Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

Ἡ μελαγχολία, ἡ ταπείνωση καί ὁ ἐξομολόγος (πατήρ Πορφύριος )


img_271res.jpg
 Κάποια βραδιά  είχαμε συγκεντρωθεί μια ομάδα μαζί με έναν Αγιορείτη.
Νύχτωσε. Ο καιρός ήταν ανταριασμένος και απειλητικός. Όμως, κοντά στο Γέροντα Πορφύριο   και για όσους ακόμη δεν ήταν μαθημένοι στη σκοτεινή νύχτα της φύσης, δεν ταραζότανε η γαλήνη.
Ο Γέροντας μιλούσε για τη διαφορά της ταπεινοφροσύνης από το πλέγμα της κατωτερότητας.
Ο ταπεινός, έλεγε, δεν είναι μια προσωπικότητα διαλυμένη. Έχει συνείδηση της κατάστασής του, αλλά δεν έχει χάσει το κέντρο της προσωπικότητάς του. Ξέρει την αμαρτωλότητά του, την μικρότητά του και δέχεται τις παρατηρήσεις του πνευματικού του ,των αδελφών του.

Λυπάται, αλλά δεν απελπίζεται. Θλίβεται, αλλά δεν εξουθενώνεται και δεν οργίζεται. Ο  κυριευμένος από το πλέγμα της κατωτερότητας, εξωτερικά και στην αρχή, μοιάζει με τον ταπεινό.
Αν όμως, λίγο τον θίξεις ή και τον συμβουλεύσεις, τότε το αρρωστημένο εγώ εξανίσταται, ταράζεται, χάνει κι αυτή τη λίγη ειρήνη που έχει. Το ίδιο, έλεγε, συμβαίνει και με τον παθολογικά μελαγχολικό σε σχέση με το μετανοούντα αμαρτωλό. «Ο μελαγχολικός περιστρέφεται κι ασχολείται με τον εαυτό του και μόνο.
Ο αμαρτωλός ,που μετανοεί κι εξομολογείται, βγαίνει από τον εαυτό του. Αυτό το μεγάλο έχει η πίστη μας: τον εξομολόγο, τον πνευματικό. Έτσι  και το πεις στο Γέροντα, κι έλαβες τη συγχώρηση, μη γυρνάς πίσω».
Αυτό το τόνιζε πολύ . Να μην ξαναγυρνά κανείς στα προηγούμενα, αλλά να προχωρά. Πόσους αιχμαλωτισμένους στη μαύρη χώρα της απελπισίας δεν είχε σώσει την έσχατη ώρα τραβώντας τους με τη δύναμη της παρρησίας του στο Θεό!
http://1myblog.pblogs.gr/2008/08/h-melagholia-h-tapeinwsh-kai-o-exomologos-pathr-porfyrios.html

Ψυχή - προσευχή (π. Πορφύριος)



porphy_flowers_bl.jpg

 Όταν η ψυχή είναι ταραγμένη, θολώνει το λογικό και δε βλέπει καθαρά. Μόνο, όταν η ψυχή είναι ήρεμη, φωτίζει το λογικό, για να βλέπει καθαρά την αιτία κάθε πράγματος.

Η ψυχή είναι πολύ βαθιά και μόνο ο Θεός τη γνωρίζει. Γιατί να κυνηγάμε τα σκοτάδια;

Να, θα ανάψουμε το φως και τα σκοτάδια θα φύγουν μόνα τους. Θα αφήσουμε να κατοικήσει σ' όλη την ψυχή μας ο Χριστός και τα δαιμόνια θα φύγουν μόνα τους.

Όταν έρθει μέσα μας ο Χριστός, τότε ζούμε μόνο το καλό, την αγάπη για όλο τον κόσμο. Το κακό, η αμαρτία, το μίσος εξαφανίζονται μόνα τους, δεν μπορούν, δεν έχουν θέση, να μείνουν.

Να μην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν, αλλά αν εσύ αγαπάς το Χριστό και τους ανθρώπους. Μόνο  έτσι  γεμίζει η ψυχή.


Στην ψυχή, που όλος ο χώρος της είναι κατειλημμένος από το Χριστό, δεν μπορεί να μπει και να κατοικήσει ο διάβολος, όσο κι αν προσπαθήσει, διότι δεν χωράει, δεν υπάρχει κενή θέση γι' αυτόν.

Ο σκοπός μας δεν είναι να καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το διορθώνουμε. Με την καταδίκη ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί, με την κατανόηση και βοήθεια θα σωθεί

Το κακό αρχίζει από τις κακές σκέψεις. ΄Oταν πικραίνεσαι και αγανακτείς, έστω μόνο με τη σκέψη, χαλάς την πνευματική ατμόσφαιρα.

Εμποδίζεις το Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει και επιτρέπεις στο διάβολο να μεγαλώσει το κακό.

Εσύ πάντοτε να προσεύχεσαι, να αγαπάς και να συγχωρείς, διώχνοντας από μέσα σου κάθε κακό λογισμό.
http://1myblog.pblogs.gr/2008/08/psyhh-prosefhh-p-porfyrios.html

Τό πνεῦμα τό ὀρθόδοξον εἶναι τό ἀληθές.Πρώτη συνομιλία



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ


Το Πνεύμα το Ορθόδοξον είναι το αληθές

  • Πρώτη συνομιλία
- Γέροντας: Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος.

Αυτόνε πιστεύομε. Λοιπόν, μέσα στην θρησκεία, λέει, ότι αυτός είναι ο ιδρυτής της Ορθοδόξου πίστεως και ότι όλες οι θρησκείες δεν είναι όσο είναι αυτή η θρησκεία. Μία θρησκεία μόνον είναι: Η Ορθόδοξος Χριστιανική θρησκεία και το πνεύμα αυτό το ορθόδοξον είναι το αληθές. Τα άλλα πνεύματα, είναι πνεύματα πλάνης και οι διδασκαλίες είναι μπερδεμένες.
 

