Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τους αγώνας του Έθνους



Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τους αγώνας του Έθνους
κ. Αθ. Ε. Καραθανάση,
Καθηγητού του Α.Π.Θ.
Κατά την μακρά βυζαντινή περίοδο η Εκκλησία και η Πολιτεία, ο Πατριάρχης και ο αυτοκράτωρ, συμπορεύτηκαν με αγαστή συνεργασία συνιστώντας έκτοτε την καλουμένη αρχή της συναλληλίας, αυτή δηλ. που εξακολουθεί υφισταμένη ως σήμερον και η οποία κατ' ουδένα λόγο πρέπει να διαρραγεί, εφ' όσον αυτές οι δύο έννοιες μολονότι διακριτές, συμπορεύονται, διότι αυτή είναι η συνείδηση του λαού ερειδομένη επί της ιστορικής πραγματικότητος. Και κακώς υπήρξαν σκέψεις, ελαχίστων ευτυχώς, για υπονόμευση της Εκκλησίας και καλώς έπραξε η Πολιτεία στο πολύ πρόσφατο παρελθόν και απέρριψε σκέψεις η εισηγήσεις ορισμένων, ελαχίστων επαναλαμβάνω, για τον διαχωρισμό των δύο εννοιών. Και υπενθυμίζω ότι αυτή η ταύτιση των δύο εννοιών εκκινεί από τους βυζαντινούς χρόνους και γιγαντώνεται κατά την μακρά Τουρκοκρατία, αφού η Εκκλησία, ελλείψει πολιτικής αρχής με την πολιτική πτώση του Βυζαντίου, καθίσταται αυτή η πολιτική, η Εθναρχική, η του Γένους αρχή, προστάτης και υπερασπιστής του υποδούλου Γένους και από αυτήν εκκινούν και τελειώνουν τα πάντα.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέλαβε την θέση του χαμένου αυτοκράτορος με έμβλημα τον δικέφαλο αετό και το Πατριαρχείο καθίσταται κράτος εν κράτει στην ευρεία Οθωμανική αυτοκρατορία. Και απορούσαν Ευρωπαίοι συνάδελφοι της Ιστορίας, και δη ορισμένοι της Εκκλησιαστικής, όταν σε Συνέδριο στην Σιέννα της Ιταλίας για την ιστορία του κλήρου, ο υπογραφόμενος εξέθετε αυτήν την ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, μοναδικό ούτως η άλλως παράδειγμα ταυτίσεως πολιτικής και θρησκευτικής εννοίας στην Ευρώπη. Και το γένος εσώθη υπό την σκέπην της Εκκλησίας και το Πατριαρχείο κατέστη σύμβολο ενώσεως στις ιδέες της πίστεως και της πατρίδος ως κέντρο εθνικής περισυλλογής. Αυτό ήταν το υπεύθυνο εθνικό κέντρο έναντι του Οθωμανού κατακτητού, εκμεταλλευόμενο και τα παραχωρηθέντα υπό του Μωάμεθ Πορθητή προνόμια στον πρώτο Πατριάρχη του δούλου Γένους Γεννάδιο Σχολάριο.

Τοιουτοτρόπως, συνέστησε σχολεία με πρώτη την Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως το 1454 επί των ερειπίων της Κωνσταντινουπόλεως, συνέστησε την κοινοτική οργάνωση, τις περιώνυμες κοινότητες της Τουρκοκρατίας, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκάστοτε τοπικός επίσκοπος η στην ύπαιθρο οι ιερείς, σε μία πρωτόφαντη δημοκρατική οργάνωση. Συνετελέσθη, κατά ταύτα και απετελέσθη γύρω από την Εκκλησία πνευματικός και διοικητικός οργανισμός που προστάτευε τους πιστούς από το μίσος και τις αδικίες των Μουσουλμάνων που καταπατούσαν αυθαιρέτως με διάφορες προφάσεις κάθε δίκαιο και προνόμιο των Χριστιανών. Η βαρεία δουλεία ελαφρύνθηκε με την βοήθεια της Εκκλησίας, η οποία, ούτως η άλλως υφίστατο πρώτη αυτή τις αυθαιρεσίες των Οθωμανών.

Έμοιαζαν οι πρώτες δεκαετίες μετά το 1453 με τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και τα μαρτύρια των πρώτων Χριστιανών πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, λαός, εμαρτύρουν σχεδόν καθημερινά. Μες απ' αυτήν την οδύνη ενεφανίσθησαν οι νεομάρτυρες των οποίων η μαρτυρία φθάνει ως το 1922 στην φωτιά και την αντάρα της Μικρασιάτικης καταστροφής. Και υπό αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων παρουσιάσθη και το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών, εκείνων δηλ. που δεχόμενοι εξωτερικώς το Ισλάμ διεφύλαττον εις το βάθος της ψυχής τους την χριστιανική πίστη. Τα τοπικά γεωγραφικά όρια από το 1453 ως το 1922 ήρθησαν δια της Εκκλησίας, καθ' όσον τους Χριστιανούς ένωνε η πίστη, η οποία σφυρηλατούσε και την εθνική συνείδηση, καθ' όσον η Εκκλησία διεκράτησε την πνευματική ελευθερία των ελευθέρων Ελλήνων, αναζωογόνησε την εθνική παράδοση και κρυφίως η φανερώς ενίσχυε το όραμα της ελευθερίας. Μετά μάλιστα την ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571 οι Μητροπολίτες Μονεμβασίας Μακάριος Μελισσηνός, ο Ρόδου Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Νάξου και Μυτιλήνης, τίθενται επικεφαλής επαναστατικών κινημάτων οι περισσότεροι μάλιστα, όπως και πολλοί ιερείς έχουν τραγικό τέλος παλουκώνονται η σφαγιάζονται με γιαταγάνια. Τον Ιούνιο του 1576 σημειώνονται νέες επαναστάσεις στην Μακεδονία και στα νότια Βαλκάνια, όπου πρωταγωνιστούσαν ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωακείμ, ο Βελεσσών Φώτιος, ο Βελεγράδων στην Β. Ήπειρο Νεκτάριος και ο Καστορίας Σωφρόνιος ζητούν μάλιστα την βοήθεια του ηγέτου των Δυτικών Don Juan de Austria, αλλά μάταια. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Μητροπολίτης Δαλματίας, Ιταλίας, Αμβρακίας, Σικελίας Τιμόθεος που επίεζε τον Πάπα Πίο Ε' να συνασπίσει τις χριστιανικές δυνάμεις κατά των Οθωμανών.

Βλέπουμε ότι οι επίσκοποι έχουν και πολιτικοστρατιωτικό ρόλο. Αλλά και οι διάδοχοί τους, ο Αχρίδος Αθανάσιος από την Μάνη και ο Νεκτάριος, προσπαθούν να ξεσηκώσουν τους Χειμαρριώτες το 1596, ενώ λίγο νωρίτερα, το 1582, ο πρωτοπαπάς Μάνης Μουρίσκος στην Μάνη το αυτό πράττει συνεννούμενος με τους Ισπανούς. Στα βόρεια Βαλκάνια μετά το 1597 ο Μητροπολίτης Τυρνόβου στην Βουλγαρία Διονύσιος Ράλλης συνεργαζόταν με τον Βαλκάνιο ήρωα Μιχαήλ Γενναίο ξεσηκώνοντας τους βαλκανικούς λαούς. Λίγο αργότερα το 1601 ο πρώην Μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Χρύσανθος Λάσκαρις και ο διάδοχος του Διονύσιος συνεννούνταν με τον δούκα του Nevers Κάρολο Γονζάγα και οργάνωναν νέο επαναστατικό κίνημα με τους Μανιάτες και λοιπούς Πελοποννησίους.

Και φυσικώ τω λόγω η Εκκλησία ήτο η πρωτοστάτης δύναμις των επανειλημμένων εθνικών εξεγέρσεων και θα αναφέρουμε, μεταξύ των άλλων, την τολμηρή επανάσταση του 1600 και 1611 του Μητροπολίτου Τρίκκης Λαρίσης Διονυσίου, φιλοσόφου, κατά την οποία, πλην αυτού και άλλων αρχιερέων και κληρικών, εμαρτύρησε και ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ. Ήτο η εποχή που στον Οικουμενικό Θρόνο ευρισκόταν ο ιεροεθνομάρτυς Κύριλλος ο Λούκαρις που αγωνιζόταν κατ' εκείνη την εποχή και κατά της διεισδύσεως των Καθολικών στην Ελληνική Ανατολή, οι οποίοι με τους Ιησουίτες, έκλεπταν τις ψυχές των υποδούλων. Τελικώς ο Λούκαρις υπέστη μαρτυρικόν θάνατο από τους γενιτσάρους, συνεργεία των Ιησουιτών. Και ενώ οι Έλληνες άρχισαν τις απόπειρες εξεγέρσεως και άρχισε και η μακρά γραμμή απαγχονισμών και στραγγαλισμών Πατριαρχών και αρχιερέων ως ο Πατριάρχης Παρθένιος Β' το 1650, το 1657 ο Παρθένιος Γ και το αυτό έτος ο Γαβριήλ και ο εκ Βερροίας Κύριλλος Κόνταρης.

Και ήτο η εποχή που η Εθναρχούσα Εκκλησία στρεφόταν προς την ομόδοξη Ρωσία ιδιαιτέρως από της εποχής του Κυρίλλου Λουκάρεως, ως προκύπτει και από την αλληλογραφία του με τους Ρώσους τσάρους. Και ήτο ο αυτός Πατριάρχης και οι διάδοχοί του που προστάτευσαν όχι μόνον τον Ελληνικό λαό, αλλά και τους ομοδόξους Βαλκανίους και Ρώσους από την λύμη της Ουνίας, η οποία, ως μη ώφειλε, δραστηριοποιείται και μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες αυτές. Ο αυτός Κύριλλος Λούκαρις και οι διάδοχοί του, αλλά και οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, με κύριους πρωταγωνιστές τον Δωρόθεο Νοταρά (+ 1707) και τον ανεψιό του Χρύσανθο, προστάτευσαν τα ιερά προσκυνήματα στην Παλαιστίνη, μέσω μάλιστα και του εξ απορρήτων Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου.

