Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018

Κυριακή μετά την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού: Ομιλία περί της αληθούς ελευθερίας (Αγ. Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως)


theologia
Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας. Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον Κεφ. Η. 34 – 38, θ. 1. «Τω καιρώ εκείνω, προσκαλεσάμενος ο Ιησούς τον όχλον συν τοις μαθηταίς αυτού είπεν αυτοίς: όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι. Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ’ άν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν. Τί γάρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; Ή τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο Υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του Πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων. Και έλεγεν αυτοίς: αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει».

Απόδοση:
Ο Ιησούς κάλεσε τότε τον κόσμο μαζί με τους μαθητές του και τους είπε: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει. Τί θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει τη ζωή του; Τί μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για τη ζωή του; Όποιος, ζώντας μέσα σ’ αυτή τη γενιά την άπιστη κι αμαρτωλή, ντραπεί για μένα και για τη διδασκαλία μου, θα ντραπεί γι’ αυτόν και ο Υιός του Ανθρώπου, όταν έρθει με όλη τη λαμπρότητα του Πατέρα του, μαζί με τους αγίους αγγέλους». Τους έλεγε ακόμη ο Ιησούς: «Σας διαβεβαιώνω πως υπάρχουν μερικοί ανάμεσα σ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν το θάνατο, πριν δουν να έρχεται δυναμικά η βασιλεία του Θεού».
(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη) Ομιλία του Αγίου Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως, περί της αληθούς ελευθερίας «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι».
Ο άνθρωπος, πλασμένος για να εικονίζει μικρογραφικώς επί της γης την απειρομεγέθη εικόνα του Θείου Δημιουργού, ήταν απαραίτητο να είναι προικισμένος με τις ιδιότητες του Θεού, ώστε να έχει την αναφορά του σ’ Αυτόν. Ως εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος έπρεπε να είναι oν αυτοσυνείδητον, ελεύθερον και αυτεξούσιον, διότι oν χωρίς συνείδηση της υπάρξεώς του, χωρίς ελευθερία, χωρίς εξουσίαν επί του εαυτού του, είναι ανάξιο της υψηλής αυτής κλήσεως, του υψηλού αυτού προορισμού που του επεφύλαξε η μεγάλη βουλή του Θείου Δημιουργού. Η ελευθερία άρα του ανθρώπου είναι αναγκαία συνέπεια της μεγάλης αποστολής του, της διαπλάσεώς του και της παρουσίας του μέσα στον κόσμο, και επομένως προσόν αναγκαίον και σεβαστόν. Χωρίς την ελευθερίαν ο άνθρωπος θα ήταν ισότιμος με τα λοιπά ζώα, η δουλεία θα υπέτασσε τις ενέργειές του, και θα οδηγούσε τις σκέψεις του μέσα σε έναν περιορισμένον κύκλον, όπου θα περιεστρέφετο. Οι ιδέες του καλού και του αγαθού θα ήσαν άγνωστοι σ’ αυτόν, θα αγνοούσε τι είναι αισχρόν, τι κακόν, τι ψευδές, και δεν θα είχε εξουσίαν αυτενεργείας, δυνατότητα να εξέλθει από τον περιορισμένον κύκλο των εμφύτων ορμών. Η άγνοια του καλού, του αγαθού, του αληθινού θα καθιστούσε τον άνθρωπον ένα oν ανήθικον, θα διέγραφε την ηθικήν ως λέξιν εστερημένην νοήματος, αφού οι πράξεις του θα ήσαν ηθικώς αδιάφοροι, και γι’ αυτό, αχαρακτήριστοι. Η αδιαφορία αυτή και ομοιότης του χαρακτήρος των πράξεων δεν θα διήγειρε καμμίαν αίσθησιν ή εντύπωσι στον νου και στην καρδία του ανθρώπου· η έλλειψις αυτή θα καθι­στούσε την μεν καρδίαν ασυνείδητον, τον δε νου νωθρό και αδρανή· η ασυνειδησία και η νωθρότης θα επέπιπταν ως σκιερά νέφη και θα εκάλυπταν την θαυμαστήν εικόνα του θείου Δημιουργού, που τόσο λαμπρώς και θαυμασίως εκαλλιτεχνήθη από το δημιουργικόν του χέρι, στην οποία διαλάμπει η αγαθότης, η σοφία και η δύναμίς του και θα τον ημπόδιζαν να ιδή και να γνωρίση τον Πλάστην του και Δημιουργόν του σύμπαντος. Θα αγνοούσε τον Θεόν και τα θεία ιδιώματά του και έτσι η δημιουργία ουδέποτε θα εδόξαζε, θα υμνούσε, θα έψαλλε και θα ευχαριστούσε με επίγνωσι και συνείδησι τον Θεόν.
Ο άνθρωπος επλάσθη για να εικονίζει τον Θεόν επί της γης. Ο Θεός τον έκαμεν oν νοερόν και αυτεξούσιον για να πράττει το θέλημα Αυτού, το οποίον έγραψε μέσα στην καρδίαν του, και το κατέστησε και ιδικόν του θέλημα. Σκοπός της διαπλάσεώς του ήταν να γνωρίσει η δημιουργία τον Θεόν. Επλάσθη λοιπόν για να γνωρίσει τον Πλάστην και Δημιουργόν του, επλάσθη για να υψούται προς τον Θεόν, για να δοξάζει τον Θεόν· επλάσθη με σκοπόν η δημιουργηθείσα κτίσις να αινή ενσυνειδήτως τον θείον Δημιουργόν της. Το αυτεξούσιόν του λοιπόν, το νοερόν και το ηθικώς ελεύθερον, του εδόθησαν για να εκπληρώνει τον μέγα προορισμόν του, την μεγάλην αποστολή του, να συνδέει την γη με τον Ουρανό και να μην αποκλίνει δεξιά ή αριστερά, αλλά να βαδίζει την ευθείαν οδό, πράττοντας μόνο το αγαθόν, το εγγεγραμμένον στην καρδία του, το οποίον και αυτός ορμεμφύτως αγαπά. Διότι αλλιώς, εάν αποκλίνει από τον προορισμό του, γίνεται ανελεύθερος και «εξομοιούται τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις» (Ψαλμ. μη’ 12, 20). Ο άνθρωπος είναι αληθώς ελεύθερος πριν απομακρυνθεί από το αγαθόν, και ενόσω συνταυτίζει την θέλησή του προς το θέλημα του Θεού. Όμως ευθύς ως αποκλίνει από την ευθείαν, αποβαίνει όντως ανελεύθερος, η ελευθερία του πλέον είναι ψευδής επίδειξις ψευδούς ελευθερίας.
Η ελευθερία του ανθρώπου, όταν υποτάσσεται στον νόμο του Θεού, δεν περιορίζεται, διότι Αυτός, ως θείος, είναι άπειρος, το δε άπειρον όχι μόνον δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά την συνεκτείνει και την συναυξάνει, όταν ο άνθρωπος τον ακολουθεί. Αιτιολογώντας το καθήκον που έχει ο άνθρωπος να ακολουθεί το θέλημα του Θεού, ο φιλόσοφος και μάρτυς Ιουστίνος μας συμβουλεύει: «Ο Θεός εποίησε τον άνθρωπον ελεύθερον και αυτεξούσιον, ώστε αυτό που από ιδικήν του υπαιτιότητα έχασε, με την αμέλεια και την παρακοήν του, να του το δωρίσει πάλιν ο Θεός διά φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, εάν ο άνθρωπος υπακούσει σ’ Αυτόν. Όπως δηλαδή ο άνθρωπος παρήκουσε και επέφερε στον εαυτόν του τον θάνατον, έτσι και εάν υπακούσει στο θέλημα του Θεού, ημπορεί να κερδίσει την αιώνιο ζωή. Διότι ο Θεός μας έδωσε εντολές άγιες, τις οποίες όποιος τηρήσει ημπορεί να σωθεί, και επιτυγχάνοντας την ανάσταση, να κληρονομήσει την αφθαρσίαν». Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγον ο άνθρωπος οφείλει να φυλάττει με ευλάβεια τον νόμο του Θεού, και να πράττει το θέλημα Αυτού, διότι ως εικόνα του Θεού είναι υποχρεωμένος να εκπληρώνει τον σκοπόν της επί γης αποστολής του. Αλλιώς μέλλει να κατακριθεί ως παραβάτης των καθηκόντων του, επειδή ελησμόνησε την αποστολήν του, και εξ αιτίας της αμελείας του έκαμε κακήν χρήσιν του αυτεξουσίου, και παρεδόθη στα πάθη και τις επιθυμίες.
Το αυτεξούσιον του ανθρώπου είναι βεβαίως ανεπηρέαστον· ο βαθμός της ελευθερίας αυτού καταδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίον ο Κύριος τον προσκαλεί: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν…». Ο Σωτήρ καλεί τον άνθρωπον οπίσω του και τον αφήνει ελεύθερον να αποφασίση περί του σπουδαιότατου τούτου ζητήματος, να τον ακολουθήση ή να πάρη τον ιδικόν του δρόμο. Ήλθε για να σώση τον άνθρωπο και όμως δεν παραβιάζει το αυτεξούσιον αυτού. Τον προσκαλεί να λάβη ενεργόν μέρος στην σωτηρίαν του και όμως δεν επηρεάζει καθόλου το αυτεξούσιον αυτού.
Από την μελέτη της ιστορίας της απολυτρώσεως βλέπουμε τον Υιόν του Θεού γινόμενον άνθρωπον υπέρ της σωτηρίας του ανθρώ­που, πορευόμενον προς το εκούσιον Πάθος με σκοπόν να «άρη την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιω. α’, 29), να βαστάση τους μώλωπες τους ιδικούς μας, να εκπληρώση το μέγα μυστήριον της Οικονομίας και να συμφιλιώση τον άνθρωπον με τον Θεόν, και εν τούτοις δεν παραβιάζει καθό­λου το αυτεξούσιον του ανθρώπου. Ιδού η κεκλεισμένη πύλη του Παραδείσου ανοίγεται και η πυρίνη ρομφαία, η οποία φυλάττει την είσοδον αυτού, απομακρύνεται και η φωνή του Δεσπότου προσκα­λεί τον άνθρωπο, που ήταν πριν αποκλεισμένος, να εισέλθη δια μέ­σου αυτής στον τόπο της καταπαύσεως· αυτός όμως αφήνεται ελεύθερος, αν θέλη να εισέλθη ή όχι.
Η επίσημος αναγνώρισις της ελευθερίας μας εκ μέρους του Σωτήρος, μας διδάσκει ότι η σωτηρία μας δεν πραγματούται μόνον από την απόλυτον ενέργεια της χάριτος του Θεού, αλλά και από την συγκατάθεση και την σύγχρονον ενέργεια του ανθρώπου. Περί της αναγκαιότητος αυτής ιδού τι λέγουν οι σοφοί Πατέρες της Εκκλησίας· ο θείος Χρυσόστομος λέγει: «η χάρις, μολονότι είναι χάρις, σώζει όσους το θέλουν», και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει: «Η σωτηρία πρέπει να προέλθει από την συνεργασία την ιδική μας με τον Θεόν». Ο δε Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγει: «Όταν οι ψυχές το θέλουν, αποστέλλει και ο Θεός το Πνεύμα, αν όμως λείψει η προθυμία, συστέλλεται και το εκ Θεού Πνεύμα». Αλλά και ο ιερός Ιουστίνος λέγει: «Ο Θεός, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο χωρίς τον άνθρωπον, αδυνατεί να σώσει τον άνθρωπο χωρίς αυτός να το θελήσει». Αρα διδασκόμεθα ρητώς και σαφώς ότι οι παράγοντες της σωτηρίας είναι δύο: πρώτον η ελευθέρα θέλησις του ανθρώπου, και δεύτερον η χάρις του Θεού.
Επειδή όμως ο άνθρωπος είναι ον υλοπνευματικόν, μέσα του εμφανίζονται δύο θελήσεις με την ιδίαν μορφήν, ως ενδόμυχος έκφρασις του ενιαίου προσώπου, το οποίον θέλει να απολαύσει κάποιο πράγμα. Και μολονότι ως προς την μορφήν οι δύο θελήσεις του δεν διακρίνονται μεταξύ τους, διαφέρουν όμως πολύ εξ αιτίας της διαφοράς των υποστάσεων από τις οποίες λαμβάνουν την αρχή. Διότι το πνεύμα επιθυμεί τα του πνεύματος, η δε σάρξ τα της σαρκός. Γι’ αυτό η μία θέλησις εκφράζει το φρόνημα του πνεύματος, ενώ η άλλη το φρόνημα της σαρκός. Η αντίθεσις των φρονημάτων γεννά αμοιβαίαν αντίσταση και σφοδράν διαπάλη, κατά την οποίαν η κάθε μία ζητεί να υπερισχύσει και να επιβάλει την ιδικήν της εξουσία. Στον αγώνα αυτόν, ο μεν έσω άνθρωπος επιθυμεί την νίκη του πνεύματος, ο δε έξω την νίκη του φρονήματος της σαρκός, το οποίον είναι θάνατος. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος λέγει: «το μεν φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη» (Ρωμ. η’, 6). Όθεν σαρξ και πνεύμα πολεμούν μεταξύ τους· γι’ αυτό και ο Παύλος λέγει «η γαρ σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος και το πνεύμα κατά της σαρκός» (Γαλ., ε’, 17)· και «το μεν φρόνημα της σαρκός» είναι «έχθρα προς τον Θεόν τω γαρ νόμω του Θεού ουχ υποτάσσεται· ουδέ γαρ δύναται… το δε φρόνημα του Πνεύματος κατά Θεόν εντυγχάνει υπέρ αγίων (μεσιτεύει υπέρ των χριστιανών)» (Ρωμ. η’, 7 και 27).
Για την συνύπαρξιν αυτή των δύο φρονημάτων και την φυσικήν συμπάθεια του ανθρώπου προς το φρόνημα του πνεύματος, ιδού τι λέγει ο Απόστολος Παύλος· «συνήδομαι γαρ τω νόμω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον (με ευχαριστεί πάρα πολύ)· βλέπω δε έτε­ρον νόμον εν τοις μέλεσί μου, αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με τω νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέ­λεσί μου» (Ρωμ. ζ’ 22-23). Αρα ο άνθρωπος εκ φύσεως δέχεται τον νόμο του Θεού, διότι με αυτόν τον νόμον ευχαριστείται ο έσω άνθρωπος, επειδή είναι ο νόμος ο ιδικός του, ο νόμος του νοός του· η δε θέλησις που εκφράζει το φρόνημα του πνεύματος, είναι η αληθής θέλησις του ανθρώπου, επειδή αυτή είναι σύμφωνος με τον νόμο του νοός του, τον σύμμορφον προς τον νόμο του Θεού, ο οποίος ευχαριστεί τον έσω άνθρωπον. Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «το αγαθόν είναι εκ φύσεως εραστόν και επιθυμητόν, φυσικώς πάντοτε αυτό επιθυμούμε. Κακόν δε είναι η παρά φύσιν επιθυμία, όταν επιθυμούμε κάτι διαφορετικόν από το εκ φύσεως επιθυμητόν».
Αλλά μολονότι η αληθής θέλησις είναι η θέλησις του πνεύματος, η επιθυμία δηλαδή του αγαθού, που είναι το φύσει επιθυμητόν, παραταύτα πολλές φορές αδυνατεί να υπερισχύση της αντιστάσεως της θελήσεως της σαρκός για τον λόγο που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος· δια «τον νόμον της σαρκός, τον αιχμαλωτίζοντα τω νόμω της αμαρτίας». Για την επίδρασιν αυτήν του νόμου της σαρκός ο Απόστολος λέγει· «το θέλειν παράκειταί μοι (είναι στο χέρι μου), το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ουχ ευρίσκω· ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω» (Ρωμ. ζ’, 20). Διότι ο έσω άνθρωπος θέλει μεν και επιθυμεί το αγαθόν ως οικείον, επιθυμητόν, ως συμφυές αγαθόν, ως ιδικόν του νόμον, αλλ’ ο νόμος της σαρκός, ο νόμος της αμαρτίας αντιστρατεύεται προς τις ενέργειες της αληθούς ελευθε­ρίας μας και παρεμποδίζει την εμφάνισι του αγαθού και μας υπαγο­ρεύει την εργασία του κακού· γι’ αυτό στην συνέχεια λέγει ο Από­στολος· «ει δε ο ου θέλω εγώ τούτο ποιώ, ουκ έτι εγώ κατεργάζομαι αυτό, αλλ’ η οικούσα εν εμοί αμαρτία». Ώστε όντως το μεν αγαθόν είναι νόμος συμφυής και αληθής θέλησις του ανθρώπου, το δε κακόν είναι νόμος ετεροφυής, είναι κάτι το οποίον δεν έχει δημιουργηθή και είναι αντίθετο προς την αληθή θέλησι του ανθρώπου. Επομένως όταν ο άνθρωπος εργάζεται το αγαθόν, εργάζεται ελευθέρως και συμφώνως προς την θέλησι του έσω ανθρώπου και είναι αληθώς ελεύθερος· όταν όμως εργάζεται το κακόν, εργάζεται ανελευθέρως, διότι έχει υποταγή στον νόμο της αμαρτίας και είναι ανελεύθερος και δούλος της αμαρτίας. Συμφώνως προς τα ανωτέρω ελεύθερος είναι όποιος πράττει το αγαθόν, δούλος δε όποιος πράττει το κακόν· και αληθής μεν ελευθερία είναι η κυριαρχία του φρονήματος του πνεύματος η εργαζομένη το αγαθόν, ψευδής δε ελευθερία είναι η επικράτησις του φρονήματος της σαρκός, της κατεργαζομένης τα πονηρά.
Χαρακτηριστικόν της αληθούς ελευθερίας, δηλαδή της αληθούς ελευθέρας θελήσεώς μας, είναι η αγάπη του αγαθού, του καλού, του αληθούς, και η επίμονος παραμονή σ’ αυτήν την αγάπη. Ο έρως προς το αγαθόν είναι η έκφρασις του έσω ανθρώπου, του πνευματικού ανθρώπου, και η εξωτερίκευσις του αισθήματος που τον πλημμυρίζει. Ο έρως αυτός γεννάται από την ταυτότητα των υπαγορεύσεων της καρδίας, με τις υπαγορεύσεις του Θείου νόμου, ο οποίος έχει εγγραφεί μέσα στις καρδιές μας. Αυτό υπαινίσσεται και η Αγία Γραφή, όταν λέγει ότι ο Θείος νόμος εδόθη γραπτός μέσα στην καρδία του ανθρώπου (Ρωμ. β’ 14-15). Διότι ο Θεός διέπλασσε την καρδίαν ως έδραν της αγάπης του αγαθού· γι’ αυτό και εκ φύσεως αγαπά, ποθεί και ζητεί το αγαθόν και πώς ήταν δυνατόν να γίνη διαφορετικά, αφού η πρώτη εντύπωσις την οποίαν έλαβεν, ήταν η όψις του αγαθού, του άκρου αγαθού; Ναι· ήταν αδύνατον να γίνη διαφορετικά, διότι το αγαθόν άφησε στην καρδία τις πρώτες εντυπώσεις, τις οποίες εχάραξε βαθύτατα μέσα της και γι’ αυτό θα είναι αιώνιοι. Η αγάπη αυτή, η επιπόθησις και η επιζήτησις του θείου νόμου είναι που κά­νει τον Απόστολο Παύλο να ονομάζη τον νόμο που είναι γραμμένος μέσα στην καρδία νόμο του νοός του και να τον ταυτίζη με τον νόμο του Θεού.
Η γνώσις αυτή του χαρακτήρος της αληθούς μας θελήσεως μας καθιστά ικανούς να διαφυλάξωμε ανεπηρέαστον την εσωτερικήν μας ελευθερία και να ζήσωμε αληθώς ελεύθεροι· και αληθώς ελεύθε­ρος είναι όποιος διανοείται, θέλει και πράττει ελευθέρως. Χαρακτη­ριστικά της εσωτερικής ελευθερίας είναι η ηθική ανεξαρτησία, η αγαθότης, η αγνεία, η σεμνοπρέπεια, η ανδρεία, η ισχύς, το αήττητον, το ανένδοτον, το αυτοκρατορικόν και το αυτεξούσιον. Ο εσωτε­ρικώς ελεύθερος άνθρωπος κοσμείται με όλες τις αρετές· η ευσέβεια, η δικαιοσύνη, η αλήθεια και η σύνεσις τον καταστέφουν με στεφά­νους πλεγμένους με άνθη αμάραντα· ζώντας επάνω στην γην εικονί­ζει την εικόνα του θείου Δημιουργού του, το κάλλος της οποίας φέ­ρει μέσα του· η πορεία του είναι ευθεία, το πολίτευμά του στον ου­ρανό· ανυψώνεται από τα γήινα και γίνεται αιθέριος και ουρανοβάμων· και, συνενούμενος με τον χορόν των αγγέλων υμνεί τον Θεόν, τον ποιητήν και πλάστην του. Ο εσωτερικώς ανελεύθερος όμως άνθρωπος είναι πράγματι ανελεύθερος· διότι εάν η ηθική εξάρτησις είναι ηθική δουλεία, η δε ηθική δουλεία είναι ανελευθερία, έπεται ότι ο ηθικά, ο εσωτερικά δηλαδή ανελεύθερος άνθρωπος είναι πράγματι ανελεύθερος και δούλος του νόμου της αμαρτίας, αδύνα­τος να δραστηριοποιηθή προς κάποιο αγαθόν, υπαγορευόμενον από την αληθή εσωτερικήν του θέλησι. Αυτό που πράττει είναι σύμφωνο με την θέλησι και το φρόνημα της σαρκός και όχι προς την αληθή, εσωτερικήν του θέλησι. Η ψευδής αυτή ελευθέρα θέλησις ημπορεί να εξαπατήση και να παραπλανήση πολλούς επιπόλαιους ερευνητάς και να τους φέρη στην απώλεια. Τους πείθει πολλές φορές να δέχωνται τις προσταγές της, οι οποίες απορρέουν από τα ποικίλα πάθη και τις επιθυμίες της, ως υπαγορεύσεις της αληθούς ελευθέρας θελή­σεώς των και ως εκφράσεις του έσω ανθρώπου, της πνευματικής δη­λαδή φύσεως. Ο ανελεύθερος εσωτερικά άνθρωπος μολύνει την εικόνα του Θεού και «άνθρωπος ων εν τιμή, εξομοιούται τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις» (Ψαλμ. μη’ 12, 20), ατιμάζεται, ταπεινώνεται και διαφθείρεται.
Χαρακτηριστικόν της ψευδούς ελευθερίας είναι η αγάπη του νό­μου της αμαρτίας, η ηθική εξάρτησις, η ηθική αιχμαλωσία, η κακία, η ενοχή, η υπερηφάνεια, η αλαζονεία, η αναίδεια, η δειλία, το θρά­σος, η ανανδρία, η ήττα, η εξαχρείωσις, η ασέβεια, η αδικία, το ψεύδος, η ασυνεσία και οι λοιπές κακίες οι οποίες κατακηλιδώνουν και εξευτελίζουν τον άνθρωπον.
Τον τρόπο με τον οποίον ημπορούμε να διατηρήσωμε τους εαυτούς μας αληθώς ελευθέρους, μας τον υπέδειξεν ο ίδιος ο Σωτήρ ημών, όταν είπε: «ος γαρ αν θέλει την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν. Ος δ’ αν απολέσει την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν». Δηλαδή εδίδαξε ότι μόνο με την αυταπάρνησιν ημπορούμε να σωθούμε. Και αληθώς, για να γίνωμε αληθώς ελεύθεροι, είναι ανάγκη να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας, και να σηκώσωμε στους ώμους τον σταυρόν και να ακολουθήσωμε τον Υιόν του Θεού, ο οποίος μας καλεί για να μας ελευθερώσει. «Εάν ουν ο Υιός ελευθερώσει υμάς, όντως ελεύθεροι έσεσθε» λέγει ο Σωτήρ και ελευθερωτής μας. Και πάλιν: «Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ, αληθώς μαθηταί μου εστέ, και γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω. η’ 36 και 31-32). Αρα αποβαίνουμε ελεύθεροι όταν ακούμε με προσοχήν το κήρυγμα του Σωτήρος, μένουμε σ’ αυτό, σηκώνουμε στους ώμους τον σταυρόν και τον ακολουθούμε. Και απαρνούμεθα τους εαυτούς μας, όταν αποτασσόμεθα τον νόμο της σαρκός μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες, και σηκώνουμε τον σταυρόν, υπομένοντας κάθε κακοπάθεια υπέρ του νόμου του Θεού. Ο τρόπος, δηλαδή, να διαμείνωμε ελεύθεροι είναι: κατάπαυσις του θελήματος της σαρκός, ενέργεια του θελήματος του πνεύματος, και υποταγή του κατωτέρου στο ανώτερον. Κατά ταύτα οφείλει ο άνθρωπος να φροντίση και να εργασθή για την σωτηρία του· διότι διαφορετικά διατρέχει τον έσχατον κίνδυνον της απωλείας· επειδή τίποτε κοινόν δεν υπάρχει μεταξύ φωτός και σκότους, μεταξύ αγαθού και κακού. Η αμαρτία, η οποία έχει διαφθείρει τον άνθρωπον, είναι σκότος και κακόν μέγιστον, ως αντιστρατευομένη προς το θέλημα του Θεού. Η εσωτερική ελευθερία του καταλογίζει κάθε παρεκτροπήν ως αμαρτία, η δε αμαρτία απομακρύνει τον άνθρωπον από τον Θεόν. Η ελευθερία όσο μέγα αγα­θόν είναι, τόσο μεγάλες επιβάλλει και τις ευθύνες. Ο εσωτερικώς ε­λεύθερος οφείλει να αποβή άγιος· γι’ αυτό ο Θεός και στην Παλαιά και στην Νέα Διαθήκη εντέλλεται λέγοντας: «Αγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί» (Λευιτ. ια’, 14 και Α’ Πέτρ. α’ 16)· διότι πώς ημπορεί ο ανόσιος να κοινωνήση προς το Θείον; Και ο Σωτήρ επίσης εντέλλεται λέγοντας: «έσεσθε ουν υμείς τέλειοι ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν ουρανοίς τέλειός εστι» (Ματθ. ε’, 48)· διό­τι όπως είναι ο Πατήρ, τον οποίον επικαλούμεθα, τοιαύτα κατ’ ανά­γκην πρέπει να είναι και τα τέκνα. Αγίους λοιπόν και τελείους μας θέλει ο Θεός, διότι μόνον οι άγιοι και τέλειοι είναι υιοί του Πατρός του εν ουρανοίς, και μόνον αυτοί δικαιούνται να επικαλούνται με υιϊκήν στοργή τις χάριτες αυτού και αυτοί μόνοι κληρονομούν την ουράνιον Βασιλείαν. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος έγραφε προς τους Κορινθίους· «ή ουκ οίδατε (δεν γνωρίζετε) ότι άδικοι βα­σιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι; Μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, ούτε αρσενοκοίται, ούτε κλέπται, ούτε πλεονέκται, ούτε μέθυσοι, ούτε λοίδοροι, ούχ άρπαγες, βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι» (Α’ Κορ. στ’, 9-11). Γι’ αυτό ο Σωτήρ μας προ­σκαλεί να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας και να σηκώσωμε στον ώμο τον σταυρόν και να τον ακολουθήσωμε· «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι»· αναγνωρίζει μεν την ελευθερία μας και το αυτεξούσιον, αλλά και αφήνει σ’ αυτά την σωτηρία μας. Ώστε, όποιος θέλει την σωτηρία του, οφείλει να εργασθή προς απόκτησιν αυτής, αλλιώς και αυτήν θα στερηθή και την απώλεια της αιωνίου ζωής δια της αμελείας και της ακηδίας θα παρασκευάση για τον εαυτόν του και την αιώνιον κόλασι θα κληρονομήση, από την οποίαν εύχο­μαι ο Θεός να μας λυτρώση όλους.
Είναι άρα αναπόδραστος ανάγκη να ακολουθήσωμε τον Κύριον. Διότι αν ο Υιός του Θεού μας ελευθερώσει, τότε θα είμεθα αληθώς ελεύθεροι. Ναι, αληθώς, μόνον ο Υιός του Θεού ημπορεί να μας ελευθερώσει, διότι αυτός είναι η ελευθερία. «Ο δε Κύριος το Πνεύμά εστιν ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία», λέγει ο Απόστολος Παύλος (Β’ Κορ. γ’, 17μόνον εάν ακολουθούμε τον Σω­τήρα ημπορούμε να μείνωμε ελεύθεροι και να απαλ­λαγούμε από την δουλεία της αμαρτίας· «πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλός εστι της αμαρτίας» (Ιω. η’, 34). Εάν λοιπόν θέλωμε να είμεθα ελεύθεροι, οφεί­λουμε να ακολουθούμε τον Σωτήρα Χριστόν.
(20ος αιών – Από τις ομιλίες του Αγίου Νεκταρίου «Περί επιμελείας ψυχής». Επειδή ο όρος «ηθική ελευθερία» που χρησιμοποιεί ο άγιος έχει σήμερα διαφορετική έννοια, τον μεταφέρουμε εδώ ως εσωτερική ελευθερία ή απλώς ελευθερία – Από το βιβλίο «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», σελ. 585-594)

Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ καὶ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ



 

βλ. σχετ.́ O ΘΕΣΜOΣ ΤHΣ ΑYΤΟΚΕΦΑΛIΑΣ ΣΤHΝ OΡΘOΔΟΞΗ EΚΚΛΗΣIΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ («Τίποτε στήν Συνδιάσκεψη αὐτή δέν ἐνθύμιζε πνεῦμα Χριστοῦ, ἀγάπη, Ἐκκλησία, Πεντηκοστή»)

.             Ὅταν ἀναφύονται διάφορα ἐκκλησιαστικά προβλήματα, ἀμέσως ἐκδηλώνονται τά ποικίλα ρεύματα πού ὑπάρχουν μέσα στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί τά ὁποῖα ἔχουν διαμορφωθῆ ἀπό ἀλλότριες παραδόσεις. Αὐτό παρατηροῦμε καί στό οὐκρανικό πρόβλημα πού ἐκδηλώθηκε στήν ἐποχή μας καί ἔδωσε ἀφορμή νά ἀποκαλύπτονται «ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί», ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.
.             Ἄλλοτε προτάσσεται ἡ ἀγάπη ἔναντι τῶν ἱερῶν Κανόνων, ὡσάν οἱ Πατέρες πού θέσπισαν τούς ἱερούς Κανόνες νά μήν εἶχαν ἀγάπη, καί ἄλλοτε θεωρεῖται ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες καταστρατηγοῦν τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, ὡσάν οἱ Πατέρες νά ἦταν νομικιστές καί νά μή ἐνδιαφέρονταν γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἐκδηλώνεται τό προτεσταντικό πνεῦμα τοῦ ἀντι-νομισμοῦ, ὅπως ἐπίσης ἐκδηλώνεται καί τό πνεῦμα τῆς ἐκνομίκευσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.             Μέ ὅσα θά γραφοῦν στήν συνέχεια θά γίνω σαφέστερος, γιατί τά πράγματα δέν εἶναι διαζευκτικά: κανόνες ἤ ἀγάπη.

1. Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα

.             Μετά τήν Πεντηκοστή καί τήν ἐπέκταση τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλα τά Ἔθνη χρειάσθηκε σταδιακά νά συγκροτηθῆ αὐτός ὁ «ἱερός θεσμός» τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό τό ἔργο ἄρχισε κυρίως μέ τόν ἅγιο Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λουγδούνου-Λυῶνος. Στήν συνέχεια οἱ Τοπικές καί Οἰκουμενικές Σύνοδοι διοργάνωσαν τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔθεσαν τίς βάσεις γιά τήν καλή λειτουργία καί τήν ἑνότητά της.
.             Στήν ἀρχή συγκροτεῖτο κατά τόπους ἡ Ἐκκλησία ὑπό τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, καί ἀπό τό μισό τοῦ 2ου αἰῶνος μ.Χ. παρατηρεῖται ἡ ἀνάπτυξη τοῦ Συνοδικοῦ Συστήματος, μέ τήν ἐμφάνιση τῶν Ἐπαρχιακῶν Συνόδων, διότι ἔτσι ἔπρεπε νά διαφυλαχθῆ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Τό ἀρχαιότερο σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἦταν τό Μητροπολιτικό σύστημα, στό ὁποῖο ὁ Μητροπολίτης ἦταν πρῶτος τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐπαρχίας του. Ἀργότερα δημιουργήθηκε τό ὑπερ-Μητροπολιτικό σύστημα, γιά νά καταλήξη στό Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως μέ ἀπώτερο σκοπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Στά ἐκκλησιαστικά αὐτά συστήματα πάντοτε ὑπάρχει «ὁ Πρῶτος» πού συγκροτεῖ τήν ἑνότητά τους. Τό θέμα αὐτό δέν ἦταν θέμα κοσμικῆς νοοτροπίας καί ἐξουσίας, ἀλλά ἔκφραση τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
.             Αὐτή ἡ συνοδική ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔγινε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν ἀγάπη, ἀλλά ἀπό ἁγίους καί θεόπνευστους Πατέρες στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, οἱ ὁποῖοι Πατέρες μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θέσπισαν Κανόνες γιά νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἡ Α´ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 μ.Χ. καθιέρωσε τό Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως, καί οἱ ἑπόμενες Σύνοδοι, κυρίως ἡ Β΄ (381) καί ἡ Δ΄ (451) Οἰκουμενικές Σύνοδοι καθιέρωσαν τό ὑπερ-Μητροπολιτικό καί τελικά τό Πατριαρχικό σύστημα.
.             Αὐτές οἱ βασικές ἐκκλησιολογικές γνώσεις εἶναι ἀπαραίτητες, γιατί οἱ Ἐπίσκοποι ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε καί νά σεβόμαστε τήν κανονική αὐτή συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας καί νά μήν τήν ἀμφισβητοῦμε οὔτε νά τήν ὑπονομεύουμε μέσα ἀπό συναισθηματικούς λόγους καί μάλιστα μέ λαϊκιστικά συνθήματα, τύπου κοινωνικῆς ἀναρχίας.
.             Μάλιστα, λίγο πρίν χειροτονηθοῦμε Ἐπίσκοποι δώσαμε ὑπόσχεση ἐνώπιον Κλήρου καί λαοῦ, καί βασικά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι θά διαφυλάξουμε τούς ὅρους καί τούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων. Ἀφοῦ ὁμολογήσουμε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἔπειτα δίνουμε τήν ἑξῆς ὁμολογία:
.             «Πρός δέ τούτοις στέργω καί ἀποδέχομαι τάς ἁγίας ἑπτά οἰκουμενικάς Συνόδους, καί τῶν Τοπικῶν, ἅς ἐκεῖναι ἀποδεξάμεναι ἐκύρωσαν, ἐπί φυλακῇ τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων ἀθροισθεῖσαι. Ὁμολογῶ πάντας τούς ὑπ᾽ αὐτῶν, ὡς ὑπό φωτιστικῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὁδηγουμένων, ἐκτεθέντας ὅρους τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τούς ἱερούς κανόνας, οὕς οἱ Μακάριοι ἐκεῖνοι, πρός τήν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας διακόσμησιν καί τῶν ἠθῶν εὐταξίαν κατά τάς Ἀποστολικάς παραδόσεις καί τήν διάνοιαν τῆς Εὐαγγελικῆς θείας διδασκαλίας συντάξαντες, παρέδωκαν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐνστερνίζομαι, καί κατ᾽ αὐτούς ἰθύνειν ἐπιμελήσομαι τήν θείῳ βουλήματι κληρωθεῖσάν μοι διακονίαν καί κατ᾽ αὐτούς διατελέσω διδάσκων πάντα τόν τῇ πνευματικῇ μοι ποιμαντορίᾳ πεπιστευμένον Ἱερόν κλῆρον καί τόν περιούσιον Λαόν τοῦ Κυρίου».
.             Ἀπό αὐτό τό ἀπόσπασμα – ὁμολογία πρίν τήν χειροτονία μας εἰς Ἐπίσκοπον φαίνονται δύο σημαντικές ἀλήθειες.
.             Ἡ πρώτη ἀλήθεια ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων. Δέν ὑπάρχει καμμία διάσταση καί διάσπαση μεταξύ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, τῆς Πεντηκοστῆς καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Μόνον οἱ Προτεστάντες καί ὅσοι διακρίνονται ἀπό τήν νοοτροπία τους κάνουν διάκριση μεταξύ Προφητῶν καί Ἀποστόλων, καί μεταξύ Ἀποστόλων καί Πατέρων, καί προτιμοῦν τούς μέν ἔναντι τῶν δέ. Μέ τέτοια ἐπιχειρήματα ἐπαγγέλλονται νά ἐπαναφέρουν δῆθεν τήν Ἐκκλησία στήν ἀρχαία ἀποστολική ζωή, παρακάμπτοντας τήν ὅλη κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας πού τήν θεωροῦν ὡς διαστρεβλωτική τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων.
.             Μιά τέτοια θεωρία εἶναι βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐφώτισε τούς ἁγίους Πατέρες ἐν Συνόδῳ νά θεσπίσουν τού ὅρους καί τούς ἱερούς Κανόνες.
.             Ἡ δεύτερη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὑπάρχει σαφέστατη σχέση μεταξύ τῶν ὅρων-δογμάτων καί τῶν Κανόνων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Οἱ ὅροι-δόγματα καθορίζουν τά ὅρια μεταξύ τῆς ἀληθείας καί τῆς πλάνης στό Τριαδολογικό καί Χριστολογικό θέμα, ἐνῶ οἱ Κανόνες εἶναι οἱ ἐφαρμογές τῶν ὅρων στήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή.
.             Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο πολλές φορές κατά τήν διάρκεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους ἑορτάζουμε τήν σύγκληση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού ἀποτελοῦν τήν βάση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Γι᾽ αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπονομεύονται οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πρός χάριν μιᾶς νεφελώδους καί συναισθηματικῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ὡς ἀνατροπή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.
.             Ὁ μακαριστός Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμ. Γεώργιος (Καψάνης) στό ἄριστο ἐπιστημονικό του ἔργο μέ τίτλο «Ἡ ποιμαντική διακονία κατά τούς ἱερούς Κανόνες» ἀναλύει δεξοδικά αὐτό τό σημαντικό θέμα.
.             Ἰδίως τά κεφάλαια τοῦ βιβλίου μέ τίτλους: «Ἡ θέσπισις τῶν ἱερῶν Κανόνων πρός πραγμάτωσιν τῶν σκοπῶν τῆς ποιμαντικῆς», «Ἡ τήρησις τῶν ἱερῶν Κανόνων προϋπόθεσις τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εὐταξίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας», «Ἡ συνοδική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ὑπό τῶν Ποιμένων συνοδική διαχείρισις τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων», «Ἡ αἵρεσις, τό σχίσμα καί ἡ ἐνδεικνυομένη πρός τούς αἱρετικούς καί σχισμαστικούς ποιμαντική στάσις», εἶναι ὑποδείγματα ἐπιστημονικοῦ λόγου καί ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
.             Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ μακαριστός Ἡγούμενος χρησιμοποιώντας παραδείγματα ἀπό τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τήν σύγχρονη ἐπιστημονική ἔρευνα, γράφει: «Οἱ Πατέρες βιοῦν τούς Κανόνες ὡς “μαρτύρια” Θεοῦ αἰσθανόμενοι δι᾽ αὐτούς χαράν ὡς ᾐσθάνοντο οἱ πιστοί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι διά τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ. Εἰς τήν συνείδησιν τῶν Πατέρων οἱ ἱεροί Κανόνες ἀποτελοῦν οὐχί τι τό διάφορον πρός τάς θείας ἐντολάς, ἀλλά συνέχισιν αὐτῶν. Ὅ,τι λέγεται, λοιπόν, περί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Παλαιᾷ καί τῇ Καινῇ Διαθήκῃ εἶναι δυνατόν νά λέγεται καί περί τῶν ἱερῶν Κανόνων».
.             Αὐτός ὁ λόγος εἶναι πολύ σημαντικός καί δείχνει τήν ἑνότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, μεταξύ τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Γι᾽ αὐτό κανείς μάλιστα ἀπό μᾶς τούς ἐκκλησιαστικούς δέν πρέπει νά ἀμφισβητῆ τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ὀνόματι τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων.

2. Ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας»

.             Στήν πορεία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας χρειάσθηκε οἱ θεόπνευστοι Πατέρες, ὅπως προαναφέρθηκε, νά θεσπίσουν τούς ἱερούς Κανόνες, γιά νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἡ πολυπρόσωπη ἐκκλησιαστική ζωή καί ἡ πολυποίκιλη ὀργάνωση, ἀπαιτοῦσαν μιά ἰδιαίτερη διαρθρωμένη ἐκκλησιαστική ἱεραρχία, πού νά πειθαρχῆ καί νά ὑπακούη σέ ἰδιαίτερους κανόνες. Στήν πραγματικότητα τό Ἅγιον Πνεῦμα ἦταν ἐκεῖνο πού διατηροῦσε διά τῶν κανόνων τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἔτσι, ἀναπτύχθηκε ὁ θεσμός τῶν Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, τῆς λεγομένης «Πενταρχίας», καί τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου.

Μερικά παραδείγματα.

.             Ὁ ϛ΄ Κανόνας τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325 μ.Χ.) ὁρίζει τόν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας νά εἶναι «Πρῶτος» τῶν Ἐπισκόπων στήν Αἴγυπτο, τήν Λιβύη καί τήν Πεντάπολη. Καί αὐτό θά γίνη, ὅπως ἀκριβῶς συνηθίζεται μέ τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης. Τόν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας ὁρίζει νά προΐσταται ὅλων τῶν ὑποκειμένων σέ αὐτόν ἐπαρχιῶν, ἤτοι Συρίας καί Κοίλης Συρίας, καί Κιλικίας καί Μεσοποταμίας, καί νά ἔχη τά πρεσβεῖα στίς Ἐκκλησίες. Μέ τόν ζ΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Αἰλία, ὅπως ἐκαλεῖτο τότε ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, νά ἐξακολουθήση νά ἔχη τήν τιμή στήν Μητρόπολη, διατηρώντας τό κύρος της.
.             Μέ τόν β΄ καί γ΄ κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381 μ.Χ.), συγκροτεῖται καί ἡ διαίρεση τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, μέ βάση τήν διαίρεση τοῦ Κράτους ἀπό τόν Μ. Κωνσταντίνο. Μέ τόν γ΄ Κανόνα τῆς Συνόδου αὐτῆς, καθορίζονται τά πρεσβεῖα τιμῆς τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κείμενο: «Τόν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετά τόν τῆς Ρώμης ἐπίσκοπον, διά τό εἶναι αὐτήν νέαν Ρώμην». Μετάφραση (Προδρόμου Ἀκανθοπούλου): «Ὁ Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως βέβαια νά ἔχη τά πρεσβεῖα τιμῆς μετά τόν ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης, ἐπειδή ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι ἡ νέα Ρώμη».
.             Μέ τόν η΄ Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431 μ.Χ.) ἐπικυρώνεται μαζί μέ τίς προηγούμενες ἐκκλησιαστικές περιφέρειες καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Κείμενο: «…ἕξουσι τό ἀνεπηρέαστον καί ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατά τήν Κύπρον, προεστῶτες, κατά τούς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καί τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τάς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τό δέ αὐτό καί ἐπί τῶν ἄλλων διοικήσεων, καί τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται». Μετάφραση: «…οἱ ἐπίσκοποι τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν τῆς Κύπρου, πού προσῆλθαν στήν ἁγία σύνοδο, νά ἔχουν τό ἀνεπηρέαστο καί ἀβίαστο σύμφωνα μέ τούς κανόνες τῶν ὁσίων Πατέρων καί τήν παλιά συνήθεια, τελώντας μόνοι τους τίς χειροτονίες τῶν εὐσεβεστάτων ἐπισκόπων∙ τό ἴδιο νά τηρηθῆ καί στίς ἄλλες διοικήσεις καί σέ ὅλες γενικά τίς ἐπαρχίες».
.             Μέ τόν κη΄ Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451 μ.Χ.), οἱ ἅγιοι Πατέρες καθόρισαν τά ἴσα πρεσβεῖα τιμῆς στόν θρόνο τῆς Νέας Ρώμης μέ τόν θρόνο τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, μέ τό ἑξῆς σκεπτικό: Κείμενο: «Καί τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τά ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας ῾Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τήν βασιλείᾳ καί συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καί τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ῥώμῃ, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ᾿ ἐκείνην ὑπάρχουσαν». Μετάφραση: «Ἔχοντας λοιπόν τόν ἴδιο σκοπό οἱ ἑκατό πενήντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι ἀπένειμαν τά ἴσα πρεσβεῖα στόν ἁγιότατο θρόνο τῆς Νέας Ρώμης, κρίνοντας δικαιολογημένα, ὥστε ἡ πόλη πού τιμήθηκε μέ βασιλεία καί σύγκλητο, ἀπολαμβάνοντας καί τά ἴσα πρεσβεῖα μέ τήν πρεσβύτερη βασιλική πόλη Ρώμη, νά μεγαλύνεται ὅπως ἐκείνη καί στά ἐκκλησιαστικά πράγματα, καθώς εἶναι δεύτερη (στήν τάξη) ὕστερα ἀπό ἐκείνη».
.             Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος (691-692 μ.Χ.) βεβαίωσε τήν διαίρεση τῶν ἐκκλησιαστικῶν περιφερειῶν, ἀλλά καί καθόρισε τήν ἱεραρχική τάξη καί τά πρεσβεῖα τῶν θρόνων μέ τόν λϛ´ Κανόνα της. Κείμενο: «Ἀνανεούμενοι τά παρά τῶν ἑκατόν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων, τῶν ἐν τῇ θεοφυλάκτῳ ταύτῃ καί βασιλίδι πόλει συνελθόντων, καί τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα, τῶν ἐν Χαλκηδόνι συναθροισθέντων νομοθετηθέντα, ὁρίζομεν, ὥστε τόν Κωνσταντινουπόλεως θρόνον τῶν ἴσων ἀπολαύειν πρεσβείων τοῦ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης θρόνου, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς, ὡς ἐκεῖνον, μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δεύτερον μετ᾿ ἐκεῖνον ὑπάρχοντα, μεθ᾿ ὅν ὁ τῆς Ἀλεξανδρέων μεγαλοπόλεως ἀριθμείτω θρόνος, εἶτα ὁ Ἀντιοχείας, καί μετά τοῦτον ὁ τῆς Ἱεροσολυμιτῶν πόλεως». Μετάφραση: «Ἀνανεώνοντας ὅσα νομοθετήθηκαν ἀπό τούς ἑκατόν πενήντα ἁγίους Πατέρες πού συνῆλθαν σ᾽ αὐτήν τή θεοφύλαχτη καί βασιλική πόλη καί ἀπό τούς ἑξακοσίους τριάντα πού συνῆλθαν στή Χαλκηδόνα, ὁρίζουμε νά ἀπολαμβάνη ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινούπολης τά ἴσα πρεσβεῖα μέ τό θρόνο τῆς πρεσβύτερης Ρώμης καί νά μεγαλύνεται, ὅπως ἐκεῖνος, στά ἐκκλησιαστικά πράγματα καί νά εἶναι δεύτερος μετά ἀπό ἐκεῖνον, καί ὕστερα ἀπ’ αὐτόν νά ἀριθμῆται ὁ θρόνος τῆς μεγαλούπολης Ἀλεξάνδρειας, ἔπειτα ὁ θρόνος τῆς Ἀντιόχειας καί ὕστερα ἀπ᾽ αὐτόν ὁ θρόνος τῶν Ἱεροσολύμων».
.             Μέ τούς ἀναφερθέντες Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί ἰδιαιτέρως μέ τόν Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ρυθμίσθηκαν τελεσιδίκως καί ἀμετακλήτως τά λεγόμενα Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Αὐτό λέγεται «Πενταρχία».
.             Ἀργότερα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἡ Πρεσβυτέρα Ρώμη, παρεχώρησε μέ κενωτική-θυσιαστική ἀγάπη τμήματα τοῦ ποιμνίου του γιά τήν δημιουργία τῶν νεωτέρων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν μέ συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συνήθως τά ἄλλα Πατριαρχεῖα δέν προχώρησαν σέ δημιουργία νέων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἀπό τά Ποίμνιά τους.

3. Ἡ παραθεώρηση τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας

.             Τά νεώτερα χρόνια παρουσιάσθηκε μιά ἄποψη, θά ἔλεγα ἀντινομιστική, πού εἶναι ἀντίθετη μέ αὐτήν τήν παράδοση, πού ἐκφράζεται ἀπό τούς ἱερούς Κανόνες. Πρόκειται γιά μιά θεωρία πού ἐκπόνησαν διάφοροι Ρῶσοι θεολόγοι, ἀναφερόμενοι στό ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία καί ἡ χριστιανική ἀγάπη εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, πού δείχνει τήν ἐλευθερία, παραθεωρώντας συγχρόνως τούς Κανόνες καί τήν κανονική συγκρότηση τῶν Ἐκκλησιῶν.
.             Βασικό σημεῖο αὐτῆς τῆς θεωρίας εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἑρμηνευθῆ ὄχι ὡς ἕνας κανονικός ὀργανισμός, ἀλλά μέ βάση τήν θεία Εὐχαριστία, ἀφοῦ αὐτή εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ θεωρία αὐτή διατυπώθηκε ἀπό τόν Νικολάϊ Ἀφανάσιεφ (1893-1966), ὁ ὁποῖος ἀξιοποίησε τίς ἀπόψεις τῶν Σλαυοφίλων θεολόγων, ἰδιαιτέρως τοῦ Χομιακώφ καί τοῦ Μπουλγκάκωφ.
.             Οἱ Σλαυόφιλοι πιστεύουν ὅτι ἡ ρωσική κουλτούρα ἦταν ἕνα προϊόν τοῦ ἰουδαιο-χριστιανισμοῦ καί τῆς βυζαντινῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ὁποία ἔλαβαν τόν Χριστιανισμό, καί δέν προέρχεται ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τό ρωμαϊκό δίκαιο. Ἔτσι, ἡ ἔλλειψη στήν ρωσική κοινωνία τοῦ ρωμαϊκοῦ δικαίου καί τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ φαίνεται ὡς ἀρνητική, ἐν τούτοις γι᾽ αὐτό θεωρεῖται θετική, γιατί ἡ ρωσική κουλτούρα ἀποτελεῖτο ἀπό χριστιανικές πηγές καθαρές, χωρίς τίς μή χριστιανικές ἐπιρροές.
.             Τέτοιες ἀπόψεις ἐκφράσθηκαν ἀπό τόν Ἀλέξη Χομιακώφ, ὁ ὁποῖος συγχρόνως καθόριζε ὅτι ὁ ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀγάπης «ἔχει τίς ρίζες του σέ ἕνα συστηματικό Τριαδικό ὅραμα τῆς Ἐκκλησίας». Σέ αὐτήν τήν προοπτική παρουσιάζει τό Ἅγιον Πνεῦμα ὡς θεϊκό πρόσωπο πού ἐσωτερικεύει τήν ἐξωτερική ἀποκάλυψη τοῦ Πατέρα ἀπό τόν Χριστό. Αὐτό ἐκδηλώνεται μέσα στήν θεία Εὐχαριστία, σύμφωνα μέ τίς παρατηρήσεις τοῦ Aidan Nichols.
.             Συγκεκριμένα, ὁ Ἀλέξης Χομιακώφ ἔβλεπε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στήν ἑνότητα τῆς Χάριτος πού ζοῦν οἱ ἄνθρωποι μέσα στά Μυστήρια, ἐνῶ αἰσθανόταν ἀπέχθεια γιά τόν Παπισμό, στόν ὁποῖο ἔβλεπε ὅτι ὑπάρχει μιά ἐξουσία πάνω σέ ἄλλες Τοπικές Ἐκκλησίες, γιατί, κατ᾽ αὐτόν, μέσα ἀπό τόν ὁρισμό τῆς ἀγάπης «δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη καμμιά σχέση ἐξουσίας μεταξύ τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, δέν ὑπάρχει ἱεραρχία μεταξύ τους, καμμιά κατάταξη σέ μεγαλύτερο ἤ μικρότερο, μέσα στήν χριστιανική κοινοπολιτεία».
.             Ὁ Ἀλέξης Χομιακώφ ἔβλεπε τήν Ἐκκλησία ὡς μιά ἀόρατη πραγματικότητα, μιά ἕνωση προσώπων μέ βάση τήν κοινή πίστη καί τήν ἀγάπη τους στόν Χριστιανικό Θεό, καί ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία -Κληρικοί καί λαϊκοί- κληρονομοῦν τό χάρισμα τῶν Ἀποστόλων.
.             Κριτική στήν θεωρία αὐτή τοῦ Χομιακώφ ἔγινε ἀπό τόν Μπουλγκάκωφ πού ὑποστήριζε ὅτι μιά τέτοια ἑρμηνεία προέρχεται ἀπό τήν ταύτιση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας μέ τό Κράτος, πού συνέβαινε στήν Τσαρική Ρωσία, καί γι’ αὐτό ὁ Χομιακώφ προσπάθησε νά δῆ τήν ἐσωτερική χαρισματική της ζωή. Ὅμως, οἱ δύο ἐπαναστάσεις τοῦ 1917 ἀπελευθέρωσαν τήν Ἐκκλησία ἀπό τόν κρατικό ἔλεγχο καί ἀπεκάλυψαν ὅτι εἶναι μία κοινωνία ἀπό μόνη της, μέ δικά της ὄργανα διακυβερνήσεως καί ἑπομένως δέν εἶναι μόνον ἕνα θεϊκό μυστήριο ἤ μιά πνευματική κοινωνία.
.             Ὅμως, ὁ Μπουλγκάκωφ, παρά τήν κριτική του, κράτησε τρία σημεῖα ἀπό τόν Χομιακώφ, ὅτι ἡ ἀθέατη πλευρά τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πιό σημαντική ἀπό τήν ὁρατή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία ἑνιαία ἕνωση κοινοτήτων, χωρίς νά ὑπάρχη ἕνας παγκόσμιος θεσμός, καί ὅτι στήν Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη ἐξουσία, ἐξαναγκασμός, νομικός περιορισμός, ποινή, ὁπότε ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κατ’ οὐσίαν ἑνότητα μεταξύ ἐλευθερίας καί ἀγάπης.
.              Στήν συνέχεια ὁ Ἀφανάσιεφ εἶδε τά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι σέ ἕνα ἀνθρώπινο στοιχεῖο, ἀλλά στίς Τοπικές Ἐκκλησίες, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξη θεμελιώνεται στήν θεία Εὐχαριστία. Ἔτσι, τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιά ἐπέκταση καί ἐκ νέου ἔκφραση τοῦ δόγματος τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία μέ ὅρους τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἐσχατολογική, βασική της μορφή εἶναι ἡ Τοπική Ἐκκλησία, καί γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη νόμος ἤ ἐξουσία ἤ σχέσεις ὑποταγῆς καί ἐπιβολῆς.
.             Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ ἱερωσύνη, ὅπως φαίνεται στήν θεία Εὐχαριστία, εἶναι διακονική προσφορά, καί ὅταν μιά Τοπική Ἐκκλησία λαθεύει, τότε διακόπτεται ἡ εὐχαριστιακή κοινωνία μέ τά μέλη της καί αὐτό δέν εἶναι μιά πράξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, μιά πράξη σχέσεων ἐξουσίας, ἀλλά μιά πράξη ὁμολογίας πίστεως καί ἀγάπης διορθωτικῆς, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία πού ἔκανε λάθη εἶναι ἐλεύθερη νά τά λάβη ὑπ᾽ ὄψη της ἤ ὄχι.
.             Ἀπό αὐτήν τήν μικρή ἀνάλυση τῆς θεωρίας τῶν σλαυόφιλων θεολόγων φαίνεται καθαρά ἡ ὑποτίμηση καί ἡ παραθεώρηση τῶν ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι δῆθεν ἦταν ἐπίδραση τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου. Βέβαια, οἱ σλαυόφιλοι θεολόγοι εἶχαν δικά τους προβλήματα, κατά τήν τσαρική περίοδο καί τήν μεταεπανασταστική περίοδο, καί γι᾽ αὐτό ἔφθασαν σέ αὐτήν τήν θεωρία ἐξάρσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας σέ βάρος τῆς κανονικῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐκκλησίας.
.             Δυστυχῶς ὅμως αὐτές οἱ θεωρίες ἐπηρέασαν καί πολλούς ὀρθοδόξους θεολόγους, ὥστε στήν συνέχεια καί αὐτοί νά παραθεωροῦν τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας, καί ὁμιλοῦν γιά μιά σύνδεση ἀγάπης καί ἐλευθερίας μέσα στήν Ἐκκλησία.
.             Μελετώντας τά Πρακτικά τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, παρατηρεῖ κανείς τά ἀκόλουθα:
.             Πρῶτον, οἱ Πατέρες στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους ἐθέσπισαν ἱερούς Κανόνες γιά τήν συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας καί τήν διαφύλαξη τῆς ἑνότητάς της, μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.             Δεύτερον, οἱ ἱεροί Κανόνες δέν εἶναι νομικά κείμενα πού καταργοῦν τήν ἀγάπη καί ἀντιπαλεύουν τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ἤ τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά εἶναι «μαρτύρια» τοῦ Θεοῦ, ὅπως οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη.
.             Τρίτον, ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας» πού καθιερώθηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους ἔχει ὡς Πρῶτο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μετά τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Πάπα τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης.
.             Τέταρτον, ἡ παραθεώρηση τοῦ κανονικοῦ συστήματος ἐν ὀνόματι τῆς δῆθεν ἀγάπης καί ἐλευθερίας συνιστᾶ ὑπονόμευση τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γιά τίς ὁποῖες ἐμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς ὁμολογήσαμε πρίν τήν χειροτονία μας ὅτι θά τηροῦμε καί δέν πρέπει νά τούς ἀπαξιώνουμε μέ περίεργους συλλογισμούς.
.             Πέμπτον, ἰδίως ἐμεῖς οἱ Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε τήν ἱστορία τῆς Αὐτοκεφαλίας μας. Γιατί, ὅπως ἔγραφε παλαιότερα ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, εἴμαστε «οἱ πρῶτοι διδάξαντες» τούς Βαλκανικούς λαούς γιά τήν ἀποσκίρτησή τους μέ ἐπαναστατικό τρόπο ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Καί αὐτό ἔγινε μέ τήν παρέμβαση ξένων δυνάμεων, ἀλλά καί μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ πού ἦταν ἀπόρροια τοῦ Διαφωτισμοῦ.
.             Ἕκτον, δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι ἡ «πρωτότοκη θυγατέρα» καί ἀδελφή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει τήν τιμή νά συνοικῆ μέ τήν Μητέρα – Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Γι᾽ αὐτό πρέπει νά εἴμαστε προσεκτικοί στούς λόγους μας, ὥστε νά μή συμμετέχουμε σέ πράξεις ὑπονομεύσεώς του. Ἄν γίνη κάτι τέτοιο, εἶναι στήν πραγματικότητα παράβαση τῆς ὁμολογίας πού δώσαμε ὅτι θά τηροῦμε τά δόγματα, τούς ὅρους καί τούς Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ὅλα ὅσα ἀναφέρθησαν προηγουμένως εἶναι ἀπαραίτητα νά ὑπενθυμίζονται, γιατί δυστυχῶς παραθεωρεῖται τό κανονικό δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας ὡς δῆθεν νομικισμός. Μέ τόν τρόπο αὐτό βλασφημεῖται τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖον ἐφώτισε τούς ἁγίους Πατέρες νά ρυθμίσουν τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα. Συγχρόνως δείχνουν καί τήν βασική αἰτία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως τῆς ἐποχῆς μας.
.             Τά θέματα τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καθορίσθηκαν ἀπό τίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, εἶναι σοβαρότατα καί δέν προσφέρονται γιά ἐκκλησιαστικούς λαϊκισμούς.


ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ («Τίποτε στήν Συνδιάσκεψη αὐτή δέν ἐνθύμιζε πνεῦμα Χριστοῦ, ἀγάπη, Ἐκκλησία, Πεντηκοστή»)

Ἡ συζήτηση γιά τήν ἀνακήρυξη Αὐτοκεφαλίας
σέ μιά Ἐκκλησία


τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»

.           Σέ προηγούμενο ἄρθρο μου μέ τίτλο «Ὁ θεσμός τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» [O ΘΕΣΜOΣ ΤHΣ ΑYΤΟΚΕΦΑΛIΑΣ ΣΤHΝ OΡΘOΔΟΞΗ EΚΚΛΗΣIΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)] ἔδωσα τά βασικά στοιχεῖα τί εἶναι Αὐτοκέφαλο καί πῶς αὐτό λειτουργεῖ μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά μή καταλήξη οὔτε στό παπικό πρωτεῖο οὔτε στίς προτεσταντικές συνομοσπονδίες.
.           Μέ τό παρόν ἄρθρο μου, πού εἶναι συνέχεια τοῦ προηγουμένου, θά ἐπισημάνω τήν συζήτηση πού ἔγινε τά τελευταῖα χρόνια γιά τό πῶς χορηγεῖται τό Αὐτοκέφαλο, μέ ποιές προϋποθέσεις δίνεται καί βεβαίως θά παρουσιάσω τό ἀτελέσφορο αὐτῶν τῶν συζητήσεων καί πῶς ἔτσι φθάσαμε στά σύγχρονα γεγονότα στήν Οὐκρανία, μέ τά ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

1. Τό κείμενο γιά τό «Αὐτοκέφαλον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ»

.           Ἕνα ἀπό τά θέματα τά ὁποῖα καθορίσθηκαν νά συζητηθοῦν καί νά ἐγκριθοῦν ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἀπό τήν Α´ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη στήν Γενεύη τόν Νοέμβριο τοῦ 1976, ἦταν καί τό θέμα: «Τό Αὐτοκέφαλον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ», καί μάλιστα ἦταν τό δεύτερο θέμα κατά σειρά μετά τό θέμα τῆς «Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς».
.           Στήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου πού ἔγινε μεταξύ 7ης καί 13ης Νοεμβρίου 1993 ἐγκρίθηκε ἕνα κείμενο γιά τό σοβαρό αὐτό θέμα. Ὅπως γράφεται στό κείμενο αὐτό, ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή «ἐξήτασε τάς ἐκκλησιολογικάς, κανονικάς, ποιμαντικάς καί πρακτικάς διαστάσεις τοῦ θέματος τοῦ Αὐτοκεφάλου ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» καί κατέληξε σέ συμπεράσματα.
.           Τό κείμενο αὐτό ἀποτελεῖται ἀπό 4 ἄρθρα καί τά παραθέτω:

«1. Ὁ θεσμός τῆς Αὐτοκεφαλίας ἐκφράζει κατ’ αὐθεντικόν τρόπον μίαν ἐκ τῶν οὐσιαστικῶν ὄψεων τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογικῆς παραδόσεως περί τῆς σχέσεως τῆς τοπικῆς πρός τήν ἀνά τήν Οἰκουμένην Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ. Ἡ βαθεῖα αὕτη σχέσις τοῦ κανονικοῦ θεσμοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοκεφαλίας πρός τήν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογικήν διδασκαλίαν περί τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἐξηγεῖ τόσον τήν εὐαισθησίαν τῶν κατά τόπους αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν διά τήν ἀντιμετώπισιν τῶν ὑφισταμένων προβλημάτων περί τήν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ, ὅσον καί τήν προθυμίαν αὐτῶν ὅπως συμβάλουν δι’ ἐκτενῶν εἰσηγήσεων εἰς τήν ἀξιοποίησίν του ὑπέρ τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

2. Ἡ συνεπής πρός τήν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν ἀλληλοπεριχώρησις τοπικότητος καί οἰκουμενικότητος προσδιορίζει τήν λειτουργικήν σχέσιν μεταξύ τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως καί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, διό καί διεπιστώθη πλήρης συμφωνία ὡς πρός τήν θέσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Αὐτοκεφαλίας εἰς τήν ζωήν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

3. Διεπιστώθη πλήρης συμφωνία ὡς πρός τούς ἀναγκαίους κανονικούς ὅρους διά τήν ἀνακήρυξιν τοῦ Αὐτοκεφάλου τοπικῆς τινος Ἐκκλησίας, ἤτοι ὡς πρός τήν συγκατάθεσιν καί τάς ἐνεργείας τῆς Ἐκκλησίας-μητρός, ὡς πρός τήν ἐξασφάλισιν πανορθοδόξου συναινέσεως καί ὡς πρός τόν ρόλον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῶν λοιπῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν κατά τήν ἀνακήρυξιν τοῦ αὐτοκεφάλου. Συμφώνως πρός τήν συμφωνίαν ταύτην:

α) Ἡ Ἐκκλησία-μήτηρ, δεχομένη τό αἴτημα ὑπαγομένης εἰς αὐτήν ἐκκλησιαστικῆς περιοχῆς, ἀξιολογεῖ τάς ὑφισταμένας ἐκκλησιολογικάς, κανονικάς καί ποιμαντικάς προϋποθέσεις, πρός παροχήν τοῦ αὐτοκεφάλου. Εἰς περίπτωσιν καθ’ ἥν ἡ τοπική Σύνοδος, ὡς ἀνώτατον ἐκκλησιαστικόν ὄργανον, παράσχει τήν συγκατάθεσιν αὐτῆς, ὑποβάλλει σχετικήν πρότασιν πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον διά τήν ἀναζήτησιν τῆς πανορθοδόξου συναινέσεως, ἐνημερώνει δέ σχετικῶς τάς λοιπάς κατά τόπους αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας.

β) Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, κατά τά πανορθοδόξως καθιερωμένα, ἀνακοινοῖ διά Πατριαρχικοῦ Γράμματος πάντα τά σχετικά πρός τό συγκεκριμένον αἴτημα καί ἀναζητεῖ τήν ἔκφρασιν τῆς πανορθοδόξου συναινέσεως. Ἡ πανορθόδοξος συναίνεσις ἐκφράζεται διά τῆς ὁμοφωνίας τῶν Συνόδων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.

γ) Ἐκφράζων τήν συγκατάθεσιν τῆς Ἐκκλησίας-μητρός καί τήν πανορθόδοξον συναίνεσιν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀνακηρύσσει ἐπισήμως τό αὐτοκέφαλον τῆς αἰτησαμένης Ἐκκλησίας διά τῆς ἐκδόσεως Πατριαρχικοῦ Τόμου. Ὁ Τόμος οὗτος ὑπογράφεται ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Εἶναι ἐπιθυμητόν νά προσυπογράφεται καί ὑπό τῶν Προκαθημένων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπό τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-μητρός.

4. Ἡ ἀνακηρυχθεῖσα Αὐτοκέφαλος τοπική Ἐκκλησία ἐντάσσεται ὡς ἰσότιμος εἰς τήν κοινωνίαν τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἀπολαύει πάντων τῶν πανορθοδόξως καθιερωμένων κανονικῶν προνομίων (Δίπτυχα, Μνημόσυνον, Διορθόδοξοι σχέσεις κ.λπ.)».

.           Τό κείμενο αὐτό δείχνει τί εἶναι τό αὐτοκέφαλο, πῶς στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ὑπάρχει ἀλληλοπεριχώρηση μεταξύ τοπικότητος καί οἰκουμενικότητος καί ποιά εἶναι ἡ σχέση μεταξύ διοικητικῆς ὀργανώσεως κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἑνότητος τῆς ὅλης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.           Ἐπίσης, φαίνεται ὅτι ἡ παράγραφος γ´ τοῦ ἄρθρου 3 ἦταν ἡ πλέον βασική, γιατί δείχνει τόν τρόπο ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου σέ μιά Τοπική Ἐκκλησία. Δηλαδή ἡ Τοπική Ἐκκλησία κάνει αἴτηση νά λάβη τό Αὐτοκέφαλο, ἡ Ἐκκλησία-μητέρα στήν ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία τῆς ὁποίας ἀνήκει ἐκφράζει τήν συγκατάθεσή της, ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δίδουν τήν συναίνεση καί μετά ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀνακηρύσσει ἐπισήμως τό Αὐτοκέφαλο στήν Ἐκκλησία πού τό ζήτησε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀφοῦ προηγηθοῦν τά προηγούμενα στάδια, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐκδίδει τόν Συνοδικό Τόμο.
.           Ἐπί πλέον ἐκφράσθηκε ἡ ἐπιθυμία νά προσυπογράφεται ἀπό τούς Προκαθημένους ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ὁπωσδήποτε ἀπό τόν Προκαθήμενο τῆς Ἐκκλησίας στήν ὁποία ἀνῆκε ἕως τότε ἡ Ἐκκλησία, στήν ὁποία θά χορηγηθῆ τό Αὐτοκέφαλο, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς Ἐκκλησία Μητέρα.
.           Πρόκειται γιά μιά ἰσορροπημένη ἐκκλησιαστική ἀπόφαση, πού δείχνει πῶς λειτουργεῖ τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὥστε τό αὐτοκέφαλο νά μή γίνη «κακοκέφαλο».
.           Στό τέλος ὅμως τοῦ κειμένου καταγράφεται μιά σημείωση: «Τό περιεχόμενον τῆς παραγράφου 3. γ) παρεπέμφθη πρός πληρεστέραν ἐπεξεργασίαν εἰς τήν ἑπομένην Διορθόδοξον Προπαρασκευαστικήν Ἐπιτροπήν, ἥτις καί θά ἀναζητήσῃ τήν ἐπ’ αὐτῆς ἑνιαίαν θέσιν τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὁλοκληροῦσα οὕτω τό ἔργον αὐτῆς ἐπί τοῦ θέματος τούτου».
.           Τό κείμενο αὐτό ἦταν ἔργο τῶν Ἐκπροσώπων ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί θά ἔπρεπε νά ἐγκριθῆ ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ὅποτε αὐτή θά συνερχόταν.

2. Ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τοῦ Δεκεμβρίου 2009

.           Τήν Συνοδική περίοδο 2009-2010 ἤμουν μέλος τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου καί μέ τήν ἰδιότητα αὐτή παρακολούθησα τήν πορεία τοῦ θέματος αὐτοῦ.
.           Συγκεκριμένα, τήν περίοδο ἀπό 9ης ἕως 17ης Δεκεμβρίου 2009 συνῆλθε στό Πατριαρχικό Κέντρο στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή, γιά νά μελετήση τά θέματα πού ἐπρόκειτο νά συζητηθοῦν στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἤτοι τό «Αὐτοκέφαλο», τό «Αὐτόνομο» καί τά «Δίπτυχα». Πρόκειται γιά σοβαρά ἐκκλησιολογικά ζητήματα πού ἀναφέρονται στήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.           Ὁ ἀείμνηστος Πρωτ. Στέφανος Ἀβραμίδης, Γραμματεύς τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού συμμετεῖχε ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Ἐπιτροπή αὐτή ὡς σύμβουλος, ἐνῶ μέλος ἦταν ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Μελέτιος, ὑπέβαλε Ἔκθεση τῶν Πεπραγμένων τῆς Διορθόδοξης αὐτῆς Προσυνοδικῆς Ἐπιτροπῆς στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο. Ἡ ἔκθεση αὐτή εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρουσα, γιατί δείχνει τά προβλήματα πού ὑπάρχουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
.           Θά δοῦμε δύο σημεῖα ἀπό τήν Ἔκθεση αὐτή, πού φανερώνουν τό πρόβλημα πού ἀνέκυψε μέ τήν Οὐκρανία.