Εδώ ο Θεός της Ορθοδόξου πίστεως είναι Θεός, που αν τον πούμε και αγάπη, όπως το λέει η Γραφή, πάλι το ίδιο είναι. Ο Θεός λέγεται αγάπη. Και όποιος έχει αγάπη είναι του Θεού. Ο Θεός λοιπόν πολλοί λένε «είναι αγάπη ο Θεός, καημένε, έτσι είναι ο Θεός». Μα είναι αγάπη ο Θεός. Αλλά ο Θεός δεν είναι μόνον αγάπη, είναι και δικαιοσύνη. Είναι και δίκαιος, δεν μπορεί ένανε κλέπτη, λωποδύτη, που ζει εις βάρος των άλλων, να τόνε θέσει σε μια κατάσταση.
Θα μου πεις μα, εφ' όσον είναι αγάπη; Όμως έτσι είναι η θρησκεία μας. Και έτσι πρέπει να είναι, για να ομολογήσουμε τις ιδιότητες του Θείου, πώς είναι. Αυτές είναι οι ιδιότητες του Θείου. Αλλά όμως δεν το ξεύρουμε: Ο Θεός μπορεί να τους βάλει όλους στον παράδεισο. Και όλων των θρησκειών να τους βάλει όλους. Αυτό όμως τα χαρτιά μας δεν το γράφουνε. Αλλά ούτε και πρέπει εμείς να το πιστεύουμε. Έστω αν ο Θεός όλους μπορεί να τους πάρει ως παιδιά του. Με ακούεις;
- Συνομιλητής: Μάλιστα, Γέροντα, μάλιστα.

Ἀνοίγεις τά χέρια σου στό Χριστό




 
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ανοίγεις τα χέρια σου στο Χριστό
(Ένας τρόπος πνευματικής ζωής)
 
Συντομογραφίες:
Γ.Π.: Γέροντας Πορφύριος
Ε. : Επισκέπτης
Υ. : Υποτακτικός


- Γ.Π.: Η ζωή η πνευματική διέπεται από τρόπους. Καλά τα λέω; Ε, τάδε;
- Υ.: Όχι ακριβώς, αλλά θέλει τρόπους.
- Γ.Π.: Δηλαδή χρειάζονται τρόποι. Δηλαδή να! Σου έρχεται αυτό, ας πούμε (δηλ. ένας πειρασμός), τι πρέπει να κάνεις; Θα καθίσεις να σε βουτήξει, να σε σφίξει;
Χρειάζεται ένας τρόπος. Αλλά αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να τον έχω και εγώ και εσύ κι' ο άλλος, κι' ο άλλος. Είναι πάρα πολλοί τρόποι και κάθε ένας ευχαριστείται η κατορθώνει να κάνει ένα τρόπο, για να διώχνει το αντίθετο, τας ενοχλήσεις του αντιθέτου πνεύματος.
Μέσα σε όλους τους τρόπους είναι και ένας τρόπος που λέγεται περιφρόνησις. Δηλαδή βλέπεις ότι έρχεται κάποιος, δηλαδή ο εχθρός, ο αντίθετος, το αντίθετο πνεύμα, έρχεται να σε βουτήξει κι εσύ κάνεις έτσι... Δεν το κοιτάζεις, δεν τρομοκρατείσαι, δεν σφίγγεσαι, δεν κάνεις έτσι να το βγάνεις από μέσα σου, αλλά κάνεις... ανοίγεις. Κάνεις έτσι... δηλαδή, πώς να πούμε; ενώ έρχεται το αντίθετο, εσύ ανοίγεις τας αγκάλας σου, ανοίγεις τα χέρια σου στο Χριστό.
Ε! πως, ας πούμε, το παιδάκι, που βλέπει κάποιο θηρίο, κάποιο σκύλο, κάποιο άγριο να έρχεται: ουά μπαμπά! και τρέχει και αγκαλιάζει το μπαμπά του, και όταν τον πλησιάζει δεν φοβείται. Ε! λοιπόν αυτό είναι ένας τρόπος. Αλλά αυτός ο τρόπος που φαίνεται τόσο εύκολος (θέλει προσοχή). Δηλαδή αισθάνεσαι ότι έρχεται να σε καταλάβει, ε, λες τι πρέπει να γίνει; Μου είπε ο γέροντας να τον περιφρονώ τον λογισμό αυτόν. Ε.... πας να τον περιφρονήσεις. Όταν το καταλάβει εκείνος, αμέσως σε βουτάει, σε σφίγγει, σε καθηλώνει και... κάνεις εκείνο που θέλει αυτός, όχι αυτό που θέλεις εσύ... Με καταλάβατε; Τότε; «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος». Τι πρέπει να κάνω; Το μυστικό είναι πώς μπορούμε, (να είμαστε όμως, πρέπει να είμαστε κι άξιοι), πώς μπορούμε, με τη θεία χάρη, να κάνουμε αυτό το άνοιγμα, οπότε και «εζήτησα αυτόν και ουχ ευρέθη ο τόπος αυτού». Μωρέ αυτό, τάδε, άμα τ' ακούσεις καμμιά φορά να το ιδούμε που είναι, να δούμε και την εξήγησή του. Α, δεν μπορείς να το βρεις;
- Υ.: Μπορώ.
- Γ.Π: Άντε βρες το.


