Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Ἡσυχαστὲς καὶ Ζηλωτές Πνευματική ακμή και κοινωνική κρίση στον Βυζαντινό 14ο αιώνα


Ελληνισμός Μαχόμενος, Eκδόσεις Τήνος, Αθήνα 1995

Ο 14ος αιώνας ειναι αποδεδειγμένα μία από τις κρισιμότερες φάσεις της «Βυζαντινής» Ιστορίας. Η περίοδος αυτή σφραγίζεται από μία περίεργη αντινομία. Η κοινωνικο-πολιτική κρίση (δείγμα αποδιοργάνωσης και αποσύνθεσης) διαπλέκεται με πνευματικές συγκρούσεις (δείγμα ακμής και ρωμαλεότητας). Προχωρεί η εδαφική συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας (τα εδάφη μοιράζονται Σέρβοι, Βούλγαροι και Οθωμανοί), αλλά παράλληλα σημειώνεται αναγέννηση των γραμμάτων και θεολογική-πνευματική άνθηση. Ο εμφύλιος σπαραγμός κορυφώνεται στο κίνημα των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης, ενώ ταυτόχρονα το «Βυζάντιο» / Ρωμανία συγκλονίζεται από τη λεγομένη «ησυχαστική έριδα», που επιβεβαιώνει εν τούτοις την πνευματική του συνοχή και συνέχεια. Πολιτικοκοινωνικά πράγματα και θεολογία συμπορεύονται και συμπλέκονται σε μια παρατεταμένη κρίση, ως οι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας, της «βυζαντινής» κοινωνίας. Προσπάθειά μας στο κείμενο αυτό είναι η επισήμανση της ουσίας της θεολογικής και κοινωνικής συγκρούσεως και η απόπειρα ερμηνείας της συναντήσεως των δύο αυτών μεγεθών και της διαπλοκής τους.
Α΄
Στους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης τρεις μεγάλες θεολογικές έριδες συνταράσσουν τη βυζαντινή κοινωνία: το αρσενιανόν σχίσμα (l3ος αι.), η σύγκρουση ησυχαστών-αντιησυχαστών (l4ος αι.) και το ενωτικό πρόβλημα (15ος αι.), που όχι μόνον αποδεικνύουν τον δυναμισμό της Ορθοδοξίας, αλλά και τη δυναμική της στη ζωή της αυτοκρατορίας. Η «ησυχαστική έριδα» έλαβε όμως τις μεγαλύτερες διαστάσεις.
α. Η συνήθης αναζήτηση των αιτίων της θεολογικής έριδος του 14ου αι. περισσότερο χαράζει προοπτικές θεωρήσεώς της παρά προσφέρει ερμηνευτική αιτιολόγησή της. Έτσι, γίνεται λόγος για καθαρά πολιτική σύγκρουση, για διένεξη κοσμικού κλήρου και μοναχισμού, για σύγκρουση αριστοτελικών και πλατωνικών στο θεολογικό πεδίο, για αντιπαράθεση δύο διαφορετικών παραδόσεων στους κόλπους της Ορθοδοξίας κ.λπ. Εμφανίζεται δηλαδή η έριδα ως καθαρά ενδοβυζαντινή υπόθεση, ακόμη και στα αίτιά της. Οι έρευνες όμως των τελευταίων δεκαετιών πείθουν, ότι πρόκειται σαφώς για σύγκρουση ανατολικής και δυτικής, ορθοδόξου δηλαδή και φραγκολατινικής παραδόσεως, που έλαβε χώραν επί «βυζαντινού» εδάφους. Την έριδα όχι μόνο την προκάλεσε, αλλά υπήρξε υπεύθυνος και για την οξύτητά της, ένας «μοιραίος» άνθρωπος, ο μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός, η παρουσία του οποίου στην ελληνική Ανατολή επιβεβαίωσε τη ρήση: contraria juxta se posita magis illucescunt (τα αντίθετα, τοποθετούμενα το ένα πλησίον του άλλου, φωτίζονται περισσότερο).
Ο Βαρλαάμ (1290-1348), λόγιος μοναχός από τη «Μεγάλη Ελλάδα», σπουδασμένος στη Ρώμη (μαθηματικά, φιλοσοφία καί θεολογία) ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής της αναβιώσεως της πλατωνικής και αριστοτελικής φιλοσοφίας (ουμανιστής). Ανταποκρινόταν, έτσι, στο ιδανικό της παλαιολόγειας εποχής και γι΄ αυτό, όταν επισκέφθηκε (1330) -μιμούμενος τον Ιωάννη Ιταλό- τα πάτρια εδάφη (Άρτα - Θεσσαλονίκη - Κωνσταντινούπολη), έγινε δεκτός με τιμές. Διορίσθηκε καθηγητής στην Πόλη (επί Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου) και του ανατέθηκαν θεολογικές αποστολές, διότι δεν εξετιμάτο μόνον ως λόγιος, αλλ΄ εθεωρείτο και ορθόδοξος. Γρήγορα όμως θα αποδειχθεί ότι η Ορθοδοξία του περιοριζόταν στα λόγια, ενώ απουσίαζαν σ΄αυτόν οι γνήσιες θεολογικές προϋποθέσεις. Αφορμή για ταν αποκάλυψη του αντιορθόδοξου φρονήματός του έδωσε η στάση του απέναντι στην ησυχαστική πρακτική, έστω και μετά την ατελή πληροφόρησή του γι΄αύτήν. Η μέθοδος και κυρίως το φρόνημα του ησυχασμού είναι γνωστά σ΄αυτόν, που ζει μέσα στην ορθόδοξη πραγματικότητα και μόνο ο ησυχαστής μπορεί να τα κατανοήσει. Ο Βαρλαάμ, όπως απέδειξαν τα πράγματα, δεν είχε τις κατάλληλες γι΄αυτό προϋποθέσεις. Στην Ανατολή μετέφερε ένα διαφορετικό χριστιανισμό, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να συνειδητοποιηθεί η αλλοτρίωση και αποστασιοποίηση της δυτικής χριστιανικής κοινωνίας μετά την καθολική εκφράγκευσή της (11ος αι. -σχίσμα). Η ιδιοσυγκρασία του Βαρλαάμ και κυρίως η έπαρση για την παιδεία του τον οδήγησαν στην απόφαση να γελοιοποιήσει τους Ησυχαστές και την ασκητική μέθοδό τους, χαρακτηρίζοντάς τους όχι μόνο «ομφαλοψύχους», αλλά και αιρετικούς (μασσαλιανούς). Το 1337 ήλθε στη Κωνσταντινούπολη, για να προκαλέσει συνοδική καταδίκη των Ησυχαστών, θεωρώντας την παράδοσή τους ξένη προς την Ορθοδοξία, που αυτός δήθεν εκπροσωπούσε. Αυτό ήταν και το έναυσμα για την ανοικτή πια σύγκρουση.
β. Την υπεράσπιση των Ησυχαστών και της ασκητικής μεθόδου τους ανέλαβε ο αγιορείτης μοναχός Γρηγόριος Παλαμάς. Γιος συγκλητικού, γεννήθηκε περί το 1296 και έκαμε σπουδαίες φιλοσοφικές σπουδές κοντά στο μεγάλο ουμανιστή Θεόδωρο Μετοχίτη. Δεν τον κέρδισε όμως η λογιοσύνη. Ενωρίς στράφηκε στην άσκηση και μυήθηκε στην αυθεντική ασκητική παράδοση κοντά σε μεγάλους Γέροντες (Θεόληπτο Φιλαδελφείας-πατριάρχη Αθανάσιο και Νείλο τον εξ Ιταλών). Όταν άρχισε ο διάλογος με τον Βαρλαάμ, είχε ήδη μακρά ασκητική εμπειρία, αποκτημένη στο Παπίκιον Όρος και από το 1331 -μονιμότερα- στον Άθωνα.
Ο Γρηγόριος πληροφορήθηκε στη Θεσσαλονίκη τις θέσεις του Βαρλαάμ στο ζήτημα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (Filioque), έδειξε δε την πατερικότητά του με την άμεση επισήμανση της αντιπατερικότητας των θεολογικών προϋποθέσεων και κριτηρίων του εκ Καλαβρίας Μοναχού: υποκατάσταση της πατερικής μεθόδου με φιλοσοφικούς-διαλεκτικούς συλλογισμούς, χρήση δηλαδή της διαλεκτικής (φιλοσοφικής) μεθόδου στη θεολόγηση. Στα αντιησυχαστικά κείμενα του Βαρλαάμ απάντησε ο Γρηγόριος με τρεις «τριάδες» «Υπέρ των ιερώς Ησυχαζόντων», αποδεικνύοντας όχι μόνο την αντιπατερικότητα -και συνεπώς την αντιεκκλησιαστικότητα- του αντιπάλου, αλλά και τη συνέχιση της πατερικής παραδόσεως εκ μέρους των Ησυχαστών. Η συζήτηση, που γρήγορα εξελίχθηκε σε ευρύτερη διένεξη, μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην καρδιά της αυτοκρατορίας, την Πόλη. Από τη χρήση διαλεκτικών συλλογισμών στη θεολόγηση (εκφιλοσόφηση της πίστεως) ο διάλογος προχώρησε στην ησυχαστική ασκητική μέθοδο και τα αποτελέσματά της (θεοπτική εμπειρία, εξ ου και ο όρος «θεολογία της θεοπτίας» -Στυλ. Παπαδόπουλος), την σωτηριολογική διάσταση του προβλήματος και κυρίως τη διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό, ως και τη δυνατότητα και τον τρόπο θεώσεως, κοινωνίας δηλαδή κτιστού και Ακτίστου.
γ. Ο Ησυχασμός, ως ζωή εν αγίω Πνεύματι, συνιστά την πεμπτουσία της εκκλησιαστικής παραδόσεως, ταυτιζόμενος ακριβώς με αυτό που περικλείει και εκφράζει ο όρος Ορθοδοξία. Ορθοδοξία έξω από την ησυχαστική παράδοση είναι αδιανόητη και ανύπαρκτη. Η ησυχαστική δε πρακτική είναι η «λυδία λίθος» για την αναγνώριση της αυθεντικής χριστιανικότητας. Ο Ησυχασμός, ανταποκρινόμενος στον σκοπό της παρουσίας της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού στον κόσμο, μπορεί να χαρακτηρισθεί «ασκητική θεραπευτική αγωγή» (π. Ι. Ρωμανίδης) και έγκειται στην προσπάθεια αποκαταστάσεως της «νοεράς λειτουργίας» στην καρδιά του πιστού. Προϋπόθεση της ησυχαστικής πράξεως είναι η αγιογραφική διάκριση νου («πνεύματος» του ανθρώπου) καί λόγου (διανοίας). Ο νους εκκλησιαστικά είναι ο «οφθαλμός» της ψυχής και όργανο θεογνωσίας. Στην κανονική λειτουργία του ο νους εδρεύει στην καρδιά. Όταν αδρανοποιηθεί η λειτουργία του (πτώση), συγχέεται με τη διάνοια και τους λογισμούς της. Στη φυσική του λειτουργία ο νους είναι έμπλεως χάριτος (ναός Θεού) και προσεύχεται αδιάλειπτα. Έχει δηλαδή την «αέναη μνήμη» του Θεού (νοερά ευχή) και ετοιμάζει τον άνθρωπο για την ένωσή του με το Θεό (θέωση). Η νοερά ευχή, συνεπώς, είναι η φυσική λειτουργία του νου μέσα στη καρδία, η οποία πέραν από τη βιολογική, έχει και πνευματική λειτουργία. Η προσευχητική λειτουργία του νου μέσα στην καρδία είναι ένα μνημονικό σύστημα, παράλληλα με το κυτταρικό και εγκεφαλικό, αλλά ασύλληπτο -και γι΄αυτό άγνωστο- στην επιστήμη. (Στα σημειούμενα στη βιβλιογραφία έργα του π. Ι.Ρωμανίδη και του π. Ι.Βλάχου βρίσκει κανείς εκτενείς για το θέμα αυτό αναλύσεις).
Σκοπός του Ησυχασμού είναι η κάθαρση της καρδίας καί του νου, αντίστοιχα, από τα πάθη (μεταβολή των διαβλητών παθών σε αδιάβλητα) και από τους λογισμούς (όλους, καλούς και κακούς). Η διαδικασία αυτή ονομάζεται πατερικά θεραπεία, διότι μέσω αυτής θεραπεύεται ο νους και ανακτά τη φυσική λειτουργία του. Τότε το άγιον Πνεύμα προσεύχεται («εντυγχάνει», Ρωμ. 8, 24) σ΄αυτόν «αδιαλείπτως» (Α΄ Θεσ. 5, 17), ενώ η διάνοια συνεχίζει τη δική της φυσική λειτουργία. Στη συνάφεια αυτή πρέπει να λεχθεϊ, ότι και ο Ινδουισμός γνωρίζει την ύπαρξη του νου και με τις μεθόδους του τον κενώνει από τους λογισμούς. Λόγω όμως της αγνοίας του Χριστού ως και του ειδωλολατρικού προσανατολισμού του, αδυνατεί να τον πληρώσει με (άκτιστη) χάρη. Έτσι, η σκανδαλιστική για πολλούς «σύμπτωση» Ορθοδοξίας και Ινδουισμού περιορίζεται στα φαινόμενα. Με την έλευση («επίσκεψιν») του Αγίου Πνεύματος, που ακολουθεί τη θεραπεία, ο νους γίνεται «ναός» του (Α΄ Κορ.6, 19) και ο άνθρωπος μέλος του σώματος του Χριστού (Α΄ Κορ.12, 27· Ρωμ. 8, 9). Το πνευματικό αυτό στάδιο ονομάζεται στη φιλοκαλική γλώσσα «φωτισμός» και είναι η προϋπόθεση της θεώσεως, του δοξασμού μέσα στην άκτιστη φυσική Χάρη (ενέργεια) της Αγίας Τριάδος. Έτσι, αποδεικνύεται ο Χριστιανισμός, ως Ορθοδοξία, υπέρβαση της θρησκείας (ριτουαλισμού, θρησκευτικής καθηκοντολογίας). Η θρησκειοποίηση του Χριστιανισμού είναι η ριζική αλλοτρίωσή του.
Ο καθηγητής π. Ι. Ρωμανίδης έχει εύστοχα επισημάνει τη μεθοδολογική συγγένεια του Ησυχασμού με τις θετικές επιστήμες, στο χώρο των οποίων κατατάσσει και τη Θεολογία. Η Φιλοκαλία (αναφορά στη νηπτική παράδοση) καταδεικνύει αυτή τη συγγένεια, παραπέμπουσα στις φανερώσεις της θεώσεως (άφθαρτα λείψανα και θαυματουργά). Η Ορθόδοξη Ενορία (κοσμική και μοναστική) έχει αποστολή θεραπευτική. Αυτή την παράδοση όμως τον 14ο αι., όπως και σήμερα, διέσωζε πολύ περισσότερο από την κοσμική, η μοναστική ενορία και αυτής της παραδόσεως υπεραμύνονταν οι Αγιορείτες Πατέρες με αρχηγό τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά. «Ο κεντρικός άξων της Ορθοδοξίας δεν είναι μόνον η Αγία Γραφή, τα συγγράμματα των Πατέρων και αι Τοπικαί και Οικουμενικαί Σύνοδοι, αλλά κυρίως η παράδοσις της εμπειρίας της θεωρίας (θεώσεως) από την μίαν γενεάν εις την άλλην» (π. Ι.Ρωμανίδης). Ορθόδοξα, αυθεντία δεν είναι τα κείμενα, αλλ΄οι έχοντες την εμπειρία της θεώσεως. Αντίθετα, η πρόταξη των κειμένων οδηγεί στην ιδεολογικοποίηση της παραδόσεως. Αληθής θεολόγος στην Ορθοδοξία είναι ο Θεόπτης, ο δε περί Θεού λόγος (Θεολογία) είναι καρπός τής εμπειρίας της θεώσεως. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τη θεολογική έριδα του 14ου αιώνα.
Από τα τέλη του 13ου αι. παρατηρείται τόνωση της ησυχαστικής παραδόσεως, ως συνέχεια της μέσω του αγίου Συμεών, του «Νέου Θεολόγου» (+1022 ή 1037), σημειωθείσης πνευματικής αναγεννήσεως, με κέντρο το Άγιον Όρος. Ο Μοναχισμός της Ορθοδοξίας δεν έχασε ποτέ τον ησυχαστικό προσανατολισμό του, σ΄αντίθεση με τη Δύση, στην οποία η γενικότερη αλλοτρίωση συνδέεται άμεσα με την αλλοτρίωση του μοναχισμού της. Αυτή την αλλοτρίωση ενσάρκωνε και ο μοναχός Βαρλαάμ, μολονότι προερχόταν από περιοχή, στην οποία είχε ανθήσει ο αυθεντικός μοναχισμός και είχε αναδείξει μεγάλες οσιακές μορφές, ως τη νορμανδική κατάκτηση της Κ. Ιταλίας (1071). Ο Βαρλαάμ απέδειξε με την αντιησυχαστική στάση του, ότι ήταν ολότελα ξένος προς την ησυχαστική παράδοση, την ασκητική-εμπειρική δηλαδή θεμελίωση της εκκλησιαστικής θεολογήσεως και γι΄αυτό ο Γρηγόριος Παλαμάς τον αποκαλούσε «λατινέλληνα», διότι ήταν σαφώς «φραγκολατίνος» στην ψυχοσύνθεσή του.