Και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απετέλεσε και αποτελεί τόπον προσκυνήματος, όπου συχνά μετέβαινον Έλληνες προσκυνητές (οι χατζήδες), για να αντλήσουν δύναμη από τον Πανάγιο Τάφο και σε ανταπόδοση ήταν η ίδρυση μετοχίων σχεδόν πανταχού της Ελλάδος από την άλλη, οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων ευρισκόμενοι συχνά στην Ελλάδα και στις βαλκανικές χώρες ενίσχυαν την πίστη των χριστιανών, αλλά και το εθνικό φρόνημα των υποδούλων, ως επί παραδείγματι ο πολύς Δοσίθεος Νοταράς που επί εικοσαετία συνήγειρε τους βαλκανικούς λαούς κατά των Οθωμανών την περίοδο 16801700 και εφεξής.

Από την Εκκλησία εκπορεύονταν η πνευματική και εθνική αναγέννηση και φυσικά αυτή επλήρωνε πρώτη σταυρούμενη την Οθωμανική εκδίκηση. Κατά την απελευθέρωση της Πελοποννήσου της περιόδου 1685-1715 από τους Βενετούς, πρώτο ρόλο είχαν οι κληρικοί όχι μόνον οι καταγόμενοι από την Πελοπόννησο, αλλά και αρκετοί από την Ρούμελη και την Κρήτη. Μεταξύ αυτών κυρίαρχη θέση κατέχει ο επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος, ο μάρτυς Μητροπολίτης Κορίνθου Ζαχαρίας (+ 1684), ο Μαΐνης Παρθένιος, ο Ρέοντος και Πραστού Ιάκωβος Σαλούφας, ο Λαρίσσης Μακάριος, ο Θηβών Ιερόθεος, ο Αθηνών Ιάκωβος αλλά και οι Κασσανδρείας, Πολυάνης και Λήμνου. Λίγο νωρίτερα στον Κρητικό πόλεμο (1645-1669) εκατοντάδες ήσαν οι ιερείς και οι μοναχοί που θυσιάσθηκαν πολεμώντας κατά των Τούρκων, ως οι Γεράσιμος Βλάχος, μέγιστος φιλόσοφος και θεολόγος της εποχής, Βαρθολομαίος Συρόπουλος, οι Μπουνιαλήδες. Την παράδοση της θυσίας τους επανέλαβε ο Κρητικός κλήρος στο Αρκάδι διακόσια χρόνια αργότερα.

Στα Ορλωφικά του 1768-1770 μετείχε ενεργώς η Εκκλησία δια των τοπικών επισκόπων και του εφησυχάζοντος στο Άγιον Όρος πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ Β. Σχεδόν όλοι οι επίσκοποι (ο Πατρών Παρθένιος, ο Μεθώνης, ο Καλαμών, ο Καρύστου Ιάκωβος) αλλά και δεκάδες αγιορειτών μοναχών ηύρον τραγικό θάνατο τα αυτά και δεινότερα και ο λαός μας. Και συχνά εδίδοντο ποικίλες αφορμές στον Οθωμανό κατακτητή σχεδιάζοντας γενική σφαγή των Ελλήνων η γενικό εξισλαμισμό, την αιμορραγία αυτή του Ν. Ελληνισμού.

Κορυφαία μορφή κατά τα μέσα του 18ου αι. αναδεικνύεται ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός, που μαρτύρησε στις 24 Αυγούστου 1779 στην Μουζακιά στο χωριό Καλλικούνταση της Ηπείρου, αγωνιζόμενος σθεναρώς για την στήριξη του δεινοπαθούντος Χριστιανού, την ίδρυση σχολείων, την ηθική και πνευματική αντίσταση του κατά της λαίλαπος του εξισλαμισμού, τον οποίο αντιμετώπισε γενναία λίγο νωρίτερα στην Ήπειρο ο μοναχός Νεκτάριος Τέρπος με το κήρυγμά του και τα βιβλία του που στήριζαν τους Χριστιανούς.

Τα αυτά ισχύουν και για τα φραγκοκρατούμενα μέρη, τα Επτάνησα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη, όπου, παρά την μακροχρόνια ξενική κατοχή οι Έλληνες κράτησαν την παράδοση με τους πρωτοπαπάδες τους και τον απλό κλήρο επικεφαλής, παρά την πίεση των ρωμαιοκαθολικών.

Μέγιστος ήταν ο ρόλος, αν όχι ο μοναδικός και ο καταλυτικός, της Εκκλησίας στην ανάπτυξη της παιδείας όλη σχεδόν η ιστορία της νεοελληνικής παιδείας αρχή και τέλος έχει την Εκκλησία: λόγιοι, σχολεία, χειρόγραφα, βιβλία, πνευματική κίνηση εκκινεί και τερματίζει σ αυτήν. Από την Μεγάλη του Γένους Σχολή ως το κοινό σχολείο του τελευταίου χωρίου του ευρύχωρου Ελληνισμού η Εκκλησία είναι παρούσα ως κινητήριος δύναμη. Ακαδημία της Πάτμου, η Πατμιάς, Αθωνιάς, σχολεία στην Αθήνα, την Ήπειρο, την Μακεδονία, σχολεία παντού ιδρύονται και ως έγραψε περί το 1768 ο Ιωαννίτης λόγιος Γεώργιος Κωνσταντίνου στα σχολεία αυτά «η ημετέρα διάλεκτος πολιτεύεται και η ευσέβεια της Ανατολικής Εκκλησίας κηρύττεται... και οι διδάσκαλοι σπουδαίοι κοσμούσι τας ομηγύρεις των τε αρχιερέων και των κληρικών και άπ' άμβωνος συνεχώς κηρύττουσι λόγους».

Ακόμη και ο αντικληρικαλιστής διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής δέχεται ότι οι περισσότεροι διδάσκαλοι «των ευρωπαϊκών μαθήσεων» ήσαν ιερωμένοι. Ακόμη και αυτού του Νεοελληνικού Διαφωτισμού τα καλά του στοιχεία εισήλθον στην Ελληνική Ανατολή μέσω της Εκκλησίας και μέσω των στελεχών της ως ο Ευγένιος Βούλγαρις, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, οι Μηλιώτες Κωνσταντάς και Γαζής. Παραλλήλως, σειρά ολόκληρη φιλολόγων, θεολόγων, φιλοσόφων έγραφε και εστήριζε την Ορθοδοξία, αγωνιζόμενη κατά του Παπισμού αναπτύσσοντας τα φιλολογικά και θεολογικά συγγράμματα, ακόμη και εκλαϊκευμένη θεολογία ως ο Σεβαστός Κυμινήτης στις αρχές του 18ου αι. και ο σχεδόν σύγχρονος του Μελέτιος Συρίγος αγωνιζόμενος κατά του Προτεσταντισμού και του Παπισμού. Στις ακρότητες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, άνθρωποι της Εκκλησίας αντέταξαν με επιτυχία τον Ορθόδοξο Φωτισμό με εκπροσώπους τον άγιο Αθανάσιο Πάριο και τον Νικόδημο Αγιορείτη, που ήσαν και οι γνήσιοι εκφραστές του γενναίου κινήματος των Κολλυβάδων. Και δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι όλη η νεοελληνική φιλολογία, συλλήβδην η νεοελληνική γραμματεία από του 15ου τις αρχές του 20ού αι., είναι ουσιαστικώς εκκλησιαστική φιλολογία, αφού οι λόγιοι της περιόδου από την Εκκλησία προέρχονται. Και δεν νοούνταν στον Ελληνισμό της Διασποράς να μην υπάρχει εκκλησία και εφημέριος που αποτελούσαν τον συνεκτικό κρίκο των Ελλήνων αποδήμων, οι οποίοι καλούσαν ιερείς και μοναχούς από την Ελληνική Ανατολή. Οι ιερωμένοι αυτοί συνετήρησαν την πίστη στην Ορθοδοξία με το κήρυγμα και την συνεχή επικοινωνία με τους αποδήμους αδελφούς τους.

Στην συνάφεια της παιδευτικής κινήσεως του Γένους και του κυρίου αυτής μοχλού της Εκκλησίας θέση έχει και το κρυφό σχολειό, το οποίο συνεττήρησε πίστη και εθνική συνείδηση των υποδούλων με διδασκάλους τους απαίδευτους μοναχούς ή ιερείς και ενίοτε τους πεπαιδευμένους επισκόπους, οι οποίοι με το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο μετέδιδαν τα πρώτα γράμματα στα νέα παιδιά υπό το τρεμάμενο φως του κανδηλιού της εκκλησίας. Πανταχού της Ελλάδος ο επισκέπτης προσκυνητής μπορεί να ιδεί αυτούς τους τόπους στο Πήλιο, στα Άγραφα, στα Ιωάννινα, στην Πελοπόννησο, στα νησιά μας. Και λυπεί πολύ ότι ορισμένοι συνάδελφοι αμφισβήτησαν την πραγματικότητα αυτήν στηριζόμενοι οι αμφισβητίες της στο γεγονός ότι από το 1593 και επί τη βάσει της πατριαρχικής εγκυκλίου του Ιερεμίου Β' που συνέστησε την ίδρυση σχολείων στην Ελληνική Ανατολή, ιδρύθηκαν σχολεία και επομένως, λέγουν, παρείλκε η εμφάνιση του κρυφού σχολείου, εφ' όσον δήθεν λειτουργούσαν ελεύθερα ελληνικά σχολεία.

Κατά την Εθνική Παλιγγενεσία η συμβολή της Εκκλησίας ήτο η μέγιστη δυνατή, εφ' όσον η εμπειρία της από τους αγώνες της ήτο τοιαύτη, ώστε ήτο αδύνατον να μη λάβει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα.

