Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018

Η εικόνα αυτού που πιστεύει στον Χριστό (Αγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως)


theologia
Πόσο ωραία είναι η εικόνα του πιστού! Πόσο θαυμαστή η χάρη της! Το κάλλος της σε γοητεύει, το δε ύφος της εκφράζει την εμπιστοσύνη του πιστού προς τον Θεό. Η γαλήνη που είναι απλωμένη στη μορφή της εκφράζει την ειρήνη της ψυχής, η δε ηρεμία της την αταραξία της καρδιάς Η χαραγμένη στο πρόσωπο του πιστού καλοσύνη, μαρτυρά την ήσυχη συνείδησή του. Ο πιστός εικονίζεται σαν άνθρωπος που έχει απαλλαγεί από την τυραννία των ασταμάτητων μερίμνων της ζωής, οι οποίες καταπονούν συνεχώς το πνεύμα και, επίσης, σαν άνθρωπος του οποίου η πεποίθησή του προς τον Θεό ζωγραφίζεται με ζωηρά χρώματα πάνω στα χαρακτηριστικά του προσώπου του.
Αληθινά, ο πιστός εικονίζεται σαν άνθρωπος μακάριος και είναι μακάριος διότι κατέχει ήδη την πληροφορία για τη θεϊκή προέλευση της πίστης του και έχει πεισθεί για την αλήθεια της. Ο Θεός μίλησε μυστικά στην καρδιά του. Η θεία φωνή γέμισε την καρδιά του και η θεία ευφροσύνη την πλημμύρισε. Η καρδιά του και η διάνοιά του είναι αφοσιωμένες στον Θεό.
Η καρδιά του καίγεται από την αγάπη του Θεού και το πνεύμα του βιάζεται να ανυψωθεί προς τον Θεό.
Ο πιστός, έχοντας καταλύσει τα δεσμά του εγωϊσμού, τα οποία περιορίζουν ασφυκτικά την αγάπη του και δεν του επιτρέπουν να ενεργεί και να βλέπει πέρα από έναν μικρό ορίζοντα γύρω από τον εαυτό του, τινάχτηκε μακριά και λευτερώθηκε από τον τυραννικό ζυγό της δουλείας και του εγωϊσμού, καταργώντας την άθλια λατρεία τού εαυτού του.
Έτσι, ελεύθερος από τα δεσμά του, τρέχει παντού στη γη σε όλα τα σημεία του ορίζοντα, και σπεύδει όπου τον καλεί η αγάπη προς τον πλησίον. Κανείς πλέον δεν υπάρχει που να τον εμποδίζει, κανείς που να τον επηρεάζει. Οι ηδονές του κόσμου -που σαν ποτάμια κυλούν πάντοτε- και οι απολαύσεις των επίγειων αγαθών, δεν τον δελεάζουν πια.

Το είδωλο του εγωϊσμού του κατέπεσε και συντρίφτηκε και όσες θυσίες, προσφορές και θυμίαμα πρόσφερε μέχρι τώρα σ’ αυτόν, στο εξής τα προσφέρει μόνο στον Θεό της αγάπης, που πλέον αγαπά και λατρεύει με όλη του την ψυχή.
Είναι αφοσιωμένος εξολοκλήρου, με την ψυχή και την καρδιά, στον αληθινό και ζώντα Θεό. Έτσι λησμονεί τον κόσμο και αμελεί μάλιστα συχνά και τη φροντίδα του ίδιου του σώματός του.
Το βλέμμα του ατενίζει προς τον Θεό, η δε καρδιά του Τον αναζητά ασταμάτητα. Το πνεύμα του καταγίνεται με τη μελέτη των έργων Του, η δε ψυχή του επαναπαύεται στη θεία πρόνοια του Δημιουργού. Τα πάντα διεγείρουν στην καρδιά του πιστού καινούργια συναισθήματα. Ολόκληρη η δημιουργία μιλά με μυστική γλώσσα στην ψυχή του για τη σοφία και την αγαθότητα του θείου Δημιουργού της. Εντρύφημά του είναι η μελέτη των έργων του Θεού, και χαρά του αυτή που προκαλείται από την ενατένιση του κάλλους της δημιουργίας. Μελέτημα της καρδιάς του είναι όσα φανερώνουν τις θείες εικόνες του αγαθού πάνω στη γη, δηλαδή το αγαθό, η αλήθεια και η δικαιοσύνη.
 
Ευτυχία του, αληθινή και σίγουρη, είναι η παντοτινή και αδιάκοπη επικοινωνία με τον θείο Δημιουργό. Τα λόγια του Θεού είναι σαν μέλι γλυκό στο στόμα του. Αυτά μελετάει μέρα και νύχτα. Η καρδιά του καίγεται από την αγάπη του προς τον Θεό. Τρέχει προς Αυτόν και Αυτόν αναζητά μελετώντας τα δημιουργήματα. Ασταμάτητο έργο τουη κατά το δυνατόν τελειοποίησή του και διακαής επιθυμία του η ομοίωσή του με τον Θεό. Η αγάπη και η λατρεία του Θεού πλημμυρίζουν την πληγωμένη από τον θείο πόθο καρδιά του. 

Ο δε ύμνος και η δοξολογία, η ευχαριστία και η ευλογία απευθύνονται με θέρμη και ακατάπαυστα από το στόμα του προς τον Θεό. Από τα χείλη του εξέρχεται σοφία, η δε καρδιά του είναι γεμάτη σύνεση και γνώση.Η ζωή του είναι δημιουργική και γεμάτη αρμονία. Ζει σπεύδοντας, με σκοπό και περίσκεψη, προς την τελείωση για την οποία και έχει πλασθεί, και απολαμβάνει άφθονη την ευδαιμονία που προέρχεται από την αγαθότητα του Θεού. Ζει στη γη, αλλά η πολιτεία του είναι ουράνια. Δίχως να εξαντλείται στα προβλήματα της ζωής, ένα μέλημα έχει, μία μέριμνα: το να μην ασχολείται με τα πολλά, αλλά για το ένα και μόνο που έχει πραγματικά ανάγκη. Όλη του η φροντίδα στρέφεται στο πώς να εκπληρώσει τον θείο νόμο και για το πώς θα πράττει το αγαθό. Η κοινωνία των ανθρώπων, κάθε φυλής και έθνους, είναι κοινωνία αδελφών εξ αίματος και, γι’ αυτό, επιθυμεί σφοδρά να επεκτείνει τις ευεργεσίες του προς όλους.