(Στο σημείο αυτό ο κρατών το μαγνητόφωνο απομακρύνεται για να βρει το χωρίο που ζήτησε ο Γέροντας και η ηχογράφησις διακόπτεται. Όταν επανήλθε ο Γέροντας μιλούσε για την μοναχική άσκηση. Έλεγε:)

- Γ.Π: Για να σταθείς εδώ, πρέπει να υπάρχει αγρυπνία, σωματική εργασία. Το ξέρετε; Αυτό (δεν κατορθώνεται όταν) δεν υπάρχει πολλή εργασία. Αυτά δεν έχει... (δεν πετυχαίνονται χωρίς ενθουσιασμό). Οπότε άμα γύρεις λίγο προς τα πίσω, κατά πίσω, γκούπ, κοιμάσαι κιόλας, πάν' και τα ψαλτήρια, πάν' και οι κανόνες.
- Ε.: Ε, πάει και η λειτουργία
- Γ.Π: Πάει κι η λειτουργία. Και είναι μια μεγάλη παγίδα του σατανά για τους ανθρώπους που λατρεύουν το Θεό. Τους φέρνει σε μια τέτοια κατάσταση και τα χάνουν όλα και το λένε: «δεν μπορώ στην εκκλησία, αποκοιμώμαι, δεν μπορώ». Είναι ένα είδος χαυνότητος, που ο άνθρωπος πράγματι τα χάνει. Αλλά είναι πειρασμική ενέργεια, παιδιά. Μεγάλη πειρασμική ενέργεια! Λοιπόν...
Και ο λογισμός ο αντίθετος, όταν δεις το αντίθετο πνεύμα να έρχεται να σε εμποδίσει από την πνευματική αυτή εργασία, που κάνεις, ε... πρέπει να στρέψεις, όπως είπαμε, έτσι...
- Ε.: Άνοιγμα
- Γ.Π: Ε! Ν' ανοίξεις, ν' ανοίξεις.
Αυτό είναι που λέμε η φόρμα. Αν δεν κατορθώσεις, αν δεν κατορθώσεις αμέσως να γίνει αυτό το πράγμα... σε βούτηξε. Και εφόσον θα προσπαθείς να το διώξεις, αυτό θα σ' έχει συλλάβει έτσι... και θα σ' έχει εκεί. Εδώ θα πάς. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! Το’ χετε ακούσει αυτό, ε; Βοηθήστε με όμως. Το ηύρες, τάδε;
- Υ.: Μάλιστα «Είδον αυτόν υπερυψούμενον υπέρ τας κέδρους του λιβάνου»
- Γ.Π.: Τι είναι αυτό πάλαι...;
- Υ.: Γέροντα, εδώ λέει : «Και έτι ολίγον κι ου μη υπάρξει ο αμαρτωλός. Και ζητήσεις τον τόπον αυτού και ου μη ευρείς». Αυτό εννοείτε;
- Γ.Π.: Δεν... δεν... και εζήτησε αυτόν και ουχ ευρέθη ο τόπος αυτού. Τα μπερδεύω κιόλας. Μου ήρθε αυτό, το είπα. Εν πάση περιπτώσει και αυτό πάει λίγο. Ενώ έχω διάφορα. Πώς το λέει... για πέστο...
- Υ.: Και έτι ολίγον και ου μη υπάρξει ο αμαρτωλός. Και ζητήσεις τον τόπον αυτού και ου μη ευρείς. Δεν θάναι αυτό.
- Γ.Π.: Αυτό. Δεν πάει αυτό;
- Ε.: Μπορεί... κι αυτό;
- Γ.Π.: Ναι αλλά εγώ το ήξερα έτσι πιο ζωηρά.
- Υ.: Είναι σε άλλο μέρος αυτό;
- Γ.Π.: Ε, βρες το. Και εζήτησα αυτόν και ουχ ευρέθη ο τόπος αυτού. (Ψαλμ. 36,36)
- Υ.: Υπερυψώθη υπέρ τας κέδρους του Λιβάνου, λέει αυτό.

- Γ.Π.: Και εζήτησα αυτόν και ουχ, βρε παιδιά μου. Και εζήτησα αυτόν και ουχ ευρέθη ο τόπος. Εν πάση περιπτώσει είναι ένα μυστικό. Δηλαδή αισθάνεσαι ότι θα έρθει αυτό και κάνεις έτσι... αμέσως. Πρέπει να προλάβεις να κάνεις έτσι. Να! Να σάς πω ένα δικό μου. Μιά μέρα, (έχω εδώ ένανε ο οποιος δεν μου κάνει υπακοή καθόλου) λοιπόν και μια μέρα του λέω: Άκουσε, παιδί μου, να κάνεις αυτό. Λέει: Όχι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Του λέω: Σε παρακαλώ, κάντο προς χάριν μου. (Ήτανε κάποια ανάγκη να μου κάνει, καταλάβατε;) Και εκεί λοιπόν που του έλεγα, αυτός, μου λέει: Αυτό δεν το επιτρέπει η επιστήμη, δεν είναι έτσι που το λέεις, δεν μπορώ εγώ να το κάνω. Η επιστήμη το λέει έτσι. Του λέω: ρε παιδί μου, την επιστήμη θα κοιτάξουμε τώρα; Κάνε μια υπακοή σε μένα. «-Όχι, δεν μπορώ.» Εκείνη τη στιγμή λοιπόν πάει ενικήθηκα και μου ήρθε ν' αγανακτήσω. Αλλά εκεί, εκεί που πήγε να με κάνει έτσι για να αγανακτήσω, έκανα έτσι: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με και δός φώτιση στον άνθρωπό σου, στην ψυχή που την κατέχει ο πειρασμός. Άρχισα να προσεύχομαι και να συγκινούμαι! Δηλαδή το μυστικό είναι... εκεί που ήταν να ξεσπάσει έτσι, το πρόλαβα και δεν οργίστηκα. Είναι δική μου αυτή, η... αυτή θέλω να πω, η πείρα. Πώς να το πω... κακό είναι που το λέω;
- Ε.: Ο τρόπος.
- Γ.Π.: Ο τρόπος. Κακό είναι που το λέω; τι είναι αυτά που λέει. Δεν είναι σωστά. Σωστά είναι, για δεν είναι σωστά; Μπορεί να το πει κανείς ότι πήγα να πάθω αυτό και με τη χάρη τού Κυρίου το γλύτωσα και τόκανα έτσι; Το μετέτρεψα με τη χάρη τού Θεού; Είναι αμαρτία;
- Υ.: Εφόσον είναι προς διδασκαλίαν, Γέροντα, και προς σωτηρίαν γιατί να είναι αμαρτία; Εκ της πείρας δεν ωμιλούν οι πατέρες;
- Γ.Π.: Εγώ να σάς πω, ασχολούμενος με την υπακοή έχω στερηθεί από διαβάσματα. Μόνο μέσ' στην Εκκλησία. Εκείνα. Δεν έχω διαβάσει. Τους συναξαριστάς του Δουκάκη μου είχανε πάρει και διάβαζα εκεί οι Γέροντες μου. Αλλά θέλω να σας πω ότι, έ, δεν ήξερα πατέρες, ότι ο Άγιος Χρυσόστομος έχει τόσα συγγράμματα, ο Άγιος Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, με ακούτε;
- Ε.: Μάλιστα