δ. Το πρόβλημα, πού τέθηκε με την παρέμβαση του Βαρλαάμ, ήταν, αν η θεραπεία του νου (κάθαρση) γίνεται μέσω της ασκήσεως και της νοεράς ευχής (φωτισμού) ή μέσω της φιλοσοφίας (διανοητικού στοχασμού). Έτσι όμως ετέθη στην πράξη το πρόβλημα της σχέσεως της «θείας» προς την «έξω» ή «θύραθεν» σοφία. Ο Παλαμάς διέκρινε -πατερικά- δύο σοφίες: τη θεία και την έξω, σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους, διότι χρησιμοποιούν διαφορετικό καθεμιά χώρο (καρδία-εγκέφαλος). Την «σοφία του αιώνος τούτου» (Α΄ Κορ.2,6) ο ησυχαστής αντικαθιστά στη θεολόγηση με τη σοφία του Θεού, πού προϋποθέτει την ενεργό παρουσία της ακτίστου ενεργείας του Θεού στην καρδιά του πιστού. «Τη γαρ φυσική ταύτη η έξω παιδεία βοηθεί, πνευματική δε ουδέποτε γένοιτ΄αν, ει μη μετά της πίστεως και τη του Θεού συγγένοιτο αγάπη, μάλλον δε, ει μη προς της αγάπης και της εξ αυτής εγγινομένης χάριτος αναγεννηθείη και άλλη παρά την προτέραν γένοιτο, κοινή τε και θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ήτις δη και άνωθεν σοφία (Ιακ. 3, 17) και Θεού σοφία (Α΄ Κορ. 1, 21.24. 2, 7) κατονομάζεται, και ως πνευματική πως, άτε τη του Πνεύματος υποτεταγμένη σοφία, τα του Πνεύματος χαρίσματα και γινώσκει και αποδέχεται. Η δε μη τοιαύτη κάτωθεν, ψυχική, δαιμονιώδης (Ιακ. 3, 15), καθάπερ ο των αποστόλων αδελφόθεος λέγει, διό και τα του Πνεύματος ου προσίεται, κατά το γεγραμμένον» (Υπέρ των ι. Ησυχ. τριάς Α΄, 9, 1). Η Αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της διανοίας του ανθρώπου, διότι υπερβαίνει κάθε κατάληψη. Γι΄αυτό η παιδεία και η φιλοσοφία δεν συνιστούν προϋπόθεση της θεογνωσίας. Στη δυτική θεολογική παράδοση ισχύει το credo, ut intelligam (Αύγουστίνος). Κατά την άποψη αυτή προχωρεί κανείς με την πίστη, μέσω της φιλοσοφίας και της Γραφής, στη λογική σύλληψη της αποκαλύψεως. Η προτεραιότητα δίνεται στη διάνοια, όχι μόνο στη φυσική, αλλά και στην υπερφυσική γνώση. Για τον ορθόδοξο-ησυχαστή η «έξω» σοφία ως προς την Θεογνωσία είναι μέγεθος αδιάφορο. Γι΄αυτό η θέωση είναι υπόθεση κοινή εγγραμμάτων και αγραμμάτων (π.χ. Μ. Βασίλειος-Μ. Αντώνιος).
Στον Ησυχασμό ιεραρχούνται oι δύο γνώσεις και διαχωρίζονται χωρίς σύγχυση των ορίων κινήσεως και ενεργείας τους (κτιστό-άκτιστο). Ο Βαρλαάμ όμως, ούτε λίγο ούτε πολύ, έθετε στην πράξη το θέμα πληρότητας και αυτάρκειας της εκκλησιαστικής παραδόσεως, σχετικοποιώντας την και υποστηρίζοντας την ανάγκη συμπληρώσεώς της από τη θύραθεν σοφία. Τους σοφούς του κόσμου ονόμαζε «θαυμασίους», «θεόπτας» και «πεφωτισμένους», δεχόμενος, ότι έφθασαν στην ύψίστη βαθμίδα θεογνωσίας. Την προσφερομένη από την παιδεία γνώση θεωρούσε «μυστικωτέραν και υψηλοτέραν θεωρίαν», υποστηρίζοντας, ότι «ουκ έστιν άγιον είναι (τινά), μη την γνώσιν ειληφότα των όντων και της αγνοίας ταύτης κεκαθαρμένον». Και τούτο, διότι επίστευε, ότι «τας του Θεού εντολάς των (ελληνικών) μαθημάτων άνευ μη δύνασθαι καθάραι και τελειώσαι τον άνθρωπον». Απέδιδε, συνεπώς, στην έξω παιδεία σωτηριολογική σημασία, αποδυναμώνοντας και περιθωριοποιώντας την ασκητική πρακτική. Βέβαια, ανάλογες ιδέες προς εκείνες του Βαρλαάμ διετύπωναν στο θέμα αυτό και oι «ανθρωπιστές» του Βυζαντίου, δεχόμενοι την ανάγκη της επιστημονικής γνώσεως για την κάθαρση του νου, αποδεικνύοντας, ότι, ενώ γνώριζαν τον σκοπό της πνευματικής ζωής, είχαν χάσει τη σχέση με την πρακτική της. Δεν ανεμίγνυαν όμως αυτοί τη φιλοσοφία στη θεολογία, ούτε και της προσέδιδαν σωτηριολογική σημασία. Το χώρο της μεταφυσικής εκάλυπτε γι΄αυτούς η εν Χριστώ αποκάλυψη. Μόνον ο Νικηφόρος Γρηγοράς θα υπερβεί τα εσκαμμένα, συμπίπτοντας περισσότερο με τον Βαρλαάμ (Ειδική για το θέμα διατριβή εκπόνησε ο νέος και εύελπις θεολόγος κ. Δημ. Μόσχος). Γεγονός είναι, ότι οι ησυχαστές δεν απέρριπταν την «παίδευσιν» και «έξω σοφίαν» (Γρηγόριος Παλαμάς: «ου γαρ περί φιλοσοφίας ημείς απλώς λέγομεν νυν, αλλά περί της των τοιούτων φιλοσοφίας», όπ.π. Α,1,16), συνεχίζοντας τη σχετική πατερική παράδοση (Γρηγόριος Θεολόγος: «ούκουν ατιμαστέον την παίδευσιν, επεί ούτω δοκεί τισιν», Επιτάφιος εις Μ. Βασίλειον, κεφ. 11).
Η αλλοίωση των θεολογικών κριτηρίων του Βαρλαάμ είναι ευδιάκριτη και σ' άλλους χώρους. Ο Βαρλαάμ διέκρινε «αδιάλειπτη προσευχή» και «νοερά ευχή», ενώ πατερικά συμπίπτουν. Τη νοερά ευχή συνέχεε με την έκσταση του νου από το σώμα (νεοπλατωνισμός). Κατά τον Παλαμά όμως «έκσταση» του νου δεν σημαίνει έξοδο από το σώμα, αλλά από το «σωματικό φρόνημα». Ούτε, πάλι, η «έκσταση» ταυτίζεται ησυχαστικά με τη θέωση, αλλά με την αδιάλειπτη ή νοερά ευχή και δύναται, όταν ο Θεός θελήσει, να οδηγήσει στη θέωση. Ο ησυχαστής επιδιώκει συνέλιξη του νου όχι μόνο στο σώμα ή την καρδία, αλλά και στον εαυτό του («Ημείς δε, μη μόνον πάλιν είσω του σώματος και της καρδίας, αλλά και τον αυτόν αυτού πάλιν είσω πέμπομεν νουν» (Α΄, 2, 4). Αντίθετα ο Βαρλαάμ δίδασκε «κακώς ποιείν ένδον του σώματος σπεύδοντας [...] εμπερικλείειν τον νουν», αλλά «έξω του σώματος [...] παντί τρόπω τούτον εξωθείν» (στο ίδιο). Η βαρλααμική θέση κρίνεται από τον Παλαμά «δαιμονική» και «ελληνική πλάνη» (ειδωλολατρία). Κατά τους ησυχαστές άλλωστε, ο πλατωνισμός οδηγεί στην ειδωλολατρία.
ε. Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς: ποια παράδοση εκπροσωπούσε ο Βαρλαάμ; Διότι έχει διατυπωθεί ο ισχυρισμός, ότι ο μεν Παλαμάς είναι βιβλικός πατερικός, ο δε Βαρλαάμ ανήκει σε μια ελληνίζουσα πατερική παράδοση. Ο Βαρλαάμ θεωρήθηκε, ότι ανήκε στην παράδοση Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, Ευαγρίου Ποντικού, Γρηγορίου Νύσσης και Μαξίμου, ενώ ο Παλαμάς χαρακτηρίσθηκε συνεχιστής της παραδόσεως Μακαρίου του Αιγυπτίου. Εξ άλλου ο Βαρλαάμ και oι οπαδοί του παρουσιάζονται συχνά ως απλοί ουμανιστές, πλατωνικοί και νομιναλιστές. Μέσα από αυτή την ερμηνευτική προοπτική παρουσιάζεται ο Γρηγ. Παλαμάς επί κεφαλής δήθεν μιας βιβλικής ησυχαστικής παρατάξεως, που κατατρόπωσε την ελληνίζουσα, πατερική, ησυχαστική παράδοση του Βαρλαάμ. Αυτό σημαίνει, ότι έριζαν μεταξύ τους δύο ενδοβυζαντινές ησυχαστικές παραδόσεις.
Oι έρευνες του π. Ρωμανίδου απέδειξαν τη διχοτόμηση αυτή της ησυχαστικής παραδόσεως ολότελα εσφαλμένη. Τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επέχουν θέση αυθεντίας στη θεολογία του Παλαμά. Ο Βαρλαάμ δεν ήταν παρά τυπικός φορέας της φραγκολατινικής θεολογικής παραδόσεως, που υπήρξε καρπός της υποκαταστάσεως της πατερικής θεολογίας με τη σχολαστική. Ο Ησυχασμός όμως είναι στην ουσία του αντιμεταφυσικός, διότι απορρίπτει κάθε αναλογία (σχέση) κτιστού και Ακτίστου (analogia entis ή analogia fidei). Η Μεταφυσική, αντίθετα, την προϋποθέτει. Η κοινωνία του Ακτίστου με το κτιστό γίνεται μέσω των ακτίστων θείων ενεργειών. Η θέση αυτή, όπως και η διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό, είναι θεμελιακές προϋποθέσεις της πατερικής θεολογήσεως. Γι΄αυτό και συμπεριελήφθη στη θεματική της διενέξεως Βαρλαάμ-Παλαμά.
Η Δύση μέσα στον σχολαστικισμό έχασε τη διάκριση ουσίας και ενεργείας στο Θεό, ο δε Θωμάς Ακινάτης, ο κορυφαίος του σχολαστικισμού, δεχόταν ότι ο Θεός είναι «καθαρά ενέργεια» (actus purus), το «πρώτον κινούν ακίνητον» του Αριστοτέλους. Γνώση, συνεπώς, του Θεού σημαίνει γνώση της ουσίας του. Ρίζα και πηγή αυτής της διδασκαλίας για τον Θεό είναι ο Αυγουστίνος. Η ταύτιση ουσίας και ενεργείας στο Θεό είναι αυγουστίνεια, όπως και η δυνατότητα γνώσεως της θείας ουσίας (ευνομιανισμός). Στην περί Θεού διδασκαλία ο Αυγουστίνος ταυτιζόταν με τον ακραίο αρειανό Ευνόμιο. Γραφικά και Πατερικά η θεία ουσία είναι απρόσιτη και αμέθεκτη· η θεία ενέργεια όμως είναι (υπό προϋποθέσεις) προσιτή και μεθεκτή. Ιστορικές επακριβώσεις αυτής της εμπειρίας είναι η θεοπτία του Μωϋσέως στο Σινά, η εμπειρία των μαθητών στο Θαβώρ (Μεταμόρφωση) και η Πεντηκοστή. Ο Αυγουστίνος δεχόταν (και) στις περιπτώσεις αυτές αποκάλυψη του Θεού, όχι άμεση, άλλά διά διαμέσων κτιστών.
Αυτής της παραδόσεως ήταν -κατά τον π.Ι. Ρωμανίδη- φορέας ο Βαρλαάμ. Γι΄ αυτό ονόμαζε την μέσω του Θαβωρίου φωτός αποκάλυψη «χείρω νοήσεως», κατώτερη δηλαδή από τη γινομένη στο νου, αλλά και αυτής της απλής νοήσεως. Πατερικά όμως το Θαβώριο φως είναι άκτιστη θεότητα και δόξα (βασιλεία) της Αγίας Τριάδος. Έτσι εξηγείται, γιατί η αληθινή φύση του Θαβωρίου φωτός βρέθηκε στο επίκεντρο του θεολογικού προβληματισμού στη διένεξη Βαρλαάμ-Παλαμά. Ο Βαρλαάμ δεν μπορούσε να κατανοήσει -και περισσότερο να αποδεχθεί- την ησυχαστική παράδοση, με την οποία τίποτε δεν τον συνέδεε. Αισθανόταν απέναντί της, όπως ένας δυτικός ή δυτικίζων στα σημερινά χρόνια. Την πατερική παράδοση την δεχόταν μεν; αλλά την ερμήνευε με δυτικά κριτήρια, με τις προϋποθέσεις της φραγκολατινικής θεολογίας. Η νοοτροπία, που ενσάρκωνε ο Βαρλαάμ, θα κορυφωθεί στον Γίββωνα. Ο Άγγλος αυτός ιστορικός (1737-1794), που εξέφρασε με κλασικό τρόπο τη συνείδηση της Δύσεως για τη ρωμαίϊκη Ανατολή, είδε τον ησυχασμό κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον του Βαρλαάμ. Το εσωτερικό φως των Ησυχαστών ήταν γι΄αυτόν «προϊόν μιας κακόγουστης ιδιοτροπίας· δημιουργία ενός κενού στομάχου και ενός κούφιου μυαλού». Ο ησυχασμός -δέχεται στη συνέχεια- είναι η κορύφωση «των θρησκευτικών ανοησιών των Γραικών»! Αυτές οι προκαταλήψεις, παγιωμένες στην ευρωπαϊκή συνείδηση μέσω της παιδείας, διαμορφώνουν τη δυτική στάση έναντι της Ορθοδόξου Ανατολής, και ιδιαίτερα έναντι του Ελληνισμού, ως σήμερα. Η «έκπληξη», συνεπώς, για τη στάση των Δυτικών Ηγεσιών έναντι της Ελλάδος σήμερα προδίδει άγνοια της ιστορίας.
Β΄
α. Η αποχώρηση του Βαρλαάμ (1341) δεν σήμανε και το τέλος της θεολογικής διενέξεως, η οποία συνεχίσθηκε ως ενδοβυζαντινή πια υπόθεση, με την παρέμβαση των «βυζαντινών» Σχολαστικών, όπως ο πρώην μαθητής του Παλαμά Γρηγόριος Ακίνδυνος και ο λόγιος Νικηφόρος Γρηγοράς. Όσοι λόγιοι είχαν χάσει κάθε ζωντανή σχέση με την εμπειρική πατερική θεολόγηση ή συνέχιζαν τον τύπο του σοφού, που είχε ήδη ενσαρκώσει ο Μ.Ψελλός και περισσότερο ο Ι.Ιταλός, σε ορισμένα θέματα, όπως λ.χ. η αποτίμηση της «έξω» σοφίας, η διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό κ.ά., συντάχθηκαν με τον Βαρλαάμ και έδωσαν συνέχεια στην αντιησυχαστική του στάση. Η ανάμειξη εξ άλλου ολίγων μεν, αλλά με μεγάλη επιρροή μοναχών -πάντοτε αγαπητών στο λαό- επεξέτεινε την κρίση στην πλατειά λαϊκή βάση, δεδομένου ότι ο «βυζαντινός άνθρωπος ήταν ζώον θρησκευτικόν» (Nicol), ώστε η διαπλοκή εκκλησιαστικών και πολιτικών πραγμάτων να είναι μόνιμη κοινωνική πρακτική. Η κοινωνία, ιδιαίτερα της Κωνσταντινουπόλεως και της Θεσσαλονίκης, διαιρέθηκε σε Ησυχαστές και Αντιησυχαστές, Παλαμικούς και Αντιπαλαμικούς. Το ρήγμα, που σημειώθηκε, έτσι, στον κοινωνικό ιστό, εξέφραζε τον μονίμως σοβούντα «δυϊσμό» της «βυζαντινής» λογιοσύνης στη στάση έναντι της πατερικής παραδόσεως.
Ο Γρηγ. Παλαμάς κατηγορήθηκε επανειλημμένα ως αίτιος της πνευματικής έριδος, όπως και ο Ησυχασμός, ως αιτία δήθεν της αποδυναμώσεως της αυτοκρατορίας. Είναι όμως πια εξακριβωμένο, ότι ο Βαρλαάμ ήταν εκείνος, που υποκινούσε την εναντίον του Παλαμά πολεμική, ο δε Ησυχασμός λειτούργησε ενωτικά στην περαιτέρω πορεία του Γένους στο σύνολό του. Το πρόβλημα στην ουσία έγκειται αλλού. Η θεολογική έριδα συνέπεσε με μιά οξύτατη πολιτικοκοινωνική κρίση, που κορυφώθηκε σε μια πρωτοφανή κοινωνική έκρηξη, ώστε η πνευματική διάσταση να καταστήσει το ρήγμα βαθύτερο, χωρίς όμως και να ευθύνεται γι΄αυτό.
Ήδη το 1321 εξερράγη ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Ανδρονίκου Β΄ και Ανδρονίκου Γ΄ για το πρόβλημα της διαδοχής. Το τέλος του 1341 σημειώθηκε, εξ άλλου, νέα διάσταση της αυτοκρατορίας, ο β΄ εμφύλιος πόλεμος (σύγκρουση Ι. Καντακουζηνού και Ι. Παλαιολόγου). Στις 26 Οκτωβρίου 1341 ο σφετεριστής του θρόνου Καντακουζηνός ανακηρύχθηκε από τον στρατό βασιλέας στο Διδυμότειχο και στις 19 ή 20 Νοεμβρίου ο Ι.Παλαιολόγος στέφθηκε βασιλέας στην Πόλη από τον Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα. Την ίδια ακριβώς εποχή ο Γρηγόριος Ακίνδυνος ανανέωσε τη θεολογική διένεξη, χρησιμοποιώντας ως όργανο κατά του Παλαμά τον αμύητο στα θεολογικά και φανατικό αντιπαλαμικό Ιω. Καλέκα. Το θεολογικό πρόβλημα επικεντρώθηκε στη φάση αυτή στη σχέση θείας ουσίας και ενεργείας και η θεολογική διαπάλη συνεχίσθηκε παράλληλα με την πολιτική σύγκρουση με ευνόητες αλληλοπεριχωρήσεις.
Ο β΄ εμφύλιος, πολύ σφοδρότερος και ευρύτερος του πρώτου, έλαβε καθαρά κοινωνικό χαρακτήρα, ώστε να μπορεί άφοβα να χαρακτηρισθεί «κοινωνικός πόλεμος». Πρωταγωνιστικό ρόλο σ΄αυτόν έπαιξαν τα λαϊκά στρώματα, τα οποία έσπευσαν να «χρησιμοποιήσουν» ΑπΌ την αρχή oι αντιμαχόμενες δυνάμεις. Ήδη ο Ιωάννης Απόκαυκος, Αντιβασιλέας και υποστηρικτής του Ι. Παλαιολόγου, ξεσήκωσε στην Κωνσταντινούπολη τον «δήμον» το 1341 κατά του Καντακουζηνού. Η λεηλασία του σπιτιού του τελευταίου λειτούργησε κατά κάποιο τρόπο προγραμματικά, διότι πολύ γρήγορα θα σημειωθεί ευρύτερη λαϊκή εξέγερση, που θα αναπτυχθεί ανεξέλεγκτα. Η κοινωνική όμως στροφή της εμφύλιας ρήξης σφραγίσθηκε με την εμφάνιση και ανάμειξη στις λαϊκές κινητοποιήσεις μιας ομάδας στη Θεσσαλονίκη, που έφεραν το όνομα Ζηλωτές. Η παρέμβασή τους (1342) και τα επακόλουθά της συνιστούν την τραχύτερη έκφραση της πολιτικής ιδεολογίας στο «Βυζάντιο»/Ρωμανία.
