Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

Η Οικουμενικότητα της Ρωμηοσύνης Γράφει ο Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθεου


 Από μερικούς ασκείται κριτική γιά τήν θεωρία τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη σχετικά μέ τήν Ρωμηοσύνη, από τήν άποψη ότι πρόκειται γιά μιά εθνικιστική θεωρία, επειδή συνδέει τήν Ορθοδοξία μέ τόν Ελληνισμό, όπως εκφράσθηκε στό λεγόμενο Βυζάντιο –στήν πραγματικότητα Ρωμανία–, ενώ η Ρωμηοσύνη συνδέεται μέ τήν οικουμενικότητα καί όχι μέ τόν εθνοφυλετισμό. Θεωρώ ότι αυτή η κριτική είναι άδικη καί μή πραγματική, γιά τέσσερεις βασικούς λόγους.
 Ο πρώτος λόγος είναι τό ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης μέ τήν θεωρία αυτή στήν πραγματικότητα συνδέει τήν θεολογία μέ τήν ιστορία, γιατί, όπως πολλές φορές έλεγε, δέν είναι δυνατόν νά ερμηνεύση κανείς τήν θεολογία, άν δέν τήν δή μέσα στό ιστορικό πλαίσιό της. Η θεολογία τής Ορθοδόξου Εκκλησίας δέν είναι άσαρκη καί ιδεολογική, δέν είναι ουτοπιστική. Σέ αυτό τό θέμα συνεχίζει τήν σκέψη τού διδασκάλου του π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, ο οποίος σαφέστατα έκανε λόγο γιά τό ότι η θεολογική συνείδηση είναι ιστορική.
Συγκεκριμένα, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι στό κείμενό του μέ τίτλο «Οι δρόμοι τής ρωσικής θεολογίας» αναφέρεται σέ αυτό τό θέμα. Κάνει λόγο ότι οι Προτεστάντες στήν κριτική τους εναντίον τής Ρώμης γιά όλες τίς παπικές καινοτομίες έγιναν δημιουργοί τής εκκλησιαστικής ιστορίας, «ως μιάς ιδιαίτερης επιστήμης, καί συνέβαλαν περισσότερο από κάθε άλλον σ' αυτήν τήν εκκλησιαστική επιστήμη». Τό αντικείμενο αυτής τής έρευνας ήταν νά παρουσιασθή ο «αρχέγονος» Χριστιανισμός, «κάτι πού προηγείται τής ιστορίας τής Εκκλησίας», πράγμα τό οποίο είναι τό βασικό σημείο τού «μοντερνισμού» καί «κρύβει μέσα του ένα είδος απιστίας πρός τήν ιστορία», πού οδηγεί στόν «θετικισμό καί τόν ουμανισμό». Μέ αυτήν τήν άποψη αμφισβητείται η ιστορία καί επιβεβαιώνεται η πίστη.
Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι επιμένει, όμως, ότι αυτή η αντιμετώπιση είναι λανθασμένη, αφού δέν μπορεί νά αποδεσμευθή ο Χριστιανισμός από τήν ιστορία καί νά συνδεθή μέ μιά απλή γνωσιολογική καί ιδεολογική πίστη. Γράφει: «Η θεολογική συνείδηση πρέπει νά γίνη ιστορική. Μόνο άν είναι ιστορική μπορεί ίσως νά γίνη καθολική. Αδιαφορία γιά τήν ιστορία οδηγεί πάντα σέ μιά αιρετική ξηρότητα, σέ μιά δογματιστική διάθεση. Η ιστορική ευαισθησία είναι απαραίτητη γιά τόν θεολόγο, είναι αναγκαίος όρος γιά νά είναι κανείς μέσα στήν Εκκλησία. Οποιοσδήποτε είναι αναίσθητος γιά τήν ιστορία δύσκολα θά είναι καλός Χριστιανός».
Ο Χριστιανισμός συνδέεται αναπόσπαστα μέ τήν ιστορία, είναι μέσα στήν ιστορία, δέν πρόκειται γιά «μιά αποκάλυψη στήν ιστορία, αλλά μάλλον μιά αναφορά στήν ιστορία, στήν ιστορική δράση καί δημιουργία». Ο Χριστός ενηνθρώπησε στόν κόσμο, στήν ιστορία καί δέν μπορεί κανείς νά τόν αποσαρκώση καί η Εκκλησία εργάζεται στήν ιστορία, χωρίς νά εκκοσμικεύεται. Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίον οι Πατέρες πού χρησιμοποίησαν την ελληνική ορολογία γιά νά εκφράσουν τά δόγματα έζησαν καί εργάστηκαν μέσα στήν ιστορία καί μέ αυτήν τήν έννοια «ο Ελληνισμός, ούτως ειπείν, προσέλαβε αιώνιο χαρακτήρα στήν Εκκλησία έχει ενσωματωθή σ' αυτήν τή δομή τής Εκκλησίας ως η αιώνια κατηγορία τής χριστιανικής υπάρξεως». Επισημαίνει δέ ότι, όταν ο θεολόγος θεωρή ότι «"οι ελληνικές κατηγορίες" είναι απηρχαιωμένες, αυτό απλώς σημαίνει ότι αυτός έχει βγεί έξω απ' τόν ρυθμό τής Εκκλησίας. Η θεολογία δέν μπορεί ίσως νά είναι καθολική, παρά μόνον μέσα στόν Ελληνισμό». Όταν κανείς αρνήται τούς όρους μέ τούς οποίους διατυπώθηκαν τά δόγματα, καθώς επίσης καί όλη τήν σοφία τής εκκλησιαστικής ζωής καί θέλει «νά επιστρέψη σ' ένα καθαρά "βιβλικό" θεμέλιο», τότε «τό αποτέλεσμα είναι ότι ολόκληρος ο Χριστιανισμός αποσυντίθεται σέ ουμανιστική ηθική, κατ' ουσίαν σέ μιά παρωδία μιά τέτοια επιστροφή στήν Βίβλο είναι μιά αυταπάτη».