- Γ.Π.: Και τώρα έμαθα ότι έχουν βγει τα συγγράμματα κι ότι υπάρχουν. Τότε που; στα ασκητήρια των Καυσοκαλυβίων τι είχαμε; Είχαμε αυτά τα... τους βίους των Αγίων, τους Συναξαριστάς του Δουκάκη, κάτι, ε, τέτοια πράγματα, ερμηνείες ας πούμε.
Και ιδίως εκεί είχαμε τον Ευεργετινό, το Λαυσαϊκό, τα Γεροντικά και κάτι τέτοια. Λοιπόν και τώρα να μη μου φύγει αυτό που θέλω να πω. Μου 'φυγε.
- Υ.: Είπατε ότι τώρα μάθατε ότι οι πατέρες εξεδόθησαν.
- Γ.Π.: Α! ναι. Λοιπόν και τώρα εγώ είμαι και τυφλός. Και ούτε και μπορώ να διαβάσω. Λοιπόν και από τη λαχτάρα που είχα, παράγγειλα έτσι κι ένας καλός χριστιανός μάλλον εκεί μου έφερε τους πατέρας. Κι' έφτιαξα μια βιβλιοθήκη και τους βάλαμε εκεί πέρα. Τα συγγράμματα των πατέρων, Χρυσοστόμου, Βασιλείου, Γρηγορίου Θεολόγου, Γρηγορίου, ξεύρω κι' εγώ, εκεί είναι. Πόσα είναι, ρε τάδε...
- Υ.: Καμμιά εκατοστή τόμοι που έχουν εκδοθεί τώρα.

- Γ.Π.: Ε, λοιπόν ακούτε. Και τα έβαλα εκεί και χαίρομαι έτσι να λέω ότι έχω εδώ τους πατέρας και ικανοποιούμαι ψυχικά χωρίς να ξέρω τι λένε. Κεκρυμμένοι θησαυροί. Αλλά, ε, έβαλα όμως και να μου διαβάσουνε, και παίρνει ένα βιβλίο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, τώρα τα Χριστούγεννα, των Θεοφανείων, λοιπόν, και μου διαβάσανε (δεν αντέχω και πολύ στο διάβασμα ν’ ακούω, το μυαλό μου κουράζεται, διότι δεν στέλνει η καρδιά μου αίμα επάνω να... πάρει δύναμη το μυαλό. Πως να σας το πω: οξυγόνο, πως το λένε). Και θέλω να σας πω, παιδιά, ένα πολύ σπουδαίο. Τους έβαλα και μου διαβάσανε κι εκεί σε ένα σημείο έλεγε ότι... «Θα με ακούσετε», έλεγε μέσα ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «θα με ακούσετε, αδελφοί μου, εγώ σας μιλάω με το πνεύμα του Θεού αυτή τη στιγμή. Το πνεύμα του Θεού με φωτίζει και θα σας πω αυτά που θα σας πω τώρα». Λοιπόν κι όταν το άκουσα: Πω, πω! λέω, πως τα λέει! Με τι εγωισμό! Και όταν λοιπόν άνοιξα λίγο έτσι και συνέχισα και παρακάτω είπε κάτι άλλο, τότε αισθάνθηκα τι μεγάλη ταπείνωση που είχε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, πολύ μεγάλη ταπείνωση! Διαβάστε, παιδιά, πάρτε το βιβλίο του κι ιδέστε που λέει αυτό το πράγμα και θα ιδείτε τι ταπείνωση που έχει αυτός. Και όμως στην έκφρασή του παρουσιάζεται με ένα εγωισμό τάχα, που δεν είναι καθόλου εγωισμός. Είναι μια απλότητα και μια μεγάλη ταπείνωση κι αγιωσύνη που έχει και τα λέει με τόσο, έτσι, απλό τρόπο. Και μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό το πράγμα. Τάδε, τόχεις διαβάσει;
- Υ.: Όχι, Γέροντα
- Γ.Π.: Βέβαια, στον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. Τώρα τις καλές μέρες ήτανε ή στα Θεοφάνεια ή στο Πάσχα, δεν θυμάμαι. Τόχετε ακούσει;
- Ε.: Όχι.
- Γ.Π.: Ναι αλλά κείνο το μυστήριο, κείνο μου 'κανε εντύπωση. Τώρα που τα λέμε εδώ το θυμήθηκα. Αυτά που ανοίξαμε, ναι, θέλουνε πολλή συζήτηση. Άλλη φορά. Θα έρθω επάνω. Τώρα το καλοκαίρι είναι καλά, αλλά το χειμώνα εκεί πέρα πρέπει να έχω σόμπα.
- Ε.: Ο,τι θέλετε, Γέροντα.