Χαίρεται με τις ευτυχίες τους και λυπάται για τις δυστυχίες τους. Όλη την ήμερα ελεεί και δανείζει,η δε δικαιοσύνη του μένει αιώνια. Η καρδιά του ελπίζει πάντα στον Κύριο, η δε ψυχή του είναι ήδη έτοιμη να παρουσιαστεί μπροστά στον Πλάστη της. Γεμάτος ελπίδα και θάρρος αναφωνεί μαζί με τον ψαλμωδό: «Κύριος εμοί βοηθός και ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος».

(ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ "ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ. ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ". ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ) 

(Πηγή ηλ. κειμένου: apantaortodoxias.blogspot.com)

(Περί πίστεως) Περί της ασφάλειας που προέρχεται από την πίστη και της πληροφορίας που αντλούν από αυτή οι πιστοί για όσα δεν γίνονται αντιληπτά μέσω των αισθήσεων (Αγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως)


theologia
Ο Θεοφύλακτος λέει τα εξής για την ασφάλεια που προέρχεται από την πίστη: «Και η πίστη αυτή καθεαυτή είναι φραγμός, που δεν επιτρέπει να εισέλθουν στον νου αμαρτωλοί λογισμοί».
Ο Χρυσόστομος ονομάζει την πίστη άγκυρα της χειμαζόμενης ανθρώπινης ψυχής και γαλήνιο λιμάνι της ανθρωπότητας. Και τονίζει: «Είναι ιερή άγκυρα που πάντοτε συγκρατεί σταθερή τη διάνοια αυτού που πιστεύει». Και στη συνέχεια: «Αλήθεια! Ποιά λέξη χρησιμοποίησε όταν είπε “έλεγχος μη βλεπομένων”! Διότι ο έλεγχος αναφέρεται σε όσα είναι πολύ δύσκολο να φανερωθούν. Η πίστη, επομένως, είναι, λέει, η φανέρωση των αοράτων, και πληροφορεί όσους προσβλέπουν σ’ αυτήν για όσα δεν βλέπονται. Η πίστη λοιπόν παρέχει την ίδια πληροφορία γι’ αυτά που είναι αόρατα, όπως ακριβώς θα συνέβαινε και αν αυτά ήταν ορατά. Επειδή τα ελπιζόμενα θεωρούνται συχνά και ανυπόστατα, η πίστη προσδίδει σε αυτά θεμέλιο΄ ή, καλύτερα, δεν προσδίδει μόνο, αλλά στην ουσία αποτελεί θεμέλιο αυτή η ίδια. Όπως και η ανάσταση δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ως αντικειμενικό γεγονός, η ελπίδα όμως της πίστης της δίνει υπόσταση μέσα στην ψυχή μας. Αυτό σημαίνει: “υπόστασις πραγμάτων ελπιζομένων”».
Ο Θεοδώρητος τονίζει: «Αυτά που δεν βλέπονται, γίνονται ορατά με την πίστη, και αυτή η πίστη γίνεται σε μας ο οφθαλμός σε όσα ελπίζουμε και φανερώνει ως υπαρκτά αυτά που δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί. Και ενώ οι νεκροί κείτονται μέσα στους τάφους, η πίστη ήδη προεικονίζει την ανάστασή τους και από τη σκόνη των σωμάτων συνθέτει στη φαντασία μας τη μελλοντική αθανασία».
Ο Γρηγόριος Νύσσης λέει ότι ο Θεός λογαριάζει σαν δικαιοσύνη για τους ανθρώπους την πίστη και όχι τη γνώση. Γιατί η μεν γνώση εξαρτάται από την εμπειρία και αφορά αυτούς που την απέκτησαν. Δεν γίνεται όμως έτσι και με την πίστη των χριστιανών, γιατί αυτή δεν αφορά όσα μπορούν να γίνουν γνωστά αλλά αποτελεί των ελπιζομένων την υπόσταση. Άλλωστε δεν ελπίζει κανείς σε κάτι που ήδη κατέχει, διότι αφού το έχει δεν το προσδοκά. Αυτό όμως που ξεφεύγει από τη λογική κατανόηση, μας το οικειοποιεί η πίστη, με τη δική της ιδιαίτερη διαβεβαίωση, η οποία και μας εγγυάται αυτό που δεν φαίνεται.
Ο Χρυσόστομος λέει: «Η πίστη αποτελεί την αρχή της σωτηρίας. Η πίστη είναι ο καθαρός οφθαλμός με τον οποίο μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό. Η πίστη αντιλαμβάνεται τα αόρατα. Η πίστη είναι αγαθή οδηγός που σε χειραγωγεί προς την κολυμβήθρα. Πίστη είναι η διαυγέστατη αντανάκλαση των αοράτων. Πίστη είναι ο ακριβής διδάσκαλος της ομοουσίου Τριάδος».
Ο άγιος Αντώνιος λέει: «Η πίστη στον Κύριό μας αποτελεί σφραγίδα και τείχος που μας παρέχει ασφάλεια» (Μ. Αθανάσιος στον βίο του Αντωνίου).
Ο δε Ωριγένης σημειώνει: «Πηγή και αρχή κάθε σοφίας, είναι το να πιστέψεις στον Θεό των όλων. Άλλωστε, ποιά άλλη δύναμη ξαναπροσφέρει στην ανθρώπινη φύση την ευτυχία, όπως το κάνει αυτό η πίστη ή η μελέτη γι’ Αυτόν που βλέπει τα πάντα και φωτίζει όχι μόνο όσα λέγονται και πράττονται από μας, αλλά και όσα βρίσκονται ακόμη μέσα στον νου μας;».
Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας λέει: «Η πίστη είναι η θύρα και η οδός προς τη ζωή. Είναι ο ανηφορικός δρόμος που οδηγεί από τη φθορά στην αφθαρσία».
 