Η δεύτερη ιεραρχικά και, στην ουσία, πρώτη πόλη της Αυτοκρατορίας την περίοδο αυτή, η Θεσσαλονίκη, έγινε το επίκεντρο της κοινωνικής εξεγέρσεως. Η πόλη ήδη από τον 7ο αιώνα (αραβική εξάπλωση) είχε αναδειχθεί σε δεύτερο κέντρο της αυτοκρατορίας και τον 10ο αιώνα αριθμούσε 200 χιλιάδες κατοίκους. Τον 14ο αιώνα εξακολουθούσε να είναι πολυάριθμη πόλη και ακμαίο αστικό κέντρο (διεθνής αγορά), με ισχυρές συντεχνίες (ναυτικοί, έμποροι), αλλά και κραυγαλέες κοινωνικές αντιθέσεις (πολλοί πτωχοί-πλούσιοι αριστοκράτες). Οι Ζηλωτές κατόρθωσαν να συσπειρώσουν τις αγανακτισμένες λαϊκές δυνάμεις και να τις χρησιμοποιήσουν για την πραγμάτωση των στόχων τους.
β. Ποια όμως ήταν η ταυτότητα των Ζηλωτών; Η έρευνα της βιβλιογραφίας πείθει, ότι το ερώτημα δεν έχει λάβει ακόμη την οριστική του απάντηση. Στις πηγές γίνεται λόγος περί «των δημαγωγών και της στάσεως εξάρχων» (Βίος αγ. Ισιδώρου) και για «καινούργιους ανθρώπους», που δεν είχαν πριν καμμιά ανάμειξη στη διακυβέρνηση (Δ. Κυδώνης). Ο Γρηγοράς τους χαρακτηρίζει «μοίρα συρφετώδη». Ο πατριάρχης Φιλόθεος (ησυχαστής) τους ονομάζει «επήλυδες» καί «βαρβάρους», προσθέτοντας: «εκ τε των ημετέρων εσχατιών [...] συνελθόντων». Η επικρατούσα σήμερα άποψη είναι ότι ήσαν κοινωνικό «στρώμα», που «ξεχώριζαν από τον υπόλοιπο πληθυσμό» (Α.Λαΐου). Παρεδόθη ακόμη ότι ονομάσθηκαν «Ζηλωτές», διότι έτασσαν το συμφέρον του λαού πάνω από το δικό τους (Θωμ. Μάγιστρος).
Ο όρος «ζηλωτής», γνωστός ήδη από την Π. Διαθήκη (π.χ. Έξ. 20, 5· Α΄ Έσδρ. 8, 72· Β΄ Μακ. 4, 2) και την Κ. Διαθήκη (Πράξ. 21, 20· Α΄ Κορ. 14,12· Γαλ. 1, 14· Τίτ. 2, 14) πέρασε στη «βυζαντινή» κοινωνική πραγματικότητα με τη θρησκευτική του σημασία, ήδη δε στην Κ. Διαθήκη (Ρωμ.10, 2: «ζήλον έχουσιν, αλλ΄οϋ κατ΄επίγνωσιν») προσλαμβάνει και την αρνητική του απόχρωση, ισχυρή ως σήμερα. Από τις αρχές του 12ου αι. δρούσαν στη βυζαντινή κοινωνία δύο μερίδες εκκλησιαστικές, ασύμπτωτες μεταξύ τους και ανταγωνιστικές στην άσκηση επιρροής στην οργάνωση και διοίκηση της Εκκλησίας. Η εμφάνισή τους στη ζωή της αυτοκρατορίας εντοπίζεται ήδη στον 9ο αιώνα. Είναι οι «Ζηλωτές» και oι «Πολιτικοί». Οι πρώτοι ήσαν υπέρμαχοι της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας έναντι της Πολιτείας, υποτιμούσαν την παιδεία και έδειχναν φανατική πιστότητα στην εκκλησιαστική παράδοση. Έχοντας στο πλευρό τους την πλειονότητα των μοναχών, επηρέαζαν αισθητά το Λαό. Οι «Πολιτικοί» είχαν διαμετρικά αντίθετη ιδεολογία· ανεκτικοί στην πολιτειοκρατία, υπέρμαχοι της σχολικής παιδείας, χαλαρά συνδεδεμένοι με την παράδοση, διέθεταν δύναμη στον κοσμικό κλήρο και στις μορφωμένες τάξεις της κοινωνίας. Έναντι της Δύσεως oι Ζηλωτές ήσαν ανθενωτικοί, ενώ oι Πολιτικοί ενωτικοί. Μια πρώτη σύγκρουση των δύο μερίδων εντοπίζεται στη διένεξη Φωτίου-Ιγνατίου (9ος αι.), αλλά η αντίθεσή τους έλαβε μεγάλες διαστάσεις επί Μιχαήλ Παλαιολόγου (σχίσμα αρσενιατών) και της ψευδενώσεως της Λυών (1274-1282). Η πάλη τότε έκλινε υπέρ των Ζηλωτών. Υποστηρίχθηκε (Βασίλιεφ), ότι η θρησκευτική αυτή μερίδα ανασυντάχθηκε τον 14ο αιώνα και αναμείχθηκε στην πολιτική ζωή, προβάλλοντας μεταρρυθμιστικές τάσεις και έχοντας τη λαϊκή υποστήριξη λόγω της κοινωνικής ακαταστασίας. Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;
Είναι, πράγματι, σαφές -παρά τη σύγχυση των πηγών- ότι oι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης συνιστούσαν «κοινωνική ομάδα», διακρινόμενη από το Λαό. Συνδεόταν με τους ναυτικούς («παραθαλασσίους»), μια γνωστή συντεχνία με επί κεφαλής Παλαιολόγους. Η συνεργασία Ζηλωτών-ναυτών οφειλόταν προφανώς σε σύμπτωση συμφερόντων. Σ΄άλλες πόλεις στη συνεργασία αυτή συμμετείχαν και έμποροι. Η εμφάνιση αριστοκρατών (Παλαιολόγων) στην ηγεσία δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει. Ήταν κοινό φαινόμενο και στην Δ. Ευρώπη σε ανάλογες καταστάσεις. Oι Ζηλωτές ταυτίσθηκαν με το λαό και εξέφραζαν τα αιτήματα των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, εν μέρει δε συνέπιπταν και με το στρατό.
Κατά τη δική μας εκτίμηση, oι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης ήσαν μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, αποτελούμενη βασικά από μοναχούς, που έλαβε γι΄αυτό και το όνομά της από τη γνωστή στο «Βυζάντιο» θρησκευτική μερίδα, λόγω των κοινών τάσεων και ανάλογης ψυχολογίας (φανατισμός). Ήταν όμως καθαρά πολιτικοποιημένη παράταξη, με σαφή κοινωνικά κίνητρα και αιτήματα: κατα των πλουσίων γεωκτημόνων και υπέρ των πενομένων και καταπιεζομένων. Το ότι και μη πολιτικοποιημένοι «Ζηλωτές» είναι δυνατόν να συνέπραξαν, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αφού τον κύριο όγκο της παρατάξεως των Ζηλωτών αποτελούσαν μοναχοί, αλλά και επαίτες και πένητες. Η παρουσία μεγάλου αριθμού μοναχών εξηγεί και την απουσία αντιθρησκευτικών τάσεων, όπως και την κοινωνική ιδεολογία, που συντηρείται μόνιμα στο ορθόδοξο μοναστικό κοινόβιο.
Όταν ο ησυχαστής πατριάρχης Φιλόθεος τους αποκαλεί «αποστάτες από την Εκκλησία», αυτό σχετίζεται μάλλον με τη βίαιη στάση τους, που ανέτρεψε την σύμφωνα με τη γενική αντίληψη «θεόθεν» κατεστημένη τάξη, ή λόγω της αντιδράσεώς τους προς τον Γρ. Παλαμά, τον κανονικό μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, του οποίου ο Φιλόθεος ήταν υποστηρικτής ως ομόψυχος. Άλλωστε, όπως μαρτυρείται, οι Ζηλωτές δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν ως σημαία ένα σταυρό, που άρπαξαν από μία Αγία Τράπεζα, επιτιθέμενοι κατά του κυβερνήτη Συναδηνού και της αριστοκρατίας. Το λαϊκό έρεισμά τους, επίσης, ενισχύει την άποψη, ότι πράγματι πλειοψηφούσαν oι μοναχοί ανάμεσά τους. Τα διαπραχθέντα εγκλήματα δεν αποκλείουν κάτι τέτοιο, διότι ο φανατισμός τυφλώνει. Μοναχοί και μη μοναχοί, συνεπώς, πάντως πρόσωπα πολιτικοποιημένα και με δημαγωγικές ικανότητες, φαίνεται ότι βρίσκονταν στην ηγεσία του κινήματος των Ζηλωτών.
γ. Τα αίτια της στάσεως αναζητήθηκαν και επισημάνθηκαν από πολλούς ερευνητές. Σχεδόν όλοι συγκλίνουν στη θέση, ότι υπήρξαν προϋποθέσεις κοινωνικές: αθλιότητα του λαού και αίτημα για δημοκρατικότερη οργάνωση της κοινωνίας. Η επίδραση αναλόγων κινημάτων της Ιταλίας (επανάσταση Γένοβας, 1339) δεν κρίνεται αποφασιστική (Χαράνης), εφ΄όσον είναι γνωστό το δημοκρατικό πνεύμα, με την ευρύτερη συμμετοχή του λαού στην εκλογή του αυτοκράτορος. Πολιτικά ή πραξικοπηματική ενέργεια του Ι. Καντακουζηνού συνιστούσε πρόκληση στη λαϊκή συνείδηση και νοοτροπία (σεβασμός της θεόδοτης μοναρχίας και της νομιμότητας). Οι Ζηλωτές εξ άλλου συνδέονταν συναισθηματικά με την οικογένεια των Παλαιολόγων, διότι μέλη της διοικούσαν τη Θεσσαλονίκη. Έπειτα, ενώ ο Καντακουζηνός ήταν σαφώς τοποθετημένος υπέρ της ενισχύσεως της κεντρικής διοικήσεως, οι Ζηλωτές επεδίωκαν αυτονομία. Η αριστοκρατική δε προέλευση του Καντακουζηνού και η υποστήριξή του από τους αριστοκράτες επέτεινε την αντίδραση εναντίον του. Ο Λαός βρήκε την ευκαιρία να διαδηλώσει τα αντιαριστοκρατικά ή και αντιπλουτοκρατικά φρονήματά του λόγω της καταπιέσεως που υφίστατο και της οικονομικής του εξαθλιώσεως. Με τη στάση των Ζηλωτών συνδέθηκαν οραματισμοί για ριζική κοινωνική αλλαγή, οικονομική αναβάθμιση και κοινωνική αναδιάρθρωση. Πρόκειται, όπως βεβαιώνουν τα πράγματα, για έκρηξη πρωτοχριστιανικής (πρβλ. Πράξ. κεφ. 2, 4 καί 6) κοινοκτημοσύνης ή έστω κοινοχρησίας, εναντίον της αυξάνουσας κοινωνικής ανισότητας και αδικίας, λόγω της συγκεντρώσεως γης και πλούτου στα χέρια των ολίγων (προνοιαρίων κ.λπ.).
Δεν έλειψε, βέβαια, και η απόπειρα μαρξιστικής ερμηνείας των γεγονότων της Θεσσαλονίκης (λ.χ. Γ. Κορδάτος), στα όρια της αναζητήσεως ιστορικών ερεισμάτων της προϊστορίας της μαρξιστικής ιδεολογίας. Oι υπάρχουσες όμως πηγές επιτρέπουν μεν διακρίβωση κοινών σημείων, αποκλείουν όμως κάθε βεβαιότητα για πλήρη σύμπτωση ιδεολογικών προϋποθέσεων. Η απουσία στην «καθ΄ημάς Ανατολήν» των φραγκογερμανικών «φυλετικών» προϋποθέσεων αποκλείει την ταύτιση, όπως ακόμη το γεγονός, ότι η στάση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη δεν ξεκίνησε ως κοινωνική επανάσταση, με αυτοτελή οργάνωση και σχεδιασμένη στοχοθεσία, αλλά αποτέλεσε κίνημα ευκαιριακό και όψη (ή φάση) του εμφυλίου πολέμου (Π. Χρήστου). Κατά την πορεία του εμφυλίου εκδηλώθηκαν και oι σοβούσες κοινωνικές αντιθέσεις και διεκδικήσεις.
Ο Λαός μόνο για τα λύση των δικών του προβλημάτων έλαβε μέρος στην επανάσταση. Καμμιά σχέση δεν διαφαίνεται προς τις γνωστές στην ιστορία «αγροτικές εξεγέρσεις». Ο χαρακτήρας της στάσεως έμεινε καθαρά αστικός και κοινωνικός. Καμμιά επίσης μαρτυρία δεν δείχνει ότι oι Ζηλωτές στράφηκαν βασικά κατά των εκκλησιών και της περιουσίας των μονών. Αντίθετα έμειναν πιστοί στο νόμιμο αυτοκράτορα καί τον υποστηρικτή του πατριάρχη Ι. Καλέκα. Κατά τον καθηγ. Nicol περίεργο είναι, ότι κατά της εκκλησίας και της περιουσίας της στρέφονταν συστηματικά oι πλούσιοι γεωκτήμονες (αριστοκράτες) και η στρατιωτική αριστοκρατία. Υπάρχει όμως και η άποψη, μαρτυρούμενη στις σύγχρονες πηγές, ότι πρόσφυγες από εδάφη, που είχαν κατακτήσει oι Σέρβοι, προστέθηκαν στους πτωχούς της Θεσσαλονίκης και ότι αυτοί πίεσαν τους Ζηλωτές να στραφούν κατά των πλουσίων, με απόληξη τις λεηλασίες. Διότι, είναι γεγονός, δεν έλειψαν στην όλη διαδικασία τα στυγερά εγκλήματα. Το 1347-49, που κατέλαβαν oι Ζηλωτές την πλήρη εξουσία στη Θεσσαλονίκη, κρήμνισαν από τα τείχη τους εγκλεισμένους στην ακρόπολη πλουσίους, ενώ άλλους κρυμμένους στην πόλη τους εφόνευσαν. Ήταν η πιο βίαιη όψη της επαναστάσεώς τους, αλλά και όλου του πολέμου.
δ. Η στάση από τη Θεσσαλονίκη επεκτάθηκε και σ΄άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας ως την Τραπεζούντα. Αυτό σημαίνει, ότι το κοινωνικό κλίμα της Θεσσαλονίκης ήταν καθολικότερο φαινόμενο. Και αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές μαρτυρίες. Η αντίδραση επικεντρωνόταν στο πρόσωπο του Ι. Καντακουζηνού και την αριστοκρατία. Το 1345 όμως σημειώθηκε κρίση για τους Ζηλωτές και την εξουσία τους, διότι η κατάσταση άρχισε να κλίνει υπέρ του Καντακουζηνού. Ο επί κεφαλής των Ζηλωτών Μιχ. Παλαιολόγος φονεύθηκε, Ζηλωτές συνελήφθησαν, φυλακίσθηκαν ή και εξορίσθηκαν. Νέος ηγέτης των Ζηλωτών ανακηρύχθηκε ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, αριστοκράτης μετριοπαθής, επί κεφαλής της συντεχνίας των ναυτικών. Ο Λαός κατέλαβε και πάλι την εξουσία. Νέες σφαγές αριστοκρατών σημειώνονται, όπως του Ι. Αποκαύκου. Η εξέγερση δε κατά των πλουσίων λαμβάνει γενικό χαρακτήρα. Ασυγκράτητος ο Λαός επιδίδεται σε ένα όργιο αίματος και αρπαγών, εξασφαλίζοντας για τους ηγέτες του Ζηλωτές την εξουσία.
Oι Ζηλωτές, όπως συνάγεται από τις πηγές, ήσαν υπέρμαχοι της αποκεντρώσεως. Μολονότι η ιδεολογία τους είναι δυσπροσδιόριστη, δεν συμβαίνει το ίδιο, παρά τις ελάχιστες πληροφορίες, με το πολιτικό πρόγραμμά τους. Ήδη το θέρος του 1342 εγκαταστάθηκε κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη χωρίς προηγούμενο, η ανεξάρτητη Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης, με αυτοδιοίκηση και άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται μάλλον, για ένα είδος «κομμούνας», που θα διαρκέσει ως το 1350. Ο ακριβής όμως χαρακτήρας του πολιτεύματός τους είναι δύσκολο να προσδιορισθεί. Γεγονός είναι, ότι όταν απειλήθηκαν με πτώση, oι Ζηλωτές στράφηκαν στον κράλη της Σερβίας Στέφ. Δουσάν για βοήθεια. Αυτό όμως δυσαρέστησε το Λαό, σε σημείο που να προσεγγίσει τον Καντακουζηνό και να δει με συμπάθεια τους αριστοκράτες. Πέραν από την ύπαρξη ισχυρού εθνικού αισθήματος, τι άλλο μαρτυρεί αυτό από την απουσία ταξικής συνειδήσεως; Ο Λαός δεν έπαυσε να βλέπει το όλο θέμα ως ευκαιρία βελτιώσεως των συνθηκών της ζωής του και τίποτε περισσότερο.
ε. Η σύμπτωση της στάσεως των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης με την κορύφωση της θεολογικής έριδας οδήγησε στην διαπλοκή τους. Όχι διότι oι Ζηλωτές αναμείχθηκαν στη θεολογική (ησυχαστική) διένεξη. Όπως ελέχθη παραπάνω, μολονότι oι Ζηλωτές ονομάσθηκαν «αποστάτες της εκκλησίας», δεν περιέλαβαν στο πολιτικό πρόγραμμά τους αντιεκκλησιαστική ή αντιθρησκευτική δράση, ούτε φαίνεται ότι η Θεολογία ανέπτυξε στη δράση τους κάποια ιδιαίτερη δυναμική. Οι αντίθετες απόψεις, που ίσχυαν στο παρελθόν, οφείλονταν σε λανθασμένη συσχέτιση ενός κειμένου του Νικ. Καβάσιλα με τους Ζηλωτές, ενώ στην ουσία αναφερόταν σε άλλη υπόθεση. Η διαπλοκή θεολογίας και πολιτικής ήταν καρπός της αλληλεξαρτήσεως και αλληλοπεριχωρήσεως των δύο αυτών περιοχών του βυζαντινού βίου. Η αναζήτηση όμως κάποιων σχέσεων αποδεικνύει την απουσία κάθε έννοιας συγκροτημένης αντιησυχαστικής ιδεολογίας εκ μέρους των πολιτικών ή (πολιτικής) αντιζηλωτικής ιδεολογίας στην παράταξη των Ησυχαστών.