- Γ.Π.: Λοιπόν έτσι χάρηκα πολύ που ήρθατε κι αισθάνθηκα έτσι τού μοναστηριού σας τη χάρη και την αγάπη σας και τας ταπεινάς μου ευχάς στον γέροντα, ευχαριστώ πάρα πολύ και πηγαίνετε, έτσι, στην ευλογία τού Θεού και στο διακόνημά σας, να προλάβετε οι άνθρωποι να προσκυνήσουν, να πάρουν δύναμη από τον Τίμιο Σταυρό. Η χάρις τού Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, η αήττητος και ακατάλυτος και θεία δύναμις τού Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού μη εγκαταλείπης ημάς τους αμαρτωλούς. Και άμα κι' αυτό που σας είπα, αν θέλετε να το φυλάξετε. Μεγάλη υπόθεσις είναι. Δηλαδή να τρέχετε στην ακολουθία και ν' ακούτε τα μεγαλεία που είναι μέσα στους κανόνας των μεγάλων Ποιητών, που έχουν φτιάξει τους κανόνας των Αγίων, των μαρτύρων, των οσίων, των προφητών. Ακούστε τους κανόνας να δείτε τι ωραία πράγματα που λέγουν. Πού να φτάσει η Κλίμακα κι όλα τάλλα πατερικά! Εκεί μέσα είναι θησαυροί βάθους και σοφίας και γνώσεως Θεού. Το παραδέχεσθε;
- Ε.: Ναι, Γέροντα, ναι.
- Γ.Π.: Ε, πάρτε διαβάστε κανόνες, έτσι μόνοι σας. Πάρτε εκεί κανόνες και διαβάστε να δείτε τι ωραία πράγματα! Ε, να! Πού αλλού, εσείς, η ψυχή σας, θα ευφρανθεί; Μέσα σ' αυτά τα μεγαλεία τού Θεού. Κι όταν τα διαβάζετε, σιγά - σιγά θα έρθει η χάρις κι όταν έρθει η χάρις, τότε σαν τον απόστολο Παύλο που έλεγε ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος, αλλά όταν ήρθε η χάρις, πάνε όλα Πρωτύτερα ήτανε... δεν μπορούσε να κάνει το καλό, ήτανε ανίκανη η ψυχή του να κάνει το καλό. Πήγαινε να κάνει το καλό κι όμως έκανε το κακό. Ουχ ο θέλω καλό, τούτο ποιώ. Το θυμόσαστε; Ε, άλλα μετά όμως, έτσι όπως πήγαινε σιγά-σιγά ήρθε η χάρις, δεν ξέρω, θα πω μια λέξη: ενέσκηψε. Καλά το λέω, τάδε;
- Υ.: Καλά το λέτε.

- Γ.Π.: Ενέσκηψε η χάρις τού Θεού μέσα στις ψυχές των, μέσα στην ψυχή του. Του ενέσκηψε η Χάρις, ο Χριστός. Και τότε άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός. Εμοί δε το ζειν Χριστός». Πάει. Εμπήκε μέσα στην επίγεια εκκλησία, την άκτιστη επίγεια εκκλησία πλέον και δεν υπήρχε γι' αυτόν ούτε θάνατος ούτε τίποτα. Είχε ενωθεί με τον Χριστό και τότε εφώναζε με μεγάλη χαρά γι' αυτό το πράγμα που του έδωσε ο Θεός. Το φώναζε, όπου κι αν πήγαινε, το φώναζε: «Παιδιά, θα σάς πω. Πρωτύτερα εταλάνιζα τον εαυτό μου, δεν μπορούσα, ήθελα να κάνω το καλό κι όμως έκανα το κακό. Ήμουν ανίκανος να πράξω το καλό, δεν μπορούσα. Τώρα όμως, παιδιά μου, το αντίθετο έγινε. Είμαι ανίκανος, κατέστην ανίκανος να κάνω το κακό. Δεν μπορώ να το κάνω. Δεν μπορώ να κάνω το κακό τώρα. Ανίκανος. Πρωτύτερα να κάνω το καλό, ανίκανος τώρα να κάνω το κακό. Δεν μπορώ». Και πώς μπορούμε να το πούμε; Εμ, δεν πάει. Αντεστράφησαν οι όροι. Να, τότε ανίκανος να κάνει το καλό, τώρα με το Χριστό που ήρθε μέσα του κι έγινε ένθεος η ψυχή του πλέον, δεν μπορούσε. Δεν είναι να του πεις πάρε ένα δισεκατομμύριο άνθρωπε, υπόγραψε ότι αν είναι. Ναι, δεν πιάνει, δεν πάει, δεν μπορεί να το κάνει. Με καταλαβαίνετε; Δεν μπορεί να το σκεφτεί. Δεν, δεν μπορεί. Δεν μπορεί να το βαστήξει μέσα του αυτό το αντίθετο. Με καταλάβατε; Ε, δεν μπορούσε. Δηλ. θέλω να πούμε, που λέμε: δύσκολα. Δεν είναι δύσκολα, παιδιά, αυτά που λέει το ευαγγέλιο κι αυτά που θέλει ο Χριστός. Είναι όλα, όχι δύσκολα, ευκολώτατα όλα, όλα. «Ο γάρ ζυγός μου χρηστός». Πώς το λέει ένα άλλο; Λέει: Και αι εντολαί αυτού...
- Ε.: «βαρείαι ουκ εισίν».
- Γ.Π.: Τι, έτσι τα λένε αυτοί; Παραμύθια είναι; Ε, ε... δεν είναι βαρειά. Είναι όλα εύκολα, κι όλα χαρούμενα κι όλα... τι, δεν, δεν είδες κει πέρα που είπα εκείνο «Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου». Λιώνει η ψυχή μου στην αγάπη σου Χριστέ μου. Κι ακούς εκεί πέρα κάτι λέξεις, ότι: Τιτρώσκομαι, τιτρώσκομαι της σης αγάπης εγώ. Δεν ξέρω αν τα λέω και καλά όμως. Γιατί δυστυχώς δε, δε... εκεί πέρα έμαθα και διαβάζω εγώ, στο Άγιο Όρος. Δεν ήξερα να διαβάσω. Ήξερα και συλλάβιζα μόνο, όταν πήγα. Είχα πάει πολύ μικρός.