(“ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ. ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΑΘΩΣ”)

(Πηγή ηλ. κειμένου: apantaortodoxias.blogspot.gr)

Περί της θείας πίστης στον Χριστό (Αγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως)


theologia
Ο Απόστολος Παύλος, δίνοντας τον ορισμό της πίστης λέει: «εστί δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». (Εβρ. ια’ 1)
Ο δε Κλήμης ο Αλεξανδρεύς τονίζει: «Η πίστη είναι ένα έμφυτο εσωτερικό αγαθό και, χωρίς να αναζητά τον Θεό, ομολογεί ότι Αυτός υπάρχει και τον δοξάζει επειδή υπάρχει». Ο ίδιος ορίζει την πίστη και με άλλο τρόπο: «Πίστη είναι η σύντομη γνώση των αναγκαίων».
Αλλά και ο Μέγας Βασίλειος ορίζει την πίστη ως εξής: «Πίστη είναι η με τη χάρη του Θεού χωρίς αμφιβολία αποδοχή αυτών που έχουν κηρυχθεί και αφορούν την περί Θεού αλήθεια».
Ο Χρυσόστομος μάλιστα ορίζει την πίστη με τα ακόλουθα: «Πίστη είναι η αδίστακτη και πλήρης ελπίδα για όσα ο Θεός έχει υποσχεθεί σε μας και η πεποίθηση ότι θα μας ακούσει σε αυτά που του ζητούμε». Πίστη αληθινή και καθαρή είναι αυτή που έχει αποκαλυφθεί στον κόσμο, από τον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.
Κάποιος Πατέρας της Εκκλησίας λέει: «Ως μόνη πίστη που είναι αληθινή και καθαρή ορίζουμε αυτή που αναφέρεται στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, τη μόνη θεότητα και κυριότητα, εκείνη που δημιούργησε όλα τα ορατά και τα αόρατα και είναι βασίλισσα όλης της κτίσης, και της ορατής και της αόρατης».
Ο Χρυσόστομος λέει ξανά: «Πίστις από Πατρός μεν άρχεται, επί Υιόν δε έρχεται εις δε το Πνεύμα πληρούται. Πίστεως ρίζα ζώσα ο Πατήρ κλάδος αμάραντος ο Υιός καρπός αθάνατος το Πνεύμα το Άγιον».
(Πηγή: “ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ. ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΑΘΩΣ”)

«Η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα» (Αγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως)


theologia
θεολογικός σχολιασμός στο Εφεσ. 5, 33
Αγίου Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Αθήνα 1902

Περί του τις η αληθής ερμηνεία
Αφού ο Απόστολος Παύλος εγνώρισε τοις Εφεσίοις τον μυστικόν χαρακτήρα του γάμου και εδίδαξεν αυτούς ότι ο Γάμος είνε μέγα μυστήριον και έδειξε την αναλογίαν του δεσμού του γάμου προς την ένωσιν του Χριστού μετά της Εκκλησίας, και έταξε τον άνδρα, ίνα, κατά την Αγίαν Γραφήν, ήνε κεφαλή της γυναικός, καθ’ ην αναλογίαν ο Χριστός είνε κεφαλήν της Εκκλησίας, και εδίδαξεν ότι ο τε ανήρ και η γυνή επίσης κατά την Αγίαν Γραφήν εισίν εν σώμα και εν πνεύμα ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας, ήτις είνε σώμα Χριστού, του αγαπήσαντος ημάς ως οικείαν εαυτού σάρκα, συνιστά καθ’ ένα έκαστον των ανδρών ούτω να αγαπά την εαυτού γυναίκα, ως ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν.

Τελειοτέραν αγάπην της αγάπης ταύτης ήτο αδύνατον να συστήση ο Απόστολος προς τον άνδρα. Δια της συστάσεως ταύτης ου μόνον ανύψωσεν την αγάπην εις την υψίστην αυτής περιωπήν, αλλά και εξηυγένισε και απεπνευμάτωσε και ηγίασε. Μετά την σύστασιν ταύτην προς τους άνδρας και τον καθορισμόν της σχέσεως του ανδρός προς την γυναίκα και του βαθμού και του ποιού της προς αυτήν αγάπης, και μετά την αναγωγήν του γάμου εις περιωπήν καθαρώς ιεράν και πνευματικήν και την διατύπωσιν των καθηκόντων του ανδρός προς την γυναίκα, μεταβαίνει εις την διατύπωσιν και τον καθορισμόν των καθηκόντων της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα. Ταύτα δε πάντα διατυποί δια της ρήσεως ταύτης· «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα».
Η ρήσις αύτη, μετά τα ειρημένα υπό του Παύλου περί της αγάπης του ανδρός προς την εαυτού γυναίκα και περί του βαθμού και του ποιού της αγάπης αυτού, ο περί ου ο λόγος φόβος ουδέν δύναται να εκφράζη το φοβερόν και το εκδειματούν (= το κατατρομάζον) την γυναίκα. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού αγαπά και συνάμα φοβείται τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν ως σωτήρα και κεφαλήν αυτής. Ο φόβος ούτος της Εκκλησίας προς τον Ιησούν Χριστόν γεννάται εκ της πολλής αγάπης προς τον αγαπήσαντα αυτήν και εκφράζεται και εκδηλούται ως άκρα προς αυτόν ευλάβεια, ως ευλάβεια προς τας εαυτού εντολάς, ως υποταγή άκρα προς αυτόν και ως προθυμία προς ευαρέσκειαν αυτού. Η αγάπη αυτής της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα εκδηλούται ως φόβος μη υπολειφθή εν τινι και εκπέση της αγάπης αυτού αναξία ταύτης δεικνυομένη. Τοιούτος ο της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν φόβος. Υπό την αυτήν ακριβώς έννοιαν και σημασίαν ο Απόστολος γράφει ίνα η γυνή φοβήται τον άνδρα.
Δια της ρήσεως ταύτης ο Απόστολος Παύλος εζήτησε την σύσφιγξιν των δεσμών της συζυγικής αγάπης· διότι ως η αγάπη και ο φόβος της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν προσφιλεστέραν αυτήν ως νύμφην τω νυμφίω Χριστόν ποιούσιν, ούτω και η αγάπη και ο φόβος της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα προσφιλεστέραν αυτήν αυτώ ποιούσιν. Ότι ο φόβος ούτος ουδέν έχει κοινόν προς τον υπονοούμενον φόβον υπό τινών κυριών των μειδιωσών κατά την ώρα της αναγνώσεως της περικοπής ταύτης εν τω μυστηρίω του γάμου, και ότι ούτος είνε ιερός, αγνός και δίκαιος, και ότι επιβάλλεται ούτος εις τας γυναίκας ως θεία εντολή δια την εαυτών ευτυχίαν και αιώνιαν ευδαιμονίαν και τον αδιάρρηκτον σύνδεσμον της κοινής αγάπης θέλομεν αποδείξει.
 
