Ἄρθρο στὴν ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος», 12 Ἰανουαρίου
2007
Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ´ στὴν Πόλη καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου στὸ Βατικανὸ προκάλεσαν ποικίλα σχόλια στὸν Τύπο, ἀλλὰ καὶ παραλήρημα ἐνθουσιασμοῦ τόσο στοὺς οἰκουμενιστικοὺς κύκλους, ὅσο καὶ σ᾿ ἐκείνους τῶν ἀρχιεπισκοπικῶν χειροκροτητῶν καὶ αὐλοκολάκων, ποὺ ἐξαρτοῦν ἀπὸ τὴν κοσμικὴ αἴγλη καὶ ἰσχὺ τοῦ Μακαριωτάτου καὶ τὴν δική τους προβολὴ καὶ κοινωνικὴ καταξίωση.
Πρίν, ὅμως, καταγραφεῖ καὶ ἡ δική μου ταπεινὴ ἄποψη, ὡς ἀπάντηση στὴν ἀπορία κάποιων γιὰ τὴν «δῆθεν» σιωπή μου -καὶ λέγω «δῆθεν», διότι δὲν ἔλειψαν οἱ τηλεοπτικὲς τοποθετήσεις μου- θέλω νὰ ἐπαινέσω τὶς σπουδαῖες ἀναφορὲς στὸ θέμα τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου καὶ συναγωνιστοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, τοῦ σεβαστοῦ μου καθηγητοῦ κ. Ἰω. Κορναράκη καὶ τοῦ κ. Γεωργίου Ζερβοῦ στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» τῆς 22.12.2006, ἀλλὰ καὶ τοῦ καθηγητοῦ κ. Χρήστου Γιανναρᾶ στὴν ὅπως πάντα ἐντυπωσιακὴ ἐπιφυλλίδα του στὴν «Κυριακάτικη Καθημερινὴ» τῆς 24ης τοῦ ἰδίου μηνός. Προσυπογράφω τὶς εὔστοχες ἐπισημάνσεις ὅλων τῶν παραπάνω καὶ δηλώνω ταυτισμένος μαζί τους στὴν προσπάθεια νὰ σωθοῦν ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ ὁ αὐτοσεβασμὸς σ᾿ αὐτὸ τὸν τόπο. Θὰ περιορισθῶ γι᾿ αὐτὸ σὲ μερικὲς μόνον παρατηρήσεις.
Ρωτοῦν πολλοὶ -καλοπροαίρετα, ὅπως πιστεύω- τί κακὸ γίνεται μὲ τὶς συναντήσεις καὶ ἐπισκέψεις αὐτές, ὥστε νὰ δικαιολογοῦνται οἱ διαμαρτυρίες. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅ,τι καὶ μετὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Ἰωάννου - Παύλου Β´ στὴν Ἀθήνα τὸ 2001 εἶχα ἐπισημάνει. Ἂν οἱ ἐπαφὲς αὐτὲς ἔμεναν στὸ πολιτικὸ πλαίσιο (ἐφ᾿ ὅσον μάλιστα ὁ Πάπας εἶναι «ἡγεμὼν» τοῦ Βατικανοῦ [«Souverain du Vatican» εἶναι ἕνας τίτλος του] καί, συνεπῶς, ἀρχηγὸς Κράτους), τὸ πράγμα δὲν θὰ ἦταν τόσο σοβαρό. Οἱ συναντήσεις, ὅμως, αὐτὲς γίνονται σὲ πλαίσιο «ἐκκλησιαστικὸ» καὶ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ κορυφαίους ἐκπροσώπους τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ Πάπας ὡς ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁπότε ἀναγνωρίζεται σιωπηρὰ καὶ τὸ Βατικανό, ἢ ἔστω ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ (Παπική, ὀρθότερα) «Ἐκκλησία» ὡς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, αὐθεντικὸς δηλαδὴ Χριστιανισμός, μὲ de facto ἀμνήστευση τῶν αἱρέσεων καὶ πλανῶν της, ποὺ εἶναι τόσαι πολλαί, ὥστε δίκαια νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ μεγάλους θεολόγους μας ὡς «παναίρεση». Τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ διεκδικήσει ὁ Παπισμὸς ἀπὸ τὴν ἀμνήστευσή του καὶ τὴν καταξίωσή του ὡς Ἐκκλησίας, ὅπως, δηλαδή, εἶναι τὰ Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς; Γιὰ μία ἀκόμη, δηλαδή, φορὰ ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἄμβλυνση τῶν συνειδήσεων Ὀρθοδόξων ἠγετῶν, ὥστε διαγράφοντας Συνόδους, Πατέρες καὶ Κανόνες καὶ τὴν σωτηριολογικὴ διδασκαλία τους, νὰ ταυτίζουν τὴν αἵρεση μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πλάνη μὲ τὴ θεολογία τῶν Ἁγίων μας.
Ἀποδεικτικὸ ὑλικὸ θὰ ἀντλήσω ἀπὸ τὰ ἐπίσημα κείμενα, ποὺ διαβάσθηκαν στὴ Ρώμη. Θὰ περιορισθῶ δὲ σὲ θεολογικὲς ἐπισημάνσεις.