Η Φαρισαϊκή Δικαιοσύνη και ο Τελωνικός Στεναγμός Γράφει ο Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθεου


Ο τελώνης και  ο φαρισαίος Ο τελώνης και ο φαρισαίος από τον Ιερό Ναό Σωτήρος Καλύμνου
…Ο Φαρισαίος με τον τρόπο που προσευχόταν έδειξε πώς ζούσε μια δαιμονιώδη πνευματικότητα, μια διεστραμμένη πνευματική κατάσταση, που ήταν αλύτρωτη. Ο Τελώνης με την προσευχή "ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ" (Λουκ. ιη’, 13) έδειξε την πνευματική του υγεία, γι’ αυτό "κατέβη δεδικαιωμένος" (Λουκ. ιη’, 14). Όσο κανείς επιδιώκει μόνος του να δικαιώση τον εαυτό του, τόσο και αποκόπτεται από την λύτρωση, ενώ όσο κανείς μαστιγώνει ανηλεώς τον εαυτό του, θεωρώντας τον ανάξιο του θείου ελέους, τόσο γίνεται δέκτης της θείας Χάριτος.
Πάντοτε η φαρισαϊκή δικαιοσύνη είναι έξω από την ατμόσφαιρα της θείας Χάριτος, γιατί είναι μια ευσεβιστική κατάσταση. Εδώ πρέπει να κάνουμε την διάκριση μεταξύ του ευσεβούς και του ευσεβιστού, γιατί η περίπτωση του Φαρισαίου και όλων των δια μέσου των αιώνων Φαρισαίων υπενθυμίζει τον ευσεβιστή.

Κατ’ αρχάς πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ευσέβεια δεν είναι μια εξωτερική παρουσίαση, αλλά η ένωσή μας με το Χριστό και δι’ Αυτού με όλη την Παναγία Τριάδα. Ο Απόστολος Παύλος ταυτίζει το μυστήριο της ευσεβείας με την ενανθρώπηση του Χριστού. "Και ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον, Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω ανελήφθη εν δόξη" (Α' Τιμ. γ', 16)169.
Επομένως η ευσέβεια δεν είναι ανθρώπινη εκδήλωση και ενέργεια αλλά ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Από την αρχή αυτή ξεκινώντας μπορούμε να πούμε ότι ο ευσεβιστής έχει μερικές επιφανειακές αρετές και κάνει μερικά εξωτερικά έργα "πρός το θεαθήναι τοις ανθρώποις". Οι αρετές του δεν είναι καρπός της εν Χριστώ ζωής, δεν γίνονται μέσα στο κλίμα της μετανοίας, αλλά είναι ανθρώπινα έργα που γίνονται στην προσπάθειά του να προβληθή. Αντίθετα τα έργα και οι αρετές του ευσεβούς είναι καρπός του Παναγίου Πνεύματος, αποτέλεσμα της ενώσεώς του με τον Χριστό. Δηλαδή οι αρετές έχουν ένα βαθύ θεολογικό νόημα. Δεν είναι ένας φυσικός τρόπος ζωής, ή μια συνήθεια, αλλά δώρα και χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που δίνονται στον άνθρωπο εκείνο που με την εργασία των εντολών του Θεού υπέταξε το σώμα στην ψυχή και την ψυχή στον Θεό. Έτσι στον ευσεβιστή όλες οι πράξεις είναι ανθρώπινες, είναι πράξεις "τής αυτόνομης ηθικής δεοντολογίας", ενώ στον ευσεβή όλες οι πράξεις είναι θεανθρώπινες.