Περί φόβου
Ο φόβος είνε έμφυτον συναίσθημα τω ανθρώπω.
Το συναίσθημα τούτο εκδηλούται ως δειλία, ως δέος, ως τρόμος εν περιστάσεσιν, εν αις απειλείται κίνδυνος ζωής. Επίσης εκδηλούται το συναίσθημα τούτο ως ταραχή και ανησυχία εν περιστάσεσιν, εν αις απειλείται η προσβολή της τιμής ή περιουσίας του ανθρώπου δικαίως ή αδίκως.
Ο βαθμός της μείζονος ή ελάσσονος εκδηλώσεως του φόβου ή της ταραχής και ανησυχίας είνε ανάλογος ή τω μεγέθει του πραγματικού κινδύνου ή τω μεγέθει της διεγερθείσης φαντασίας. Το συναίσθημα του φόβου ενίοτε εκδηλούται και εν περιστάσεσι, καθ’ ας ουδέν μεν το πραγματικώς απειλούμενον ή διακινδυνεύον καθ’ ην ώραν ο άνθρωπος κατέχεται υπό του συναισθήματος τούτου, προκύπτει όμως εξ ενδεχομένου εν τω μελλόντι κινδύνου, δυναμένου να προέλθη εξ αμελείας ημών εις τι των προσφιλών ημίν υποκειμένων. Το συναίσθημα τούτο εκδηλούται ή ως άκρα αγάπη προς τι ή ως άκρα ευλάβεια ή ως άκρα φροντίς ή ως αδιάλειπτη μέριμνα.
Κατά ταύτα ο φόβος, ως διαφόρως εκδηλούμενος κατά τας διαφόρους περιστάσεις και κατά διάφορα γεννώνται αυτόν αίτια, ανάγκη και διαφόρως να χαρακτηρίζηται. Όθεν ο μεν φόβος ο εκδηλούμενος ως δέος ή δειλία ή τρόμος, δύναται να ονομασθή φυσικός, ο δε φόβος ο εκδηλούμενος ως ταραχή και ανησυχία, ως και ο φόβος ο εκδηλούμενος ως αγάπη και ευλάβεια, δύναται να κληθή ηθικός. Αρα ο φυσικός φόβος διαφέρει του ηθικού φόβου κατά τα διεγείροντα αυτόν αίτια.
Ο φυσικός φόβος είνε πάντοτε αδιαβλήτων παθών, ως μια μόνην έχων αφορμήν το κίνδυνο της απώλειας της ζωής. Ο ηθικός φόβος δεν είνε πάντοτε αδιάβλητο· διότι είνε διπλούς ως προερχόμενος από διάφορα κατά το ποιόν ηθικά αίτια της αγάπης και του μίσους. Ως δε εναντιώτατα τα γεννώντα αυτόν αίτια, εναντιώτατοι και οι χαρακτήρες αυτών. Ο μεν φόβος ο εκ της αγάπης γεννώμενος είνε ιερός, αγνός και δίκαιος, και εκδηλούται ως ευαισθησία ψυχής υπέρ του αγαπωμένου προσώπου, ως μέριμνα, ως πρόνοια και ως περί αυτού φροντίς . Ο ιερός ούτος φόβος ορίζεται υπό του Θεοφυλάκτου ως επίτασις ευλαβείας λέγοντος «ὁ φόβος (ὁ ἱερός) ἐπίτασις ἐστιν εὐλαβείας ὥσπερ καί εὐλάβεια συνεσταλμένος φόβος»· και αύθις «φόβος ἐστίν αἰδώς καί εὐλάβεια καί ἐπιτεταμένη τιμή». Ο Οικουμένιος λέγει περί του φόβου τούτου τα εξής: «Φόβος τελειωτικός δέους μέν ἀπήλλακται, διό καί ἁγνός εἴρηται καί διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος»· και εν τη Αγία Γραφή η λέξη φόβος πολλάκις λαμβάνεται εν τη σημασία της αιδούς και ευλαβείας και δι ‘ αυτής εκφράζεται ο πόθος προς τελείαν επίγνωσιν και οικείωσιν του θείου. Ο φόβος ο εκ του μίσους είνε φόβος εναγής και εκδηλούται ως αποστροφή και απέχθεια προς τινα, ως αδιαφορία και εχθροπάθεια. Περί του φόβου τούτου ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγει: «Τό ἕτερον εἶδος τοῦ φόβου μετά μίσους γίνεται ᾧ δοῦλοι δεσπόταις κέχρηνται χαλεποῖς».
Ο ιερός φόβος είνε ο φόβος ο προς τον Θεόν, ο φόβος ο προς τους γονείς, ο φόβος ο προς τον σύζυγον και ο φόβος προς τους θείους και ανθρώπινους νόμους, και πηγάζει εκ της αγάπης.
Ο εναγής φόβος είνε φόβος κολάσεως. Αυτόν φοβούνται οι παραβάται των θείων και ανθρωπίνων νόμων. Ούτος πηγάζει εκ του πονηρού συνειδότος. Η Εκκλησία συνιστά τοις εαυτής τέκνοις τον ιερόν, τον αγνόν και τον άγιον φόβον. Τούτο τον φόβο συνιστά και προς την ερχόμενην εις γάμου συζυγίαν, και υπό νέον ηθικόν νόμον τεθειμένην γυναίκα· ζητεί δε τούτο δια την ευτυχίαν αυτής της γυναικός.