Λέγεται ότι ένας ιερεύς της Κωνσταντινουπόλεως είχε αυτός μόνος μυήσει 15.000 μέλη στην Φιλική Εταιρεία, αλλά και αυτός ο Γρηγόριος Ε, ο ιεροεθνομάρτυς, φαίνεται να είχε μυηθεί, όπως και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας και φυσικά ο Παλαιών Πατρών Γερμανός που ηυλόγησε πρώτος τον Αγώνα του 21 με το σύνθημα «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ο αγών αυτός ήταν εθνικός και κυρίως θρησκευτικός γι' αυτό και η Εκκλησία πρώτη αυτή πλήρωσε την οργή του δυνάστη με την θυσία αναρίθμητων κληρικών, με πρώτο τον γηραιό πατριάρχη Γρηγόριο Ε και τους συναγωνιστές του μάρτυρες, τον Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, τον Ανδριανουπόλεως Δωρόθεο, τον Εφέσου Διονύσιο, τον Τυρνόβου Ιωαννίκιο. Η θυσία τους αυτή προσέδωσε έτι μάλλον θρησκευτικό χαρακτήρα στον απελευθερωτικό αγώνα και οι ήρωες του 1821 ορκίζοντο να εκδικηθούν τον μαρτυρικό θάνατο του Γρηγορίου, ως επιβεβαιούν σύγχρονες των γεγονότων πηγές. Λίγο πολύ είναι γνωστά τα γεγονότα των πρώτων μηνών μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως στον Μοριά, την Ρούμελη, στην Σμύρνη, την Κρήτη, στα Ιεροσόλυμα, στην Χίο όπου στην Νέα Μονή κατεσφάγησαν 200 μοναχοί και ο Μητροπολίτης Χίου Πλάτων Φραγκιάδης, στην Κύπρο όπου απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι επίσκοποι, στο Άγιον Όρος που μετείχε ενεργώς στον Αγώνα με τον Υπερασπιστή της Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπά, τον Μαρωνείας Κωνστάντιο.

Το Άγιον Όρος εγνώρισε τότε πρωτοφανή αγριότητα, όπως και οι αντιπρόσωποί του στην Θεσσαλονίκη στα θρυλικά αγιορείτικα κονάκια που απηγχονίσθησαν στο Καπάνι με τον επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο, τον παπά Γιάννη του αγίου Μηνά, τους προκρίτους της πόλεως. Πολλοί μοναχοί και ιερείς από τα Πριγκηπόννησα του Βοσπόρου έστειλαν, λένε οι Τουρκικές πηγές, χρήματα για τον Αγώνα στους Μακεδόνες, γι' αυτό συνελήφθησαν και εσφαγιάσθησαν. Και είναι μακρύς ο κατάλογος των επισκόπων που αγωνίστηκαν και θυσιάσθηκαν σ' όλην την διάρκεια του Αγώνα, ως ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ο Έλους Κύριλλος κ.α., ων ουκ έστιν αριθμός. Και ευγνωμονών έκτοτε ο συνεχώς αγωνιζόμενος ελληνικός λαός ανεγνώρισε την προσφορά ψηφίζοντας με τους εκπροσώπους του την 1 Ιανουαρίου 1822 ότι «επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού» το αυτό είχε πράξει και η Γερουσία της Ανατολικής Ελλάδος τον Δεκέμβριο του 1821 που ναι μεν διακηρύσσει την θρησκευτική Ελευθερία άλλ' όμως «την Ανατολικήν Εκκλησίαν του Χριστού και την σημερινήν γλώσσαν μόνον αναγνωρίζει ως επικρατούσαν θρησκείαν και γλώσσαν της Ελλάδος». Την ίδια ευγνωμοσύνη προς την Εκκλησία έτρεφε και ο πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας, την οποία επροστάτευσε παντοιοτρόπως.

Στα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, ως του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου κ.α., συχνά πυκνά αναφέρονται κληρικοί αγωνιστές, αλλά και με πολιτική δράση στα πρώτα χρόνια του Αγώνος και μετά από αυτόν ως μινίστροι Θρησκείας, Παιδείας, Δικαιοσύνης. Και όταν στις υπόδουλες περιοχές του Ελληνισμού επαναστατούσαν, στην Κρήτη ή στην Μακεδονία ή στην Θράκη πάλιν η Εκκλησία με τους επισκόπους και τους ιερείς της είχε την πρωτοπορία του Αρκαδιού το ολοκαύτωμα και ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος στην επανάσταση στην Μακεδονία του 1878 έστωσαν ως παράδειγμα.

Η Εκκλησία ήταν και επικεφαλής των μετέπειτα εθνικών αγώνων, ως ο Μακεδονικός Άγων της περιόδου 1860-1912, οπότε διακρίνεται ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' ο Μεγαλοπρεπής και οι συνεργάτες του επίσκοποι στην Μακεδονία κατά την πλέον κρίσιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνος Χρυσόστομος Καλαφάτης, ο είτα ιεροεθνομάρτυς Σμύρνης, στην Δράμα, Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, Θεοδώρητος Βασματζίδης στο Νευροκόπι, Ιωακείμ Φορόπουλος στην Πελαγονία, Φώτιος Κορυτσάς, Γρηγόριος Ζερβουδάκης στις Σέρρες κ.α. Αυτοί και οι διάδοχοί τους ακλούθησαν τους παλμούς και τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και συνετήρησαν σε χαλεπούς καιρούς την χριστιανική πίστη και την εθνική συνείδηση.

Μαζί με αυτούς και οι ταπεινοί και ανώνυμοι στρατιωτικοί ιερείς των βαλκανικών πολέμων και της μικρασιάτικης εκστρατείας με κορυφαία τραγική και αγία προσωπικότητα τον Χρυσόστομο Σμύρνης, αλλά και τον Κυδωνιών Γεράσιμο, τον Γερμανό Καραβαγγέλη, παλαιό μακεδονομάχο και μετά το 1914 Μητροπολίτη Αμασείας και φυσικά τον πνευματικό πατέρα του Ποντιακού Ελληνισμού Χρύσανθο Φιλιππίδη, τον κατοπινό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ο οποίος ως Μητροπολίτης Τραπεζούντος και με πολιτική διορατικότητα κατηύθυνε τις τύχες των Ποντίων μετά το 1914 ως την έξοδο του 1922. Και όλη φυσικά η χορεία των κληρικών, επισκόπων και μοναχών που μετά το 1922 και την προσφυγιά και την εγκατάστασή της στην μητροπολιτική Ελλάδα φρόντισε για να απαλύνει τον πόνο του ξεριζωμού, να οργανώσει την νέα ζωή μες από τα συντρίμμια της ψυχής του πρόσφυγος. Αφού προηγουμένως είχε φροντίσει απ' άκρου εις άκρον της ευρυχωρίας του Μείζονος Ελληνισμού να υπερασπισθεί το αθώο ποίμνιο από την λύμη των ξένων θρησκευτικών και πολιτικών προπαγανδών που μετά το 1830 και την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους είχαν αναπτυχτεί επικινδύνως από την Θράκη ως την Κύπρο και από τα Επτάνησα ως τον Πόντο και την Καππαδοκία.

Η προσφορά της Εκκλησίας στο Γένος κατά την δραματική δεκαετία 40-50 έδειξε αυτόν τον ανεπανάληπτο δεσμό της με τον λαό μας: βρέθηκε πρώτη στην γραμμή του μετώπου και πολλοί ήσαν οι στρατιωτικοί ιερείς που έπεσαν στην Ήπειρο ενώ όλοι τους ενίσχυαν το φρόνημα του Στρατού μας: Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος Φιλιππίδης υπήρξε όντως ο εθνικός ηγέτης εκείνης της εποχής, ιδιότητα που συνέχισε και λάμπρυνε η εκρηκτική προσωπικότητα του διαδόχου του Δαμασκηνού Παπανδρέου, ο οποίος έφθασε ως το αξίωμα του Αντιβασιλέως χειρισθείς και πολιτικά ζητήματα, ενόσω υπήρχε πολιτικό κενό. Κατά την διάρκεια της κατοχής η Εκκλησία οργάνωσε συσσίτια, περιέθαλψε ασθενείς και αναξιοπαθούντες με τον Εθνικό Οργανισμό Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ), ενίσχυσε την Αντίσταση κατά του κατακτητού. Τότε επινοήθησαν «η αγία μερίδα», «το πιάτο της μερίδας της αγάπης», «η λογία», «οι αχθοφόροι της αγάπης». Πρόσωπα λίαν αγαπητά στην γενιά μας σημάδευαν με την αυτοθυσία τους την εποχή και έδειξαν τι σημαίνει Εκκλησία για τον λαό μας: Αυγουστίνος Καντιώτης στην Κοζάνη, Λεωνίδας Παρασκευόπουλος στην Θεσσαλονίκη, ο Δεσπότης Ιωακείμ στον Βόλο, ο Γεννάδιος στην Θεσσαλονίκη, ο Παντελεήμων Φωστίνης στην Εύβοια, ο Σπυρίδων Βλάχος στα Ιωάννινα, ο Δεσπότης Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος, Παπαμιχαήλ, ο Κορινθίας Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, ο αντιστασιακός του ΕΔΕΣ Σεραφείμ Τίκας, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών.

Και δεν είναι ολίγοι εκείνοι που θυσιάστηκαν κατά την αδελφοκτόνο σύρραξη της περιόδου 1946-1949 συνθέτοντας το Σύγχρονο Συναξάρι Ιερομαρτύρων και Εθνομαρτύρων κληρικών, μία πρώτη καταγραφή τους ανεβάζει στους 536.

Αυτή είναι εν ολίγοις η προσφορά του κλήρου μας στον λαό μας, είναι τα ματωμένα ράσα των αγώνων και του Γολγοθά, αλλά και το φως το ανέσπερον της παιδείας, του πολιτισμού και της παραδόσεως. Είναι η Εκκλησία της θυσίας και της Αναστάσεως, του πάθους και της λυτρώσεως η Εκκλησία των Αγίων κληρικών μας, ως λίγο παλαιότερον του αγίου Γρηγορίου Ε' και σχεδόν στους καιρούς μας του αγίου Χρυσοστόμου Καλαφάτη, του Σμύρνης. Μη λησμονούμε ποτέ τον ποιητή που μ ένα στίχο του αφήνει παρακαταθήκη στον λαό μας: Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη.