α) Συζήτηση γιά τό θέμα

.           Ἤδη, ὅπως ἔχω σημειώσει πιό πάνω, ἡ παράγραφος 3γ´ παραπέμφθηκε ἀπό τήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Διάσκεψη τοῦ 1993 νά συζητηθῆ σέ μιά ἑπόμενη Προπαρασκευαστική Διάσκεψη.
.           Γιά τό θέμα αὐτό διεξήχθη ἐνδιαφέρουσα καί ἀποκαλυπτική συζήτηση στήν Προπαρασκευαστική Διάσκεψη τοῦ Δεκεμβρίου 2009. Δέν διαθέτω τά Πρακτικά τῆς Συνεδριάσεως αὐτῆς, ἀλλά ἔχω τήν Ἔκθεση τοῦ Γραμματέως π. Στεφάνου Ἀβραμίδη, πού κατέθεσε σέ ἐπίσημο κείμενό του στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, καί νομίζω ὅτι θά ἀποδίδη τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων.
.           Ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος (Περγάμου Ἰωάννης) Ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «ἀνέπτυξε τήν θέσιν τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου: ὅτι δηλαδή ἐφ’ ὅσον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐξασφαλίζει τήν συναίνεσιν τῶν κατά Τόπους Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, διά τῆς λήψεως ἐγγράφου συναινέσεώς τους, δύναται νά ὑπογράψῃ μόνος του τόν Πατριαρχικόν Τόμον». Δηλαδή, ὁ Τόμος τῆς Αὐτοκεφαλίας θά ὑπογραφόταν ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ἀφοῦ θά προηγῆτο ἡ συναίνεση ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.
.           Στήν συνέχεια ἀκολούθησε συζήτηση μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.           Πρῶτος, ὁ Σεβασμιώτατος Βολοκολάμσκ Ἱλαρίων (Ἐκκλησία Ρωσίας) «ἀνέπτυξε διά μακρῶν τήν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας: ὅτι ὅλοι οἱ Προκαθήμενοι πρέπει νά ὑπογράφουν τόν Τόμον τοῦ Αυτοκεφάλου ἤ τοὐλάχιστον “καί” ἡ Ἐκκλησία-Μήτηρ».
.           Αὐτό δείχνει ὅτι ἀμέσως ἐτέθη ἡ δεύτερη πρόταση, ἀντίθετη ἀπό τήν πρόταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Στήν οὐσία ἐτέθη τό θέμα τῆς μειώσεως τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπως προβλέπεται ἀπό τούς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅσες ἀκολούθησαν καί τῆς ὅλης Ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως.
.           Ὁ Θεοφιλέστατος Καμπινεάνουλ Κυπριανός (Ἐκκλησία Ρουμανίας) «ἐξέφρασε τήν αὐτήν μέ τόν Σεβ. Βολοκολάμσκ θέσιν, τονίσας ὅτι οὕτως ἐξασφαλίζεται ἡ ὁμοφωνία καί ἡ Συνοδικότης. Καί ἐπρότεινε, νά προστεθῆ εἰδική παράγραφος προβλέπουσα τήν δυνατότητα μιᾶς Ἐκκλησίας νά προσφύγῃ εἰς πανορθόδοξον ὄργανον εἰς περίπτωσιν “ἀδικαιολογήτου ἀρνήσεως” τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός νά συγκατατεθῇ νά χορηγηθῇ Αὐτοκέφαλον. Ὄπισθεν τῆς προτάσεως αὐτῆς ἴσως ὑποκρύπτετο ἡ Ρουμανική διεκδίκησις δικαιοδοσίας ἐπί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μολδαβίας».
.           Ἀκολούθως ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος Μητροπολίτης Περγάμου ἀντέτεινε, «ὅτι ὑπάρχουν πολλοί τρόποι ἐκφράσεως τῆς συνοδικότητος, τῆς ὁμοφωνίας καί τῆς ἑνότητος καί ἐξέφρασε τόν φόβον πού διατυπώνουν πολλοί, περί συνειδητῶν ἐνεργειῶν Ἐκκλησιῶν τινων διά μείωσιν τῶν προνομίων τῆς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας. Καί ἐτόνισεν, ὅτι ἄν ὑπογράψῃ μόνον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου οὐδόλως ὑποβαθμίζεται ἡ πανορθόδοξος συναίνεσις, ἀφοῦ κατά τά ἤδη ἀποφασισθέντα θά πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νά ἔχῃ δοθῆ ἡ συναίνεσις πάντων τῶν προκαθημένων καί φυσικά καί τοῦ προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός».
.           Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος (Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος) «ἀφοῦ ἀνεφέρθη εἰς τήν παγεράν ἀτμόσφαιραν πού ἐπεκράτει εἰς τήν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων, διά πολλῶν ἐπιχειρημάτων ἀπέδειξε ὅτι τήν ὁμοφωνίαν δέν μποροῦν νά διασαλεύσουν “ὡρισμένοι φιλονεικοῦντες” (κατά τήν φράσιν τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καν. ϛ´). Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἐκήρυττον ὅτι τά πάντα ἀπεφασίζοντο ὁμοφώνως, παρά τό γεγονός ὅτι ποτέ δέν ὑπῆρξεν ἀπόλυτος ὁμοφωνία καί πάντοτε ἐκράτει ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν δεσμεύεται ἀπό καμμίαν προπαρασκευαστικήν διαδικασίαν, ἀπαιτοῦσαν λῆψιν ὁμοφώνων προτάσεων πρός αὐτήν, καί μπορεῖ νά φέρῃ τά πάνω κάτω».
.           Ὁ Σεβασμιώτατος Βολοκολάμσκ «ὑπέμνησε ὅτι τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου τό Πατριαρχεῖον Μόσχας ἔλαβε κατόπιν ἀποφάσεως τῆς ἐνδημούσης ἐν Κ/πόλει Συνόδου! Μέ τό ἐπιχείρημα αὐτό ἤθελε νά ἐνισχύσῃ τήν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ὅτι τό Αὐτοκέφαλον πρέπει νά χορηγῆται ὑπό πανορθοδόξου σώματος».
.           Τότε ὁ Καθηγητής Φειδᾶς, πού ἦταν σύμβουλος στήν Γραμματεία «ἐπί τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», «παρεμβαίνων εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐτόνισεν ὅτι τό Πατριαρχικόν Ἀξίωμα ἐδόθη εἰς τόν Μόσχας ὑπό μόνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμία. Αὐτοκέφαλος εἶχε ἀνακηρυχθῇ τότε ὁ Μητροπολίτης Μόσχας. Στόν Μητροπολίτη Ἰώβ πρῶτα ἐδόθη τό Πατριαρχικό Ἀξίωμα καί μετά τό Αὐτοκέφαλον. Δηλαδή ἀποσαφηνίσθη ἡ θέσις τοῦ Πατριάρχου Μόσχας ἐν σχέσει πρός τόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως καί ἡ θέσις του εἰς τό σύστημα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν».
.           Πράγματι, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Καθηγητής ὑποστηρίζει σέ βιβλίο του, ἡ πατριαρχική τιμή καί ἀξία στόν Μητροπολίτη Μόσχας Ἰώβ ἔγινε ὑπό τοῦ Πατριάρχη Ἱερεμία Β´ τήν 26 Ἰανουαρίου 1589, κατά τήν θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Ναό τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ὀνομάσθηκε «Πατριαρχεῖον». Ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας μετά τήν ἐπιστροφή του στήν Κωνσταντινούπολη συνεκάλεσε ἐνδημοῦσα Σύνοδο (1590), στήν ὁποία συμμετεῖχαν καί ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἰωακείμ Ε´ καί ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος Δ´, γιά τήν ἔκφραση τῆς συναινέσεώς τους στήν ἀνακήρυξη τῆς πατριαρχικῆς τιμῆς καί ἀξίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Ἐπειδή ὅμως τότε ὁ θρόνος τῆς Ἀλεξανδρείας τελοῦσε ἐν χηρείᾳ, συνεκλήθη μετά τρία χρόνια μεγάλη ἐνδημοῦσα Σύνοδος (1593) γιά νά ἐκφρασθῆ καί ἡ συναίνεση καί τοῦ ἤδη ἐκλεγέντος καί χειροτονηθέντος Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Μελετίου Α´ Πηγᾶ. Ἔτσι, μέ τήν Ἐνδημοῦσα αὐτήν Σύνοδο ἔγινε ἀποδοχή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ὡς Πατριαρχείου πού εἶχε χορηγηθῆ ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἱερεμία Β´ μέ ἐπίδοση Πατριαρχικοῦ Χρυσόβουλου ἤ Τόμου τό 1589 στήν Μόσχα (Βλασίου Φειδᾶ, Ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν, Ἀθῆναι 2012, σελ. 343 καί ἑξῆς).
.           Ὁ Σεβασμιώτατος Βολοκολάμσκ «ὡσάν νά ἀπαντοῦσε εἰς τόν κ. Φειδᾶν εἶπε: Ὁ Πατριάρχης μας ποτέ δέν θά ἐξουσιοδοτήσῃ τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην νά μιλήσῃ ἐκ προσώπου του!».
.           Ἐκδηλώθηκε σαφέστατα ἡ ἀμφισβήτηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὡς πρώτου στό σύστημα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.           Ἄμεση ἀπάντηση ἔδωσε ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος: «Ἐδῶ, διαπιστώνεται, ὅτι τίθεται θέμα ἐκκλησιολογικό. Αὐτά πού λέγατε ἐνισχύουν τάς ὑποψίας μας, ὅτι ὑπάρχει προσπάθεια ὑποβαθμίσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἔχει συντονιστικόν ἔργον καί δύναται νά ἐκφράζῃ τήν γνώμην ὅλης τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί τό κάνει ἀφοῦ συνεννοηθῇ μέ τούς ἄλλους Προκαθημένους. Αὐτό δέν ἔχει καμμία σχέση μέ παπικά πρωτεῖα. Ὁ Πάπας ἐκφράζει τήν γνώμην του, δέν ἐρωτάει τούς ἄλλους. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ζητεῖ νά ἐξασφαλίσῃ τήν γνώμην τῶν ἄλλων καί αὐτήν ἐκφράζει».
.           Στό σημεῖο αὐτό λύθηκε ἡ Συνεδρία τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Ὁ π. Στέφανος Ἀβραμίδης συνεχίζει στήν Ἔκθεσή του:
.           «Καθ’ ὅλην τήν ἑπομένην ἡμέραν, παρά τήν ἔκκλησιν τοῦ Σεβ. Προέδρου νά μή μειωθῇ ἡ μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων συνέδρων ἀγάπη, αἱ συζητήσεις ἐπί τοῦ θέματος τοῦ ποιός ὑπογράφει τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου διεξήγοντο μέσα σέ ἕνα κλῖμα ἐντάσεων».
.           Ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος «ἐτόνισε ὅτι τό θέμα τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου τοῦ Αὐτοκεφάλου ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου εἶναι βασικόν ἐκκλησιολογικόν θέμα ἐπί τοῦ ὁποίου δέν δύναται νά γίνῃ καμμία ὑποχώρησις ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου».
.           Ἑπομένως, ἐτέθησαν δύο προτάσεις. Ἡ πρώτη πρόταση ἦταν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅτι ὁ Τόμος Αὐτοκεφαλίας ὑπογράφεται ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ἀφοῦ προηγηθῆ αἴτηση ἀπό τήν Ἐκκλησία πού θέλει τήν Αὐτοκεφαλία, συγκατάθεση τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἀνῆκε προηγουμένως καί συναίνεση ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ δεύτερη πρόταση ἦταν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ὅτι μέ τά ὅσα προηγοῦνται τῆς ἀνακήρυξης Αὐτοκεφάλου, ὁ Τόμος ὑπογράφεται ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.
.           Στήν ἔκθεση γράφεται: «Μέ τήν θέσιν αὐτήν (δηλαδή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου) συνετάγησαν τά Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καί αἱ Ἐκκλησίαι Ἑλλάδος καί Ἀλβανίας», δηλαδή 6 Ἐκκλησίες μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
«Μέ τήν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας συνετάγησαν αἱ Ἐκκλησίαι Σερβίας, Ρουμανίας (διά τούς δικούς της λόγους), καθώς καί αἱ Ἐκκλησίαι Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας, καί Τσεχίας καί Σλοβακίας», δηλαδή 7 Ἐκκλησίες μέ τό Πατριαρχεῖο Ρωσίας.
«Ὑπέρ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου ἀπό ὅλες τίς Ἐκκλησίες ἐτάχθη καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου». Τελικά 6 Ἐκκλησίες συνετάγησαν μέ τήν πρόταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί 8 Ἐκκλησίες συνετάγησαν μέ τήν πρόταση τοῦ Πατριαρχείου Ρωσίας.
.           Στήν συνέχεια ὁ Σεβ. Βολοκολάμσκ «ἐπρότεινε μίαν συμβιβαστικήν λύσιν: ὁ τόμος νά ὑπογράφεται ὑπό τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου μέ μεγαλύτερα γράμματα καί ἡ Ἐκκλησία-Μήτηρ νά ὑπογράφῃ ὡς συναποφαινομένη ἤ συμμαρτυροῦσα. Ὅμως ἡ πρότασις αὐτή δέν ἔγινε δεκτή, αἱ Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι ἐστήριζον τήν θέσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπέμενον, ὅπως ὁ Πατριαρχικός Τόμος ὑπογράφεται ὑπό μόνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἐνῷ αἱ ἄλλαι Ἐκκλησίαι ἐπέμεναν ὁ Τόμος νά ὑπογράφεται ἀπό ὅλους τούς Προκαθημένους τῶν κατά Τόπους Ἐκκλησιῶν καί ὄχι μόνον ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός».
.           Στό σημεῖο αὐτό παρενέβη ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος (Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος), ὁ ὁποῖος τόνισε «ὅτι ἡ ἐπιμονή καί ἐμμονή ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά συνυπογράφουν ὅλοι οἱ προκαθήμενοι ἤ ἔστω ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός δέν δείχνει ταπείνωσιν. Ἀνεφέρθη εἰς τά προνόμια τοῦ πάπα Παλαιᾶς Ρώμης, καθώς καί στά ἴσα προνόμια καί πρεσβεῖα τοῦ Πατριάρχου τῆς Νέας Ρώμης. Ὑπενθύμισε δέ, ὅτι εἰς τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Μόσχας ρητῶς ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Πατριάρχης Μόσχας ὀφείλει νά ἀναγνωρίζῃ τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην ὡς Πρῶτον. Καί ἄρα ὁ Μόσχας ἀθετεῖ βασικόν ὅρον ἐπί τῇ βάσει τοῦ ὁποίου τοῦ ἐχορηγήθη τό αὐτοκέφαλον καί ἡ Πατριαρχική ἀξία».
.           Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος εἶχε δίκαιο, γιατί στό πατριαρχικό Χρυσόβουλο πού δόθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη Ἱερεμία Β´ στόν Μόσχας, μέ τό ὁποῖο ἀναγνωρίζεται Πατριάρχης, ὅσο καί στό Συνοδικό Γράμμα τοῦ 1590, μέ τήν συναίνεση τῶν Πατριαρχῶν Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων τονιζόταν «ἵνα ὡς κεφαλήν καί ἀρχήν ἔχῃ αὐτόν τόν ἀποστολικόν θρόνον τῆς τοῦ Κωνσταντίνου πόλεως, ὡς καί οἱ ἄλλοι Πατριάρχαι» (Βλασίου Φειδᾶ ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 363).
.           Σέ ἀπάντηση αὐτῶν πού εἶπε ὁ Σεβασμιώτατος Νικοπόλεως, ὁ Σεβ. Βολοκολάμσκ ἐπέμενε: «Ἡ ὑπογραφή ὑπό τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός τοῦ Τόμου τοῦ Αὐτοκεφάλου εἶναι conditio sine qua non (προϋπόθεσις ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ) διά τό Πατριαρχεῖον Μόσχας. Ἡμεῖς ἐδέχθημεν νά ἀλλάξωμεν τήν ἀπόφασιν διά τό Αὐτοκέφαλον τῆς ἐν Ἀμερικῇ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (O.C.A.) καί εἰς οὐδεμία περίπτωσιν δεχόμεθα νά λείπῃ ἀπό τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου ἡ ὑπογραφή τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός».
.           Ὑπονομεύθηκε πλήρως τό κείμενο περί τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ αὐτοκεφάλου, ἄν καί προβλεπόταν νά προηγηθῆ ἡ αἴτηση τῆς Ἐκκλησίας πού τό ἐπιζητεῖ, ἡ συγκατάθεση τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί ἡ συναίνεση ὅλων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Ἡ διαφορά πού προέκυψε φαίνεται στά ρήματα «προσυπογράφεται», «συνυπογράφεται» καί «ὑπογράφεται». Δέν πρόκειται βέβαια γιά ἁπλά ρήματα, ἀλλά στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά μείωση τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί στήν πράξη ὅτι δέν ὑπάρχει πρῶτος στήν Ἐκκλησία.
.           Τήν ἑπομένη ἡμέρα, ἤτοι τήν 12η Δεκεμβρίου, μνήμη τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, μετά τήν θεία Λειτουργία στόν Ναό τοῦ Πατριαρχικοῦ Κέντρου, συνεχίσθηκε ἡ συζήτηση γιά τό ποιός ὑπογράφει τόν Πατριαρχικό Τόμο τοῦ Αὐτοκεφάλου. Γράφεται στήν Ἔκθεση: «Κατετέθη δέ πρότασις, νά τροποποιηθῆ ἡ παράγραφος 3γ καί ἀντί νά λέγη: “Εἶναι ἐπιθυμητόν νά προσυπογράφεται (ὁ Τόμος ὑπό τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου) καί ὑπό τῶν Προκαθημένων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπό τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-μητρός”, νά λέγῃ “…μάλιστα δέ ὑπό τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός” ὥστε νά ἐκφράζεται τό ἐπιθυμητόν καί ὄχι τό ὑποχρεωτικόν διά νά ἐξασφαλίζεται τό ὑπάρχον προνόμιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἐπέμεινεν ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον ὁ Τόμος νά συνυπογράφεται ὑπό τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός, (ὡς ἐσχάτη ὑποχώρησις), αἱ δέ Ἐκκλησίαι Ρουμανίας καί Πολωνίας ἀνέφερον, ὅτι ἡ πρότασις, ὁ Τόμος νά ὑπογράφεται ἀπό ὅλους τούς Προκαθημένους εἶναι ἀπόφασις ἀμετάκλητος δι’ αὐτάς».
.           Ἀφοῦ δέν ἔγινε ἀποδεκτή αὐτή ἡ συμβιβαστική πρόταση ὁ Σεβ. Πρόεδρος «παρετήρησεν ὅτι ἐφ’ ὅσον δέν προβλέπεται ἀπό τά μέχρι τώρα, νά ὑπάρξῃ ὁμοφωνία ἐπί τοῦ θέματος τούτου δέν ἔχομεν δικαίωμα νά δαπανῶμεν περισσότερον χρόνον ἐπ’ αὐτοῦ. Τό θέμα ἔληξε καί παραπέμπεται εἰς τήν προσεχῆ Προπαρασκευαστικήν Ἐπιτροπήν».
.           Στήν συνέχεια ἔγινε συζήτηση γιά τήν πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας πού εἶχε ὡς ἑξῆς: «Ὡς πρός τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου καί τοῦ τρόπου ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, μέ σκοπόν τήν διατύπωσιν τῆς ἐπισήμου θέσεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπιθυμοῦμε νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἑξῆς ἐπισημάνσεις:

1) εἰς τήν περίπτωσιν ἀδικαιολογήτου ἀρνήσεως ἐκ μέρους μιᾶς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας-Μητρός, νά παράσχῃ τήν συγκατάθεσίν της νά ἀποκτήσῃ Αὐτοκέφαλον κάποιο τμῆμα τοπικῆς Ἐκκλησίας, τό θέμα αὐτό πρέπει νά παραπέμπεται πρός ἐπίλυσίν του εἰς μίαν ad hoc Πανορθόδοξον Σύναξιν (προκαθημένων ἤ ἐκπροσώπων των),
2) ἡ πρᾶξις διά τῆς ὁποίας παρέχεται τό Αὐτοκέφαλον εἰς μίαν τοπικήν Ἐκκλησίαν νά ὀνομάζεται ἁπλῶς “Τόμος” καί νά ὑπογράφεται ἀπό τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην καί ὅλους τούς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν».