Ο ιερός φόβος απαθής ων ουδέν επαπειλεί το δεινόν. Ο φόβος ούτος ως συναίσθημα ταυτίζεται τη αγάπη ευλάβειαν επί τη ψυχή εμποιών, ίνα μη δια την της αγάπης παρρησίαν εις καταφρόνησιν του ανδρός έλθη, ως λέγει πατήρ τις. Ο ηθικός αγνός φόβος είνε εν εκ των επτά χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, ον η Αγία Γραφή ονομάζει φόβον Θεού. Εν τη Αγία Γραφή η δικαιοσύνη χαρακτηρίζεται ως φόβος Θεού· «ἀνήρ δίκαιος φοβούμενος τόν Κύριον». Ο φόβος του Θεού είνε αρχή σοφίας. Ο θείος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει «Ἀρχή σοφίας φόβος Κυρίου οἷόν τι πρῶτον σπάργανον· καί σοφία τόν φόβον ὑπερβᾶσα καί εἰς ἀγάπην ἀναβιβάσασα Θεοῦ φίλους ἡμᾶς καί υἱούς ἀντιδούλων ἐργάζεται»· και ο Σειράχ λέγει «Στέφανος σοφίας φόβος Κυρίου ἀναθάλλων εἰρήνην και ὑγείαν ἱάσεως» (κεφ. α΄ 15).
Τον φόβον του Θεού οι άγιοι πατέρες καλούσιν αγάπην προς τον Θεόν· «φόβος Θεοῦ ἀγάπην πρός αὐτόν ἐστιν· ἀγάπη δε σειρά τις, ἦς ἡ μέν τῶν ἀρχῶν ἐξαρτᾶται τῆς τοῦ ἀνθρώπου καρδίας, ἡ δε ἑτέρα ἅπτεται τῆς τοῦ Θεοῦ χειρός ἕλκοντος αὐτόν ἀεί πρός τόν αὐτοῦ φόβον». Και ο Μέγας Βασίλειος λέγει «σωτήριος ὁ φόβος καί Ἁγιασμοῦ ποιητικός ἐστι».
Ο ιερός ούτος φόβος εν τη Αγία Γραφή ταυτίζεται προς την ευλάβειαν και την αγάπην προς τινα. Ούτως εννόησαν και ερμήνευσαν οι ερμηνευταί και μεταφρασταί της Καινής Διαθήκης. Εν τη εν Οξωνίω εκδοθείση ελληνιστί μεταφράσει της Αγίας Γραφής ο εν κεφ. ε΄ 33 στιχ . της προς Εφεσίους επιστολής μετεφράσθη «Πλήν καί σεῖς οἱ καθ’ ἕνα, ἕκαστος τήν ἑαυτοῦ γυναίκα οὕτως ἄς ἀγαπᾷ ὡς ἑαυτόν· ἡ δε γυνή ἄς σέβηται τόν ἄνδρα». Εν τη λατινική μεταφράσει φέρεται ως εξής· «uxor autem videto, ut timeat virum». Το timeo ενταύθα, ως εξάγεται εκ της μεταφράσεως των άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, έχει την σημασία του ευλαβείσθαι. Εν τη γαλλική μεταφράσει των Παρισίων μεταφράζεται «que la femme respecte son mari». Εν τη ιταλική μεραφράσει «ed altresi la moglie riverisca il marito». Υπό ταύτην την έννοιαν τον στίχον τούτον άπασαι αι ευρωπαϊκαί γλώσσαι μετέφρασαν. Και εν τη αρχαία εβραϊκή γλώσση ο φόβος προς τον Θεόν ερμηνεύεται υπό των ερμηνευτών φόβος εκ σεβασμού, εξ ευλαβείας· ως ο εν τω Λευτικώ ιθ΄ 3 στιχ .: «θέλετε φοβεῖσθαι ἕκαστος τήν μητέρα αὐτοῦ καί τόν πατέρα αὐτοῦ» ερμηνεύεται, θέλετε σέβεσθαι και ευλαβείσθαι· καθώς και ο εν χωρίω Ιησού Ναυή δ΄ 14 στιχ. «καί ἐφοβοῦντο αὐτόν (τόν Ἰησοῦν Ναυῆ) καθώς ἐφοβοῦντο τόν Μωϋσῆν, πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ» ερμηνεύεται υπό των λεξικογράφων του εβραιοελληνικού λεξικού M . N . Ph . Sauder και M. I. Trenel "comme ils avaient respecté Moise". Υπό αυτήν την σημασίαν απαντά και εν άλλοις χωρίοις του εβραϊκού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης. Υπό ταύτη τη σημασία εχρήσατο τη λέξει και ο Απόστολος Παύλος, καθ’ ου επιτίθενται λίαν αδίκως αι κυρίαι, τας οποίας ούτος εις μεγάλην υψώνει περιωπήν. Ώστε τα αίτια των διαζυγίων ουχί εκ τούτου του φόβου του υπό του Παύλου διδασκομένου προέρχονται, αλλ’ αλλαχού δέον να ζητηθώσιν· ίσως ίσως εις την έλλειψιν του ιερού τούτου φόβου.