Περιοδικό ΕΚΚΛΗΣΙΑ Μάρτιος 2006

Κρυφό Σχολειό



ΚΡΥΦΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
Μερικοί αμφισβητούν την ιστορική υπό­σταση των Κρυφών Σχολείων, με την αιτιολο­γία, όπως είπαμε, ότι η παιδεία δεν απαγορεύ­τηκε από την τουρκική αυτοκρατορία, γι' αυτό άλλωστε υπήρχαν οι τόσες ονομαστές σχολές του γένους. Αλλά τα αμφισβητούν και για ένα ακόμα λόγο, από την «έλλειψη» ιστορικών ντοκουμέντων σχετικά με τα Κρυφά Σχολειά. Για να δούμε όμως και επί του προκειμένου εί­ναι έτσι τα πράγματα;
«Τα Κρυφά Σχολειά συνεχίζονται εκεί που οι τοπικοί πασάδες και μπέηδες μάχονται τους καλόγερους και τα γράμματα», μας λέει ο Αλ. Ελλάδιος το 1714.
«Ο Γέρο Μαλαξός (Πρωτόπαπας) δίνει μαθήματα κρυφά στο σπίτι του, μέσα σ' ένα εξαθλιωμένο γυμνό δωμάτιο», μας λέει στην Περιγραφή του ο Γκέρλαχ το 1752.

«Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι θρύλος. Το συνετήρησε, παρά τις καταδιώξεις, ο βαθύτατος πόθος του τυραννουμένου έθνους να υπάρξει», βροντοφωνεί ο κριτικός - ακαδη­μαϊκός - ιστορικός Δ. Κόκκινος.
Ο Μ. Πηγάς (1535-1602), λόγιος και Πα­τριάρχης Αλεξανδρείας, έκανε έκκληση στον τσάρο της Ρωσίας να φτιάξει σπουδαστήριο ελληνικών γραμμάτων στο βασίλειό του, γιατί στην Ελλάδα κινδυνεύει ν' αφανιστεί. η πηγή της σοφίας. (Ιστορία Ελλην. Έθνους). Εδώ φαίνεται καθαρά ο διωγμός που πέρασαν τα ελληνικά γράμματα κυρίως, τον 15ο και 16ο αιώνα, οπότε και δημιουργήθηκαν αναγκαστι­κά τα Κρυφά Σχολειά, που λειτουργούσαν κα­τά περιόδους κυρίως στις περιοχές των αρμα­τολών και κλεφτών και μάθαιναν τα «κλεφτόπουλα» γράμματα.
«Τα λίγα γράμματα που ξέρω, λέει ο γέρος του Μωριά, τα έμαθα από το "Ψαλτήρι" και το "Οχτωήχι" της εκκλησίας». Ασφαλώς σε κά­ποιο Μοναστήρι κρυφά. (Διήγηση συμβάντων ελληνικής φυλής). Και πράγματι, πώς ήταν δυ­νατό να φοιτήσει σε φανερό σχολείο ένας απόγονος των επικηρυγμένων Κολοκοτροναίων;
Χαρακτηριστικό για το πώς λειτουργού­σαν τα «Κρυφά Σχολειά» είναι και το ακόλου­θο γεγονός:
Όταν ο Ιμπραήμ σκορπούσε την κατα­στροφή στην Πελοπόννησο, ο ιερομόναχος Δοσίθεος, μορφωμένος κληρικός της Ι. Μονής των άγιων Θεοδώρων Καλαβρύτων, πήρε τα παιδιά του Σχολείου των Καλαβρύτων, στο οποίο ήταν δάσκαλος, και τα πήγε και τα δίδα­σκε «εν τοις σπηλαίοις» του Χελμού. (Α. Δασκαλάκης, τομ. Γ «Περί Παιδείας»).
Τα φανερά λοιπόν σχολεία, σε αρκετές περιπτώσεις την περίοδο της τουρκοκρατίας, γίνονταν κρυφά. Έτσι δούλευαν οι καλογεροδάσκαλοι της επο­χής εκείνης. Δεν έχαναν καμιά ευκαιρία για να διδάσκουν το γένος. Είχαν και μετέδιδαν τη συνείδηση ότι η «Πόλη» έπεσε και αλώθηκε μόνο τοπικά, όχι πνευματικά και εθνικά. Ο Χριστιανισμός και ο Ελληνισμός έμεναν άπτωτα και άτρωτα. Αυτά έτρεφαν και μόρφω­ναν το γένος μας.
Και πρώτος λόγος βέβαια για να λειτουρ­γούν «Κρυφά Σχολειά» ήταν το «ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ».
Ο Δ. Ζακυνθηνός στην ιστορία του «Η τουρκοκρατία» σελ. 13 γράφει:
«Κατά τακτά διαστήματα ανά πενταετίαν επί Μωάμεθ του Β', βραδύτερον δε ανά τετραετίαν, τριετίαν η και συχνότερον, διετάσσετο η στρατολογία χριστιανόπαιδων επί τη βάσει των υπό των τοπικών η κοινοτικών αρ­χών τηρουμένων μητρώων. Οι στρατευόμενοι ήσαν συνήθως ηλικίας από δέκα μέχρι δεκα­πέντε ετών».
Τα παιδιά, λοιπόν, που δεν θα υποτάσσον­ταν στο «παιδομάζωμα» ήταν αδύνατο να πη­γαίνουν σε φανερά σχολεία...
Αλλά οι Τούρκοι, κατά περιόδους, όταν αγρίευαν —και αγρίευαν πολλές φορές— απα­γόρευαν την ίδρυση σχολείων για να μη μορ­φωθεί και σηκώσει κεφάλι ο «ραγιάς». Κάθε τόσο, δηλαδή, αναιρούσαν τα περί ελεύθερης παιδείας.
Ο Ρίζος Νερουλός γράφει σχετικά, ότι «οι Τούρκοι απαγόρευαν αυστηρώς σε μερικές περιοχές την ίδρυση δημοσίων σχολείων από φόβο μήπως οι χριστιανοί μορφωμένοι γίνουν δούλοι επικίνδυνοι και δυσκολοκυβέρνητοι».
Έτσι, κατ' ανάγκη, δημιουργούσαν οι μορ­φωμένοι Έλληνες δικές τους εστίες γραμμά­των κρυφά.
Και οι Έλληνες αυτοί, κατά κανόνα, όπως λέγει και ο εθνικός μας ιστορικός Κ. Παπαρργόπουλος, ήταν κληρικοί.
Ο Διονύσιος Θερειανός λέει χαρακτηρι­στικά ότι «Ή Ορθόδοξος Εκκλησία εθέρμανε τα ελληνικά γράμματα, καταψυγέντα εν καιροίς χαλεπωτάτοις».
Ό Παπαφλέσσας, όπως γράφει ο «Λόγιος Ερμής» το 1819, συνιστά με επιστολή του στους κατοίκους της Πολιανής (στην Πελοπόν­νησο) να χρησιμοποιήσουν το Μοναστήρι της Σολομονής για Σχολείο... άλλοτε κρυφό και άλ­λοτε φανερό, ανάλογα με τις περιστάσεις.
Ο Νεόφυτος Μεταξάς, μοναχός της ι. Μο­νής Πεντέλης επί τουρκοκρατίας και μετέπειτα Μητροπολίτης Αθηνών, ο οποίος και συνέχι­σε την παράδοση των μοναχών της Πεντέλης να διδάσκουν τα σκλαβόπουλα γράμματα, γρά­φει, μεταξύ των άλλων, ότι «οι εφημέριοι των μοναστηριών και των ενοριών διετήρησαν, άλλοτε κρυφά και άλλοτε φανερά, με την διδασκαλίαν της πατρίου γλώσσης την παρακατα­θήκην (δηλαδή τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία) αμόλυντον και άμωμον».
Και σαν επιστέγασμα ας ξαναθυμηθούμε αυτό που μαθαίναμε από μικρά παιδιά και που το έκφρασε θαυμάσια η λαϊκή μούσα στα χρό­νια της τουρκοκρατίας, και που αν δεν αποτε­λούσε πραγματικότητα δεν θα το 'κανε τρα­γούδι η παράδοση των ραγιάδων:
Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ
να πηγαίνω στο σχολειό
να μαθαίνω γράμματα,
γράμματα σπουδάγματα
του Θεού τα πράγματα.
Γύρω από τα θέματα αυτά γενικώς πολλές πληροφορίες μας δίνουν και τα έργα των ιστορικών Π. Καρολίδη, Κ. Παπαρρηγόπουλου, Σπυρ. Τρικούπη, Μιχ. Βολονάκη, Δ. Κόκκινου, Φραντζή, Γρηγ. Παπαμιχαήλ, Αθ. Βακαλόπουλου, Κ. Καιροφύλα, Αν. Γούδα, Κ. Σάθα, Πουκεβίλ - Γάλλου προξένου σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας την εποχή εκείνη. Δημ. Μπαλάνου, Γ. Σωτηρίου, Χρ. Παπαδοπούλου, Τ. Γριτσοπούλου, κ.α. Δεν κάνουμε «σχολαστι­κές» παραπομπές, για να μην είναι κουραστικό το βιβλίο μας.
Και ας το ξαναπούμε, τα Κρυφά Σχολειά ό­σο και αν τα πολεμούν θα βρουν, γιατί είναι ιστορική πραγματικότητα, από τη μια άκρη της Ελλάδας ως την άλλη.
Μιλούν τα γεγονότα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ -ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ - 21
ΤΙΜΟΘΕΟΥ Κ. ΚΑΛΙΦΗ
Α' ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Το παιδευτικό, πατριωτικό και ανακαινιστικό έργο της Εκκλησίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και κατά τον αγώνα του 1821



Το παιδευτικό, πατριωτικό και ανακαινιστικό έργο της Εκκλησίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και κατά τον αγώνα του 1821
Μιχαήλ Χούλη
Θεολόγου
Ελληνισμός και Χριστιανισμός σταδιακά συνδέονταν ολοένα και πιο στενά στην ιστορία -όχι χωρίς φιλοσοφικο-θρησκευτικές αντιδικίες στην αρχή- και δημιούργησαν τελικά το αθάνατο μόρφωμα ιδιαίτερα της ΕλληνΟρθοδοξίας. Από τα χρόνια ήδη της Ρωμανίας-Βυζαντίου, η Εκκλησία οικειοποιήθηκε την πνευματική κληρονομιά της αρχαίας φιλοσοφίας και χρησιμοποίησε την ορολογία της για τη διαμόρφωση της χριστιανικής δογματικής διδασκαλίας (Αλ. Σαββίδη, «Ιστορία του Βυζαντίου», τ. α΄, εκδ. Πατάκη, έκδ. γ΄, Αθ. 2001, σελ. 67). Για τον Ρώσο  ιστορικό Ostrogorsky «ο ελληνικός πολιτισμός παρέμεινε πάντα το θεμέλιο της πνευματικής ζωής» στο Βυζάντιο (Ανδρέα Κεφαλληνιάδη, «Μια τάξη γεμάτη απορίες», εκδ. Φωτοδότες, σελ. 63).