.           Ἡ πρόταση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας ἀπαιτοῦσε νά γίνη προσθήκη στήν παράγραφο 3α τοῦ κειμένου πού εἶχε ἐγκριθῆ ἀπό τήν Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τοῦ 1993, πράγμα πού δέν προβλεπόταν νά γίνη στήν Προπαρασκευαστική αὐτή Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἶχε ἁρμοδιότητα νά συζητήση μόνον τήν παράγραφο 3γ.
.           Στήν Ἔκθεσή του ὁ π. Στέφανος Ἀβραμίδης γράφει: «Ἀκολούθησε συζήτησις περί τοῦ: ἄν καί κατά πόσον ἡ Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή μποροῦσε νά συζητήσῃ ἕνα τέτοιο θέμα. Καί ὡρισμένοι μέν -ἰδίως οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας- ἐθεώρησαν ὅτι τό θέμα ἦτο ἐκτός ἡμερησίας διατάξεως καί ὅτι εἶχε πλέον κλείσει ἡ συζήτησις ἐπί τῆς παραγρ. 3α τοῦ κειμένου τοῦ 1993, ἡ διατύπωσις τῆς ὁποίας εἶχε γίνῃ τότε ὁμοφώνως ἀποδεκτή. Ἄλλοι ὅμως συνεφώνησαν ὅτι τό θέμα δύναται νά συζητηθῆ ὡς σχετικόν καί ἐκφράζον τό Πανορθόδοξον ἐνδιαφέρον διά μίαν Πανορθόδοξον λύσιν. Ἀλλά καί πάλιν διαπιστώθηκε διαφωνία. Καί γενομένης ψηφοφορίας, ἄν δύναται νά συζητηθῇ τό θέμα, ἐννέα Ἐκκλησίαι ἐψήφισαν ναί, πέντε ὄχι! Κατά τήν ἀκολουθήσασα συζήτησιν ἡ Ρωσσική ἀντιπροσωπεία ἐτάχθη κατηγορηματικῶς ἀντίθετη μέ τήν πρότασιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, διότι ἐφαίνετο ἀναιροῦσα τό ὁμοφώνως δεκτόν γενόμενον, ὅτι τό αὐτοκέφαλον δέν χορηγεῖται ἄν δέν συγκατατεθῇ ἡ Ἐκκλησία-Μήτηρ.
Εἰς τό ἐπιχείρημα τοῦτο τῶν Ρώσων, ἡ Ρουμανική Ἐκκλησία ἀντέτεινε, ὅτι ἡ πρότασις δέν ἀπέβλεπε νά ἀναιρέσῃ τήν διαδικασίαν τῆς ἀνακηρύξεως Αὐτοκεφάλου, πού ὁπωσδήποτε θά πρέπει νά ἀρχίζῃ μέ πρωτοβουλίαν τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός, ἀλλά μόνον εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον μποροῦν αἱ ἄλλαι Ἐκκλησίαι νά ἀναπτύξουν ἐνδιαφέρον διά ἄλλην Ἐκκλησίαν, πού θά ἐπιθυμεῖ νά λάβῃ Αὐτοκέφαλον. Ἐντός τοῦ πνεύματος τούτου ἐγένοντο δύο προτάσεις: τό θέμα νά παραπέμπεται ἤ εἰς τό Οἰκ. Πατριαρχεῖον, ἤ εἰς πανορθόδοξον Σῶμα, συγκαλούμενον ὑπό τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου. Εἰς τό σημεῖον αὐτό κατατέθη μετ’ ἐμφάσεως, ὅτι Ἐκκλησίαι τινές Ἐθνικαί, ἐπιζητοῦσαι Αὐτοκέφαλον, καί μή εὑρίσκουσαι κατανόησιν σκέπτονται νά ἀποχωρήσουν ἀπό τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί νά γίνουν οὐνιτικαί.
Εἰς τήν παρατήρησιν αὐτήν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Τσεχίας καί Σλοβακίας θέλων νά ὑποστηρίξῃ τήν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας εἶπε: “Ἐγώ φοβοῦμαι τόν ἐκβιασμό! Ὅποιος θέτει τήν ταυτότητά του ὑπεράνω τῆς πίστεως, ἀργά ἤ γρήγορα θά φύγη! Ἄν δέν εἶσαι εὐχαριστημένος πού εἶσαι ἐλεύθερος, νά φύγης καί νά πᾶς ὅπου θέλεις”!
».
.           Τότε ὁ Σεβ. Νικοπόλεως εἶπε: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι δεκατέσσερα σώματα, ἀλλ’ ἕν σῶμα. Ἐδῶ οἱ συνομιλίαι μας ὁμοιάζουν μέ ἐκεῖνες τοῦ Χριστόφια μέ τόν Ταλάτ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καί ὑπάρχει διά τήν σωτηρίαν τοῦ κόσμου. Ὁ Χριστός μᾶς λέγει, ὅτι ὁ Καλός Ποιμήν, ὅταν πλανηθῇ καί φεύγῃ ἕνα πρόβατον ἀπό τά ἑκατόν, ἀφίνει τά ἐννενῆντα ἐννέα καί βγαίνει στά βουνά πρός ἀναζήτησιν τοῦ πλανηθέντος. Εἴμεθα ποιμένες -ἐκτός ἄν εἴμεθα μισθωτοί! Καί ἔχομεν καθῆκον νά φροντίζωμεν τά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ. Διαμαρτύρομαι γιά αὐτό πού ἐλέχθη, δηλαδή “ἄν θέλουν ἄς φύγουν”! Τά πρόβατα εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά μᾶς. Καί ἐμεῖς πρέπει νά σταυρώσωμεν τίς δικές μας ἐπιθυμίες. Ὅταν μιά Ἐκκλησία τελεῖ σαράντα χρόνια σέ σχίσμα, ἔχομεν χρέος νά παρέμβωμεν καί ὄχι νά ἀκολουθοῦμεν τήν “κατά φιλονεικίαν” γνώμην τοῦ ἑνός. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι Ο.Η.Ε. Δέν ἔχουν οἱ Ἐκκλησίες βέτο. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖ σύνοδον καί αὐτή ἐπιβάλλει λύσιν διά τήν σωτηρίαν τῶν λογικῶν προβάτων. Ἀκόμη καί ἐπιτίμια. Τό θέμα εἶναι πνευματικόν, ὄχι νομικίστικον! Εἴμαστε ἀδελφοί! Καί δέν κάνει νά συμπεριφερόμεθα σάν ἐχθροί».
.           Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος ἔθεσε τόν δάκτυλο ἐπί τῶν τύπων τῶν ἥλων, ἐκφράζοντας τήν ἀλήθεια ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα καί ὄχι δεκατέσσερα ἀνεξάρτητα σώματα, κατά προτεσταντικό τρόπο!
.           «Κατόπιν ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ ὡς ἄνω πρότασις τῆς Ρουμανίας. Ἀλλά ἡ Ρωσική Ἐκκλησία προέβαλε βέτο! Ἔτσι ἡ πρότασις δέν ἐτέθη κἄν εἰς ψηφοφορίαν!».
.           Τό θέμα ἔχει καί συνέχεια.
.           Στήν Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Φανάρι 6-9 Μαρτίου 2014) μεταξύ τῶν ἀποφάσεων πού ἐλήφθησαν γιά τήν μέλλουσα νά συγκληθῆ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἦταν καί τά ἀκόλουθα: «Τυγχάνει εὐκταῖον ὅπως τά εἰς προπαρασκευαστικόν στάδιον συζητηθέντα δύο θέματα, ἤτοι «Τό Αὐτοκέφαλον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ» καί «τά Δίπτυχα» συζητηθοῦν περαιτέρω ὑπό τῆς Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐάν ἐπιτευχθῆ ὁμοφωνία καί ἐπί τῶν δύο τούτων θεμάτων, ταῦτα θά παραπεμφθοῦν εἰς τήν Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τοῦ 2015 καί δι’ αὐτῆς εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον».
.           Ὅμως δέν ἐπετεύχθη ὁμοφωνία, γι’ αὐτό τά θέματα αὐτά δέν παρεπέμφθησαν στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης. Ἔτσι, χάθηκε μιά εὐκαιρία γιά τήν ἐπίτευξη τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.           Παρατηρῶ ὅτι γίνεται θεολογικός διάλογος μέ τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς γιά νά εὑρεθῆ τρόπος ἐπαναφορᾶς τους στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Αὐτό κάνει τούς Ἑτεροδόξους νά καγχάζουν λέγοντας: «Νά βρῆτε ἐσεῖς τήν ἑνότητα μεταξύ σας καί τότε νά ἐπιχειρήσετε καί τήν ἑνότητα ὅλων τῶν ἄλλων Χριστιανῶν».
.           Ἔτσι, καί τό παπικό σύστημα διοικήσεως ἔχει πρόβλημα, λόγῳ τοῦ πρωτείου καί ἀλαθήτου τοῦ Πάπα, καί τό συνοδικό σύστημα ἔχει πρόβλημα, ὅταν δέν ἀναγνωρίζεται ἕνας Πρῶτος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού δέν θά ἀσκῆ τά καθήκοντά του μέ παπική νοοτροπία, ἀλλά ὡς Πρῶτος πού θά ἐπικοινωνῆ μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες καί θά ἐξασφαλίζη τήν συναίνεσή τους. Σαφέστατα ὑπάρχει διαφορά μεταξύ τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου καί τοῦ Πρώτου στό συνοδικό σύστημα διοικήσεως. Ἄν δέν ὑπάρχη ἕνας Πρῶτος, τότε καταλήγουμε στήν προτεσταντική συνομοσπονδία.

β) Παρατηρήσεις-Συμπεράσματα

.           Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Στέφανος Ἀβραμίδης στό τέλος τῆς Ἐκθέσεως παραθέτει καί τίς παρατηρήσεις του καί τά συμπεράσματά του. Πρόκειται γιά ἕξι συμπεράσματα, τά ὁποῖα δείχνουν τά προβλήματα πού ὑπάρχουν στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ταλανίζονται ἀπό μία ἀκατανόητη μορφή αὐτονομίας καί μιά ἀντορθόδοξη νοοτροπία ἐθνοφυλετισμοῦ, σύμφωνα μέ τήν ὁποία προτάσσεται τό ἔθνος πάνω ἀπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

.           Παραθέτω τά συμπεράσματα τοῦ π. Στεφάνου πού εἶναι ἀποκαλυπτικά, γιατί τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά γνωρίζη αὐτήν τήν κατάσταση, γιά νά κάνη τήν διάκριση μεταξύ τοῦ ἐσωτερικοῦ πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως παρουσιάζεται ἀπό τούς Ἀποστόλους καί Πατέρας, καί τῆς ἐθνικιστικῆς ἐμπαθοῦς νοοτροπίας μερικῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.

.           Γράφεται στήν Ἔκθεση ὡς Παρατηρήσεις-Συμπεράσματα:

«1. Ἄν κανείς θελήσει νά ἐκτιμήσει καί ἀξιολογήσει τά ἐν Γενεύῃ εἰς τήν Προπαρασκευαστικήν Διάσκεψιν ἀπό 9 – 17 Δεκεμβρίου 2009 διά τήν προετοιμασίαν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, θά πρέπει νά ὁμολογήσῃ ὅτι ξεκίνησε, συνεχίσθηκε καί ἔκλεισε μέσα σέ ἕνα πνεῦμα ὄχι ἁπλῶς ψυχρότητος, ἀλλά κατά κυριολεξία παγερότητος καί παγωνιᾶς. Τό 1993, δηλαδή πρό 16 ἐτῶν εἶχε διακοπῆ ὑπό θλιβεράς συνθήκας ἡ τότε Συνδιάσκεψις χωρίς ἐλπίδα. Κατά ἄκρα μακροθυμία ἡ Α.Θ.Π. ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐδέχθη νά συνεχισθοῦν κατά τό ἤδη παρελθόν ἔτος 2009.

2.Τίποτε στήν Συνδιάσκεψη αὐτή δέν ἐνθύμιζε πνεῦμα Χριστοῦ, ἀγάπη, Ἐκκλησία, Πεντηκοστή. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ἐκκλησιῶν σεβάσμιοι ἱεράρχες ἀγωνίζονταν, ἤ παραταξιακά χωρισμένοι σέ δύο μπλόκ (τῶν ὑπερμάχων τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῶν πολεμίων του) ἤ μέ ἀγωνία νά ξεπερασθῇ αὐτό τό ψυχοφθόρον καί καταλυτικόν τῆς ἔννοιας τῆς Ἐκκλησίας πνεῦμα, πού ἔχει εἰσέλθη εἰς τά ἀνώτερα κλιμάκιά της καί σιγά-σιγά μεταβάλλεται σέ ἰδεολογική ταυτότητα τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Μάτην ἠκούσθησαν κραυγαί ἀγωνίας.

3.Αἰτία τοῦ κακοῦ ὑπῆρξε ἡ, εἴτε κατά παγίδευσιν, εἴτε ἄλλως πως, εἰσαχθεῖσα εἰς τόν τρόπον προετοιμασίας μέθοδος τῆς λήψεως ἀποφάσεων κατά πλήρη καί ἀπόλυτον ὁμοφωνίαν. Ἡ ἀρχή φαίνεται ἀπολύτως ὀρθή. Ὅμως δέν εἶναι. Ἀφοῦ δέν ἐλήφθη ποτέ, εἰς καμμίαν Σύνοδον καμμία ἀπόφασις οὔτε γιά διατύπωσιν δόγματος, οὔτε γιά λύσιν κανονικοῦ προβλήματος μέ ἀπόλυτον ὁμοφωνίαν. Καί ἤδη ἡ Α´ Οἰκουμενική Σύνοδος προειδοποιεῖ καί μέ τόν ϛ´ Κανόνα νομοθετεῖ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τήν ψῆφον τινῶν, δύο ἤ τριῶν, πού “φιλονεικοῦντες”, δηλαδή ἀντίθετα πρός τίς ἐπιταγές τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς Εὐαγγελικῆς ἀγάπης σκεπτόμενοι καί ἐνεργοῦντες, προκαλοῦν ταραχήν καί τραύματα εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὄχι μόνον νά καταφρονοῦνται, ἀλλά καί νά ἐπιτιμῶνται. Καί παρετηρήθη, ὅτι μέ προπέτειαν καί ἐλαφράν καρδίαν ὑποτιμῶντο ἀρχές πού ἐπρυτάνευαν ἐντελῶς ἀδιαμφισβήτητες εἰς τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας περισσότερα ἀπό 1500 χρόνια!

4.Ὅπως ἀναφέραμε ἀνωτέρω, διεφάνη ὁλοκάθαρα ὅτι ὑπάρχουν δύο “μπλόκ” μέσα στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες: Τό “μπλόκ” ὑπέρ τῶν δικαίων προνομιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τό “μπλόκ”, τό ὁποῖον θέλει νά μειώσῃ, καί εἰ δυνατόν, νά καταργήσῃ τά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, παρά τό γεγονός ὅτι ἰσχυρίζεται τό ἀντίθετον. Εἰς τό πρῶτον ἀνήκουν ὅλα τά πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἐκκλησία Ἀλβανίας καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἄν καί αὐτή διαφοροποιήθη, ὅσον ἀφορᾷ τό θέμα τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου τοῦ Αὐτοκεφάλου. Εἰς τό δεύτερον “μπλόκ”, ἡγέτις εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας συνεπικουρουμένη ὑπό τῶν Ἐκκλησιῶν Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας καί Τσεχίας. Ἡ πώλωσις αὐτή δυσκολεύει καί θά δυσκολεύσῃ ὄχι μόνον τήν πορείαν πρός τήν σύγκλησιν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἀλλά καί κάθε ἄλλην πανορθόδοξον συνεργασίαν καί προσπάθειαν.

5. Ἰδιαιτέρως αἰσθητή ὑπῆρξεν ἡ ἀντίθεσις τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίωνος πρός τά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Τοῦτο ἄλλωστε ἦτο ἀναμενόμενον, ἀφοῦ οὗτος δέν ἔπαυσε ποτέ εὐκαίρως-ἀκαίρως, τόσον εἰς τό Βελιγράδι, ὅσον καί εἰς τόν διάλογον μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, νά δράττεται πάσης εὐκαιρίας νά τονίζῃ ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης δέν εἶναι “Πάπας τῆς Ἀνατολῆς” καί ὅτι οὐδεμίαν ἐξουσίαν κατέχει ἐντός τοῦ σώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καί ὅτι οὐδέποτε ὁ Πατριάρχης Μόσχας θά τόν ἐξουσιοδοτήσῃ νά ἐκφράσῃ γνώμην του! Παρόμοια ἦτο καί ἡ στάσις τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, Θεοφ. Ἐπισκόπου Καμπινεάνολ κ. Κυπριανοῦ ἄν καί ὄχι τόσο ἐμφανής.
Ἐντύπωσιν προεκάλεσεν ἡ στάσις τοῦ Ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, Σεβ. Μητροπολίτου Μαυροβουνίου κ. Ἀμφιλοχίου, ἡ ὁποία, παρά τόν προβαλλόμενον τάχα “φιλελληνισμόν” τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, εἰς ὅλα σχεδόν, ἦτο εὐθυγραμμισμένη μέ τάς θέσεις τῆς Μόσχας.

6. Τέλος τό γεγονός, ὅτι μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ὑπῆρξαν ἀρκετοί πρώην ὑπότροφοι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μαυροβουνίου κ. Ἀμφιλόχιος, ὁ Σεβ. Ἀχρίδος κ. Ἰωάννης, ὁ Θεοφ. Ἐπίσκοπος Καμπινεάνολ κ. Κυπριανός, ὁ Θεοφ. Γεωργιανός Ἐπίσκοπος κ. Μελχισεδέκ, ὁ Θεοφ. Πολωνός Ἐπίσκοπος Σιεματίτσε κ. Γεώργιος, εἰς οὐδέν ὠφέλησε τάς διεκδικήσεις τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου. Οὗτοι οὐδεμίαν φιλελληνικήν στάσιν ἐτήρησαν. Τό μόνον πού κατάφεραν, ἦτο νά ὁμιλήσουν ἐναντίον τῶν θέσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς ἄπταιστα ἑλληνικά».

.           Οἱ παρατηρήσεις αὐτές τοῦ π. Στεφάνου Ἀβραμίδη εἶναι ἐνδεικτικές τῆς ἀτμόσφαιρας πού ἐπικρατοῦσε στήν Προπαρασκευαστική αὐτή διάσκεψη, ἀλλά καί τό κλίμα πού ἐπικρατεῖ στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
.           Ὅταν διαβάση κανείς προσεκτικά τίς πιό πάνω παρατηρήσεις, λέξη πρός λέξη, τότε θά καταλάβη ὅλο τό σύγχρονο πρόβλημα πού ἀνέκυψε μέ τήν διαδικασία ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας στήν Οὐκρανία. Ὅταν ἀμφισβητῆται ὁ ρόλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πού καθιερώθηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί σεβάσθηκε ἡ παράδοση ὅλων τῶν αἰώνων, τότε δέν μπορεῖ νά λυθῆ κανένα πρόβλημα στήν Ἐκκλησία.
.           Αὐτός εἶναι ὁ βασικός λόγος γιά τόν ὁποῖον στήν σύνταξη τῶν κειμένων ἐπικρατεῖ ἡ διπλωματική γλώσσα, προκειμένου νά ἐπέλθη ὁμοφωνία. Ἀλλά μέ διπλωματικές λέξεις καί κρυφά νοήματα δέν μπορεῖ νά ἐπικρατήση ἐκκλησιαστική ἑνότητα.
.           Πρέπει δέ νά σημειωθῆ ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης δέν ἐνεργεῖ ὡς «Πάπας τῆς Ἀνατολῆς». Ἄλλωστε ὁ ἴδιος πολλές φορές ἔχει διακηρύξει ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἔχουμε Πάπα. Ἀλλά τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας λειτουργεῖ βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων, πού σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μιά Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, πού ἔχει συντονιστικό καί καθοριστικό ρόλο.