(Πηγή: apostoliki-diakonia.gr)

Η δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου (Αγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως)


theologia
Ιερή Κατήχηση της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ήτοι της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας – Κεφάλαια 3 & 5 Υπό του Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως
Μεταγλώττιση στην Νεοελληνική υπό Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Δράγα, δφ, δθ.

ΚΕΦ. 3: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
1. Τι ονομάζεται κόσμος (δηλ. κόσμημα);
 Κόσμος ονομάζεται το σύνολο της Δημιουργίας, εξ αιτίας της τάξης και αρμονίας που επικρατούν μέσα σ’ αυτήν. Η Δημιουργία διαιρείται στον ορατό και στον αόρατο κόσμο. Ο ορατός κόσμος είναι η υλική φύση. Ο αόρατος κόσμος είναι η άϋλη φύση, δηλαδή οι άγγελοι και η ψυχή του ανθρώπου.[1]
2. Τι διδάσκει η Εκκλησία για τη Δημιουργία του κόσμου;
Η Εκκλησία διδάσκει ότι τον κόσμο τον έκτισε ο Θεός[2] σε έξι ημέρες[3] από το μηδέν,[4] εξ αιτίας της υπερβολικής του αγαθότητας και βούλησης.[5] Και το έκανε αυτό ο Θεός με μόνο το Λόγο Του,[6] επειδή είπε και έγινε. Ώστε λοιπόν ο κόσμος είναι έργο της θείας δύναμης και σοφίας αποκλειστικά.[7]
3. Σε πόσο χρόνο λέει η Γραφή ότι έκτισε ο Θεός τον κόσμο;
 Η Παλαιά Διαθήκη λέει ότι ο Θεός έκτισε τον κόσμο σε έξι ημέρες.[8] Λέει επίσης ότι την πρώτη ημέρα έπλασε ο Θεός τον ουρανό και τη Γη. Και ότι η Γη ήταν αόρατη και ακατασκεύαστη και ότι το Πνεύμα του Θεού περιφερόταν πάνω στο ύδωρ. Και είπε ο Θεός, «Να γίνει φως, και έγινε φως».[9] Τη δεύτερη ημέρα έγινε το στερέωμα, δηλ. η έκταση του ουρανού «και κάλεσε ο Θεός το στερέωμα ουρανό».[10] Την Τρίτη ημέρα ξεχώρισε ο Θεός τα ύδατα συγκεντρώνοντάς τα σε ένα μέρος και φάνηκε η ξηρά, η οποία βλάστησε φυτά και δένδρα. Την τέταρτη ημέρα έκτισε ο Θεός τον ήλιο, τη σελήνη και τους αστέρες.[11] Την πέμπτη ημέρα έκτισε τα ψάρια της θάλασσας και τα πτηνά του ουρανού, και κάθε έμψυχο ζώο ερπετό ανάλογα με το γένος τους. Την έκτη ημέρα έκτισε τα τετράποδα και τα ερπετά και τα θηρία της γης ανάλογα με το γένος τους. Μετά τη δημιουργία όλων αυτών έπλασε ο Θεός και τον άνθρωπο.[12]
4. Τι λέει η Γραφή για τη Δημιουργία;
 Λέει ότι ο Θεός έπλασε τα πάντα «καλά λίαν».
5. Που έβαλε ο Θεός τον Αδάμ και την Εύα;
 Τους έβαλε στον παράδεισο.[13]
ΚΕΦ. 5: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΛΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
1. Πως εξιστορεί η Παλαιά Διαθήκη την πλάση του ανθρώπου;
Η Παλαιά Διαθήκη εξιστορεί ότι ο Θεός, αφού συντελέστηκαν τα πάντα, και είδε ότι ήσαν όλα πολύ καλά, είπε: «Ας πλάσουμε τον άνθρωπο κατά την εικόνα μας και κατά την ομοίωσή μας και ας γίνουν κυρίαρχοι πάνω στα ψάρια της θάλασσας, στα πτηνά του ουρανού και στα κτήνη ολόκληρης της γης, ως και σε όλα τα ερπετά που σέρνονται πάνω στη γη. Και έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο. Κατά την εικόνα του Θεού τον έπλασε. Αρσενικό και θηλυκό τους έκανε, και τους ευλόγησε λέγοντάς τους: Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε τη γη και κατακυριεύσατε αυτής… κτλ.» (Γεν. 1:26-29).
2. Γιατί έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο;
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει, ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, «επειδή δεν ήταν αρκετό για το Θεό να κινείται μονάχα γύρω από την θεωρία του εαυτού Του, αλλά έπρεπε η αγαθότητά Του να ξεχυθεί στα πολλά κτίσματα Του που παρέλαβαν την ευεργεσία Του».
3. Από τι έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο;
Η αγία Γραφή λέει, ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από το χώμα της γης και ότι ενεφύσησε στο πρόσωπό του την πνοή της ζωής, και έτσι έγινε ο άνθρωπος ζώσα ψυχή» (Γεν. 2:7).
4. Που αναφέρεται το κατ’ εικόνα σύμφωνα με το οποίο πλάστηκε ο άνθρωπος, στο σώμα ή στην ψυχή;
Το κατ’ εικόνα αναφέρεται στην ψυχή, διότι ο Θεός είναι ασώματος και απερίγραπτος. Η εικόνα του Θεού εντυπώθηκε στη φύση της ψυχής του ανθρώπου, δηλ. έγινε ο άνθρωπος όμοιος με τον Θεό με την έννοια ότι έχει νοερή και αυτεξούσια ενέργεια (ελευθερία βούλησης). Η νοερή ενέργεια έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι ιδιότητες της ψυχής σχετίζονται με τις ιδιότητες του Θεού. Η αυτεξουσιότητα έχει να κάνει με τη δυνατότητα του ανθρώπου να εξομοιωθεί με το Θεό με μέσο την αρετή. Δηλαδή, όπως ο Θεός είναι πνεύμα λογικό, έτσι προίκισε και τον άνθρωπο με πνευματικό λόγο, ο οποίος όμως είναι σχετικός και περιορισμένος· όπως ο Θεός είναι αγαθός, έτσι προίκισε και τον άνθρωπο με βούληση του αγαθού. Όπως ο Θεός είναι αυτεξούσιος, έτσι έδωσε και στον άνθρωπο το αυτεξούσιο. Όπως είναι ο Θεός Δεσπότης πάνω σε όλα, έτσι έδωσε και στον άνθρωπο τη δύναμη να είναι ο αρχηγός πάνω σε όλα τα κτίσματα της γης. Με τον ίδιο τρόπο κατανοούνται και τα υπόλοιπα ιδιώματα του ανθρώπου, τα οποία οφείλει να αναπτύξει χρησιμοποιώντας το αυτεξούσιό του, ώστε να αποβεί εικόνα και ομοίωμα του Θεού.[14] 