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, το Πατριαρχείο ήταν που φρόντιζε για την παιδεία του Γένους. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν να μορφώνονται οι υποδουλωμένοι Έλληνες ώστε να χάσουν έτσι σιγά σιγά την εθνική και εκκλησιαστική τους ταυτότητα. Οι νεομάρτυρες όμως τόνωσαν την εκκλησιαστική συνείδηση των υπόδουλων ρωμιών. Ήσαν καθημερινοί άνθρωποι, που όταν όμως τούς ζητήθηκε, δεν αρνήθηκαν την πίστη τους και προτίμησαν να πεθάνουν «για του Χριστού την πίστη την αγία» και την εθνική τους υπερηφάνεια, ιδιότητες αξεδιάλυτες. Ο άγιος Ιωάννης ο Ράπτης π.χ., νέο παιδί από τη Θάσο, δεν δέχτηκε να γίνει Τούρκος και να αλλαξοπιστήσει, όπως ο Βεζύρης τον παρότρυνε γιατί τον λυπήθηκε, αλλά προτίμησε τον αποκεφαλισμό (1652). Η δε αγία Χρυσή, για να μη γίνει θύμα αρπαγής και βιασμού από έναν Τούρκο και εξισλαμιστεί, προτίμησε το θάνατο (1795).

Με το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο, μέσα από αμέτρητες δυσκολίες, και εκεί που επέτρεπαν οι περιστάσεις, στο «κρυφό σχολειό», με το ζήλο των μοναχών και ιερέων, η Εκκλησία κατάφερε να κρατήσει τις παραδόσεις, την χριστιανική πίστη και το φρόνημα των Ελλήνων. Πράγματι, τη σκοτεινή περίοδο 1480-1530, οπότε δεν λειτουργούσαν σχολεία στις υπό των Τούρκων εξαρτώμενες ελληνικές περιοχές, οι κληρικοί ήσαν εκείνοι που πήραν την πρωτοβουλία και μόρφωσαν όσα παιδιά μπορούσαν (βλ. Χρ. Κάτσικα- Κ. Θεριανού, ‘Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης’, εκδ. Σαββάλας, 2004, σελ. 19). Ο ακαδημαϊκός Δ. Κόκκινος γράφει: «Ο παπάς κάτω από το ράκος του ράσου του κρατεί το Ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά να διαβάζουν …. Ο κλήρος υπήρξεν καί ο οδηγός του Έθνους καί το στήριγμά του» (‘Ελληνική Επανάσταση’, τ. Α΄, Αθ. 1956, σελ. 25,37). Ο μαρξιστής ιστορικός Νίκος Σβορώνος, για το εθνικο-ανυψωτικό έργο της Εκκλησίας, γράφει: «Η Εκκλησία… θα συνεχίσει το έργο της ανασυγκρότησης της πνευματικής ζωής των Ελλήνων …. Υπήρξε η κατευθυντήρια γραμμή του Έθνους. Επικεφαλής της εθνικής αντίστασης σ’ όλες τις μορφές της, εργαζόμενη για το σταμάτημα των εξισλαμισμών, συμμετέχοντας σ’ όλες τις εξεγέρσεις, ακόμη και διευθύνοντάς τες …. ρυθμίζει επίσης την πνευματική ζωή» (‘Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας’, εκδ. Θεμέλιο, σελ. 49).

Ἱερά Μονή Φιλοσόφου Γορτυνίας, «τό κρυφό σχολειό»



Ἱερά Μονή Φιλοσόφου Γορτυνίας, «τό κρυφό σχολειό»
Τοῦ ἀρχιμ. Ἰακώβου Κανάκη
Ἡ µονή βρίσκεται σέ µιά χαράδρα τοῦ Λουσίου ποταµοῦ καί ἱδρύθηκε τό 9601 ἤ, κατά ἄλλους, τό 9672 ἀπό τόν βυζαντινό ἄρχοντα Ἰωάννη Λαµπαρδόπουλο, πού ἦταν φίλος τοῦ αὐτοκράτορα Νικηφόρου Φωκᾶ.3 Πράγµατι, ἡ µονή αὐτή βρίσκεται «Κολληµένη σάν ὄστρακο» στόν ἱερό «βράχο τῆς Μονόπορης».4 Ἔχει ὀνοµαστεῖ ὡς «ἡ ἀρχόντισσα τοῦ φαραγγίου» καί ἔχει κτιστεῖ στήν περιοχή «Μονόπορη» πού εἶναι τό καλύτερο καί ὀµορφότερο τµῆµα τοῦ φαραγγιοῦ.5 Πρόκειται, ὅπως προλογικῶς ἀναφέραµε, γιά ἕνα ἀπό τά πιό παλαιά µοναστήρια τῆς Πελοποννήσου.6 Νά σηµειωθεῖ ὅτι ἡ µονή ἔχει χαρακτηριστεῖ διατηρητέο µνηµεῖο. Σχετικά µέ τήν χρονολόγηση τῆς µονῆς ἔχουν ἀναφερθεῖ διάφορες ἀπόψεις ὅπως αὐτή τοῦ H. Megaw ὁ ὁποῖος ὑποστήριξε ὅτι ἡ ἀνοικοδόµηση τοῦ καθολικοῦ τῆς παλαιᾶς µονῆς ἀποκλείεται νά εἶναι σύγχρονο τοῦ ἀρχικοῦ ἱδρύµατος τοῦ 10ου αἰῶνος.7 Τόν χῶρο πού βρισκόταν τό παλιό µοναστήρι ὁ λαός ἔµαθε νά τόν ἀποκαλεῖ «κρυφό σχολειό»8 καί εἶναι χτισµένος σέ ὅλο τό µῆκος µιᾶς φυσικῆς κοιλότητας-σπηλιᾶς 128 µέτρων στήν ρίζα ἑνός πανύψηλου βουνοῦ.9 Νά ἐπαναλάβουµε ὅτι ἡ µονή ἱδρύθηκε ἀνάµεσα στά ἔτη 963-967 µ.Χ. ὅταν αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου ἦταν ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς πού ὀνοµαζόταν καί «φιλόσοφος» λόγῳ τῆς ἀνωτάτης παιδείας πού κατεῖχε.10 Ὁ ἴδιος λέγεται ὅτι µόνασε στή Μονή, ἀφοῦ παραιτήθηκε ἀπό τό ἀξίωµά του.11 Αὐτή ἡ ὑπόθεση θεωρεῖται ὡς πιό βάσιµη καί γιά τήν µετέπειτα ὀνοµασία τῆς µονῆς.12 Γιά τήν παλαιά µονή Φιλοσόφου θά ἀναφέρουµε συνοπτικά µόνο µερικά ἱστορικά καί ἄλλα στοιχεῖα. Θέλοντας νά περιγράψουµε τή Μονή θά λέγαµε ὅτι ἐξωτερικά καί σχεδόν σέ ὅλη τήν κοιλότητα τοῦ βράχου, ἡ µονή ἦταν περιτειχισµένη µέ ὑψηλό τεῖχος πάνω στό ὁποῖο ὑπῆρχε παρατηρητήριο καί πολεµίστρες γιά τήν φύλαξη καί ἀσφάλεια ἀπό διαφόρους ἐπιδροµεῖς. Μέσα καί γύρω ἀπό τό τεῖχος αὐτό ξεκινοῦσαν τά κτιριακά συγκροτήµατα τοῦ µοναστηριοῦ δηλαδή τό καθολικό, τά κελλιά καί οἱ βοηθητικοί χῶροι πού ἀνάγονται στά βυζαντινά χρόνια καί ὑφίστανται σήµερα ὡς ἐρείπια.13 Ὅσον ἀναφορά στά χαρακτηριστικά τοῦ καθολικοῦ θά λέγαµε ὅτι εἶναι ἕνα κοµψοτέχνηµα, ἕνα µνηµεῖο τῆς Βυζαντινῆς µεγαλοπρέπειας.14 Ἀνήκει στόν τετράστηλο τύπο ἐγγεγραµµένου σταυροῦ καί περιλαµβάνει ὀκταγωνικό τροῦλο, ἐνῶ οἱ ἁγιογραφίες ἔχουν καταστραφεῖ ἐκτός ἀπό ἕνα µικρό τµῆµα πού διατηρεῖται καί µᾶς µαρτυρᾶ τό χάρισµα τοῦ ἀριστοτέχνη ἁγιογράφου.15
Σηµαντικά στοιχεῖα περί τοῦ θέµατος µᾶς καταγράφει µέ σαφήνεια ὁ µακαριστός ἱστορικός Τάσος Γριτσόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀσχοληθεῖ ἐπισταµένως µέ τήν ἱερά αὐτή Μονή στά περισπούδαστα ἔργα του: α) «Μονή Φιλοσόφου» πού συνέγραψε στήν Ἀθήνα τό 1960 καί β) «Πωλητήρια καί ἄλλα ἔγγραφα τῆς παρά τήν Δηµητσάναν Μονῆς τοῦ Φιλοσόφου (1626-1787 µ.Χ.) τοῦ ἔτους 1950». Στά ἔργα αὐτά ὁ ἐνδιαφερόµενος µπορεῖ νά βρεῖ περισσότερα στοιχεῖα.

Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος Παρέμβαση στήν ἐκπομπή τῆς ΕΡΤ1 γιά τίς σχέσεις Ἐκκλησίας-Πολιτείας (ἀπομαγνητοφωνημένη)



2018 11 22 NI ERT1

μέ Δημοσιογράφο τόν Γιάννη Δάρα καί μέ καλεσμένους τόν Ὑπουργό Παιδείας καί Θρησκευμάτων Κώστα Γαβρόγλου καί τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Νέας Ἰωνίας καί Φιλαδελφείας Γαβριήλ. Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

Δημοσιογράφος:

Ὑπάρχει μία παρέμβαση πού ἔχει κάνει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεος τόν ὁποῖο παρακαλέσαμε νά μᾶς κάνη μία δήλωση, νά τοποθετηθῆ συνολικά πάνω στό θέμα, διότι εἶναι καί ἀπό τίς φωνές πού ἀντιδροῦν λέγοντας ὅτι ὑπάρχουν προβλήματα. Πῶς καί τί νομίζω εἶναι εὐκαιρία νά τόν παρακολουθήσουμε σέ αὐτό τό σημεῖο.

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος:

Τήν 16η Νοεμβρίου συνῆλθε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού εἶναι τό ἀνώτατο Συνοδικό Ὄργανο προκειμένου νά ἀντιμετωπίση τό θέμα τό ὁποῖο προέκυψε ἀπό τήν συμφωνία μεταξύ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τοῦ Πρωθυπουργοῦ, βεβαίως ὅπως λέγεται πρόθεση γιά ἱστορική συμφωνία καί σύμφωνα μέ τίς δηλώσεις τίς ὁποῖες ἔκανε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔπρεπε αὐτό νά ἐγκριθῆ ἀπό τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί φυσικά, ὅπως εἶπε, καί ἀπό τό Ὑπουργικό Συμβούλιο. Ὁπότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τό ἔφερε στήν Ἱεραρχία πρός συζήτηση.

Πρέπει νά γίνη γνωστό ὅτι τό σύστημα μέ τό ὁποῖο λειτουργεῖ ἡ Ἐκκλησία εἶναι συνοδικό. Ὅταν λέμε συνοδικό σύστημα σημαίνει ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶναι πρῶτος μεταξύ ἴσων, εἶναι αὐτό πού λένε «primus inter pares». Δηλαδή, ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού εἶναι τό ἀνώτατο Συνοδικό Ὄργανο δέν λειτουργεῖ ὅπως ἡ Βουλή τῶν Ἑλλήνων, πού ἡ Βουλή τῶν Ἑλλήνων λειτουργεῖ βάσει τοῦ Συντάγματος. Ἐμεῖς ἔχουμε τό συνοδικό σύστημα, δηλαδή δέν ὑπάρχει συμπολίτευση καί δέν ὑπάρχει ἀντιπολίτευση. Με αὐτήν τήν ἔννοια λέω ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι λένε τίς ἀπόψεις τους, δέν συγκροτοῦν ἰδιαίτερες ὁμάδες, δέν εἶναι συμπολιτευόμενοι ἤ ἀντιπολιτευόμενοι στόν Ἀρχιεπίσκοπο. Γίνεται μία διεξοδική συζήτηση.

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος στήν συγκεκριμένη Ἱεραρχία δέν ἔκανε εἰσήγηση, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε τό ὀνόμασε ἐνημέρωση. Ἐνημέρωσε τήν Ἱεραρχία γιά ὅλο αὐτό τό ὁποῖο προηγήθηκε. Καί κυρίως ἐκεῖνο πού ἐμένα ἔκανε ἐντύπωση εἶναι ὅτι μᾶς παρουσίασε τήν ἀφορμή γιά τήν ἀρχή τῆς συζητήσεως μέ τόν Πρωθυπουργό γιά τά θέματα αὐτά, πῶς δηλαδή ἄρχισε νά γίνεται ἡ συζήτηση καί φυσικά πῶς κατέληξε αὐτή ἡ συζήτηση. Ἀνέφερε ὅλο τό ἱστορικό σχετικά μέ τήν περιουσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δεσμεύτηκε ἀναγκαστικά, ἀπαλλοτριώθηκε ἀπό τήν Πολιτεία, χωρίς νά ἀποζημιωθῆ ἡ Ἐκκλησία. Τό 96% τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, χρησιμοποιήθηκε γιά ἄλλους σκοπούς καί παρέμεινε τό 4%, ἐκ τῶν ὁποίων μόνο τό 1% εἶναι ἀξιοποιήσιμο, τό ἄλλο 3% δέν μπορεῖ νά ἀξιοποιηθῆ. Εἶναι ἕνα πρόβλημα τεράστιο πού ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία γιά νά μπορέση νά κάνη τό κοινωνικό ἔργο.

Μετά τήν ἐνημέρωση τήν ὁποία ἔκανε στήν Ἱεραρχία ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ἀκολούθησε ἐνδιαφέρουσα συζήτηση. Οἱ Ἀρχιερεῖς ἔθεσαν τά θέματα, καί ἐπειδή ἔγινε ἀντιληπτό καί τό γνωρίζαμε ὅτι τά θέματα ἦταν δύο βασικά, δέν ἦταν μόνο ἡ οἰκονομική ἀνάπτυξη καί ἡ μισθοδοσία τοῦ Κλήρου, ἦταν δύο τά θέματα: Τό πρῶτον ἦταν ἡ ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος στό ἄρθρο 3, καί τό δεύτερον ἦταν ἡ ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας προκειμένου νά γίνη τό μισθολόγιο τῶν Κληρικῶν, νά πληρώνονται οἱ Κληρικοί καί κατά κάποιον τρόπο νά εἶναι ἐλεύθερη ἡ Ἐκκλησία νά ρυθμίζη τά τοῦ οἴκου της. Ἑπομένως οἱ τοποθετήσεις τῶν Ἀρχιερέων ἦταν καί στά δύο αὐτά ζητήματα.

Βεβαίως ἔγινε γνωστό ὅτι σέ μερικά σημεῖα ἔγινε συζήτηση μέ ὑψηλότατους τόνους ὄχι ὅπως τά παρουσίασαν τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης. Δέν ἐλέχθησαν ἐκφράσεις οἱ ὁποῖες βγῆκαν, καί δέν ξέρω μέ ποιόν τρόπο βγῆκαν ἔξω ἀπό τήν Ἱεραρχία καί παρουσιάστηκαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔγινε ἐνδιαφέρουσα συζήτηση.

Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι ὅτι ἡ τελική ἀπόφαση, ἡ ὁποία ἦταν ἀποτέλεσμα μιᾶς μεγάλης διεργασίας, ἀπέβλεπε στό νά διατηρηθῆ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί νά μή διασπασθῆ ἡ Ἐκκλησία. Αὐτό εἶναι τό πιό σημαντικό. Δηλαδή ἡ ἀπόφαση ἦταν ὁμόφωνη. Ὅταν λέμε ὁμόφωνη, ἦταν ὅλων τῶν Ἀρχιερέων, γιατί ἐκεῖ ἀκούστηκαν πολλές ἀπόψεις καί φυσικά καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἦταν μία ὁμόφωνη ἀπόφαση ἡ ὁποία εἶχε τρία σκέλη.

Γιά νά δοῦμε καθαρά τί ἦταν αὐτή ἡ ἀπόφαση, πρέπει νά ἐντοπίσουμε τά ρήματα τά ὁποῖα χρησιμοποιήθηκαν στήν ἀπόφαση αὐτή. Καί ἐπειδή ἤμουν ἕνας ἀπό τούς συντάκτες αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, θέλω νά πῶ νά προσέξη κανείς τά ρήματα.

Τό πρῶτο ρῆμα εἶναι νά συνεχιστῆ ὁ διάλογος σέ θέματα κοινοῦ ἐνδιαφέροντος. Νά συνεχιστῆ ὄχι νά ἀρχίση, νά συνεχιστῆ, διότι ἤδη ἔχει ἀρχίσει μέ τήν συζήτηση πού ἔγινε μεταξύ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἄρα νά συνεχιστῆ τό πρῶτο. Τό δεύτερο ρῆμα νά ἀναθέση ἡ Ἱεραρχία στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, προκειμένου νά καθορίση τά πρόσωπα τά ὁποῖα θά συμμετάσχουν ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας στόν διάλογο αὐτόν. Καί τό τρίτο εἶναι νά ἐμμείνη ἡ Ἱεραρχία στό σημερινό καθεστώς μισθοδοσίας τῶν Κληρικῶν. Ἐάν κανείς ἐρευνήση διεξοδικά καί μέ πολλή προσοχή τά τρία αὐτά ρήματα, τότε θά καταλάβη ὅλο τό πνεῦμα τῆς Ἱεραρχίας, πού ἦταν ὁμόφωνο, ἐπαναλαμβάνω.

Ἐγώ ὅταν ἔφυγα ἀπό τήν Ἱεραρχία, ἐνημέρωσα τούς δημοσιογράφους, ἐπειδή ἤμουν ὑπεύθυνος ἐκπρόσωπος τύπου τῆς Ἱεραρχίας. Ἐνημέρωσα τούς δημοσιογράφους, προσπάθησα νά παρουσιάσω ὅλο αὐτό τό συνεκτικό ἀποτέλεσμα τῆς Ἱεραρχίας, ὅτι πηγαίνουμε σέ διάλογο. Φυσικά ἔχουμε καί τίς ἀπόψεις μας καί τίς κόκκινες γραμμές, καί ἐν πάσῃ περιπτώσει στόν διάλογο θά λεχθοῦν ὅλα τά ζητήματα.