Ο Θάνατος του Θεού και του Πλησίον Γράφει ο Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθεου


Ο καλός σαμαρείτης Ο καλός σαμαρείτης από τον Ιερό Ναό Σωτήρος Καλύμνου
Την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου ε.έ. πραγματοποιήθηκε σε κεντρικό Ξενοδοχείο των Αθηνών η καθιερωμένη, από την αρχή σχεδόν της αρχιερατείας του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, Ναυπακτιακή Βασιλόπιττα, ήτοι η κοπή της πρωτοχρονιάτικης Βασιλόπιττας για τους Ναυπακτίους των Αθηνών.
Την εκδήλωση διοργάνωσαν η Ομοσπονδία Συλλόγων Ναυπακτίας, με Πρόεδρο τον κ. Ιωάννη Τσιώτα, και η Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών, με Πρόεδρο τον κ. Χαράλαμπο Χαραλαμπόπουλο.
Το πρόγραμμα της εκδήλωσης περιελάμβανε την κοπή της βασιλόπιττας, χαιρετισμούς επισήμων, εισήγηση και βράβευση Ναυπακτίων συγγραφέων και των Συλλόγων που εκδίδουν αφιλοκερδώς τα έργα τους.
Παρόντες ήσαν ο Δήμαρχος Ναυπακτίας και η Αντιδήμαρχος επί των πολιτιστικών, πρόεδροι και μέλη των Συλλόγων και πολλοί Ναυπάκτιοι των Αθηνών που γέμισαν την Αίθουσα του Ξενοδοχείου. Απουσίαζαν οι Βουλευτές του Νομού, δικαιολογημένα βεβαίως, αφού την ίδια ώρα συνεδρίαζε η Βουλή για να ψηφίση το νέο μνημόνιο.
Ο Σεβασμιώτατος κ. Ιερόθεος ανέπτυξε το επίκαιρο θέμα «Ο θάνατος του Θεού και του πλησίον». Την εισήγησή του δημοσιεύουμε κατωτέρω.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την Ομοσπονδία Συλλόγων Ναυπακτίας (ΟΣΥΝ) και την Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών (ΕΝΑΜ) για την πρόσκλησή τους να παραστώ στην κοπή της Ναυπακτιακής Βασιλόπιττας του έτους 2012 και να ομιλήσω σε αυτήν την σημαντική εκδήλωση που συναντώνται όλα τα βασικά στελέχη που συνδέονται με την πολιτιστική και κοινωνική ζωή της Ναυπακτίας.
Θεωρώ δε σημαντικό ότι στην σημερινή εκδήλωση θα τιμηθή ουσιαστικά ο εθελοντισμός, οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι που ασχολούνται εθελοντικά με τον άνθρωπο, πράγμα το οποίο είναι απαραίτητο στις σύγχρονες περιστάσεις, στις οποίες καταρρέουν ιδεολογίες και θεσμοί.
Λόγω αυτού του γεγονότος θέλησα στην σημερινή συνάντηση να ασχοληθώ με ένα θέμα πού, κατά την γνώμη μου, είναι επίκαιρο και έχει τον τίτλο «ο θάνατος του Θεού και του πλησίον».

Ο Σφυγμός του Αγίου Όρους Γράφει ο Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθεου


Ο σφυγμός του Αγίου Όρους Ο σφυγμός του Αγίου Όρους
Δημοσιεύεται κατωτέρω η εισήγηση τού Σεβασμιωτάτου στήν παρουσίαση τού πολύτομου έργου τού Γέροντος Μωϋσή τού Αγιορείτου μέ τίτλο «Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών τού εικοστού αιώνος», στήν αίθουσα τού Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», 7-2-2012.
Εκτός από τόν Σεβασμιώτατο, τό έργο παρουσίασαν ο Ηγούμενος τής Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου Αγίου Όρους π. Μεθόδιος, ο Πρωτοπρ. π. Γεώργιος Μεταλληνός, ο Ιερομόναχος π. Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, καί ο Πρωτοσύγκελλος τής Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης π. Ιουστίνος Μπαρδάκας.
Τήν εκδήλωση τίμησε μέ τήν παρουσία του καί απηύθυνε χαιρετισμό ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών καί Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος. 