Δεν ήταν, άλλωστε, σπάνιο το φαινόμενο αντίπαλοι στον ένα χώρο να παρουσιάζουν κοινή στάση έναντι του άλλου. Oι πρωταγωνιστές του εμφυλίου πολέμου Ι. Καντακουζηνός και Ι. Απόκαυκος συνέπιπταν στη φιλική στάση τους έναντι του ησυχασμού. Ο Νικ. Γρηγοράς και ο Δημ. Κυδώνης, εκ πεποιθήσεως αντιπαλαμικοί, ήσαν φίλοι και οπαδοί του Καντακουζηνού λόγω κοινών συμφερόντων. Ο πατριάρχης Ι. Καλέκας και η αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας συνεργάζονταν στο πολιτικό μέρος, αλλ΄ο μεν πατριάρχης έμεινε φανατικός αντιπαλαμικός, η δε αυτοκράτειρα για ένα διάστημα υποστήριξε τον Παλαμά. Ο Λαός φερόταν και αγόταν, ως συνήθως, σ΄όλη αυτή την τραγωδία. Αρχικά (1341) μεγάλο μέρος του Λαού έδειξε αντιησυχαστικές διαθέσεις, και αυτό ίσως έκαμε τους Ησυχαστές να στραφούν υπέρ του Καντακουζηνού. Δεν μπορεί όμως κανείς να ισχυρισθεί, ότι όλοι oι Ησυχαστές ακολουθούσαν τον Καντακουζηνό, ή ότι ήσαν δηλωμένοι αντιησυχαστές όλοι oι αντίπαλοί του. Ο Δ. Κυδώνης και ο Νικ. Καβάσιλας, λ.χ. διέκεινταν φιλικά προς τον Καντακουζηνό, αλλά θεολογικά ήσαν σε αντίπαλες παρατάξεις. Πολλοί ανθρωπιστές, εξ άλλου, υποστήριζαν τον Παλαμά.
Oι Ζηλωτές, όσοι τουλάχιστον είχαν εκκλησιαστική προέλευση (μοναχοί), διατηρούσαν από την εποχή της Εικονομαχίας συμπάθεια προς την Παλαιά Ρώμη και αυτό τους έφερνε κοντά στους φιλενωτικούς Παλαιολόγους, έστω και αν τώρα η Ρώμη ήταν εκφραγκευμένη και αιρετική. Ως γνωστόν, ο αυτοκράτορας Ιω. Παλαιολόγος επιχείρησε να πραγματοποιήσει ένωση με τη Ρώμη και τελικά έγινε παπικός.Η προϋπόθεση αυτή ήταν αρκετή, για να στρέφονται εναντίον των Ησυχαστών. Η ταύτιση δε εκ μέρους τους του Παλαμά με τον Καντακουζηνό, λόγω του ησυχαστικού φρονήματος των δύο ανδρών, ήταν επόμενο να τους κάνει να εμποδίσουν την ενθρόνιση του Παλαμά, όταν αυτός εξελέγη μητροπολίτης της Θεσσαλονίκης (1347).
Ο Γρηγόριος Παλαμάς σ΄όλη τη διάρκεια της κοινωνικής αναστατώσεως παρέμεινε γνήσιος ησυχαστής και πατερικός στις επιλογές του. Θα ήταν μεγάλη εις βάρος του αδικία η απόδοση στον Παλαμά αριστοκρατικών ιδεών. Ο Παλαμάς τάσσοντας την παράδοση της θεώσεως πάνω από την πολιτική ρευστότητα, έμεινε φιλικός απέναντι στον Ιω. Παλαιολόγο και την αυτοκράτειρα, κινούμενος και αυτός, ως γνήσιος «βυζαντινός», στο κλίμα της νομιμοφροσύνης. Η αλληλογραφία του με αγιορείτες μοναχούς αποδεικνύει τις ειρηνευτικές προσπάθειές του. Δεν κινήθηκε παραταξιακά και απέφυγε κάθε ανάμειξη υπέρ της μιας ή της άλλης παρατάξεως. Η εμμονή του στην ησυχαστική παράδοση και η αντίθεσή του έναντι του Βαρλαάμ και των βυζαντινών αντιησυχαστών (π.χ. Γρηγοράς) είχε αποκλειστικό στόχο τη συνέχιση της πατερικότητας και τη διάσωση της πνευματικής ταυτότητας της αυτοκρατορίας. Αυτοεξορίσθηκε στην Ηράκλεια, ενοχλούμενος συχνά, αλλά μη αναμιγνυόμενος στις πολιτικές διενέξεις. Η συμπάθειά του προς τον Καντακουζηνό οφειλόταν στην προσήλωση του Καντακουζηνού στην παράδοση της Ορθοδοξίας και δεν είχε πολιτικά κίνητρα. Πρέπει να θεωρείται βέβαιο, ότι η παρουσία και δράση του Βαρλαάμ στην Ανατολή έπεισε τον Παλαμά για υπαρκτό κίνδυνο υποταγής στη Ρώμη, την πνευματική αλλοτρίωση της οποίας είχε αποκαλύψει ο Καλαβρός αντίπαλός του. Έτσι εξηγείται, ότι φάνηκε φιλικός απέναντι στον Καντακουζηνό και όταν εκείνος ήταν ακόμη φίλος και υποστηρικτής του Βαρλαάμ και προστάτης της ανθρωπιστικης αναγεννήσεως. Είναι δε γνωστό, ότι ο Παλαμάς συνέβαλε στη συμφιλίωση Ιω. Καντακουζηνού και Ιω. Παλαιολόγου.
Ο Λαός με το αλάθητο αισθητήριό του ερμήνευσε ορθά τη στάση του Παλαμά και διέγνωσε την ειλικρίνεια των προθέσεών του. Μετά την πτώση των Ζηλωτών, προς τους οποίους ο Παλαμάς φάνηκε ειρηνικός, ο Λαός τον δέχθηκε στη Θεσσαλονίκη (Δεκέμβριος 1350) με πανηγυρισμούς. Ο Παλαμάς καταδίκασε τα εγκλήματα, που είχαν διαπραχθεί από τους Ζηλωτές, αλλά εισήλθε ως ειρηνευτής στη Θεσσαλονίκη, που είχε ξαναβρεί τους κανονικούς ρυθμούς της.
Γ΄
Oι μέχρι σήμερα έρευνες στον 14ο αιώνα της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης παρέχουν τη δυνατότητα για την αποτίμηση τόσο της θεολογικής έριδας, όσο και των εμφυλίων συγκρούσεων, αλλά και της δυναμικής τους στην περαιτέρω ζωή της αυτοκρατορίας και τη συνέχεια του Γένους.
Είναι βέβαια γεγονός, ότι oι συνέπειες των ιδεολογικών ερίδων ήσαν τρομακτικές. Η αυτοκρατορία συρρικνωμένη ήδη εδαφικά, αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο και μένει αθωράκιστη στις επεκτατικές διαθέσεις των γειτόνων, και κυρίως των Οθωμανών. Το 1354 οι Τούρκοι θα καταλάβουν την Καλλίπολη, πατώντας σταθερά στην ευρωπαϊκή πλευρά της αυτοκρατορίας. Το αποτυχημένο κίνημα των Ζηλωτών δε μπόρεσε να θεραπεύσει την κοινωνική δυσλειτουργία και να καταλύσει την οικονομική ανισότητα. Η αυτοκρατορία βάδιζε προς τη δύση της. Το 1402 θα περιορισθεί εδαφικά στην Πόλη, τη Θάσο, τη Σαμοθράκη, τη Λήμνο, την Τένεδο και το Μυστρά. Θα είναι έκτοτε θλιβερό λείψανο του παλαιού ένδοξου εαυτού της. Ο Ησυχασμός, όμως, ως πατερικότητα και υπαρκτική αλήθεια, θα επιβιώσει ως πνευματική παρακαταθήκη των Ρωμηών. Αυτός θα διατηρήσει ρωμαλέο το φρόνημα και αμείωτο τον ψυχικό δυναμισμό, κυρίως μέσα στην μακρόσυρτη δουλεία. Οι θέσεις όμως αυτές χρειάζονται κάποια ανάλυση.
Τον 14ο αιώνα έλαβε χώρα η πρώτη σε βάθος αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσεως στο χώρο της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Από τον 9ο ως τον 11ο αιώνα ανατολικοί και δυτικοί θεολόγοι συγκρούονταν με θέμα το «Filioque», επισημαίνοντας την υποκρυπτόμενη μεταξύ τών δύο θεολογιών αντίθεση, αλλά τον 14ο αιώνα για πρώτη φορά δόθηκε η ευκαιρία, με την παρουσία ενός αυθεντικού «δυτικού» θεολόγου στην Ανατολή, του Βαρλαάμ, να αναδυθούν oι θεολογικές προϋποθέσεις Ανατολής και Δύσεως και να διαπιστωθεί η ριζική διαφοροποίηση της μιας από την άλλη και το ασύμπτωτο μεταξύ τους. Η δυτική (φραγκολατινική) θεολογία και ο προερχόμενος από αυτήν ευρωπαϊκός (φραγκογερμανικός) πολιτισμός, αποδεικνύονταν απότοκα μιας αλλοτριωμένης Χριστιανοσύνης, που δεν μπορούσε πια να ονομάζεται Χριστιανισμός.
Όπως ορθά σημειώνει ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς, «ίσως κατ΄εξοχήν στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, είναι εναργέστερη η επίγνωση, ότι στην περίπτωση των καινοτομιών της δυτικής εκκλησίας δεν έχουμε απλώς μια καινούργια «αίρεση» του χριστιανισμού [...], αλλά [...] μια ριζική αλλοτρίωση του ίδιου του πυρήνα της εκκλησιαστικής αλήθειας, ένα διαφορετικό ‘χριστιανισμό΄ στους αντίποδες του ευαγγελικού τρόπου ζωής και σωτηρίας του ανθρώπου». Η Δύση είχε διαμορφώσει, μέσα στο δαιδαλώδη ρασιοναλισμό της Σχολαστικής, έναν άλλο «χριστιανισμό», απόλυτα ασύμπτωτο με εκείνον της Ανατολής. Η ησυχαστική Θεολογία στην αυτοέκφρασή της απεκάλυψε τη διαφορά της Ορθοδοξίας από τη Δύση, ως «αντιπαράθεση της εμπειρίας στην αφηρημένη θρησκευτική πεποίθηση».
Ο γνωστός γερμανός βυζαντινολόγος Gelzer δέχθηκε, ότι ο Ησυχασμός «ανήκει στα πιο αξιόλογα -τόσο από ιστορική, όσο και από πολιτιστική πλευρά- και πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα όλων των εποχών». Oι ρωμηοί Ησυχαστές του 14ου αιώνα, με πρωτοπόρο τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, απέδειξαν την αδιάσπαστη πνευματική συνέχεια του «Βυζαντίου»/Ρωμανίας. Ο Παλαμάς επαναδιατύπωσε την ορθόδοξη παράδοση, φανερώνοντας την πατερικότητά του. Ο Ησυχασμός, που ενσάρκωνε και προάσπιζε ο Παλαμάς, ήταν η σπονδυλική στήλη της ζωής της Ρωμανίας επί χίλια χρόνια και το απόβαθρο -και πηγή συνάμα του πολιτισμού της. Η μακρόσυρτη όμως θεολογική διαμάχη απέδειξε προ πάντων αυτό, που και σήμερα γίνεται καθολικά πια δεκτό, ότι δηλαδή ο Ησυχασμός δεν συνιστούσε καινοτομία, όπως φανταζόταν ο ανυποψίαστος Βαρλαάμ. Ακόμη και οι Σχολαστικοί του «Βυζαντίου», που για διάφορους λόγους συντάχθηκαν μαζί του, δεν αμφισβήτησαν τον Ησυχασμό. Δεν αμφισβήτησαν δηλαδή ποτέ τη μέθοδό του, αλλά διαφωνούσαν μόνο για τις συνέπειές της, δηλαδή «ως προς την θεολογικήν αξιολόγηση των καρπών» της (Βλάσιος Φειδάς). Η αντίθεση κάποιων επισκόπων κατά των Ησυχαστών ερμηνεύεται, με αρκετή δόση αληθείας, ως έκφραση φόβου αυξήσεως του κύρους των μοναχών.
Με τις ησυχαστικές συνόδους (1341, 1347, 1351) και με την διακήρυξη της αγιότητας του Γρηγορίου Παλαμά (1368) η Ορθοδοξία απομάκρυνε τον κίνδυνο εκφιλοσοφήσεως της πίστεως και εκλατινισμού (εκφραγκεύσεώς) της. Μαζί δε με τη σωτηριολογική δύναμη της παραδόσεώς της έσωσε η Ανατολή και την κρατική αυτοτέλειά της.
Η εμμονή όμως στον Ησυχασμό είχε για το «Βυζάντιο»/Ρωμανία όχι μόνο θρησκευτική ή πολιτική, αλλά και πολιτιστική σημασία, διότι καθόρισε την περαιτέρω στάση όχι μόνο έναντι της Δύσεως, αλλά και της ελληνικής αρχαιότητας. Η Δύση -αυτό έγινε κατανοητό- όχι μόνο δεν ήταν πια ομόψυχη της Ανατολής, αλλά συνέχιζε να απειλεί, πέραν από την πνευματική, και την πολιτιστική απόστασή της. Από την άλλη πλευρά, η ελληνικότητα, που ενσάρκωναν oι σχολαστικοί του «Βυζαντίου», όπως ο Γρηγοράς (διεκήρυττε απροκάλυπτα ότι είναι «Έλλην»), διαφοροποιόταν από την ελληνικότητα, όπως αφομοιώθηκε μέσα στην πατερική παράδοση, που δεν συνιστά απλή συνέχεια της ελληνικής αρχαιότητας, αλλά υπέρβασή της στη νέα σύνθεση του ρωμαίϊκου πολιτισμού.
Ο Ησυχασμός αποδείχθηκε η μεγαλύτερη πνευματική δύναμη για την επιβίωση του Γένους. Το «Βυζάντιο» πολιτικά προχωρούσε στην πτώση, πνευματικά όμως παρέμενε ακμαίο και αδούλωτο. Μετά την άλωση θα θιγεί μόνο το πολιτικό μέρος της ζωής του Γένους, όχι όμως και το πνευματικό, αφού «κέντρον της Ρωμαιοσύνης είναι ο θεούμενος, όστις φθάνει εις την θέωσιν εις οιανδήποτε εποχήν ή κατάστασιν, κρατικήν ή πολιτικήν» (π. Ι. Ρωμανίδης). Μόνον oι δυτικίζοντες -ενωτικοί ομόφρονες του Βαρλαάμ- θα θεωρούν παρακμή το γεγονός, ότι η Ανατολή δεν έχει σχολαστική Θεολογία και θα φροντίσουν να την εισαγάγουν στη ζωή του Γένους. Η ορθόδοξη Ανατολή όμως του 14ου αιώνα απέρριψε τον Βαρλαάμ και τον ανάγκασε να φύγει, απορρίπτοντας την παράδοσή του. Ο Βαρλαάμ έφυγε, διότι ένοιωσε κυριολεκτικά ξένος στην Ανατολή. Oι αρχαιολάτρες-αντιησυχαστές θά εγκαταλείψουν αργότερα το «Βυζάντιον», καθώς θα πλησιάζει ο τουρκικός κίνδυνος, ή θα μένουν στραμμένοι στή Δύση, ταυτισμένοι μαζί της.
Ο Ησυχασμός όμως θα παίξει σημαντικό ενωτικό ρόλο και στα ταραγμένα πολιτικά και διασπασμένα Βαλκάνια, στα οποία, όπως άλλωστε και στη Ρωσία, ήταν ήδη γνωστός ο Ησυχασμός κυρίως μέσω του Γρηγορίου του Σιναΐτου. Oι Ησυχαστές θα μετακινούνται ελεύθερα σ΄όλη την Ορθόδοξη Ανατολή, από τόπο σε τόπο, πάνω από σύνορα και εθνικές διαφορές. Αυτό το γεγονός έκαμε το μεγάλο αγιολόγο Fr. Halkin να ομιλεί για μια «Διεθνή του Ησυχασμού». Όταν σήμερα γίνεται λόγος για «ορθόδοξο τόξο», ως προπύργιο κατά του «μουσουλμανικού τόξου» της Βαλκανικής, δεν πρέπει να παραθεωρείται η ησυχαστική πνευματικότητα, η μόνη που μπορεί να εξασφαλίσει αληθινή ενότητα στα όρια της ορθόδοξης-ρωμαίικης υπερεθνικής και υπερφυλετικής ομοψυχίας. Στην ησυχαστική παράδοση θεμελιώνεται η διαβαλκανική ενότητά μας.
Ενώ οι εμφύλιοι σπαραγμοί, oι κοινωνικές ανισότητες και oι εχθρικές προσβολές θα εξασθενίσουν προοδευτικά την παρηκμασμένη ήδη αυτοκρατορία, οι πνευματικές δυνάμεις του Γένους, μέσα στην πατερική ησυχαστική παράδοση, θα αποτρέψουν τον κίνδυνο να μεταβληθεί το «Bυζάντιο»/Ρωμανία σε φραγκικό προτεκτοράτο, αλλά παράλληλα θα διασώσουν τον ψυχικό δυναμισμό του Γένους, ώστε να δουλωθεί μόνο σωματικά από την οθωμανική βαρβαρότητα. Σ' όλη τη διάρκεια της μακράς δουλείας τα μοναστήρια με την ησυχαστική παράδοσή τους θα διακρατούν την ψυχή του Γένους αδούλωτη. Η κατίσχυση όμως του αντιησυχαστικού πνεύματος στο χώρο της διανοήσεως και της πολιτικής, με την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830), θα οδηγήσει μεν στην απελευθέρωση από τη δουλεία της «Τουρκιάς», αλλά όχι και από εκείνη της «Φραγκιάς». Η βαρλααμική Δύση θα πάρει την εκδίκησή της! Η έκδοση των έργων του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (υπό τη διεύθυνση του καθηγ. Π. Χρήστου) στη δεκαετία του 1960 και η επιστημονική προσφορά θεολόγων, όπως ο π. Ι. Ρωμανίδης, στη διερεύνηση της ησυχαστικής παραδόσεως, θα βοηθήσουν στην επανανακάλυψη των ρωμαίικων-ορθοδόξων θεμελίων μας. Είναι η αναβίωση μιας συνειδήσεως, που απλώνεται αδιάκοπα στη γενιά μας -αληθινό δώρο του Θεού στην κρισιμότητα των καιρών μας. Η εποχή μας έχει ένα σημαντικό κοινό με τον «βυζαντινό» 14ο αϊώνα και την εποχή πριν από την άλωση: την τραγική σύγχυση και αδρανοποίηση των παραδοσιακών μας κριτηρίων. Η ησυχαστική παράδοση, που ολοένα αναγεννάται, είναι γι΄αυτό ιδιαίτερα αναγκαία σήμερα, που όλα δείχνουν πως αγγίζουμε την τελική πτώση.