Φεύγοντας ὅμως ἀπό ἐκεῖ προσπάθησα νά δῶ τί ἀποκομίζω καί τί ἀποκόμισα ἀπό ὅλη αὐτήν τήν Ἱεραρχία. Νομίζω εἶναι 3-4 σημεῖα πού εἶναι πολύ σημαντικά.

Τό πρῶτο ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας εὐαίσθητος ὀργανισμός, εἶναι βασικά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν μιλᾶμε θεολογικά. Εἶναι εὐαίσθητος ὀργανισμός. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μπορεῖ νά κομματικοποιηθῆ, δέν μπορεῖ νά ἐκμεταλλευθῆ καί νά χειραγωγηθῆ κομματικά. Ὅποιος ἐπεμβαίνει μέ τέτοιους τρόπους, μέ διαφορετικούς τρόπους –καί δέν ἀπευθύνομαι σέ ἕνα κόμμα– γενικότερα ὅσοι ἔχουν τέτοιες τάσεις νά κομματικοποιήσουν τήν Ἐκκλησία θά κάνουν πολύ μεγάλο λάθος. Γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μάνα ὅλου τοῦ λαοῦ, εἶναι ἡ ἀγκαλιά, ἡ μεγάλη ἀγκαλιά πού δέχεται τούς πάντες. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο.

Τό δεύτερο ὅτι οἱ Κληρικοί παντός βαθμοῦ, οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ ἄλλοι Κληρικοί, οἱ ἁπλοί Ἱερεῖς δέν εἶναι οἱ φεουδάρχες, ὅπως μερικοί τό γνωρίζουν καί τό ἔχουν ἀκούσει ἀπό τήν Δύση ἤ τέλος πάντων μερικοί ἔχουν ὑπόψη τους τήν Ρωσία, τήν ἀτμόσφαιρα τῆς Ρωσίας τοῦ δέκατου ἐνάτου αἰώνα. Δέν εἶναι φεουδάρχες, ἀλλά ἀγκαλιάζουν τόν λαό, μπαίνουν μέσα στόν λαό, ἔχουν ζυμωθῆ μέ τόν λαό, μέσα στά σπίτια, στίς χαρές, στόν πόνο, στίς δυσκολίες, στά προβλήματα καί γι’ αὐτόν τόν λόγο οἱ Κληρικοί δέν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἶναι εὐεργέτες. Μία ἐφημερίδα τό εἶχε τονίσει αὐτό παλαιότερα ὅτι εἶναι εὐεργέτες, ὄχι μόνο διότι διέθεσε ἡ Ἐκκλησία τήν περιουσία, ἀλλά καί διότι ἐξακολουθεῖ σήμερα ἡ Ἐκκλησία νά προσφέρη.

Καί ἕνα τρίτο, τό ὁποῖο θεωρῶ ὅτι εἶναι σημαντικό καί μᾶς ἐνδιαφέρει, ὅτι τό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος πού προτίθεται νά γίνη ἀλλαγή γιά «θρησκευτική οὐδετερότητα», εἶναι λάθος, γιατί τό Ἔθνος τό δικό μας 3.000 χρόνια, ἀπό τόν Ὅμηρο μέχρι σήμερα, ὅπως ὁ Ἡρόδοτος ἔχει πεῖ, ἔχει τρία στοιχεῖα: τό ὅμαιμον, τό ὁμόγλωσσον καί τό ὁμόθρησκον.

Τελικά ὅλη αὐτή ἡ συζήτηση πού πρέπει νά γίνη νομίζω πρέπει νά γίνη μέ ψυχραιμία, μέ νηφαλιότητα, μέ θέσεις γιά τό καλό πάντοτε τοῦ λαοῦ.

Δημοσιογράφος:

Ἀκούσαμε τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεο ...

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

Η διαθήκη του Θεού με τον Νώε και το αμάρτημα του Χαμ

Το ουράνιο τόξο είναι η επισφράγιση της διαθήκης του θεού ότι δεν θα γίνει άλλος κατακλυσμός


Mετά την καταστροφή του κόσμου και των ανθρώπων με τον κατακλυσμό, πλην μόνο μιας οικογένειας, του ευσεβούς Νώε, έχουμε μια νέα αρχή. Ο Θεός κάνει μία διαθήκη με τον Νώε (βλ. Γεν. 9,1-17). Η διαθήκη αυτή συνοδεύεται από ένα σημείο, ως απόδειξη ότι γίνεται κάποια συμφωνία. Το σημείο της είναι ένα φυσικό φαινόμενο, το ουράνιο τόξο. Όπως θα δούμε στην συνέχεια των μελετών μας στην Παλαιά Διαθήκη, οι διαθήκες προϋποθέτουν όρους και από τις δύο πλευρές, που τις συνάπτουν.
Η διαθήκη όμως του Θεού με τον Νώε είναι μονόπλευρη, γιατί η πραγματοποίησή της δεν εξαρτάται από την εκ μέρους των ανθρώπων πιστή στάση τους προς τον Θεό, αλλά και ακόμη, η διαθήκη αυτή του Θεού με τον Νώε δεν είναι μόνο με αυτόν και τους απογόνους του, αλλά εκτείνεται σε όλη την δημιουργία. Είναι παγκόσμια.
Ο Θεός με την διαθήκη του αυτή υπόσχεται ότι δεν θα καταστρέψει πάλι την ανθρωπότητα με έναν άλλο κατακλυσμό (9,11), με την «διαπίστωση» ότι «έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού» (8,21). Ακριβώς όμως ο λόγος αυτός, ότι δηλαδή η «διάνοια του ανθρώπου έγκειται επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού», ήταν ο λόγος που ο Θεός επέφερε τον κατακλυσμό (βλ. 6,5.7.12). Πώς ο ίδιος λόγος λέγεται τώρα ως αιτία διά να μη ξαναγίνει κατακλυσμός; Διαφορετικά ερμηνεύεται ο λόγος αυτός στην μία και διαφορετικά στην άλλη περίπτωση. Την ροπή του προς το κακό, πριν από τον κατακλυσμό, ο άνθρωπος δεν προσπαθούσε να την συγκρατήσει. Αντίθετα, παρασύρθηκε σε πλήρη διαφθορά. Τώρα όμως, μετά τον κατακλυσμό, ο άνθρωπος θα αρχίσει αγώνα κατά του κακού. Αν πολλές φορές αμαρτάνει, αυτό προέρχεται από αδυναμία του, διότι «έγκειται η διάνοια αυτού επί τα πονηρά». Και γι᾽ αυτό είναι άξιος ελέους και ευσπλαχνίας, αφού αγωνίζεται κατά του κακού.
Ας ευχαριστήσουμε, λοιπόν, τον Θεό, γιατί ευδόκησε να βρει στην έμφυτο διαφθορά όλων μας μία βάση για την ευσπλαχνία Του! Ο κατακλυσμός είχε αναστατώσει τις εποχές και τις γεωργικές ασχολίες, οι οποίες όμως τώρα επανέρχονται (8,22). Και τώρα πάλι, μετά τον κατακλυσμό, ο άνθρωπος θα είναι κυρίαρχος στην κτίση, αλλά η κυριαρχία του αυτή θα εξασκείται όχι με ειρήνη, αλλά με φόβο. «Ο τρόμος σας και ο φόβος σας θα είναι σ᾽ όλα τα θηρία της γης και σ᾽ όλα τα πτηνά του ουρανού» (9,2), λέει ο Θεός. Τώρα, μετά τον κατακλυσμό, για την συντήρηση της ζωής του ο άνθρωπος επιτρέπεται να φονεύει και να τρώει τα ζώα (9,3), πράγμα που απαγορευόταν από την αρχή (1,29). Απαγορεύεται όμως στον άνθρωπο να πίνει αίμα ζώων (9,4), γιατί κατά την Αγία Γραφή το αίμα θεωρείται η έδρα της ζωής και η ζωή ανήκει απόλυτα στον Θεό. Αλλά η απαγόρευση αυτή του Θεού, να μην πίνει ο άνθρωπος το αίμα των ζώων, έχει πιθανόν και μία άλλη βαθύτερη έννοια:   Οι άνθρωποι θυμούνταν ότι διωκόμενοι από τον παράδεισο έχασαν την αθανασία, γιατί δεν έφαγαν από το δένδρο της ζωής. Λαχταρούσαν όμως την αθανασία και οι μεν άνθρωποι του Θεού είχαν την γλυκιά ελπίδα να φάνε κάποτε από το δένδρο της ζωής και να την αποκτήσουν. Και η προσδοκία τους αυτή εκπληρώθηκε στον Χριστό, που τρώμε την Σάρκα Του και πίνουμε το Αίμα Του «εις ζωήν αιώνιον και αθάνατον». Οι άνθρωποι όμως που εγκατέλειψαν την πίστη τους στον Θεό βρήκαν υποκατάστατο αυτού του δένδρου της ζωής την πόση του αίματος. Για να πετύχουν, λοιπόν, την αθανασία οι ειδωλολάτρες, για θρησκευτικό δηλαδή λόγο, έπιναν το αίμα ζώων, ακόμη και ανθρώπων, γιατί πίστευαν ότι στο αίμα εδράζεται η ζωή. Ο Θεός απαγορεύοντας στον Νώε και στους απογόνους του να τρώνε αίμα, το κάνει γιατί δεν θέλει να έχει ο λαός Του υποκατάστατα του δένδρου της ζωής, που στερήθηκε με την παρακοή των πρωτοπλάστων, αλλά να ζήσει με μετάνοια και να το απολαύσει μία μέρα στον Χριστό.
Είπαμε στην προηγούμενη μελέτη μας ότι ο κατακλυσμός του Νώε ήταν ένα σύμβολο και μία παράσταση του βαπτίσματος. Κατά την πίστη μας με το βάπτισμά μας εξαλείφεται μεν το προπατορικό μας αμάρτημα, παραμένει όμως η ροπή και η επιθυμία (concupiscentia) μας προς την αμαρτία. Το βλέπουμε αυτό και εδώ στον κατακλυσμό του Νώε. Η αμαρτία των ανθρώπων συνεχίζεται και μετά τον κατακλυσμό. Στο βιβλίο της Γένεσης διαβάζουμε στην συνέχεια για την αυξανόμενη αμαρτία της ανθρώπινης φυλής. Και κατά πρώτον διαβάζουμε για την παράξενη αμαρτία του Χαμ, ενός εκ των τριών υιών του Νώε. Η αμαρτία του, όπως απλά την εκθέτει η διήγησή μας, είναι η εξής: Ο Νώε έπιε κρασί από τον αμπελώνα του και μέθυσε και γυμνώθηκε στην σκηνή του. Ο Χαμ, ο πατέρας του Χαναάν, είδε την γύμνωση του πατέρα του και το είπε έξω στους δύο αδελφούς του. Τότε οι δύο αδελφοί του, ο Σημ και ο Ιάφεθ, πήραν το ένδυμα του πατέρα τους και κάλυψαν την γύμνωσή του. Όταν ο Νώε συνήλθε από την μέθη του και έμαθε την κακή συμπεριφορά του Χαμ και την σεμνή συμπεριφορά των άλλων υιών του, καταράστηκε τον Χαναάν, τον υιό του Χαμ, και, αντίθετα, ευλόγησε τους άλλους δύο υιούς του, τον Σημ και τον Ιάφεθ (βλ. 9,20-27).
Στην περικοπή αυτή υπάρχουν δύο πράγματα που θέλουν ερμηνεία και μάλιστα φαίνονται δύσκολα στην ερμηνεία τους. Το πρώτον είναι σε τι ακριβώς συνίσταται η αμαρτία του Χαμ και, δεύτερο, γιατί ο Νώε εξέφερε κατάρα εναντίον του Χαναάν, του υιού του Χαμ, και όχι εναντίον του ιδίου του Χαμ, ο οποίος αμάρτησε.
Η αμαρτία του Χαμ, λέγεται εδώ στην περικοπή μας, είναι το ότι αυτός «είδε την γυμνότητα του πατέρα του» (στιχ. 22). Η φράση όμως αυτή στην Αγία Γραφή, και μάλιστα στην Παλαιά Διαθήκη, δεν σημαίνει απλά για κάποιον ότι είδε την γύμνωση κάποιου άλλου, αλλά σημαίνει κάποιο είδος σεξουαλικής σχέσης μαζί του. Έτσι στο 18ο κεφ. του Λευιτικού διαβάζουμε ότι είναι βδέλυγμα για τον άνθρωπο να «αποκαλύψει την γυμνότητα» του πατέρα του, της μητέρας του, της αδελφής του, των παιδιών του, των εγγονών του, κ.α. Με την απαγόρευση αυτή καταδικάζεται κάθε είδος αιμομιξίας. Το αμάρτημα του Χαμ, λοιπόν, δεν είναι το ότι είδε την γύμνωση του πατέρα του, αλλά είναι πολύ βαρύτερο. Πρέπει να είναι κάποια ασέλγεια προς τον πατέρα του, μία αιμομιξία μαζί του στην κατάσταση της μέθης που ευρίσκετο ο πατέρας του. Ο Νώε δεν συμμετείχε στο αμάρτημα αυτό, γι᾽ αυτό και δεν καταδικάζεται καθόλου στην περικοπή μας.
Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι η αμαρτία του Χαμ είναι η ασέλγεια προς τον πατέρα του, η ομοφυλοφιλία, που ήταν αμάρτημα των Χαναναίων. Ο ιερός συγγραφεύς ή συνθέτης της Γένεσης παραθέτει εδώ την διήγηση αυτή για να καταδικάσει το έθνος των Χαναναίων, στο οποίο ζούσαν οι Ιουδαίοι, και δεν πρέπει λοιπόν να έχουν σχέση με αυτούς, γιατί έχουν βδελυκτά και αισχρά ήθη. Αυτός είναι ο λόγος που ο Νώε καταράται τον Χαναάν, τον υιό του Χαμ, γιατί ο Χαναάν είναι ο άμεσος γενάρχης των Χαναναίων (10,15).