Έχω γράψει πολλές φορές σέ βιβλία καί έχω μιλήσει σέ διάφορα ακροατήρια γιά τό Άγιον Όρος καί τήν ζωή του, από τήν ανατολή έως τήν δύση. Σέ μιά ομιλία μου καί συζήτηση πού έγινε σέ Ορθοδόξους φοιτητές καί επιστήμονες στήν Δαμασκό τής Συρίας καί κράτησε περίπου μιά ολόκληρη μέρα (9 ώρες) στό τέλος κάποιος αραβόφωνος Ορθόδοξος είπε μέ δυνατή φωνή: «Μάς μέθυσες από τό κρασί τού Αγίου Όρους». Πράγματι, τό Άγιον Όρος διαθέτει ένα δυνατό κρασί, άκρατον οίνον, ανέδειξε μοναχούς πού ήταν μεθυσμένοι από τήν νηφάλια μέθη καί γι’ αυτό ως μεθυσμένος μπορεί κανείς νά γράψη, νά μιλήση καί νά ακούση γιά τό Άγιον Όρος.
Σέ ένα άλλο τριήμερο σεμινάριο στήν Τακόμα τού Σιάτλ τής Αμερικής άκουσαν γιά τρείς ημέρες περίπου 200-300 προσήλυτοι στήν Ορθοδοξία γιά τήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά μέ ενδιαφέρον, προσευχή καί κατάνυξη, σέ συσχετισμό μέ τήν σύγχρονη ζωή τού Αγίου Όρους καί είπαν ότι οσφράνθηκαν τήν ατμόσφαιρα τού Αγίου Όρους. Παντού ο λόγος περί τού Αγίου Όρους προκαλεί ενδιαφέρον καί προσευχή.
Η συγγραφή τού τρίτομου έργου τού π. Μωϋσή μέ τίτλο «Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών τού εικοστού αιώνος» μού δίνει τήν ευκαιρία γιά μιά ακόμη φορά νά εκφράσω τήν αγάπη μου γιά τό Άγιον Όρος πού γνώρισα καί τήν σημασία του γιά τήν Ορθόδοξη Εκκλησία γενικότερα, αλλά καί τήν ανθρωπότητα, γιατί παρουσιάζει έναν τρόπο ζωής πού είναι δυσεύρετος. Γιά νά καταλάβη κανείς τό Άγιον Όρος χρειάζεται νά τό προσεγγίση μέ τά μάτια τής καρδιάς, μέ τόν έσω άνθρωπο, τήν ορμή τού πνεύματος, γιατί τό φώς του είναι τόσο δυνατό πού τυφλώνει τόν άρρωστο οφθαλμό καί η ακοή τόσο ισχυρή πού σπάζει τά τύμπανα, τά οποία είναι συνηθισμένα νά ακούνε συμβατικές φωνές.

Η «ελευθερία της βούλησης - θέλησης του προσώπου» κατά την φιλοσοφία και την πατερική θεολογία Γράφει ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος

Η «ελευθερία της βούλησης - θέλησης του προσώπου» κατά την φιλοσοφία και την πατερική θεολογία
Το θέμα της ελευθερίας της βούλησης ή της ελευθερίας του προσώπου, όπως παρουσιάζεται στις ημέρες μας, δεν στηρίζεται στην πατερική-ορθόδοξη θεολογία, αλλά είναι κυρίως υπόθεση της σύγχρονης φιλοσοφίας και μετα­φέρεται από μερικούς στην θεολογία.
Θα εντοπισθούν μερικά σημεία γύρω από το σοβαρό αυτό θέμα, για να φανή το πρόβλημα που παρουσιάζεται από της πλευράς της πατερικής θεολογίας και οι συνέπειες που έχει αυτή η θεωρία στην εκκλησιαστική ζωή.