Αυτό ακριβώς εννοεί η Γραφή όταν λέει: «Ενδυθείτε τον καινούργιο άνθρωπο που έχει κτισθεί σύμφωνα με το Θεό, με τη δικαιοσύνη και την αγιότητα της αλήθειας» (Εφ. 4:24)· και κάπου αλλού, «Ενδυθείτε το νέον άνθρωπο που ανακαινίζεται ώστε να αποκτήσει τέλεια γνώση σύμφωνα με την εικόνα του Κτίστη του» (Κολ. 3:10). Οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν, ότι το κατ’ εικόνα το λάβαμε από το Θεό αμέσως, ενώ το καθ’ ομοίωση εξαρτάται από εμάς αν το αποκτήσουμε. Όπως το λέει ο Γρηγόριος Νύσσης: «Το να είμαστε κατ’ εικόνα Θεού είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της πρώτης δημιουργίας μας. Το καθ’ ομοίωση Θεού, όμως, εξαρτάται από τη δική μας θέληση, γιατί υπάρχει μέσα μας σαν δυνατότητα και αποκτιέται όταν ενεργοποιείται».[15]
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός το θέτει ως εξής: «Το κατ’ εικόνα αναφέρεται στη νοερή και αυτεξούσια δύναμη της ψυχής, ενώ το καθ’ ομοίωση αναφέρεται στην αρετή και στη δυνατότητα της εξομοίωσης».[16]
—————————————————
[1] Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός λεει τα εξής: «Ο Θεός δημιουργεί τα πάντα από το μη είναι στο είναι, τα ορατά και τα αόρατα, και τον άνθρωπο που συνίσταται από ορατή και αόρατη φύση (Έκδ. της Ορθοδόξου Πίστεως, II,17).
[2] Γεν. 1:1, Ψαλμ. 145:5-6, Ης. 2:5, 45:18, Ιερ, 9:12, Μάρκος 13:19, Πράξεις 4:24, 17:24, Αποκ. 10:6, 14:7, Εβρ. 3:4, Ρωμ. 1:19, Α Κορ. 11:12, Εφ. 3:9, Δαμασκηνός, Έκδ. της Ορθοδόξου Πίστεως, I:3, Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις XI:4, Πολιτεία του Θεού XI:4.
[3] Γεν. 1:1, Ψαλμ. 17:5, 58:2, 101:26, Μαρκ.1:6, Ιωάννης 1:1, Εφεσ. 1:34, Κολ. 1:17, Εβρ.1:2, Αθηναγόρας Πρεσβεία 16, Κύριλλος Αλεξανδρείας Εις το Κατά Ιωάννην 6, Αυγουστίνος Πολιτεία του Θεού XI:4, XII:15, Εξολμολογήσεις XI:10.
[4] Β Μακκαβ. 7:28, Ιωάν. 1:3, Ρωμ. 4:17, Εβρ. 11:3, Τατιανός Προς Έλληνας 5, Αθηναγόρας Πρεσβεία 4, 15, 19, Ειρηναίος Κατά Αιρέσεων II:10, IV:20, Τερτουλλιανός Επίκριση των Αιρετικών 13, Εφραίμ ο Σύρος Εις την Γένεσιν 1:1, Ιωάννης ο Χρυσόστομος Εις την Γένεσιν Ομιλία 2, Λακτάντιος Divine Institutes II:9. Οι οπαδοί του Ερμογένη πίστευαν ότι ο κόσμος κτίστηκε από προϋπάρχουσα ύλη (Τερτουλλιανός Κατά Ερμογένους II, Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία 5:21). Ο Σίμων Μάγος, ο Μένανδρος, ο Βασιλείδης, ο Καρποκράτης και άλλοι δίδασκαν ότι οι άγγελοι έπλασαν τον κόσμο από προαιώνια ύλη (Τερτουλλιανός  Επίκρισις των Αιρετικών 46, Ειρηναίος, Κατά Αιρέσεων I:24, Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία 4:7); Για τον Κήρυνθο ο κόσμος πλάστηκε από κατώτερες δυνάμεις εν αγνοία του Θεού! (Ειρηναίος, Κατά Αιρέσεων III:11, Αυγουστίνος Περί Αιρέσεων 8), και για τους Οφίτες τους Μανιχαίους και τους Πρισκιλλιανούς πλάστηκε από το δαίμονα. Ο Ωριγένης θεωρούσε τον κόσμο ως αναγκαία και αναπόφευκτη συνέπεια της παντοδυναμίας του Θεού, και συνεπώς τον έλεγε αιώνιο. Όλες αυτές οι αιρέσεις καταδικάστηκαν στο παρελθόν από την Εκκλησία. Μερικές όμως από αυτές ξαναεμφανίστηκαν στο μεσαίωνα. Έχουμε την περίπτωση των Παυλικιανών και των Βογομίλων που απόδιδαν την κτίση του κόσμου στο δαίμονα Σαταναήλ (Φώτιος,  Κατά Μανιχαίων 2:5, Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Πανοπλία Δογματική 27).
[5] Ψαλμ. 103:11, 134:6, Αποκ. 4:11, Ειρηναίος Κατά Αιρέσεων II:1, Θεοδώρητος Απορροίαι εις την Γένεσιν 3, Δαμασκηνός Έκδ. της Ορθοδόξου Πίστεως II:2).
[6] Γεν.1:3, 6, 7, 9, Ψαλμ. 147:5, Αποκ. 1:11, Ιερεμ. 32:17.
[7] Ψαλμ. 134:5, Παροιμ. 3:19, 8:23-30, Ιερ. 10:12, Ειρηναίος Κατά Αιρέσεων II:2, Ωριγένης Περί Αρχών 1:2, Ευσέβιος, Ευαγγελική Προπαρασκευή 11:10, Κύριλλος Αλεξανδρείας Εις το Κατά Ιωάννην 16, Δαμασκηνός Έκδ. της Ορθοδόξου Πίστεως I:9.
[8] Γένεσις κ. 1.
[9] Γέν. 1:3.
[10] Γεν. 1:14.
[11] Ο Δαμασκηνός λεει, ότι «ο Δημιουργός έβαλε μέσα σε αυτούς τους αστέρες το πρωτόκτιστο φως, όχι διότι δεν είχε κάποιο άλλο, αλλά για να μη μείνει αχρησιμοποίητο εκείνο το φως. Ο αστέρας ή φωστήρας δεν είναι το ίδιο το φως, αλλά το δοχείο του φωτός (Έκδ. της Ορθοδόξου Πίστεως ΙΙ, 22).  
[12] Yπάρχουν πολλοί, από παλιά (όπως οι Γνωστικοί, οι Μανιχαίοι, οι οπαδοί του Μαρκίωνα, κ.αλ.) και τώρα, που θεωρούν τον κόσμο πάρα πολύ ατελή και γεμάτο με ελλείψεις και κακά. Την αιτία γι αυτό την αποδίδουν ή στο Θεό ή σε κάποια άλλη αντίθετη και αντίπαλη αρχή του κακού. Την άποψη αυτή πάντοτε την καταδίκασε η Εκκλησία. Άλλοι πάλι πίστεψαν και πιστεύουν ότι ο κόσμος είναι τόσο τέλειος και καλός, ώστε να ξεχάσουν τον Κτίστη και να θεοποιήσουν την κτίση, και μάλιστα την υλική. Και τα δύο αυτά αντίθετα άκρα είναι εσφαλμένα, γι αυτό και ο Ορθόδοξος χριστιανός οφείλει να απορρίπτει τις βλασφημίες αυτές των υλιστών και των ψευδο-πνευματικών (Πρβλ. Χρυσοστόμου Εις την Β Κορινθ. Ομιλία 11).
[13] Ο άγιος Νεκτάριος έχει ένα εκτενές παράρτημα για τη σημασία των ονομάτων «Αδάμ», «Εύα», «Παράδεισος», όπου εξηγεί ότι Αδάμ σημαίνει Γεννηθείς, Εύα σημαίνει ζωή και Παράδεισος είναι μια περιοχή στην Αρμενία.
[14] Οι Αφθαρτομορφίτες που αρχικά ονομάζονταν και Αυδιανοί από τον αιρετικό Αυδίου, ο οποίος ήταν Σύρος το γένος, πίστευαν, όπως μας πληροφορεῖ ο Θεοδώρητος στην Εκκλησιαστική Ιστορία του, ότι «ο Θεός είναι ανθρωπόμορφος και ότι αυτό συμπεριλαμβάνει και τα μόρια του ανθρώπινου σώματος τα οποία αναφέρονται κατά συγκατάβαση στην αγ. Γραφή. Η αίρεση εμφανίστηκε γύρω στο 338 μ.Χ. και έλαβε το όνομα Ανθρωπομορφίτες ή Ανθρωπομορφιανοί γύρο στο 370 μ.Χ. 
[15]  Λόγος εις το Ποιήσωμεν άνθρωπον….
[16]  Έκδοση της Ορθοδόξου Πίστεως, ΙΙ.24.
(Πηγή ηλ. κειμένου: vatopaidi.wordpress.com)