- Ε.: Πόσο χρονών, Γέροντα;
- Γ.Π.: Ε, δώδεκα με δεκατρίο χρονού.
- Ε.: Και φύγατε πόσο χρονών;
- Γ.Π.: Ε, έφυγα έπειτα, να, είκοσι χρόνου. Αρρώστησα κι έφυγα απ’ αλλοιώς δεν έφευγα. Μάζευα σαλιγκάρια και άστα από εκεί την έπαθα. Τι ήθελα να πω... Αυτά ήτανε, παιδιά μου. Αυτό είναι να με αξιώσει ο Θεός να έρθω να μπω εκεί μέσα, να αισθανθώ έτσι αυτό το μεγαλείο. Όταν μπαίνετε μέσα ν' ανοίγει η ψυχούλα σας έτσι στην αγάπη του Θεού. Δεν μπορείτε εκεί πέρα.
- Υ.: Γέροντα, μήπως κουραστείτε, μιλάτε μια ώρα...
- Γ.Π.: Ναι, θέλω να πω ότι εκεί δεν μπορείς, άμα μπεις μέσα κι έχεις επίγνωση κι έχεις αγάπη Θεού, δεν μπορείς. Εκεί άλλος γίνεσαι. Είναι έτσι. Σε καθηλώνουν εκεί. Ο αγιασμός σε καθηλώνει. Τόσες ψυχές αγιασμένες που προσηύχοντο κατά καιρούς. Στο καλό. Ναι, αλλά τι θα κάνετε εκεί πάνω στη θεία Μεταμόρφωση άμα πάτε; Ανοίχτε τα χεράκια σας και πέστε: να με συγχωρέσει ο Κύριος κι εμένα τον ταπεινό, εκεί μέσα που είναι τόσο αγιασμένος ο τόπος. Καλά δεν το λέω; Είναι πολύ αγιασμένο το Μοναστήρι σας. Όλα τα Μοναστήρια είναι αγιασμένα, αλλά δεν ξέρω, αυτό το αισθάνομαι πολύ. Έχει... Μιά φορά παλαιά ήτανε άνθρωπος καλός εκεί, που είχε μαζέψει ψυχές εκλεκτές, οι οποίες έχουνε πάει κει πάνω τώρα, στο κοιμητήρι. Αυτό είναι το μεγαλείο του Μοναστηριού.
- Ε.: Το όνομά του Γέροντα;
- Γ. Π.: Ε, δεν ξέρω να σου πω τώρα. Τι να το μάθετε; Έχετε ακούσει πώς ήτο κάποιος εκεί;
- Ε.: Γι' αυτό ρωτάω.
- Ε.: Δεν έχουμε ακούσει.
- Γ.Π.: Δηλαδή έτσι, πως να πούμε, διαπρεπής άνθρωπος στην πνευματικότητα;
- Ε.: Ηγούμενος;
- Γ.Π.: Εμ, εκεί γέροντας ήταν, δεν ξέρω εγώ. Άντε στο καλό τώρα.
- Ε.: Λοιπόν την ευχή σας, ευχαριστούμε πάρα πολύ.
- Γ.Π.: Δεν μπορώ τώρα, συγχωράτε με.
 http://www.oodegr.com/oode/biblia/pneyma_orthodoxo1/pnevma_orthodoxo1.htm

Ἡ ἁγιότητα τοῦ Γέροντος Πορφυρίου καὶ ἡ ἐπικοινωνία του μὲ τὴν ἄλλη ζωή


Κ. Ι.: Τὸ νὰ βρίσκεσαι γιὰ δεκαπέντε ὁλόκληρα χρόνια «παρὰ τοὺς πόδας», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὴν παραστατικότατη αὐτὴ εἰκόνα, ἑνὸς Γέροντα, γιὰ τὸν ὁποῖο χαρακτηριστικὰ ἔχει λεχθεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας κάθε διακόσια χρόνια παρουσιάζει τέτοιο, εἶναι μία πολὺ μεγάλη δωρεὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Μεγάλη καὶ γιὰ ὅλους ἐμᾶς ἡ εὐλογία νὰ πληροφορηθοῦμε μερικὰ ἔστω πράγματα ἀπὸ τὰ πάμπολλα, ποὺ συνέλεξε τὰ δεκαπέντε αὐτὰ χρόνια ὁ κ. Χ.Μ.Π., πνευματικὸ τέκνο τοῦ Γέροντος Πορφυρίου καὶ τακτικὸς συνομιλητής του.
 Ἡ χρήση τῶν ἀρχικῶν μόνο τοῦ ὀνόματός του ὀφείλεται στὴν ἐπιθυμία του νὰ παραμείνει ἀνώνυμος γιὰ δικούς τους πνευματικοὺς λόγους. Σεβόμαστε τὴν ἐπιθυμία του καὶ τὸν εὐχαριστοῦμε θερμὰ γιὰ ὅσα εἶχε τὴν καλοσύνη νὰ μᾶς πεῖ, μέρος τῶν ὁποίων παραθέτουμε στὸν παρόντα τόμο.
Χ.Μ.Π.: Ὁ Γέρων Πορφύριος ἦταν μικρόσωμος, εἶχε γαλανὰ μάτια, ἕνα πολὺ ὡραῖο χαμόγελο κι ἦταν ὅλος χαρά. Χαιρόσουν νὰ μιλᾶς μαζί του. Ἦταν δὲ τόσο ἄνετος, πού σοῦ ἔδινε τὸ θάρρος νὰ τὸν ρωτήσεις ὁτιδήποτε ἤθελες.

Παραδεχόταν ὅτι ἦταν διορατικὸς καὶ μοῦ εἶπε: «Αὐτὸ τὸ χάρισμα μοῦ τὸ ἔδωσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ γίνω καλός». Ἐπειδὴ ἦταν τόσο πολὺ προχωρημένος πνευματικά, συναισθανόταν πλήρως τὴν ἁμαρτωλότητά του, γεγονὸς ποὺ συμβαίνει μ’ ὅλους τους ἁγίους.