1. Η θέληση-βούληση στην δυτική θεολογία και φιλοσοφία
Ο καθηγηγής Γεώργιος Παναγόπουλος, αναλύοντας τα σχετικά με την δυτική θεολογία, επισημαίνει ότι ο σχολαστικός θεολόγος Ιωάννης Δούνς Σκώτος, εκφραστής της Φραγκισκανικής θεολογίας, εισήγαγε τον βολονταρισμό (βουλησιοκρατία) σε αντίθεση με την οντολογία του Θωμά Ακινάτη.
Ο Δούνς Σκώτος έκανε λόγο για την «θεία παντοδυναμία», την «απόλυτη ελευθερία του Θεού και την απουσία κάθε εξαναγκασμού από το θείο είναι». Μέ αυτήν την άποψη άνοιξε «μιά καινούργια ατραπό σκέψης στην δυτική θεολογία», αφού «τό βουλητικό στοιχείο ανατιμάται σε σχέση με το οντολογικό» και προοιώνισε «ένα από τα κεντρικά αιτήματα της Μεταρρύθμισης, την απόλυτη ελευθερία και προτεραιότητα του Θεού στο ζήτημα της σωτηρίας του ανθρώπου».
Έτσι, ο βολονταρισμός-βουλησιοκρατία από την σχολαστική θεολογία πέρασε στην Μεταρρύθμιση και τον Προτεσταντικό κόσμο και από εκεί έφθασε και στην δυτική φιλοσοφία, στην οποία άλλοτε γίνεται λόγος για την προτεραιότητα της οντολογίας και άλλοτε για την προτεραιότητα της βουλησιοκρατίας.
Ο καθηγητής Θεοδόσης Πελεγρίνης κάνοντας λόγο για την βουλησιοκρατία (voluntarism) γράφει ότι πρόκειται για το φιλοσοφικό εκείνο σύστημα «στό οποίο πρωτεύοντα λόγο διαδραματίζει η βούληση, κατ' αντιδιαστολή προς το λόγο».
Επίσης, γράφει ότι ενώ οι αρχαίοι φιλόσοφοι αντιμετώπιζαν τα διάφορα ζητήματα που τους απασχολούσαν έχοντας ως γνώμονα τον λόγο, ο Αριστοτέλης έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο της βουλήσεως «στό πλαίσιο του πρακτικού συλλογισμού». Όμως, ιδιαίτερα στην νεώτερη εποχή διάφοροι φιλόσοφοι, όπως ο Ντεκάρτ, ο Κάντ, ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε και ο Γουίλιαμ Τζέϊμς, δίνουν μεγάλη σημασία στην βούληση και μάλιστα στην ελευθερία της βουλήσεως.
Κατά τον Σωκράτη Γκίκα η βουλησιοκρατία υποστηρίζει ότι «η βούληση αποτελεί την ουσία της ανθρώπινης προσωπικότητας, το πιο δυναμικό της στοιχείο, γιατί κατευθύνει την δράση του ατόμου.
Η νόηση και το συναίσθημα έρχονται σε δεύτερη μοίρα». Η ψυχολογική βουλησιοκρατία αναπτύχθηκε από τον Βούντ, σύμφωνα με την οποία η βούληση επιδιώκει να πραγματοποιήση τους σκοπούς που επιλέγει η νόηση, και το συναίσθημα ή παρωθεί την βούληση ή στέκεται εμπόδιο στην βουλητική προσπάθεια.
Επίσης, από τον Σοπενχάουερ υποστηρίχθηκε «ο μεταφυσικός βουλητισμός», σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει «η παγκόσμια τυφλή βούληση», αφού «όλα στον κόσμο κατευθύνονται από την θεϊκή βούληση» και η οποία «βρίσκεται πίσω από τους φυσικούς και βιολογικούς νόμους».
Επίσης, η ελευθερία, κατά την σύγχρονη φιλοσοφία, είναι «η δυνατότητα του ανθρώπου ή μιας ομάδας να αυτοορίζεται, να μήν πιέζεται ή καταδυναστεύεται, να κινείται όπως θέλει, να αναπτύσσει δράση, να πραγματώνει τους σκοπούς που θέλει». Ο Κάντ έκανε λόγο για «τήν ηθική ελευθερία» ως δυνατότητα επιλογής.
Ο Φίχτε ομίλησε «γιά την απεριόριστη ελευθερία του ανθρώπου, τελικά όμως θεώρησε μια τέτοια ελευθερία ιδιότητα του Θεού».
Ο Σάρτρ υποστήριζε ότι «η ελευθερία αποτελεί την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης», είναι ασταμάτητη και «ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος σε ελευθερία», αφού «μέ την ελευθερία του δημιουργεί τον εαυτό του από το μηδέν».