Βιβλιογραφiα
(κατ΄ επιλογήν)
  1. Αρβελέρ-Γλύκατζη, Ελ., Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (μεταφρ. Τ. Δρακοπούλου), Αθήνα Ι977.
  2. Beck, Η-G., Ηumanismus und Palamismus, Xlle Congrés Ιnternαtional des Etudes Byzantines, 3, Belgrade 196J, σ. 63-82.
  3. Charanis, Ρ., «Observations οn the «Anti-Zealot» Discourse of Cabasilas,»Revue des Etudes Sud-Est Europeennes, IΧ(Ι971), σ. 369-76.
  4. Charanis Ρ., «Internal Strife in Byτantium during the fourteenth century,» Byzantion, XV (1940-4Ι), σ. 208-230.
  5. Χρήστου Π., άρθρο «Ζηλωταί» στή ΘΗΕ 6 (1965), στ. 461- 64.
  6. Γιανναρά Χρ., Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1992.
  7. Guilland R., Essais sur Nicéphore Gregoras, L΄homme et l΄oeuvre, Paris 1926.
  8. Hrochava(V.), «La révolte des Zêlotes à Salonique et les communes italiennes,» Byzantinoslavica 22 (1961) 1-Ι5.
  9. Iστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών) Θ (1980), σ. 152 ε.ε., 375 ε.ε. (Αγγ. Λαΐου και Μ. Ανάστος).
  10. Jugie Μ., «Palamas Grégoire» και «Palamite Controverse», στο Dictionnaire de Theologie Catholique, ΧΙ (Paris, 1932), σ. 1735-1818.
  11. Κορδάτος Γ., Τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, Αθήνα, 1931. Του Ίδιου, Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης, 1928.
  12. Μαντζαρίδη Γ. Παλαμικά, Θεσσαλονίκη 1983.
  13. Meyedorff, J., lntroduction ά l΄Etude de Gregoire Palamas, Paris 1959.
  14. Του Ίδιου, Byzantine Hesychasm. Historical, Theological and Social problems, London Ι974.
  15. Του Ίδιου, Gregory Palamas and orthodox spirituality. Ν. York 1974.
  16. Νικοδήμου Αγιορείτου, Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, Εν Βόλω 1969.
  17. Nicol, D.M., Church and Sοciety in the last centuries of byzantium, Cambridge Ι979.
  18. Του Ίδιου, The Last centuries of Byzantium, 1261-1453, London 1972. Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, Η ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. «Μέλισσα», τ. Α; 1966.
  19. Παπαδοπούλου Στ.Γ., Συνάντησις Ορθοδόξου και Σχολαστικής Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1970.
  20. Φειδά Βλ., Ι., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Β; Αθήναι 1977.
  21. Runciman St., Η τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση, Αθήνα 1970.
  22. Του Ίδιου, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, Αθήνα 1982.
  23. π. Ρωμανίδη, Ι.Σ., Ρωμηοσύνη-Ρωμανία-Ρούμελη, Θεσσαλονίκη 1981.
  24. Του Ίδιου, Franks, Romans, Feudalism and doctrine. Αn Interplay between Theology and Society, 1981.
  25. Του Ίδιου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες, τ.1, Θεσσαλονίκη 1984.
  26. Sevcenko Ι., Nicolas Cabasilas «Αnti-Zealot» Discourse: A Reinterpretation, D. Ο. Ρ. 11 (1957) 79-171.
  27. Του Ίδιου, Alexios Makrembolites and his «Dialogue» between the Rich and the
  28. Poor, Zbornik, Radova 6 (1960) 187-228.
  29. Setton, Kenneth Μ. (μεταφρ. Π.Π. Παναγιώτου), Tο βυζαντινό υπόβαθρο της Ιταλικής Αναγέννησης, Αθήνα 1989.
  30. Σωτηροπούλου Χ., Θέματα Θεολογίας του ΙΔ΄ αιώνος, Αθήναι 1987.
  31. Tafrali, Ο., Thessalonique αu XIVe siècle, Paris 1913.
  32. Vassiliev A.A., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, 324-1453 (μετάφρ. Δημ. Σαβράμη), Αθήνα 1954.
  33. π. Βλάχου Ιεροθέου, Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Έδεσσα 1986.
  34. Του Ίδιου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως αγιορείτης, (χ.τ.χρ.).
  35. Του Ίδιου, Μικρά Είσοδος, Αθήνα 1992.
  36. Weiss, G., Joannes Kantakuzenos- Aristocrat, Staatsmann, Kaiser and Mönch - in der Gesellschaftsentwicklung von Byzanz im 14. Jahrhundert, Wiesbaden Ι969. Werner Ε., Gesellschaft und Kultur im XIV Jahrh. «Sozial- Ökonomischen Fragen», Actes du XIVe Congrés International des Etudes Byzantines, 1, Bucarest 1974, 93-110.
  37. Ζακυθηνού Δ., «Ιδεολογικαί Συγκρούσεις εις την πολιορκουμένην Κωνσταντινούπολιν», Ν. Εστία 47 (1950) 794-99.