Περί φιλίας (Αγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως)


theologia
Φιλία είναι αγάπη υγιούς ψυχής προς ψυχή επίσης υγιή. Η φιλία ως απόρροια υγιούς ψυχής είναι ιερή, αγνή, ακέραιη, πιστή, σταθερή, ειλικρινής, θαρραλέα, αληθινή, αιώνια. Η φιλία είναι αρετή, γιατί θεμελιώνεται στο ήθος
και την καλή διαγωγή της υγιούς ψυχής γι’ αυτό και μόνο με την αρετή συνάπτεται και αυτής γίνεται εραστής και αυτήν αγκαλιάζει, μένοντας μαζί της πάντοτε. Η φιλία σαν αρετή, έλκεται από το όμοιο και αναπαύεται με τις συγγενείς αρετές. Είναι σύνδεσμος δύο όμοιων ψυχών.
Είναι πάθος συνετής ψυχής και συνδέει τους φίλους με σφοδρή αγάπη. Συνδέει δε με πόθο τους ανθρώπους που έχουν από τη φύση τους την τάση να διασπώνται. Η φιλία έχει σταθερό και ασυμβίβαστο ήθος. Είναι η φιλία ένα είδος ηθικής ευχαρίστησης, που κατευχαριστεί την ψυχή. Η φιλία υπομένει πάντα, συμπάσχουσα και συμπαραστεκόμενη. Ο Αριστοτέλης έχει πει: «Φιλία είναι μία ψυχή που κατοικεί σε δύο σώματα».
Η φιλία είναι πιο δυνατή από τη συγγενική αγάπη, διότι η μεν συγγενική αγάπη είναι έργο ανάγκης, η φιλία όμως βασίζεται στη θέληση. Η φιλία υπαγορεύει ευλάβεια προς τα ιερά των φίλων, αγνότητα στη συμπεριφορά, ακεραιότητα στα ήθη, πίστη στον χαρακτήρα, σταθερότητα στις αποφάσεις, ειλικρίνεια στους λόγους, θάρρος στο να ειπωθούν τα ορθά και ωφέλιμα και στο να λέγεται η αλήθεια. Η φιλία είναι το στήριγμα για την ευτυχία δύο αγαθών ανθρώπων, γιατί μόνο μεταξύ αγαθών ανθρώπων μπορεί να αναπτυχθεί η αληθινή φιλία. Ο Πλάτων λέει: «Φιλία είναι η ομόνοια υπέρ των καλών και δικαίων΄ η θέληση για κοινό τρόπο ζωής, ίδιος τρόπος σκέψης και πράξης, ζωή με αρμονία και καλή διάθεση ώστε να υπάρχει ομόνοια, συνοδοιπορία τόσο στα ευχάριστα, όσο και στα δυσάρεστα».
Τρία είναι τα είδη της φιλίας΄ αυτή που βασίζεται στην αρετή, αυτή που θεμελιώνεται στο συμφέρον και αυτή που υπάρχει από συνήθεια. Άριστη όμως είναι η χάριν της αρετής φιλία, γιατί τη στερεώνει η αρετή της αγάπης.
(ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, "ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ. Κείμενα αυτογνωσίας")

Περί μακροθυμίας (Αγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως)


theologia
Η μακροθυμία  είναι αρετή γενναίας και ευγενικής ψυχής, που έχει θεμέλιο την αγάπη προς τον πλησίον. Η μακροθυμία είναι μεγαλοψυχία, μεγαλοφροσύνη και φίλη της πραότητας. Η μακροθυμία μαρτυράει καλή αγωγή ψυχής και εκδηλώνεται σαν συμπάθεια, φιλανθρωπία, μετριοφροσύνη και δικαιοσύνη. Ο μακρόθυμος κυριαρχεί πάνω στον θυμό και την οργή του∙ κατευνάζει δε τις ορμές της καρδιάς του, ελεεί όσους έφταιξαν σε κάτι και λυπάται αυτούς που αμαρτάνουν. Ο έλεγχός του γίνεται με επιείκεια και τα λόγια του εκφράζονται με σύνεση και φρόνηση. Η οργή δεν σκοτίζει τον νου του και ο θυμός δεν διαταράσσει τα λογικά του. Η όψη του είναι ευχάριστη και οι κινήσεις του σεμνοπρεπείς. Έχοντας πολλή φρόνηση, δεν δικάζει με εμπαθή οξύτητα, αλλά αποφαίνεται με αγαθή κρίση για τα παραπτώματα. O Χρυσόστομος λέει για τη μακροθυμία τα παρακάτω: «Το αίτιο όλων των αγαθών είναι η μακροθυμία∙ αυτή είναι η ρίζα κάθε φιλοσοφίας∙ υπάρχει ως όπλο ακαταμάχητο και πύργος απόρθητος, αντιμετωπίζοντας με ευκολία τα λυπηρά και τα δύσκολα. Και όπως ακριβώς, αν πέσει σπίθα στην άβυσσο, εκείνη δεν θα βλαφθεί καθόλου, αλλά η σπίθα θα σβήσει εύκολα, έτσι και στη μακρόθυμη ψυχή, όποιο απροσδόκητο και να εμφανιστεί, αυτό εξαφανίζεται εύκολα, ενώ εκείνη παραμένει ατάραχη. Διότι η μακροθυμία είναι δυνατότερη όλων∙ και για στρατόπεδα να πεις και για χρήματα και για άλογα και για τείχη και για όπλα και για ο,τιδήποτε, κανένα δεν θα βρεις ίσο με τη μακροθυμία.
Γιατί εκείνος που θα έχει όλα τα παραπάνω, αν κυριευθεί από θυμό, πολλές φορές συμπεριφέρεται σαν ανώριμο παιδάκι, κάνοντας πολύ θόρυβο και γεμάτος ζάλη. Ο μακρόθυμος απολαμβάνει βαθιά γαλήνη, σαν να βρίσκεται καθισμένος σε λιμάνι∙ όπως ακριβώς δεν νικιέται ο βράχος με όποια βλάβη κι αν προσπαθήσεις να του προκαλέσεις , ή δεν ταράζεται ο πύργος όποια ύβρη και να του απευθύνεις, ή δεν καταστρέφεται το διαμάντι με όποια πληγή θελήσεις να του προκαλέσεις».
Μακάριος ο άνθρωπος ο μακρόθυμος.
(«Το γνώθι σαυτόν ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ», ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ)
(Πηγή ηλ. κειμένου: hristospanagia3.blogspot.gr)