«Σχολαστική και μεταπατερική θεολογία» Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος


Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου
«Εισαγωγή στην Ιστορία της Δυτικής Θεολογίας»

Την Τρίτη 23 Απριλίου στο Μέγαρο Λόγου και Τέχνης Πατρών έγινε η παρουσίαση του βιβλίου του Γεωργίου Παναγόπουλου, επίκουρου καθηγητού της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Βελλάς, με τίτλο «Εισαγωγή στην Ιστορία της Δυτικής Θεολογίας».
Κατά την παρουσίαση ομίλησαν ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, ο Κ. Ντίνος, ιατρός, και ο συγγραφέας.
Στην συνέχεια παρατίθεται η ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτου κ. Ιεροθέου με τίτλο «Σχολαστική και μεταπατερική θεολογία»:
Όταν κανείς δέχεται την πρόσκληση να συμμετάσχη σε μια εκδήλωση για να παρουσιάση ένα βιβλίο και να τιμήση τον συγγραφέα του, συνήθως δέχεται τις ευχαριστίες του τιμωμένου για τον κόπο που κατέβαλε για την παρουσία του και την παρουσίαση του βιβλίου. Όμως, στην παρούσα περίσταση θα ήθελα εγώ να ευχα­ριστήσω τον κοπιά­σαντα συγγραφέα του βιβλίου που παρουσιάζεται σήμερα.
Είναι αλήθεια ότι κάθε μέρα στο γραφείο μου λαμβάνω μαζί με την αλληλογραφία και νέα βιβλία που μου αποστέλ­λονται με τιμή από τους συγγραφείς. Είναι ακόμη ευνόητο ότι δεν μπορώ να μελετήσω όλα τα βιβλία που λαμβάνω, αλλά επιλέγω εκείνα που με ενδιαφέρουν και μου προκαλούν την προσοχή, κυρίως σε ένα θέμα που με απασχολεί εκείνο τον καιρό.
Ένα από αυτά που απέσπασαν αμέσως την προσοχή μου είναι το βιβλίο του καθηγητή της Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Βελλάς Ιωαννίνων Γεωργίου Παναγοπούλου, με τίτλο «Εισαγωγή στην ιστορία της δυτικής θεολογίας» και υπότιτλο «Πρόσωπα, διδασκαλία, κριτική θεώρηση από την άποψη της Ορθόδοξης Παράδοσης». Πάντοτε ενδιαφερόμουν για την δυτική θεολογία, μελέτησα πολλά κείμενα σχετικά με το θέμα αυτό, μάλιστα τον τελευταίο καιρό ασχολούμαι με το θέμα αυτό, όπως θα πω στην συνέχεια, και γι’ αυτό αμέσως άρχισα την ανάγνωσή του, παίρνοντάς το μαζί μου κατά τις μετακινήσεις μου, και υπογραμμίζοντας τα σημεία που μου προκαλούσαν το ενδιαφέρον. Έτσι, θεωρώ τιμή που με προσκάλεσε ο ίδιος ο συγγραφέας να συμμετάσχω σε αυτήν την παρουσίαση του βιβλίου του και να εκφράσω τις απόψεις μου γι’ αυτό.

Η θεολογία στην Ελλάδα της δεκαετίας του '60 Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος


Κατά καιρούς γίνεται λόγος για την θεολογία στην Ελλάδα κατά την δεκαετία τού '60 και παρουσιάζεται αυτή η θεολογία ως μια νέα θεολογία, είτε ως επαναφορά στην διδασκαλία των Πατέρων τής Εκκλησίας, είτε ως μια νεοπατερική θεολογία, δηλαδή ως θεολογία τής Εκκλησίας πού εκφράζεται με μια νέα γλώσσα.