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Χριστιανισμὸς καὶ Ἑλληνικότητα στὴν συνάντησή τους




(Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία, Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση: Ρίζωμα καὶ προοπτική, 2000)

Ἡ ἕνωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, στὰ πρόσωπα τῶν γνήσιων ἀναζητητῶν τῆς Ἀλήθειας, μὲ τὸν Χριστιανισμό, ὡς ἐνσάρκωση τῆς Παναλήθειας στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, ἄρχισε μὲ τοὺς Ἑλληνιστὲς στὴν Παλαιστίνη (ἑλληνιστὲς ἦσαν καὶ οἱ «ἑπτά» - διάκονοι - πρβλ. τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματά τους: Στέφανος, Νικόλαος, Τίμων, Παρμενᾶς, Φίλιππος, Πρόχορος, Νικάνωρ) ὁ σημαντικότερος ἀπὸ τοὺς ὁποίους, ἀπὸ πλευρᾶς κυρίως ἑλληνικῆς παιδείας, ἦταν ὁ Ἀπ. Παῦλος. Ἡ μεγάλη συμβολή του ἐντοπίζεται στὸ γεγονός, ὅτι - μέσῳ κυρίως αὐτοῦ - ὁ Χριστιανισμὸς ἀπέφυγε τὸν κίνδυνο νὰ γίνει μία «Ἰουδαϊκὴ αἵρεση», ἀναδεικνυόμενος σὲ παγκόσμια ὑπόθεση, ὁ ἴδιος δὲ δίκαια θὰ ὀνομασθεῖ «ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν», ὁ κατεξοχὴν δηλαδὴ ἀπόστολος τοῦ ἐθνικοῦ (ἑλληνικοῦ) κόσμου.
Ἀπὸ τὸ 70 μ.Χ. (καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τὸν ρωμαῖο αὐτοκράτορα Τίτο) θὰ συντελεσθεῖ ἡ «ἐλληνοποίηση» τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο θὰ πάρει κυριολεκτικὰ στὰ χέρια του τὴν διοίκηση καὶ εὐθύνη τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων, ἡ ἑλληνικὴ δὲ γλῶσσα θὰ ἀποβεῖ τὸ κύριο ὄργανο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κηρύγματος, σὲ σημεῖο, ποὺ ἔκτοτε, νὰ εἶναι ἀχώριστα πιὰ μεγέθη Ἑλληνισμὸς καὶ Χριστιανισμὸς (ἀργότερα: Ὀρθοδοξία).
Ὁ ὅρος Ἑλληνορθοδοξία ἢ καλύτερα ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, σημαίνει στοὺς αἰῶνες αὐτὴ τὴν ἀκατάλυτη πιὰ ἕνωση. Διότι, ὅ,τι ἐκλεκτὸ καὶ διαχρονικὸ στοιχεῖο διέθετε ὁ Ἑλληνισμός, σώθηκε μέσα στὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Χριστιανισμό, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχει πιὰ Ἑλληνισμὸς ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, παρὰ ὡς πτώση καὶ ἀποτυχία (αὐτὸ ἐκφράζει ἡ αἵρεση), ἡ ἀρχαιοπληξία.