3. Τελικό συμπέρασμα

.           Ὕστερα ἀπό ὅσα ἀναφέρθησαν φαίνεται ὅτι τελικά δέν συμφωνήθηκε νά παραπεμφθῆ τό κείμενο περί τοῦ Αὐτοκεφάλου καί τοῦ τρόπου ἀνακηρύξεώς του στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο.
.           Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί ὅλες οἱ Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες εἶχαν δεχθῆ νά ἀνακηρύσσεται μία Ἐκκλησία Αὐτοκέφαλη μετά ἀπό αἴτησή της, συγκατάθεση τῆς Μητρός Ἐκκλησίας ἀπό τήν ὁποία ἀποσπᾶται καί τήν συναίνεση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως τό δέχθηκαν ὅλες οἱ Ἐκκλησίες. Ἐπίσης, μερικές Ἐκκλησίες ἀρνήθηκαν καί συμβιβαστικές προτάσεις χωρίς νά προσβάλλονται τά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
.           Σαφῶς φαίνεται ὅτι μέ τίς τακτικές αὐτές ὑπονομεύονται τά κανονικά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπως καθορίσθηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἐπειδή ἐμφιλοχώρησε ἡ θεωρία περί «Τρίτης Ρώμης».
.           Ἄν συμφωνοῦσαν ὅλες οἱ Ἐκκλησίες νά παραπεμφθῆ τό κείμενο τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο γιά ἔγκριση, ὅπως εἶχε ἐγκριθῆ ἀπό τό 1993, σήμερα δέν θά βρισκόμασταν στήν κατάσταση αὐτήν. Προφανῶς, ἀφοῦ δέν ἐγκρίθηκε τό κείμενο περί ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐφήρμοσε τήν πρακτική μέ τήν ὁποία οἱ Ἐκκλησίες τά νεώτερα χρόνια ἀπέκτησαν τήν Πατριαρχική ἀξία καί τιμή, δηλαδή μέ Πατριαρχικούς Τόμους, μέ τήν προϋπόθεση νά ὁλοκληρωθῆ αὐτή ἡ διαδικασία στήν Μέλλουσα Πανορθόδοξη Σύνοδο.
.           Τελειώνοντας πρέπει νά ὑπογραμμισθῆ, ὅτι παρά τά προβλήματα πού ὑπάρχουν στόν ἐξωτερικό χῶρο, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, ὅπως καταγράφεται στίς Ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μέ τούς ὅρους καί τούς κανόνας. Ἄν τηροῦμε τά δόγματα καί τούς κανόνες τότε θά ἐπικρατῆ ἡ ἑνότητα στήν Ἐκκλησία.
.           Πάντως, στίς συζητήσεις πού ἔγιναν στήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τόν Δεκέμβριο τοῦ 2009 στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης φαίνεται καθαρά γιατί φθάσαμε στίς σύγχρονες διενέξεις καί ποιός εὐθύνεται γι’ αὐτό.

Αἰωνία νά εἶναι ἡ μνήμη τοῦ Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελετίου, ὁ ὁποῖος μέ τίς γνώσεις του καί τό ἐκκλησιαστικό του φρόνημα ἐκπροσώπησε κατά τόν καλύτερο τρόπο τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος στήν Προπαρασκευαστική αὐτή Πανορθόδοξη Διάσκεψη, πού δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος σέβεται τά κανονικά θέσμια.

Ἐπίσης, αἰωνία ἡ μνήμη καί τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Ἀβραμίδη, ὁ ὁποῖος κατέγραψε μέ εὔστοχο τρόπο τά ὅσα συνέβησαν στήν Διάσκεψη αὐτή, καί τό κείμενό του ἀποτελεῖ ἱστορικό ντοκουμέντο, πού ἑρμηνεύει τό θέμα πού ἀνέκυψε στίς ἡμέρες μας.

ΓΙΑ ΤΗΝ “ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ” τοῦ “νέου Συντάγματος” (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)



Δήλωση τοῦ Μητροπολίτου Mάνης κ. Χρυσοστόμου Γ´ στὸν δημοσιογράφο Γιῶργο Νταλιάρη στὸ «ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» σχετικὰ μὲ τὸ θέμα τοῦ διαχωρισμοῦ Κράτους – Ἐκκλησίας ποὺ ἦρθε ξανὰ στὸ προσκήνιο μετὰ τὶς δηλώσεις μελῶν τῆς Κυβέρνησης.

.            «Πρωταρχικὰ εἶναι ἀνάγκη, ὅταν μιλᾶμε γι’αὐτὲς τὶς σχέσεις, Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, νὰ γνωρίζουμε κυρίως τί εἶναι Ἐκκλησία», ἀναφέρει ἀρχικὰ καὶ προσθέτει: «Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἕνας οἱοσδήποτε κοσμικοῦ τύπου ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος ἀλλάζει κατὰ διάφορα χρονικὰ διαστήματα. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ φράσεις “ὡρίμασε ἡ κοινωνία” ἢ “εἶναι καιρὸς τώρα” τυγχάνουν μικροῦ βεληνεκοῦς φράσεις. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἐφεύρημα τωρινό, ὑπάρχει αἰῶνες τώρα πρὸ κάθε κράτους».
.            Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρθηκε στὰ σημεῖα ἐκεῖνα τοῦ Συντάγματος ποὺ οἱ κυβερνῶντες θέλουν νὰ ἀλλάξουν καὶ τονίζει: «Τὸ προοίμιον τοῦ Συντάγματος εἶναι τίτλος τιμῆς γιὰ τὸ ἔθνος μας. Ἐμεῖς σεβόμαστε, τιμᾶμε τὴν ἱστορία μας. Καὶ τοῦτο γιατί ἔχουμε ἱστορία πολιτισμοῦ, ποὺ στηρίζεται στὸν κλασικὸ Ἑλληνισμὸ καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ διδασκαλία. Τὸ ἄρθρο 3 νὰ παραμείνει ὡς καλῶς ἔχει ἐπακριβῶς. Ὁ ὅρος “ἐπικρατοῦσα θρησκεία” χρειάζεται μὲ τὶς ποικίλες προκλήσεις τῆς παγκοσμιοποίησης καὶ τοῦ συγκρητισμοῦ. Ἐπίσης ὅσα ἀναφέρονται στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλιῶς μιλᾶμε ἀορίστως γιὰ κάποια Ἐκκλησία ἀπροσδιόριστα. Τὸ ἴδιο ἰσχύει, ἤτοι νὰ παραμείνουν, ὅσα γράφονται γιὰ τοὺς Ἱ. Κανόνες τὸν Καταστατικὸ Χάρτη, τὸν Πατριαρχικὸ Τόμο τοῦ 1850 καὶ τὴν Συνοδικὴ Πράξη τοῦ 1928. Νὰ παραμείνει στὴ θέση του τὸ ἄρθρο 3 καὶ ὡς ἔχει. Εἶναι ἄριστα διατυπωμένο. Δὲν συντρέχει ἀποχρῶν λόγος γιὰ ἀναθεώρηση».
.          Καὶ ὁλοκληρώνοντας ἀναφέρει: «Ὅσον ἀφορᾶ τὴ λεγομένη “θρησκευτικὴ οὐδετερότητα”, ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ δὲν χρειάζεται, παρέλκει, διότι ἤδη ὑπάρχει ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης στὸ ἄρθρο 13, στὸ ὁποῖο ὅλα καλῶς περιέχονται ἤτοι καὶ ἡ θρησκευτικὴ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀνεξιθρησκεία».

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Θρησκευτικὴ οὐδετερότητα εἶναι ἁπλῶς ἡ λενινιστικὴ “πόρτα” (νομικὴ φόρμα ἢ ΠΡΟΒΕΙΑ!) γιὰ νὰ περάσει  ὁ λύκος (νὰ νομιμοποιηθεῖ ἡ δίωξη τῆς Ἐκκλησίας). Ἡ Ἱστορία βοᾶ περὶ αὐτοῦ.

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

ΚΟΥΤΟΠΟΝΗΡΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)


.         Οἱ κουτοπονηριὲς τοῦ ΣΥΡΙΖΑ μὲ τὸ Σύνταγμα δὲν περνᾶνε. Εἰδικότερα ἡ πρότασή του γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἄρθρου 3, ποὺ ἀφορᾶ τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, εἶναι ὀφθαλμοφανῶς πρὸς τὴν κατεύθυνση νὰ προχωρήσει στὴν ἐπιβολὴ ἑνὸς ἄθεου «λαϊκοῦ» κράτους.
.         Εἶναι ἀφέλεια νὰ νομίζουν οἱ προτείνοντες τὴν ἀλλαγὴ στὸ ἄρθρο 3 ὅτι οἱ Ἕλληνες πολίτες θὰ θεωρήσουν ὡς ἁπλὴ λεκτική, πραγματικὴ καὶ ἐννοιολογικὴ ἀντίφαση τὴν ταυτόχρονη ὕπαρξη «ἐπικρατοῦσας θρησκείας» καὶ «θρησκευτικὰ οὐδέτερης» Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Ἐκ τῶν ἔργων, τῶν ἐξαγγελιῶν καὶ τῶν λόγων τῶν ἡγετῶν καὶ τῶν στελεχῶν τοῦ ΣΥΡΙΖΑ εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ «ἐπικρατοῦσα θρησκεία», κατ’ αὐτούς, ἀφορᾶ τὴν ἱστορία καὶ τὸ ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν Ἑλλήνων εἶναι ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ καὶ ἀναγνωρίζουν τὴν Ὀρθοδοξία ὡς ἕνα τῶν κύριων στοιχείων τῆς ταυτότητάς τους.
.         Ἡ πρόταση τοῦ ΣΥΡΙΖΑ γιὰ τὸ ἄρθρο 3 περιλαμβάνει καὶ μία «ἑρμηνευτικὴ δήλωση», ὅτι «ὁ ὅρος ἐπικρατοῦσα θρησκεία δὲν ἀποτελεῖ ἀναγνώριση ἐπίσημης κρατικῆς θρησκείας καὶ δὲν ἐπιφέρει καμία δυσμενῆ συνέπεια σὲ βάρος ἄλλων θρησκευμάτων καὶ γενικότερα στὴν ἀπόλαυση τοῦ δικαιώματος τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας». Ἡ κουτοπονηριὰ στὴ συγκεκριμένη ἑρμηνευτικὴ δήλωση εἶναι ὅτι προκαλεῖ δυσμενεῖς ἐντυπώσεις γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γράφοντας ἀνακρίβειες. Τὸ Σύνταγμα πουθενὰ δὲν Τὴν ἀναφέρει ὡς «ἐπίσημη κρατικὴ θρησκεία» καὶ μὲ τὸ ἄρθρο 3, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ἄρθρο 13, κατοχυρώνει πλήρως τὴν θρησκευτικὴ ἐλευθερία καὶ εἶναι ἀπολύτως ἐναρμονισμένη μὲ τὸ Εὐρωπαϊκὸ Δίκαιο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων.
.         Μὲ τὴν πρότασή του ὁ ΣΥΡΙΖΑ εἶναι σαφὲς ὅτι ἐπιδιώκει τὴν ἐπιβολὴ τῆς «θρησκευτικὰ οὐδέτερης Ἑλληνικῆς Πολιτείας». Μὲ τὴν πρότασή του βάλλει κατὰ τοῦ παραδοσιακοῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογένειας. παλείφεται π ατν τ μέρος τς σχύουσας διάταξης, πο ναφέρει τι οκογένεια ποτελε «θεμέλιο τῆς συντήρησης κα τς προαγωγς το θνους». πίσης μ Νόμους μετέτρεψε τ Θρησκευτικ σ δεολογικ ργαλεο τς παγκοσμιοποίησης κα διαμορφώνει μία νέα στορία, σύμφωνη μ τς δεολογικς μμονές του.
.         Ἐπιδιώκει ἀκόμη τὴν κατάργηση τοῦ θρησκευτικοῦ ὅρκου, ποὺ δίδουν προαιρετικὰ πρὸ τῆς ἀνάληψης τῶν καθηκόντων τους οἱ ἀνώτατοι κρατικοὶ λειτουργοί. Μὲ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἔδωσαν πολιτικὸ ὅρκο ὁ Ἀλ. Τσίπρας καὶ πολλοὶ ὑπουργοί του. ξαναγκασμς ν ρκισθε ποχρεωτικ Πρόεδρος τς Δημοκρατίας, πρωθυπουργός, τ μέλη το πουργικο Συμβουλίου κα ο βουλευτς μ πολιτικ ρκο ποτελε μ παραβίαση τς λευθερίας τς συνείδησής τους. Τὸ ἰσχῦον σήμερα σύστημα ἐπιλογῆς τοῦ ὅρκου εἶναι ὁ δημοκρατικὸς καὶ φιλελεύθερος τρόπος ἐκδήλωσης τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας.
.              Σημειώνεται ὅτι οὐδεὶς μπορεῖ νὰ ὑποστηρίξει ὅτι οἱ ΗΠΑ δὲν ἔχουν θρησκευτικὴ ἐλευθερία, ἐπειδὴ ὁ Πρόεδρός τους ὁρκίζεται στὸ Εὐαγγέλιο, οὔτε ὅτι τὸ Ἡνωμένο Βασίλειο καὶ ἡ Νορβηγία εἶναι θεοκρατικὰ κράτη, ἐπειδὴ οἱ βασιλεῖς τους εἶναι ἐπικεφαλῆς τῆς Ἀγγλικανικῆς καὶ τῆς Λουθηρανικῆς Ὁμολογίας ἀντίστοιχα…
.           Μὲ τὴν πρόταση τῆς κατάργησης τοῦ θρησκευτικοῦ ὅρκου δὲν πρέπει νὰ εἶναι εὐχαριστημένος ὁ κ. Πρ. Παυλόπουλος, ποὺ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του, ἀφοῦ ἔδωσε τὸν θρησκευτικὸ ὅρκο, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ προηγούμενοι Πρόεδροι τῆς Δημοκρατίας. Ἐλπίζεται νὰ μὴν εἶναι ὁ τελευταῖος ποὺ τὸν ἔδωσε…-

TΟ ΦΑΝΑΡΙ γιὰ τὸ «ΠΡΟΣΥΜΦΩΝΟ» ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΠΟΛΙΤΕΙΑΣἈποστάσεις ἀπὸ τὸ Φανάρι γιὰ τὴ συμφωνία «Τσίπρα- Ἱερώνυμου»



Κύκλοι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐπισημαίνουν ὅτι ὅταν τὸ «Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐνημερωθεῖ ἁρμοδίως καὶ ἐπισήμως, γιὰ τὶς προθέσεις πολιτείας καὶ Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, θὰ τὶς θέσει ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνόδου, ποὺ συνεδριάζει στὶς 27 Νοεμβρίου, προκειμένου νὰ τὶς ἀξιολογήσει καὶ νὰ τοποθετηθεῖ ἐπισήμως».
.             Στὴν κυριολεξία ἀπὸ τὴν τηλεόραση καὶ τὶς δηλώσεις τοῦ πρωθυπουργοῦ Ἀλέξη Τσίπρα καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερώνυμου, πληροφορήθηκε ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, τὸ προσύμφωνο γιὰ τὴν ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καὶ τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου.
.             Αὐτὸ ποὺ ἀξίζει νὰ ἐπισημανθεῖ εἶναι ὅτι τόσο ἡ Αὐτόνομη ἐκκλησία τῆς Κρήτης, ὅσο καὶ οἱ μητροπόλεις τῶν Δωδεκαννήσων ὑπάγονται ἀπευθείας στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ δὲν μποροῦν νὰ δεσμευθοῦν ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῆς ἱεραρχίας τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀναφορικὰ μὲ τὶς μητροπόλεις τῶν Νέων Χωρῶν αὐτὲς ἀπὸ τὸ 1928 νὰ ἔχουν ὑπαχθεῖ ἐπιτροπικὰ καὶ διοικητικὰ ἀπὸ τὸ Φανάρι στὴν Ἑλλαδικὴ ἐκκλησία.
.             Τὸ Φανάρι δὲν ἔχει ἀντιδράσει ἐπισήμως ἀλλὰ κύκλοι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐπισημαίνουν ὅτι ὅταν «Ὅταν τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐνημερωθεῖ ἐπισήμως γιὰ τὶς προθέσεις τῆς κυβέρνησης ὁ Παναγιώτατος θὰ τὶς θέσει ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου ποὺ συνεδριάζει στὶς 27 Νοεμβρίου, προκειμένου νὰ τὶς ἀξιολογήσει καὶ νὰ τοποθετηθεῖ ἐπ᾽ αὐτῶν».
.             Σύμφωνα μὲ πληροφορίες τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου, θὰ ἀναμένουν τόσο ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης ὅσο καὶ οἱ μητροπόλεις τῆς Δωδεκανήσου, προκειμένου νὰ καθορίσουν τὴ στάση τους.

ΠΗΓΗ:skai.gr

ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ «ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ»Τσίπρα-Ἱερώνυμου IEFIMERIDA.GR


Ὁ Εὐάγγελος Βενιζέλος ἀπαντᾶ σὲ ἐρωτήσεις τοῦ iefimerida σχετικὰ μὲ τὴν συμφωνία πρωθυπουργοῦ – Ἀρχιεπισκόπου γιὰ τὸ μισθολογικὸ τῆς Ἐκκλησίας, τὰ περιουσιακά, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀντίστοιχη συμφωνία τοῦ 2014.

Ἐρώτηση: Ποιός εἶναι ὁ κερδισμένος ἀπὸ τὴ συμφωνία;

.             Κερδισμένη προφανῶς εἶναι ἡ Ἐκκλησία γιατί ἔγιναν πανηγυρικὰ δεκτὰ ὅλα τὰ ἱστορικὰ καὶ νομικά της ἐπιχειρήματα. Ἡ κυβέρνηση ἀποδέχθηκε ὅτι τὸ κράτος καταβάλλει ἐπὶ δεκαετίες καὶ θὰ συνεχίσει νὰ καταβάλλει τὴ μισθοδοσία τοῦ κλήρου ὡς ἀποζημίωση καὶ μάλιστα ἀνεπαρκῆ γιὰ τὴν ἀπαλλοτρίωση μεγάλου μέρους τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας στὸ παρελθόν. Ἡ πολιτεία ἐπιβεβαιώνει καὶ ἀνανεώνει στὸ διηνεκὲς τὴν ἀναγνώριση αὐτή, ἀναλαμβάνοντας σχετικὲς νομικὲς ὑποχρεώσεις. Ἐφ᾽ ὅσον βεβαίως αὐτὲς οἱ παραδοχὲς καταστοῦν νόμος τοῦ κράτους ψηφισμένος ἀπὸ τὴ Βουλή, γιατί ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ἡ κυβέρνηση δὲν ἔχουν ἁρμοδιότητα νὰ ἀναλαμβάνουν παρόμοιες δεσμεύσεις. Πρὸς τὸ  παρὸν ὑπάρχει μία δήλωση προθέσεων ποὺ προφανῶς τελεῖ ὑπὸ τὴν αἵρεση τῆς νομοθετικῆς ρύθμισης τῶν σχετικῶν θεμάτων.