Υπάρχουν πολλοί πού ισχυρίζονται ότι η θεολογία πού εμφανίσθηκε στήν Ελλάδα κατά τήν δεκαετία τού '60 ήταν ένα σημαντικό γεγονός γιά τήν Εκκλησία μας, αλλά, όπως υποστηρίζουν, διάφοροι παράγοντες συνετέλεσαν στό νά χαθή αυτή η σημαντική προοπτική πού δημιουργούσε αυτή η θεολογία.
Πρόκειται γιά τήν εμφάνιση μερικών νέων θεολόγων, οι οποίοι έγραψαν διάφορες επιστημονικές διατριβές ή συνέταξαν θεολογικά κείμενα, μέ τά οποία προσπαθούσαν νά δούν τήν ορθόδοξη διδασκαλία μέσα από μιά άλλη προοπτική, διαφορετική από εκείνη πού επικρατούσε τήν εποχή εκείνη.
Θά ήθελα νά υπογραμμίσω μερικά σημεία τά οποία, κατά τήν γνώμη μου, πρέπει νά συνεξετασθούν, μαζί μέ τίς άλλες μελέτες πού γίνονται στό θέμα αυτό.
1. Η θεολογία τής δεκαετίας τού '60
Είναι γνωστόν ότι στήν Ελλάδα πρίν καί μετά τήν απελευθέρωση από τόν τουρκικό ζυγό εισήχθη μιά θεολογία δυτικού τύπου, πού είχε σχέση είτε μέ τόν σχολαστικισμό τού Παπισμού είτε μέ τόν ηθικισμό τού Προτεσταντισμού. Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίον ο μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ έκανε λόγο γιά τήν βαβυλώνεια αιχμαλωσία τής ορθοδόξου θεολογίας.
Στήν συνέχεια, κάποια στιγμή μερικοί Έλληνες θεολόγοι ήρθαν σέ επικοινωνία μέ τά κείμενα τών Ρώσων εμιγκρέ (προσφύγων) στό Παρίσι ή άλλες ευαισθητοποιημένες φωνές καί διεπίστωσαν έναν διαφορετικό τρόπο μέ τόν οποίο εκφράζονταν γιά προβληματισμούς καί θέματα πού απασχολούσαν τόν δυτικό άνθρωπο.
Ενθουσιάσθηκαν μέ τέτοια κείμενα καί προσπάθησαν νά μεταφέρουν αυτές τίς απόψεις καί στό ορθόδοξο ελληνικό κοινό.
Παράλληλα, όμως, γινόταν καί μιά άλλη κίνηση από θεολόγους, κυρίως τής Θεσσαλονίκης, νά φέρουν σέ επιφάνεια τά έργα τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, ο οποίος εκφράζεται μέ ορθόδοξο ησυχαστικό τρόπο ζωής. Μέσα στήν προοπτική αυτή εγράφησαν διατριβές, μελέτες καί διάφορα θεολογικοκοινωνικά κείμενα.
Όλο αυτό τό ρεύμα ονομάσθηκε «θεολογία τής δεκαετίας τού '60» καί θεωρήθηκε ως κάτι καινούριο, γιατί αντιμετώπιζε τά φιλοσοφικά, θεολογικά, ανθρωπολογικά, εκκλησιολογικά καί κοινωνικά ζητήματα μέσα από μιά νέα προοπτική καί προσέφερε μιά καινούρια γλώσσα, πού άγγιζε περισσότερο τόν νέο άνθρωπο. Αυτό ξάφνιασε πολλούς, μεταξύ τών οποίων καί τούς αριστερούς καί οι επικριτές χαρακτήρισαν τήν κίνηση αυτή ως «νεορθοδοξία».
2. Τά αίτια γιά τά οποία εμφανίσθηκε η θεολογία τής δεκαετίας τού '60
Ασφαλώς πρέπει νά μελετηθή αυτό τό φαινόμενο καί νά εξετασθούν όλες οι παράμετροί του. Γιά παράδειγμα πρέπει νά ερευνηθούν τά αίτια πού προκάλεσαν τήν εμφάνιση αυτής τής θεολογίας, κατά πόσον αυτή η θεολογία έχει ερείσματα στήν διαχρονική παράδοση ή ήταν ένα εποχιακό φαινόμενο καί τελικά τί γονιμοποιήσεις προκάλεσε στήν χώρα μας καί στήν Εκκλησία.
