Άγιο Πνεύμα του έδωσε τη χάρη της Αγάπης. 

parratiritis blogspot.

Το παράδειγμα του Χριστού-Αγ.Ιωάννου Κρονστάνδης

Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης

Σαν πολύτιμη πνευματική κληρονομιά άφησε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός στην Εκκλησία Του τη διδασκαλία, τα θαύματα και, προ παντός, το παράδειγμά Του.
Ότι δίδαξε, το εφήρμοσε πρώτος στην επίγεια ζωή Του. Ότι προείπε για την Εκκλησία Του, εκπληρώθηκε πρώτα στον εαυτό Του.
Δίδαξε την αγάπη προς τους εχθρούς, και πρώτος τήρησε αυτή την εντολή, όταν στο αποκορύφωμα του πάθους Του, ικέτευε τον ουράνιο Πατέρα Του υπέρ των σταυρωτών Του: «πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34).
Δίδαξε την άμετρη ανεξικακία: «ὅστις σε ῥαπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην» (Ματθ. 5,39) και παραδόθηκε εκούσια στα χέρια των ανόμων Ιουδαίων. «ὃς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως» (Α’ Πέτρου 2,23).
Δίδασκε να μη φοβούμεθα «ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. 10,28), και δεν φοβήθηκε τους φονευτάς Του.
Ευαγγελίσθηκε την ανάσταση των νεκρών και την αιώνια ζωή, και ο ίδιος πρώτος «γήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (Α’ Κορ. 15,20).
Η ανάστασις του Κυρίου είναι η κορύφωσις του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία μας, το θαύμα των θαυμάτων του Θεού, με το οποίο προαγγέλλεται και η ανάστασις των ανθρώπων που θα ακολουθήσουν το παράδειγμα Του, αφού ο Χριστός «ἔπαθεν ὑπὲρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (πρβλ. Α’ Πετρ. 2,21)