Οἱ ἐκφράσεις τῆς Ἑλληνικότητας, ποὺ καταξιώνονται μέσα στὴν ἐν Χριστῷ ὕπαρξη

Ἡ αὐθεντικὴ Ἑλληνικότητα ἐνσαρκώνει στοιχεῖα ὑπαρκτικά, ποὺ συνιστοῦν τὸ θεμέλιο τοῦ παγκοσμίου πολιτισμοῦ, κάθε κοινωνίας, ποὺ θέλει νὰ λέγεται ἀληθινὰ ἀνθρώπινη, δηλαδὴ πολιτισμένη. Αὐτὰ τὰ στοιχεῖα προσέλαβε ὁ Χριστιανισμός, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς δὲν «ἦλθε καταλύσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι» (Ματθ. 5,17), τὰ ἐνσωμάτωσε στὴ δική του ὕπαρξη, μεταβάλλοντάς τα σὲ θεία ζωή. Διότι σ᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ ὑπεροχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔναντι τοῦ ἑλληνικοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Μέσα στὴν ἄκτιστη θεία Χάρη οἱ πνευματικὲς ἀνατάσεις τῆς Ἑλληνικότητας, ποὺ ἔφθαναν ὡς τὸν πόθο τῆς «θεώσεως» («ὁμοιωθῆναι Θεῷ»), λαμβάνουν τὸ ἀληθινὸ νόημά τους καὶ γίνονται πραγματικότητα στὴν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό.
Ἔτσι, ἀπὸ τὸν «καλὸν κἀγαθὸν» ἢ «σοφὸν» ἄνθρωπο τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας ἀνέρχεται ἐν Χριστῷ ἡ Ἑλληνικότητα στὸν «ἅγιον ἄνθρωπο», τὸν κατὰ χάριν θεούμενο, ποὺ γίνεται δηλαδὴ κατὰ χάριν ὅ,τι ὃ Θεὸς εἶναι ἀπὸ τὴν φύση Του (ἄκτιστος, ἀθάνατος, αἰώνιος).
Αὐτό, ἄλλωστε, εἶναι ὡς σήμερα τὸ οὐσιαστικὸ γνώρισμα τοῦ Ἕλληνα Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἀλλὰ καὶ γενικὰ κάθε Ὀρθοδόξου πιστοῦ, ἡ ζήτηση Χάρης καὶ ἡ δυνατότητα ἕνωσης μὲ τὴν ἄκτιστη Θεία Χάρη. Αὐτό, σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅπου ἀπουσιάζει αὐτὴ ἡ κίνηση πρὸς τὸ Ἄκτιστο, τὴν Θεία Χάρη, ἐκεῖ χάνεται καὶ ἡ Ὀρθοδοξία.
Ποιὲς εἶναι λοιπόν, οἱ ἐκφράσεις τῆς Ἑλληνικότητας, ποὺ καταξιώνονται μέσα στὴν ἐν Χριστῷ ὕπαρξη καὶ συνιστοῦν ὁδηγητικὰ φῶτα τῆς παγκόσμιας κοινωνίας;

α) ἡ θρησκευτικότητα ὡς θεοκεντρικότητα:

Ὁ Ἕλληνας, ὅσο εἶναι γνωστὰ τὰ ἴχνη του στὴν Ἱστορία, ἔχει θεοκεντρικὴ ὕπαρξη. Ἀθεΐα στὸν ἀρχαῖο Ἑλληνισμὸ εἶναι ἄγνωστη (θὰ μᾶς εἰσαχθεῖ στοὺς τελευταίους αἰῶνες ἀπὸ τὴν δυτικὴ Εὐρώπη). Τὰ ἀρχαιότερα ἑλληνικὰ γραπτὰ κείμενα, τὰ ὁμηρικὰ ἔπη, εἶναι θριαμβευτικὴ καταξίωση τοῦ διαλόγου Θεοῦ- ἀνθρώπου, κάτι ποὺ μέσα στὴ διεργασία τῆς φιλοσοφικῆς σκέψης θὰ ἀναχθεῖ σὲ λυτρωτικὴ ζήτηση, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ περιεχόμενό της.
Γι᾿ αὐτὸ ὁ Ἀπ. Παῦλος θὰ ὀνομάσει τοὺς Ἀθηναίους-Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς του «δεισιδαιμονεστάτους» (Πράξ. 17, 22), δηλαδὴ «εὐσεβέστατους», διότι τὰ πάντα στὴν Ἀθήνα μαρτυροῦσαν τὴν ἀπεγνωσμένη ζήτηση τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ (τοῦ «ἀγνώστου Θεοῦ»),ποὺ ὡς Χριστὸς Ἰησοῦς θὰ τοὺς γίνει γνωστὸς ἀπὸ τὸν Ἀπ. Παῦλο.

β) ἡ ἠθικότητα ὡς ἀνθρωπισμός:

Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ λογοτεχνία, καὶ μάλιστα ἡ τραγῳδία, εἶναι ἡ προβολὴ τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἀξιῶν, ποὺ κάνουν τὸν ἄνθρωπο αὐθεντικὸ καὶ γνήσιο (πρβλ. τὸ λόγο τοῦ Μενάνδρου : «Ἢ χαρῆεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ»).
«Πᾶσα ἡ ποίησις Ὁμήρου ἀρετῆς ἐστιν ἔπαινος» - θὰ παρατηρήσει ὁ Χριστιανὸς - Ἕλληνας Μέγας Βασίλειος (379). Οἱ ἀρχαιοελληνικὲς ἀξίες θὰ λάβουν πανανθρώπινη ἐμβέλεια καὶ θὰ «παιδεύουν» ὡς σήμερα τὸν κόσμο. Ὁ Χριστιανικὸς Ἑλληνισμὸς θὰ διδάξει τὴν ἀνθρωπότητα, πῶς οἱ ἀξίες γίνονται ζωὴ μέσα στὴν ἀκατανίκητη δύναμη τῆς θείας χάρης, σὲ σημεῖο, ποὺ ἡ σχετικὰ ἀπαισιόδοξη ἐκείνη ἀρχαιοελληνικὴ ρήση: «οὐ ῥάδιον φύσιν πονηρὰν μεταβαλεῖν» νὰ ξεπερασθεῖ στὴ χριστιανικὴ ὁμολογία: «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλ. δ´ 13).

γ) ἡ συνείδηση τῆς ἑνότητας καὶ καθολικότητάς της

Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας καταφάσκει ὅλες τὶς ὄψεις τοῦ βίου, θέλοντας νὰ μορφώσει τὸν «καθολικό» καὶ «ἑνιαῖο» ἄνθρωπο, κάτι ποὺ μεγαλειωδῶς ἀποκαλύπτεται στὸ ἐπισημότερο κέντρο τῆς ἑλληνικότητας, τοὺς Δελφούς. Στὸ πρῶτο ἐπίπεδο εἶναι τὰ ἱερά, ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀνθρώπου στὸ «Θεῖο», ὡς πηγὴ δύναμης καὶ ζωῆς. Στὸ δεύτερο βρίσκεται τὸ θέατρο, ὁ χῶρος τῆς ψυχικῆς παιδείας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ στὸ τρίτο τὸ στάδιο, ὁ χῶρος διάπλασης τοῦ σώματος, γιὰ νὰ συμπράττει καὶ αὐτὸ στὴν πραγμάτωση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου ὡς ἀνθρώπου. Ἡ θεοκίνητη ὅμως αὕτη ἑλληνικὴ συνείδηση βρίσκει στὸν Χριστιανισμὸ τὴν λειτουργικὴ ἔκφρασή της: «Ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ἡ θέωση ἀναφέρεται σ᾿ ὅλο τὸν ἄνθρωπο (σῶμα καὶ ψυχή) καὶ σ᾿ ὅλη τὴν ὕπαρξή του.

δ) ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας

Οὐσιαστικὸ γνώρισμα τῆς ἑλληνικῆς σκέψης εἶναι ἡ «ζήτησις τῆς ἀληθείας». Σ᾿ αὐτὴ τὴν φράση συγκεφαλαιώνει ὅλη τὴν Ἑλληνικὴ Φιλοσοφία ὁ Ἀθηναῖος(;) Κλήμης ὁ Ἄλεξανδρευς (215 μ.Χ.). Γιὰ νὰ συμπληρώσει, ὅτι «Ἀλήθεια» εἶναι Αὐτός, ποὺ εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό Του ὅτι εἶναι ἡ ἀλήθεια (Ἰω. 14,6), ὁ Χριστὸς ὡς «Αὐτοαλήθεια». Ἡ παράσταση Ἑλλήνων ἀρχαίων φιλοσόφων (Ἡρακλείτου, Θαλῆ, Πλάτωνος κ.λπ.) στοὺς νάρθηκες τῶν χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν στὸ Βυζάντιο / Ῥωμανία εἶναι ἡ χριστιανικὴ καταξίωση αὐτῆς τῆς ἀναζήτησης («ὡς προειπόντες τὴν ἔλευσιν Χριστοῦ»). Δίκαια ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ συνήθιζε νὰ λέγει, ὅτι «δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε χριστιανοί, ἂν δὲν γίνουμε πρῶτα Ἕλληνες», ὑπογραμμίζοντας ἔτσι αὐτὴ τὴν ἀρετὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ (πρβλ. Α´ Κορ. 1,22), τὴν ζήτηση τῆς Ἀλήθειας. Εἶναι δὲ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ὅτι «ὁ ζητῶν εὑρίσκει» (Ματθ. 7,8).

ε) ἡ κατανόηση τῶν ὁρίων τοῦ λόγου

Βασικὸ γνώρισμα τῆς αὐθεντικῆς Ἑλληνικότητας εἶναι ἡ κατανόηση τῶν ὁρίων τοῦ λόγου: Ποτὲ ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν γνώρισε τὴν δυτικοευρωπαϊκὴ νοησιαρχία (ἀρχίζει μὲ τὸν Αὐγουστίνο: Credo ut intelligam - πιστεύω γιὰ νὰ κατανοήσω, καὶ ὁλοκληρώνεται στὸν Καρτέσιο: Cogito ergo sum - σκέπτομαι ἄρα ὑπάρχω = ταύτιση τῆς ὕπαρξης μὲ τὴν σκέψη, διάνοια). Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὸν Ἑλληνισμὸ δὲν αὐτοθεοποιήθηκε ἡ ἀνθρώπινη διάνοια (Ἡ λογική/ raison θὰ θεοποιηθεῖ στὴ Γαλλικὴ ἐπανάσταση). Ὁ Ἕλληνας γνωρίζει τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου καὶ γι᾿ αὐτὸ καταδικάζει τὴν ἀνθρώπινη ἀπολυτότητα ὡς «ὕβριν» (Τραγῳδία). Ἔτσι, θὰ προχωρήσει ὁ Ἑλληνισμός, μὲ μιὰ ὑπέροχη αὐθυπέρβαση, στὴν αὐθυπόταξή του στὸν Ἄκτιστο Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὴν διάκριση τῆς «Θείας γνώσης» (τοῦ Ἀκτίστου) - ἀπὸ τὴν γνώση τοῦ κτιστοῦ (ἀνθρώπινη γνώση- σοφία). Ἔτσι διαφοροποιεῖται ριζικὰ ἡ θεία γνώση ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη - κτιστὴ γνώση (ἐπιστήμη) καὶ ἀποσαφηνίζεται ἡ οὐσία τοῦ χριστιανισμοῦ ὡς ζήτησης, κατὰ πρῶτο καὶ κύριο λόγο, τῆς θείας σοφίας - τῆς ἄκτιστης χάρης (θεώσεως) ὡς αἰώνιου προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

ζ) ἡ κοινωνικὴ ἀντίληψη τῆς ἀλήθειας

Ὁ Ἕλληνας, παρὰ τὶς ἀτομοκρατικές του τάσεις, δὲν χάνει τὸν κοινωνικό του χαρακτῆρα, ὄχι μόνο ὡς θέληση κοινωνίας (ἐπικοινωνίας) μὲ τὸν συνάνθρωπο (πρβλ. τὸ ἑλληνικότατο «συμπόσιο» ἢ τὸ χριστιανικὸ πανηγύρι), ἀλλὰ καὶ ὡς ἀνάγκη ἐμπειρικῆς «μετοχῆς» στὴν πραγματικότητα. Ἔτσι ἀπὸ τὸν σοφὸ Ἡράκλειτο, ποὺ διακήρυττε, ὅτι «ὅταν μοιραζόμαστε τὰ πράγματα μὲ τοὺς ἄλλους, τότε ζοῦμε ἀληθινά», μπόρεσε ὁ Ἕλληνας ὡς χριστιανὸς νὰ βιώσει τὴν ἀνάγκη «κοινωνίας» - κοινῆς μετοχῆς στὰ ἀγαθὰ (ὑπέρβαση τοῦ ἀτομισμοῦ). Ποτὲ ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν θὰ ἔφθανε στὴν παραδοχὴ κοινωνικῶν συστημάτων, ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὸ ὑλοκρατικὸ φρόνημα (καπιταλισμός, σοσιαλισμός, μαρξιστικὸς κομμουνισμός), ἂν δὲν εἰσάγονταν στανικὰ στὴ ζωή του. Ἡ νόθα ἀστικοποίηση (καθ. Βασ. Φίλιας) καὶ ἡ «νόθα σοσιαλιστικοποίηση» τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητας βεβαιώνει τὸ ἀμετάβλητό της ἑλληνικῆς συνείδησης στὴν «κοινωνικότητά» της.