Ναυπάκτου Ιερόθεος "Ορθόδοξη Θεολογία και Επιστήμες" "... η ορθόδοξη θεολογία, όπως εκφράσθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, είναι αντιμεταφυσική"

.

Την εβδομάδα της Διακαινησίμου (26-30 Απριλίου 2011) πραγματοποιήθηκε στην Βουλγαρία ένα σημαντικό Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Ορθόδοξη Θεολογία και Επιστήμες», στο οποίο κλήθηκα να παραστώ και να εισηγηθώ δύο επί μέρους θέματα, κατά την επίσημη έναρξη που έγινε στο Κρατικό Πανεπιστήριο της Σόφιας «Άγιος Κλήμης Οχρίδος».

Εκτός από την επίσημη έναρξη που έγινε στην Σόφια, το Συνέδριο συνέχισε τις εργασίες του στο Συνεδριακό Κέντρο του Ιδρύματος «Minu Balkanski» στην Oryahovitza πλησίον της Stara Zagora Βουλγαρίας.

Αποδέχθηκα την πρόσκληση, παρά το βαρύ πρόγραμμα των ημερών, διότι από την θεματολογία και τους εισηγητές διεπίστωσα ότι πρόκειται για ένα σοβαρό συνέδριο, που επρόκειτο να παίξη σημαντικό ρόλο στην χώρα, αφού μάλιστα είναι το πρώτο Διεθνές Συνέδριο αυτού του είδους που γίνεται στην Βουλγαρία.

Το Συνέδριο διοργανώθηκε από την Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας, «ο Άγιος Κλήμης Οχρίδος», σε συνεργασία με το Ίδρυμα της Τεχνολογίας και του Νεωτερισμού του Πανεπιστημίου της Νότιας Δανίας, Odense, και το Ίδρυμα «Minu Balkanski» στην Oryahovitza Βουλγαρίας.

Η διοργάνωση
καταστάθηκε δυνατή χάριν της επιδοτήσεως από το Ίδρυμα «John Templeton Foundation» στις ΗΠΑ, με την βοήθεια του «Communitas Foundation» και του Δήμου της Σόφιας στην Βουλγαρία.

Ο σκοπός του Συνεδρίου, όπως καταγράφηκε από τους διοργανωτές, ήταν «να δημιουργήση ένα φόρουμ (χώρο συνδιάσκεψης) που θα περιλαμβάνη διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους για συζήτηση συγχρόνων θεμάτων στο όριο μεταξύ της θεολογίας και της επιστήμης. Η επικέντρωση στην ορθόδοξη θεολογία αποβλέπει στην έκφραση και επιβεβαίωση τόσο του οικουμενικού χαρακτήρα των διοράσεών της για την ανθρωπότητα όσο και της μοναδικότητας της συγκεκριμένης χριστολογικής αντιλήψεως που έχει για την δυναμική σχέση μεταξύ του Θεού, του ανθρώπου και του κόσμου».

Το συνέδριο είναι το πρώτο αυτού του είδους στην Βουλγαρία και ασχολήθηκε με μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων σχετικά με μερικούς κλάδους της επιστήμης, π.χ. την φυσική, τον τεχνικό νεωτερισμό, την ιατρική, την φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και την ψυχολογία σε σχέση με την ορθόδοξη θεολογία.

Όπως προαναφέρθηκε η πρώτη επίσημη έναρξη του Συνεδρίου έγινε την 26η Απριλίου στην αίθουσα 1 της ολομελείας του Πανεπιστημίου της Σόφιας «ο Άγιος Κλήμης Οχρίδος». Εισαγωγικά ομίλησαν οι δρ. Pavel Pavlov, δρ. Soyan Tanev και δρ. π. Γεώργιος Δράγας, οι οποίοι και ενημέρωσαν τους συνέδρους για τους σκοπούς του Συνεδρίου, για την σημασία των θεμάτων για τους διανοούμενους και τον λαό της Βουλγαρίας, καθώς επίσης ενημέρωσαν για τον τρόπο λειτουργίας του Διεθνούς αυτού Συνεδρίου, όπως και για την διοργάνωση και επιχορήγησή του.

Στην συνέχεια έγιναν χαιρετισμοί εκ μέρους του Πρύτανη του Πανεπιστημίου της Σόφιας, της Δημάρχου της πόλεως κ. Yordanka Fandakova, του Δρ. Emil Traychev, Κοσμήτορος του Θεολογικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας, του Δρ. Paul Watson, Διευθυντού των προγραμμάτων «Επιστήμες Ζωής» και «Διάλογοι» στο Ίδρυμα «John Templeton Foundation», οι οποίοι επήνεσαν την προσπάθεια αυτή και ο καθένας από την πλευρά του παρουσίαζε την σημασία του Συνεδρίου για την πόλη, το Πανεπιστήμιο, την Θεολογική Σχολή, τα πολιτιστικά δρώμενα της χώρας και τον λαό.

Τόνισαν ότι τέτοιες συναντήσεις έχουν μεγάλη αξία, γιατί αφ' ενός μεν ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία πρέπει να γίνεται διάλογος για τα σοβαρά αυτά θέματα, αφ' ετέρου δε διότι τα σύγχρονα επιτεύγματα της επιστήμης πρέπει να λαμβάνουν σοβαρώς υπ' όψη τις θέσεις της κοινωνίας στο σύνολό της και της ορθοδόξου θεολογίας, ώστε να είναι ωφέλιμα και όχι βλαπτικά.

Μετά τους χαιρετισμούς έγιναν τρεις ομιλίες. Η πρώτη από τον καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Τιμίου Σταυρού Βοστώνης π. Γεώργιο Δράγα, με θέμα: «Η Ανθρωπότητα του Χριστού: το κλειδί της κατανοήσεως του Σύμπαντος», η δεύτερη από τον δρ. Jean-Claude Larchet με θέμα: «Πατερικές απόψεις σχετικά με την φύση και την θέση της επιστημιακής γνώσης» και η τρίτη από τον γράφοντα με θέμα: «Θεολογία και επιστήμη».