Βεβαίως, όλο αυτό τό ρεύμα πρέπει νά μελετηθή μέ επάρκεια καί αντικειμενικότητα, διότι η αφετηρία καί προοπτική όλων τών θεολόγων πού εντάσσονται σέ αυτό τό θεολογικό ρεύμα δέν ήταν η ίδια, όπως ήδη αναφέρθηκε. Άλλοι από αυτούς ξεκίνησαν από μελέτη πατερικών κειμένων, μέσα στήν ησυχαστική παράδοση τού Αγίου Όρους, άλλοι από σύγχρονες φιλοσοφίες, όπως τού Μπερντιάγεφ, άλλοι από τήν μελέτη τών Ρώσων θεολόγων τής Διασποράς καί άλλοι επηρεάσθηκαν από τήν «πολιτική θεολογία» τής Λατινικής Αμερικής. Βεβαίως, όλες αυτές οι κατηγορίες κατέληγαν σέ διαφορετικά συμπεράσματα.
Σίγουρα η θεολογία τής δεκατετίας τού '60 πρέπει νά μελετηθή χωρίς υπερβολές καί χωρίς υποτιμήσεις καί νά αποδοθή ο δίκαιος έπαινος ή νά κριθή ανάλογα. Όμως παράλληλα δέν πρέπει νά παραθεωρηθή ότι τά ίδια ρεύματα παρατηρήθηκαν καί στίς δεκαετίες τού 20ου αιώνα στόν δυτικό χώρο. Οπότε, πρέπει νά εξετασθή η επιρροή τής δυτικής γερμανικής θεολογίας στήν διαμόρφωση ενός τουλάχιστον μέρους τής λεγομένης θεολογίας τής δεκαετίας τού '60 στήν Ελλάδα.
Εννοώ ότι στόν δυτικό κόσμο κυρίως στήν γερμανική θεολογία τής δεκαετίας τού '20, ύστερα από τά φρικτά αποτελέσματα τού Α' Παγκοσμίου Πολέμου καί τήν συνεργασία Χριστιανών μέ τίς ιμπεριαλιστικές δυνάμεις τής εποχής, αναπτύχθηκε η διαλεκτική θεολογία ή θεολογία τής κρίσεως ή νεορθοδοξία, η οποία προσπάθησε νά δή τήν σχέση τού Θεού μέ τόν κόσμο μέσα από άλλη προοπτική. Εμφανίσθηκαν νέοι προτεστάντες θεολόγοι, όπως ο Μπάρτ, ο Μπρούννερ, ο Μπούλτμαν, ο Τίλλιχ, οι οποίοι συναντήθηκαν μέ φιλοσόφους τής εποχής όπως τόν Κίρκεργκαρντ, τόν Μπερντιάγεφ, τόν Χάϊντεγκερ κλπ. αντίστοιχα, καί μίλησαν γιά τήν Εκκλησία σέ σχέση μέ τόν κόσμο μέ έναν διαφορετικό τρόπο από εκείνον πού μιλούσαν παλαιότεροι γερμανοί θεολόγοι όπως, γιά παράδειγμα, ο Χάρνακ.
Στήν γερμανική αυτή θεολογία τής δεκαετίας τού '20 ακούσθηκαν καί αναλύθηκαν όροι, όπως νεορθοδοξία, εκκοσμίκευση, εκκλησιολογία, πνευματολογία, εσχατολογία, οικουμενικότητα κλπ., οι οποίοι όροι χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον από τούς θεολόγους τής δεκαετίας τού '60 στήν Ελλάδα. Ακόμη, έγινε μεγάλος διάλογος στήν Γερμανία καί γενικότερα στήν Δύση γιά τίς σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας καί κόσμου, λογικής καί πίστεως, φιλοσοφίας καί θεολογίας, ιστορίας καί εσχατολογίας, λόγου καί αποκαλύψεως, είναι καί Θεού.
Επίσης, στόν δυτικό κόσμο κατά τήν δεκαετία τού '60 αναπτύχθηκαν διάφορα θεολογικά ρεύματα πού έκαναν λόγο γιά τήν εσχατολογική θεολογία, τήν μεταχριστιανική θεολογία, τήν θεολογία τού θανάτου τού Θεού, τήν πολιτική θεολογία κλπ. Καί τέτοιες ορολογίες μεταφέρθηκαν καί στήν Ελλάδα κατά τήν δεκαετία τού '60 καί μετέπειτα. Ο Καθηγητής Μάριος Μπέγζος παρουσίασε μέ ωραίο τρόπο όλη αυτήν τήν εξέλιξη τής θεολογίας στούς Προτεστάντες.
Έτσι, η θεολογία τής δεκαετίας τού '60 στήν Ελλάδα πρέπει ασφαλώς νά μελετηθή καί από τήν προοπτική αυτή, δηλαδή σέ σχέση μέ τίς παράλληλες θεολογικές κινήσεις πού έγιναν στόν Προτεσταντικό κόσμο καί κυρίως στήν Γερμανία καί νά ερευνηθή η σχέση μεταξύ τών ορθοδόξων θεολόγων τής δεκαετίας τού '60 καί τών προτεσταντών θεολόγων τών δεκαετιών τού '20 καί τού '60.