Ἐρώτηση: Ἡ κοινὴ ἑταιρεία γιὰ τὴν ἀξιοποίηση τῆς περιουσίας ποὺ εἶναι ὑπὸ ἀμφισβήτηση μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐκκλησίας εἶναι συνέχεια τῆς συμφωνίας τοῦ 2014;

.                 Τὸ 2014 εἶχε συσταθεῖ ἑταιρεία μὲ τὴ συμμετοχὴ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν γιὰ τὴν ἀξιοποίηση τῆς μὴ ἀμφισβητούμενης περιουσίας τῆς δεύτερης. Ἡ συμφωνία δὲν περιελάμβανε τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συνολικά. Πολὺ περισσότερο δὲν ἀφοροῦσε τὴν Κρήτη καὶ τὰ Δωδεκάνησα ποὺ ὑπάγονται ἀπευθείας στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Τώρα τὸ μνημόνιο Τσίπρα – Ἱερώνυμου ἀφορᾶ ἀμφισβητούμενη περιουσία ποὺ διεκδικεῖ τὸ κράτος ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἢ τὸ ἀντίστροφο. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀφορᾶ τυχὸν δικαιώματα τρίτων. Ἐπίσης δὲν εἶναι προφανές, ὅταν λέμε «Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος», ποιά ἀκριβῶς ἐκκλησιαστικὰ νομικὰ πρόσωπα ἀφορᾶ (μητροπόλεις, ναούς, μονὲς κ.ο.κ). Οὔτε ὑπάρχει πρόβλεψη γιὰ τὰ ἰδιαίτερα ἐκκλησιαστικὰ καθεστῶτα ἐκτὸς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Στὸ μέτρο ἐπίσης ποὺ ὑπονοεῖται συμβιβαστικὴ ἐπίλυση ἐκκρεμὼν δικαστικῶν διαφόρων, πρέπει νὰ ληφθεῖ ὑπόψη τὸ ἄρθρο 100Α τοῦ Συντάγματος γιὰ τὶς ἁρμοδιότητες τοῦ ΝΣΚ .

Ἐρώτηση: Γίνεται πράγματι βῆμα πρὸς τὸν χωρισμὸ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Κράτος μὲ τὴν διαγραφὴ τῶν κληρικῶν ἀπὸ τὴν  Ἑνιαία Ἀρχὴ Πληρωμῆς καὶ τὴν καταβολὴ τῶν μισθῶν τους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία  καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ Δημόσιο;

Ὄχι, καθόλου. Οἱ μισθοὶ δὲν θὰ καταβάλλονται μὲν ἀπὸ τὸ κράτος μέσῳ τῆς Ἑνιαίας Ἀρχῆς Πληρωμῶν, ἀλλὰ τὸ κράτος θὰ καταβάλει ἰσόποση ἐπιχορήγηση στὴν Ἐκκλησία ποὺ εἶναι Νομικὸ Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, προκειμένου αὐτὴ νὰ καταβάλει τοὺς μισθούς. Οἱ κληρικοὶ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι  ὑπάλληλοι νπδδ καὶ τὸ ποιοὶ φορεῖς ἀνήκουν στὴ γενικὴ κυβέρνηση καθορίζεται ἀπὸ τὴν Eurostat. Ἡ δημόσια δαπάνη θὰ εἶναι ἴδια, μὲ τὶς ἴδιες δημοσιονομικὲς ἐπιπτώσεις.

Ἐρώτηση: Γιατί διαμαρτύρονται ὅμως ἔντονα οἱ κληρικοὶ καὶ ἀνησυχοῦν;

.             Τὸ θεωρῶ εὔλογο. Θέλουν νὰ ὑπάρχει νομικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀσφάλεια, βεβαιότητα καὶ διαφάνεια ὡς πρὸς τὸν μισθὸ μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦν οἱ οἰκογένειες τῶν ἔγγαμων κληρικῶν. Ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ἐπισκοποκεντρικὰ γιὰ λόγους ἐκκλησιολογικοὺς ποὺ εἶναι ἀντικείμενο μεγάλης θεολογικῆς συζήτησης. Ὁ ἁπλὸς παπὰς θέλει εὔλογα νὰ εἶναι ὑπηρεσιακὰ καὶ μισθολογικὰ ἀσφαλής. Ἐπίσης θέλει σαφεῖς ρυθμίσεις ὡς πρὸς τὸ ἀσφαλιστικὸ καὶ συνταξιοδοτικό του καθεστὼς ἰδίως μετὰ τὴν 1.1.2017 ποὺ ὑπήχθη στὸν ΕΦΚΑ.

Ἐρώτηση: Ἡ συμφωνία αὐτὴ ἐναρμονίζεται μὲ τὴν πρόταση ἀναθεώρησης τοῦ Συντάγματος ποῦ ὑπέβαλε ὁ ΣΥΡΙΖΑ στὴν ὁποία προτείνει τὴν εἰσαγωγὴ τῆς ἀρχῆς τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητας τοῦ κράτους;

.           Πολὺ δύσκολα. Θρησκευτικὴ οὐδετερότητα σημαίνει κλιμακωτὰ εἴτε ἀπουσία κρατικῆς πίεσης πρὸς μία θρησκευτικὴ κατεύθυνση, εἴτε ἀπουσία κρατικῆς προτίμησης πρὸς μία θρησκευτικὴ κατεύθυνση, εἴτε ἀπάλειψη τοῦ θρησκευτικοῦ στοιχείου ἀπὸ τὴν κρατικὴ σφαίρα. Ἐδῶ ὑπάρχει μία οἰκονομικὴ καὶ θεσμικὴ  συμφωνία λόγῳ τῶν βαθύτατων ἱστορικῶν δεσμῶν ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ κράτους, ἐν προκειμένῳ ὡς πρὸς τὴν περιουσία. Ὅμως, οὕτως ἢ ἄλλως, κατὰ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἡ Ἑλλάδα εἶναι χώρα θρησκευτικὰ φιλελεύθερη, ἰσχύει – πρέπει  νὰ ἰσχύει- ἡ θρησκευτικὴ ἐλευθερία γιὰ ὅλους χωρὶς περιορισμούς. Πρέπει νὰ γίνεται σεβαστὴ ἡ ΕΣΔΑ καὶ ἡ νομολογία τοῦ ΕΔΔΑ. Ἡ δὲ ἔννοια τῆς ἐπικρατούσας θρησκείας εἶναι ἱστορικοῦ καὶ  περιγραφικοῦ περιεχομένου καὶ  δὲν μπορεῖ νὰ θεμελιώσει περιορισμοὺς τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας. Τὸ πρακτικὸ ἐρώτημα εἶναι τί θὰ συμβεῖ ἂν καὶ ἄλλες θρησκευτικὲς κοινότητες ἢ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ἢ νομικὰ πρόσωπα τῆς ἤδη ἰσχύουσας νομοθεσίας ζητήσουν κρατικὴ ἐπιχορήγηση γιὰ τοὺς μισθοὺς τῶν λειτουργῶν τους, ὅπως συμβαίνει στὴ θρησκευτικὰ οὐδέτερη Γερμανία, ὅπου ἱστορικὰ ἔπρεπε νὰ συνυπάρξουν καθολικοὶ καὶ προτεστάντες.

ΠΗΓΗ: iefimerida.

ΠΟΙΟΙ ΡΥΘΜΙΖΟΥΝ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)


.           Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸ 2018 ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐννέα Πατριαρχεῖα καὶ πέντε Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Ἀπὸ τὰ ἐννέα Πατριαρχεῖα τὰ τέσσερα (Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων) εἶναι τὰ πρεσβυγενῆ καὶ τὰ ὑπόλοιπα νεότερα. Ἡ κατάστασή τους εἶναι συνοπτικὰ ἡ ἀκόλουθη:
.           1. Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Βρίσκεται στὴν Τουρκία ὑπὸ ἰδιότυπη ἰσλαμικὴ κοινοβουλευτικὴ δημοκρατία. Ὁ πληθυσμός της εἶναι 80 ἑκατομμύρια. Θρησκευτικὰ τὸ Τουρκικὸ κράτος θεωρεῖ ὅτι τὸ 99% εἶναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι. Προφανῶς ἀγνοεῖ τὴν ἰσχυρότατη παρουσία τῶν Ἀλεβιτῶν, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν ἐκτίμηση ἔρευνας τοῦ κρατικοῦ γαλλικοῦ Ρ/Σ France Culture, εἶναι μεταξὺ 10 καὶ 20 ἑκατομμυρίων. Σουνίτες εἶναι στὴν πλειονοψηφία τους οἱ Κοῦρδοι τῆς Τουρκίας, οἱ ὁποῖοι ὑπολογίζονται σὲ 20 ἑκατομμύρια. Ὡς πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς στὴν Τουρκία, κατὰ τὴν ἐκτίμηση τοῦ Ἐπισκόπου τοῦ Πατριαρχείου Κυρίλλου (Συκῆ), ὅπως τὴν ἐξέφρασε στὸν ρωμαιοκαθολικὸ ἑλβετικὸ ἠλεκτρονικὸ πυλώνα cath.ch στὶς 2 Νοεμβρίου 2016, αὐτοὶ εἶναι 3.000-5.000, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ περισσότεροι δὲν εἶναι Ἕλληνες. Εἰδικότερα, ὅπως εἶπε, χάρη στοὺς Ρώσους ποὺ ἔχουν ἐγκατασταθεῖ στὴ Σμύρνη ὑπάρχει ἐκεῖ ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Τὸ πολιτικὸ καθεστὼς συμπεριφέρεται πρὸς τὸ Πατριαρχεῖο ἀπὸ τυπικὰ ἕως ἐχθρικά. Οἱ σχέσεις Τουρκίας – Ἑλλάδος ἐπηρεάζουν τὶς σχέσεις Φαναρίου – Τουρκίας.

.           2. Πατριαρχεῖο τῆς Ἀλεξανδρείας. Βρίσκεται ὑπὸ αὐταρχικὸ ἰσλαμικὸ καθεστώς. Τὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο στὴν Αἴγυπτο ὑπολογίζεται ὅτι εἶναι περίπου ἴσο μὲ αὐτὸ τῆς Τουρκίας. Οἱ Χριστιανοὶ Κόπτες (Μονοφυσίτες) ὑπολογίζονται στὸ 10% τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ, ποὺ εἶναι 95 ἑκατομμύρια καὶ ποὺ στὸ σύνολό τους εἶναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι. Τὸ σημερινὸ πολιτικὸ καθεστὼς θεωρεῖται φιλικὸ πρὸς τὸ Πατριαρχεῖο καὶ ὅτι τὸ προστατεύει, ὅπως καὶ τοὺς Κόπτες, ἀπὸ τοὺς ἐξτρεμιστὲς ἰσλαμιστές.

.           3. Πατριαρχεῖο τῆς Ἀντιοχείας. Βρίσκεται ὑπὸ τὸ αὐταρχικὸ καθεστὼς τοῦ προέδρου Ἄσαντ. Ὁ πόλεμος ἔχει μειώσει πολὺ τὸ ποίμνιό του. Πρὸ τοῦ πολέμου ὑπολογιζόταν στὸ 10% περίπου τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ, ἢ σὲ 1,5 ἑκατομμύρια. Ὁ πρόεδρος Ἄσαντ ἀνήκει στὴν θρησκευτικὴ ὁμάδα τῶν Ἀλαουιτῶν, θρησκευτικὴ παραφυάδα τῶν Σιιτῶν, ποὺ εἶναι περίπου τὸ 15% τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ. Οἱ ὑπόλοιποι εἶναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι. Τὸ καθεστὼς Ἄσαντ εἶναι φιλικὸ πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς καὶ αὐτοί, κατὰ τὸν πόλεμο, τὸν ὑποστήριξαν. Οἱ ἰσλαμιστὲς ἀντάρτες ἐπέφεραν μεγάλες καταστροφὲς στοὺς Ναοὺς τῶν Χριστιανῶν, καὶ φόνευσαν πολλούς. Ἐπίσης ἀπήγαγαν καὶ Ἐπισκόπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν κατὰ σάρκα ἀδελφό του σημερινοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Ἰωάννου.

.           4. Πατριαρχεῖο τῶν Ἱεροσολύμων. Ἡ ἕδρα του βρίσκεται στὸ Ἰσραήλ, τὸ ποίμνιο ἁπλώνεται στὶς παλαιστινιακὲς περιοχὲς καὶ στὴν Ἰορδανία. Τὸ Ἰσραήλ, μὲ σημερινὸ πληθυσμὸ 8,2 ἑκατομμύρια, εἶναι δημοκρατία ὑπὸ τὴν ἰσχυρότατη πάντως παρουσία καὶ ἐπιρροὴ τῆς ἑβραϊκῆς θρησκείας, ποὺ εἶναι τὸ οὐσιῶδες χαρακτηριστικὸ τῆς ταυτότητάς του. Στὸ Ἰσραὴλ τὸ Ἑλληνορθόδοξο Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ἀντιμετωπίζει σοβαρὰ προβλήματα ἀπὸ τὸν κρατικὸ γεωπολιτικὸ σχεδιασμὸ καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τῶν σιωνιστῶν ἐποίκων. Στὴν Παλαιστίνη καὶ στὴν Ἰορδανία τὰ πολιτικὰ καθεστῶτα εἶναι ἰσλαμικὰ αὐταρχικά, ἀλλὰ τὸ Πατριαρχεῖο διατηρεῖ μαζί τους μία καλὴ σχέση. Μπορεῖ εὔθραυστη, ἀλλὰ καλή. Μέχρις ὥρας. Τὸ ποίμνιο εἶναι ἐν πολλοῖς ἀραβο-ορθόδοξο. Δὲν ὑπάρχουν ἐπίσημα στοιχεῖα γιὰ τὸν σημερινὸ ἀριθμὸ τῶν Ὀρθοδόξων στὸ Ἰσραὴλ καὶ στὰ Παλαιστινιακὰ ἐδάφη. Ὑπολογίζονται σὲ 200.000. Στὴν Ἰορδανία τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα ἀναφέρουν ὅτι εἶναι τὸ 2,2% τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ, ποὺ εἶναι ὀκτὼ ἑκατομμύρια, ἢ 180.000 περίπου. Οἱ Ἕλληνες κληρικοὶ καὶ μοναχοὶ τοῦ Πατριαρχείου εἶναι ὀργανωμένοι ὡς εἰς Μοναστήρι. Διατηροῦν τὸν ἔλεγχο καὶ ἔχουν τὴν εὐθύνη τῆς προστασίας τῶν Παναγίων προσκυνημάτων. Τὸν τελευταῖο καιρὸ μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ τοὺς Ἀρμενίους ὑπάρχει εἰρήνη καὶ συνεργασία ἔναντι τῶν ζητημάτων, οἰκονομικῶν καὶ ἐδαφικῶν, ποὺ ἐγείρονται ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλινούς.

.           5. Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας. Ἡ ἕδρα του εἶναι σὲ Ὀρθόδοξο κράτος μὲ εἰδικοῦ τύπου Προεδρικὴ Δημοκρατία. Τὸ ποίμνιο εἶναι τὸ 90% ὅσων δηλώνουν θρησκευόμενοι. Ὁ πληθυσμὸς τῆς Ρωσίας ὑπολογίζεται στὰ 150 ἑκατομμύρια περίπου. Εἶναι ὁ πολυπληθέστερος στὴν Εὐρώπη καὶ ἡ ἔκτασή της εἶναι ἡ μακρὰν μεγαλύτερη στὸν κόσμο. Τὸ Πατριαρχεῖο ἐνισχύεται παντοιοτρόπως ἀπὸ τὴν Ρωσικὴ κυβέρνηση καὶ τὸ ἴδιο στηρίζει τὴν γεωπολιτική της.

.           6. Πατριαρχεῖο τῆς Σερβίας. Τὸ Πατριαρχεῖο ἔχει ἕδρα τὸ Σερβικὸ κράτος, ποὺ ἀναγνωρίζει τὴν Ὀρθοδοξία ὡς τὸ κύριο συστατικὸ τῆς ταυτότητάς του. Στὰ δέκα περίπου ἑκατομμύρια τῶν Σέρβων σχεδὸν τὸ σύνολο εἶναι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Οἱ σχέσεις μὲ τὴν Κυβέρνηση ἀδελφικές.

.           7. Πατριαρχεῖα Ρουμανίας, Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας. Τὰ ἴδια μὲ τὴν Σερβία ἰσχύουν γιὰ τὰ Πατριαρχεῖα Ρουμανίας, Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας. Τὰ κράτη εἶναι Ὀρθόδοξα, μὲ ἀναγνώριση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὡς κύριου συστατικοῦ της ταυτότητάς τους καὶ ὡς ὀντότητας πνευματικῆς ποὺ διατήρησε τὴν ἐθνική τους ταυτότητα κατὰ τὶς δοκιμασίες ποὺ πέρασαν στὸ διάβα τῆς Ἱστορίας. Οἱ κυβερνήσεις τῶν ἐν λόγῳ χωρῶν διατηροῦν καλὲς σχέσεις μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔχοντας ἕνα ρόλο προστατευτικό, ποὺ ὅμως μετατρέπεται μερικὲς φορὲς σὲ ἐργαλεῖο χειραγώγησης. Καὶ στὶς χῶρες αὐτὲς σχεδὸν τὸ σύνολο ὅσων πιστεύουν στὸν Θεὸ εἶναι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Ἡ Ρουμανία καὶ ἡ Βουλγαρία κατέστησαν μέλη τοῦ ΝΑΤΟ καὶ τῆς ΕΕ, καὶ αὐτὸ μπορεῖ στὸ μέλλον νὰ προκαλέσει προβλήματα στὴ σχέση μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα στὰ ζητήματα Βιοηθικῆς, τῆς Ἠθικῆς. Ἡ Γεωργία ἐπιδιώκει νὰ ἐνταχθεῖ στὴν ΕΕ καὶ στὸ ΝΑΤΟ, ἀλλὰ ἡ θέλησή της προσκρούει στὴ γεωπολιτικὴ τῆς Ρωσίας.