Πήγαιναν καὶ τὸν ἔβλεπαν καὶ καθηγητὲς πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως ἀντιλαμβάνονταν τί ἄνθρωπος ἦταν. Καὶ κάθονταν καὶ τὸν ἄκουαν σὰν μαθητὲς μπροστὰ σὲ καθηγητή. Εἶχα αὐτὴ τὴν ἐμπειρία κι ἐγὼ ὁ ἴδιος προσωπικά, ὅταν συνόδευα στὸ Γέροντα καθηγητὲς πανεπιστημίου καὶ ἀκαδημαϊκούς. Αὐτὸ ἦταν τὸ θαυμαστὸ μὲ τὸ Γέροντα Πορφύριο. Ἐνῶ εἶχε πάει μόνο μέχρι τὴν τετάρτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ὄχι μόνο εἵλκυε κοντά του αὐτὲς τὶς ὑψηλὲς πνευματικὲς φυσιογνωμίες, ἀλλὰ ὁρισμένες φορὲς τοὺς διόρθωνε ἂν ἔκαμναν σὲ κάτι λάθος κι αὐτοὶ τὸν ἄκουαν μὲ μεγάλο σεβασμό.
Μιλώντας κάποτε γιὰ τὴν ἁγιότητα, μοῦ εἶπε:
— Ὑπάρχουν τριῶν βαθμῶν ἅγιοι. Στὸν ἕνα βαθμὸ εἶναι ὁ ἅγιος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὅταν σηκώσει τὰ χέρια του γιὰ προσευχή, σὲ δεκαπέντε λεπτὰ περίπου τὸν ἐπισκέπτεται ἡ χάρις. Στοὺς πιὸ προχωρημένους ἁγίους, μόλις σηκώσουν τὰ χέρια, κατέρχεται ἀμέσως ἡ χάρις. Κι ὑπάρχει κι ὁ τρίτος βαθμὸς ἁγίων, ἐπάνω στοὺς ὁποίους κάθεται μόνιμα ἡ χάρις.
Μιλώντας μία ἄλλη φορὰ γιὰ τὸ θέμα τῆς ἁγιότητας, μοῦ εἶπε ὅτι ἅγιος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν κάμνει ἁμαρτίες, ἀλλὰ προσεύχεται μέρα-νύχτα μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα στὸ Θεὸ καὶ μπορεῖ νὰ ἐπηρεάσει καταστάσεις σὲ τεράστιο βαθμό.
Καὶ συνέχισε:
— Θὰ σοῦ δώσω ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ καταλάβεις. Φαντάσου μία πόλη μὲ πεντακόσιες χιλιάδες κατοίκους, οἱ ὁποῖοι ἁμαρτάνουν. Σ’ ἕνα μοναστήρι ἐκεῖ ζεῖ ἕνας μοναχὸς ἀσκητής, ὁ ὁποῖος σηκώνει τὰ καθαρὰ χέρια του στὸ Θεὸ καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ μὴ τιμωρήσει ὅλες αὐτὲς τὶς χιλιάδες, ποὺ ἁμαρτάνουν. Σὲ διαβεβαιώνω, λοιπόν, ὅτι γιὰ τὸ χατήρι αὐτοῦ τοῦ ἀσκητῆ ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ τὶς πεντακόσιες χιλιάδες.
Κ. Ι.: Εἶναι ἐκπληκτικὸ αὐτό, ποὺ μᾶς λέτε.
Χ.Μ.Π.: «Νὰ ξέρεις», μοῦ ἔλεγε, «ὅτι οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ εἶναι ἱκανοὶ γιὰ τὰ πάντα. Ὁ ἅγιος μπορεῖ νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸ Θεὸ ὅ,τι θέλει καὶ νὰ τοῦ τὸ δώσει ὁ Θεός. Εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ δύναμη τῶν ἁγίων».
Πολὺ ἐντυπωσιακὸ εἶναι τὸ ὅτι ὁ Γέρων Πορφύριος ἐπικοινωνοῦσε μ τὴν ἀντίπερα ὄχθη, μ τὴν ἄλλη ζωή.
Κ. Ι.: Μὲ τὴ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία.
Χ.Μ.Π.: Μάλιστα. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα γεγονός, ποὺ μοῦ ἔκανε τρομερὴ ἐντύπωση.
Κάποτε τὸν εἶχα ἐπισκεφθεῖ μαζὶ μ’ ἕνα συγγενῆ μου, γιὰ νὰ τοῦ ποῦμε ὅτι τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα εἶχε πεθάνει ἕνα συγγενικό μας πρόσωπο. Πρὶν περάσουν δὲ σαρανταοκτὼ ὧρες, πέθανε κι ἕνα δεύτερο συγγενικό μας πρόσωπο. Παρακαλέσαμε, λοιπόν, τὸ Γέροντα Πορφύριο νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τὶς ψυχὲς καὶ τῶν δύο αὐτῶν προσώπων, χωρὶς νὰ τοῦ δώσουμε ὁποιαδήποτε πληροφορία γιὰ τὰ πρόσωπα αὐτά.
Μετὰ ἀπὸ τέσσερις ἡμέρες ξαναπήγαμε. Μᾶς εἶπε τότε:
— Μὲ παρακαλέσατε νὰ προσευχηθῶ γιὰ τὸ τάδε πρόσωπο;
— Ναί, Γέροντα.
— Αὐτὸ τὸ πρόσωπο ἦταν μοναχή;
— Μάλιστα.
— Μοῦ τὸ εἴπατε αὐτό;
— Ὄχι.
— Αὐτὴ ἡ μοναχή, προτοῦ γίνει μοναχὴ ἦταν παντρεμένη. Μοναχὴ ἔγινε μετά, ποὺ πέθανε ὁ ἄντρας της. Κι ὁ ἄντρας της ἦταν κι αὐτὸς καλός. Ὅμως, ἄλλο ὁ μοναχὸς κι ἄλλο ὁ λαϊκός. Γιὰ τὸ ἄλλο πάντως πρόσωπο, ποὺ κοιμήθηκε, πρέπει νὰ κάνουμε προσευχή.
Κ. Ι.: Συγκλονιστικότατο. Ὁ Γέροντας εἶδε τὶς ψυχὲς καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν προσώπων καὶ μάλιστα σὲ ποιά κατάσταση βρισκόταν ἡ καθεμιά. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι γνώριζε ὄχι μόνο γιὰ τοὺς ζῶντες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους.

Γεροντικὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος
 http://www.porphyrios.net/?p=2219

Ἐμπειρίες ἀπὸ τὸ διορατικὸ χάρισμα τοῦ Γέροντος Πορφυρίου



Χ.Μ.Π.: Ὅσον ἀφορᾶ τὸ διορατικό του χάρισμα, θὰ σᾶς πῶ τὴν περίπτωση ἑνὸς πλοιάρχου τοῦ ἑλληνικοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τὸν ὁποῖο συχνὰ συναντοῦσα στὸ Γέροντα Πορφύριο κι εἴχαμε γίνει καὶ καλοὶ φίλοι. Κάποτε, ποὺ εἶχε ἀργήσει πολὺ νὰ πάει στὸ Γέροντα Πορφύριο, τοῦ ἐξήγησε ὅτι εἶχαν πάει σὲ μία ἀποστολὴ καὶ ὅτι τελικὰ εἶχαν καταφύγει σ’ ἕνα μυστικὸ μέρος, διότι δὲν ἤθελαν νὰ ξέρει κανεὶς ποῦ πῆγαν. Τοῦ εἶπε τότε ὁ Γέρων Πορφύριος: — Θὰ σὲ ρωτήσω κάτι. Ἐκεῖ, ποῦ εἴχατε μείνει, ὅταν κοιτάζατε πρὸς τὰ πάνω, δὲν βλέπατε στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι; Ἔμεινε μὲ τὸ στόμα ἀνοικτὸ ὁ πλοίαρχος καὶ θαύμασε, ποὺ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα οὐδὲν μένει κρυπτό. Μία ἄλλη φορὰ πάλι ἕνας γνωστός μου, ποὺ βρισκόταν σὲ μία μικρὴ εὐρωπαϊκὴ πόλη, τηλεφώνησε στὸ Γέροντα Πορφύριο καὶ ζήτησε τὴ βοήθειά του γιὰ κάποιο πρόβλημα, ποὺ ἀντιμετώπιζε. Τοῦ εἶπε τότε ὁ Γέροντας:
— Ἐγὼ τώρα σὲ βλέπω. Ἐκεῖ, ποὺ εἶσαι, εἶναι θάλασσα καὶ γύρω-γύρω εἶναι πολλὲς μικρὲς πολυκατοικίες. Στὸ μέσο αὐτῶν τῶν πολυκατοικιῶν ὑπάρχει μία πολὺ ψηλὴ πολυκατοικία καὶ πίσω εἶναι ἕνα ψηλὸ βουνό. Κ. Ι.: Πράγματι ἕνας, ποὺ δὲν γνώρισε τὸ Γέροντα Πορφύριο, θὰ δυσκολεύεται ἴσως νὰ τὰ πιστέψει ὅλα αὐτά. Χ.Μ.Π.: Ἀπὸ τὴν Κύπρο τοῦ τηλεφώνησε κάποτε ἕνας, ἀπὸ κάποια ὀρεινὴ περιοχὴ τῆς Κύπρου. Ἐνῶ κουβέντιαζαν, τοῦ εἶπε αὐτὸς ὁ κύριος ὅτι ἐκείνη τὴν ἡμέρα εἶχε πάει ἐκδρομὴ σ’ ἕνα ἐκκλησάκι, κοντὰ στὸ ποτάμι. Ἔγινε τότε μεταξύ τους ὁ ἀκόλουθος διάλογος: — Ὡραῖα. Κοίταξε τώρα δυτικά, πάνω ψηλά. Τί εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι περιτριγυρισμένο μ’ ἕνα τεῖχος; — Ἐννοεῖτε τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, Γέροντα; — Ναί, μπράβο. Παίρνουμε τώρα τὸ μικρὸ δρομάκι ἔξω ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι, στὰ δεξιὰ καὶ προχωροῦμε ἀρκετά, ὁπότε βρίσκουμε ἕνα πολὺ ὄμορφο στολίδι. — Ἐννοεῖτε, Γέροντα, τὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς; — Ἔτσι μπράβο. Κ. Ι.: Εἶναι μοναδικὰ πράγματα αὐτά. Καὶ μᾶς θυμίζουν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα· ὁ μενῶν ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολὺν…».
Γεροντικὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος
http://www.porphyrios.net/?p=2229

Δὲν ὑπάρχει γιὰ μᾶς οὔτε θάνατος οὔτε κόλαση οὔτε διάβολος…


Ἔρχεται (ὅταν διαβάσεις τὴν Γραφή) καὶ λέει ὅτι: «παιδιά μου, προσέχετε. Πρέπει νὰ φροντίσουμε νὰ προσκολληθοῦμε στὸ Χριστὸ καὶ νὰ γίνουμε ἅγιοι. Καὶ νὰ μποῦμε μέσα στὴν Ἐκ­κλησία Του καὶ ὅλοι μέσα στὴν Ἐκκλησία Του νὰ γίνουμε ἕνα σῶμα. Ὅλοι δηλαδὴ οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Καὶ ὅταν αὐτὸ κατορθώσουμε, τότε γιὰ μᾶς ποὺ θὰ κατορθώσουμε νὰ μποῦμε στὴν Ἐκκλησία, δὲν ὑπάρχει γιὰ μᾶς οὔτε θάνατος οὔτε κόλαση οὔτε διάβολος…».
Τὸ λέει μέσα τὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ ἔχεις βρεῖ; Δὲν τὸ βρίσκουνε. Ὑπάρχει, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχεις ἔτσι τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τὸ καταλάβεις. Καὶ ἔρχεται λοιπὸν καὶ σὲ πηγαίνει, πιστεύεις ἀκριβῶς ὅπως εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει θάνατος. Δὲν σοῦ ἀρέσει αὐτὴ θρησκεία;


Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο “Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πᾶν“