ζ) ἡ προσληπτικὴ καὶ μετασκευαστικὴ δύναμη

Ὁ Ἕλληνας καὶ ὡς ἀρχαῖος καὶ ὡς Χριστιανός, καταφάσκει τὴν ἑτερότητα τοῦ ἀλλοῦ, δὲν ἀπορρίπτει κανένα. Παραλαμβάνει γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ κάθε λαὸ ὅ,τι μπορεῖ νὰ αὐξήσει τὴν δική του πνευματικὴ περιουσία. Τὰ ὁποιαδήποτε ὅμως δάνεια τὰ ἐπιλέγει ἀνάλογα μὲ τὸ δικό του, ἀναζητώντας ὁμοούσια στοιχεῖα τῆς ταυτότητάς του, ποὺ γι᾿ αὐτὸ δὲν τὴν ἀλλοιώνουν. Γι᾿ αὐτὸ πιστεύουμε, ὅτι ὁ Ἕλληνας στὸ βάθος δὲν ἀλλάζει καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν χάνεται. Ὅ,τι προσλάβει ὁ Ἕλληνας ἀπὸ τοὺς ἄλλους, τὸ «μετασκευάζει», τὸ προσαρμόζει στὸ δικό του καὶ τὸ μεταμορφώνει σύμφωνα μὲ τὸ δικό του. Εἶναι γνωστὴ ἡ σχετικὴ διατύπωση τοῦ Πλάτωνος στὴν Ἐπινομίδα του: «ὅ,τιπερ Ἕλληνες βαρβάρων (τῶν μὴ Ἑλλήνων) λάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται». Αὐτὸς εἶναι ὁ δυναμισμὸς τῆς ἑλληνικότητας σ᾿ ὅλους τοὺς αἰῶνες. Ἡ ἀναγνώριση ὅμως τῆς ἀξίας τοῦ ἄλλου εἶναι τὸ θεμέλιό της ἀκόλουθης ἑλληνοχριστιανικῆς ἀρετῆς.

η) ἡ Οἰκουμενικότητα

Ποτὲ ὁ Ἑλληνισμός, ἤδη ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες ἀποικίες του, δὲν κλείσθηκε σὲ κάποιο γκέττο. Οὔτε ἁπλώθηκε στὸν κόσμο μὲ κατακτητικὲς διαθέσεις, ὅπως οἱ «κογκιστατόρες» (κατακτητές) τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀποικιοκρατίας. (Οἱ χῶρες - μπανανίες στενάζουν ἀκόμη κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία κάποιων εὐρωπαϊκῶν χωρῶν). Ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ὑποδουλώνει, ἀλλὰ ἐλευθερώνει καὶ συνδοξάζεται μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους.
Ἡ ἑλληνικὴ οἰκουμενικότητα, μὲ βάση τὸν πολιτισμὸ (Μ. Ἀλέξανδρος), μεταμορφώνεται σὲ Χριστιανικὴ Οἰκουμενικότητα μὲ τὴν μεταλλαγὴ τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας σὲ χριστιανικὴ (Μ. Κωνσταντῖνος). Μ. Ἀλέξανδρος καὶ Μ. Κωνσταντῖνος εἶναι οἱ δυὸ ὄντως μεγάλοι ἡγέτες τῆς Ἑλληνικότητας στοὺς αἰῶνες. Καὶ οἱ δυὸ καταφάσκουν τὴν ἑτερότητα καὶ ἰδιαιτερότητα τῶν ἄλλων λαῶν καὶ τοὺς ἑνοποιοῦν, ὁ πρῶτος με τὸν πολιτισμό, ὁ δεύτερος μέσα στὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ποτὲ ὁ αὐθεντικὸς Ἕλληνας δὲν θὰ φθάσει σὲ φυλετικὲς - ρατσιστικὲς διακρίσεις. Γνωρίζοντας τὸν ἑαυτόν του, ἀναγνωρίζει καὶ τοὺς μὴ Ἕλληνες ἐκ καταγωγῆς, κάνοντας καὶ αὐτοὺς συνέλληνες καὶ πνευματικοὺς ἀδελφούς του. Ἂν ὁ Ἕλληνας Ἰσοκράτης θὰ διακηρύξει, ὅτι κύριο στοιχεῖο τῆς Ἑλληνικότητας εἶναι ἡ «ἑλληνικὴ παίδευσις», ἔτσι καὶ ὁ ἑλληνοποιημένος πολιτιστικὰ Ἀπ. Πέτρος θὰ διακηρύξει, ὅτι «ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος τὸν Θεὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστίν» (Πράξ. 10,35). Ἡ χάρη τῆς Πεντηκοστῆς, στὴν ὁποία βαπτίσθηκε καὶ ὁ Ἑλληνισμός, ἑνώνει ὅλον τὸν κόσμο («εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσεν»), καταργώντας κάθε διαφορὰ - καρπὸ τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας. Ὁ Ἑλληνισμὸς μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, συναδελφώνεται καὶ ἀδελφοποιεῖται μὲ κάθε λαὸ («οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος», Κολ. 3,11) σὲ μία ποίμνη (Ἰω. 10, 16), μὲ Ποιμένα τὸν Χριστό.

Ὁ Χριστιανὸς Ἕλληνας

Αὐτὰ εἶναι βασικὰ στοιχεῖα τῆς αὐθεντικῆς Ἑλληνικότητας (ἡ μὴ αὐθεντικὴ εἶναι ὁ γραικυλισμός), ποὺ ὁλοκληρώθηκε μέσα στὴν Χριστιανικότητα ὡς Ὀρθοδοξία. Καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ πανανθρώπινα λυτρωτικὰ μηνύματα στὸν σημερινὸ κόσμο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ - Ὀρθόδοξη Ἑλληνικότητα, εἶναι ἡ προσφορὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὴν ἀνθρωπότητα, ποὺ ὁλοκληρώνεται ἐν Χριστῷ ὡς «καινός» (νέος, ἀναγεννημένος) ἄνθρωπος καὶ «καινή» ἀνθρώπινη κοινωνία. Ὡς ἄνθρωπος τῆς Χάρης, ποὺ μπορεῖ νὰ συμπήξει καὶ κοινωνία ἁγιότητας, δηλαδὴ ἀνιδιοτέλειας, ἰσότητας -ἀδελφικότητας - δικαιοσύνης.
Σ᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο ἀποκαλύπτεται ἡ πλάνη δυὸ τάσεων, ποὺ ἐντάθηκαν στὴν ἐποχή μας. Εἶναι πρῶτα ἡ γραικυλικὴ «οἰκουμενικότητα», ποὺ ζητεῖ τὴν ἰσοπέδωση τῶν ἐθνῶν (ἄρνηση τῶν ἰδιαιτεροτήτων τους) γιὰ τὴν δημιουργία τῆς νεοεποχικῆς παγκόσμιας κοινωνίας, ποὺ δὲν θὰ εἶναι παρὰ ἡ κατίσχυση τοῦ Δυτικοῦ συστήματος ζωῆς ὡς νεοαποικιοκρατικῆ πλημμυρίδα, στὰ ὅρια μιᾶς δολοφονικῆς γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα ἰσοπεδωτικῆς ὁμοιομορφίας. Ὁ ὀρθόδοξος Ἑλληνισμὸς ὅμως ἔχει τὸ δικό του νόημα ζωῆς, ὡς ὀρθόδοξη νοηματοδότηση τῆς ζωῆς, ποὺ σῴζει τὴν αὐθεντικὴ σχέση ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ κοινωνικῆς ὁμάδας, κάτι ποὺ ὁραματίσθηκε ὁ Πλάτων στὸν «Παρμενίδη» του καὶ γνώρισε ὡς Χριστιανὸς ὁ Ἕλληνας στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία.
Τὸ πρόσωπο πραγματώνεται καὶ ὁλοκληρώνεται (ὡς πρόσωπο) μέσα στὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων, καὶ ἡ ὁμάδα (Ἐκκλησία) ὑπάρχει ὡς κοινωνία Θεουμένων - Προσώπων, δηλαδὴ προσωπικοτήτων.
Ἄλλη ἀναίρεση τοῦ Ἑλληνισμοῦ σήμερα εἶναι ἡ μανικὴ ἀρχαιολατρία ἢ καλύτερα ἀρχαιοπληξία, ἀναβίωση τῆς προσπάθειας τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ (361). Πρακτικὰ ἐκφράζεται ὡς προσπάθεια ἀποσύνδεσης τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ θεωρεῖται ἐσφαλμένα ὡς «ἑβραϊκὴ αἵρεση», ἐνῷ, ὅπως εἴδαμε, ἤδη ὁ Ἀπ. Παῦλος ἀπελευθέρωσε τὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸ κάθε κίνδυνο ἐπιρροῆς τοῦ φαρισαϊκοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, συνδέοντάς τον μὲ τὴν Ἑλληνικότητα. Ἀρχαῖος Ἑλληνισμός, ὅπως τὸν νοοῦν οἱ ἀρχαιολάτρες μας, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ ὑπάρξει, χωρὶς αὐτοκτονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποὺ δοξάσθηκε καὶ δοξάζεται μέσα στὴν Ὀρθοδοξία. Ὁ Ὀρθόδοξος Ἑλληνισμός, ταυτισμένος μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἔνσαρκη Ἀλήθεια, συνεχίζει νὰ φωτίζει λυτρωτικὰ τὸν κόσμο, νοηματοδώντας τὸν κόσμο καὶ τὴν Ἱστορία μὲ τὸν δικό του τρόπο, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔχοντας τὴν δική του πρόταση ζωῆς καὶ σωτηρίας.

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Ἡ νίκη τῆς ἀληθοῦς Πίστεως


Ἄρθρο στὴν Ἐφημερίδα Ἡ Καθημερινή, 19 Μαρτίου 2000

Στὶς 11 Μαρτίου 843 - πρώτη Κυριακὴ τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς τότε - μία σύνοδος στὴν Πόλη «ἀναστήλωσε», ἀνάρτησε καὶ πάλι στοὺς στύλους τῶν ναῶν, τὶς ἅγιες εἰκόνες, δίνοντας ἔτσι τέλος στὴν πολιτικοθρησκευτικὴ ἀναστάτωση τῆς εἰκονομαχίας (726-843). Πρωτοστάτησε μία γυναίκα, ἡ αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, ἐπιβεβαιώνοντας τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ γυναῖκες, ὡς μόνιμος φορέας τοῦ πολιτισμοῦ, σώζουν τὴν πίστη! Ἡ Θεοδώρα εἶχε ὁσιακὰ τέλη στὴ Μονὴ τῶν Γαστρίων καὶ ἴσως κάποιοι νὰ μὴ γνωρίζουν ὅτι τὸ λείψανό της βρίσκεται ἀκέραιο καὶ ἄφθαρτο στὴν Κέρκυρα.
Ὀνομάστηκε «ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας» ὡς «νίκη τῆς ἀληθοῦς Πίστεως», ποὺ προσφέρεται στὸν ἄνθρωπο ὡς δυνατότητα σωτηρίας, δηλαδὴ θέωσης. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸν ἁγιοπατερικὸ χαρακτηρισμό, «ἐργαστήριον ἁγιότητος», δηλαδὴ «ἐργοστάσιο παραγωγῆς Ἁγίων», ἀνθρώπων μεταμορφωμένων μέσα στὴ Θεία Χάρη, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ζοῦν ὡς συν - άνθρωποι, ἱκανοὶ νὰ δημιουργήσουν σχέσεις ἰσότητας καὶ ἀδελφοσύνης. Ὅπου δὲ σώζεται αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, οὔτε αὐθεντικὴ κοινωνία μπορεῖ νὰ ὑπάρξει. Στὴν Ὀρθοδοξία - ὅταν καὶ ὅπου ὑπάρχει - σώζεται ἕνα τρισορθογώνιο σύστημα ἀναφορᾶς στὸ Θεό, τὸ συνάνθρωπο καὶ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ συνιστᾶ τὴν ἑνότητα καὶ ἀκεραιότητα τοῦ ἀνθρώπου (=σαότης/σωτηρία). Στὴν Ὀρθοδοξία τῶν Ἁγίων μας δὲ σώζεται κανεὶς ἀτομικά, ἀλλὰ «διὰ τοῦ πλησίον». Αὐτὰ γιορτάζουμε σήμερα...
«Εὑρήκαμεν Ἰησοῦν»
Ὀρθοδοξία, ὅμως, εἶναι ἡ εὕρεση τοῦ Χριστοῦ, ὡς Θεοῦ καὶ Σωτῆρα. Αὐτὸ σημαίνει ὁ λόγος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου «εὑρήκαμεν Ἰησοῦν» (Ἰω. 1,69). Εἶναι ἡ ἐκπλήρωση τῆς λυτρωτικῆς προσδοκίας σύνολης τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ ἀπ. Πέτρος, ἀπολογούμενος ἐνώπιον τοῦ ἑβραϊκοῦ Συνεδρίου, τόλμησε νὰ πεῖ: «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία» - Κανεὶς ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ σώσει (Πρ. 4,11). Αὐτὸ σημαίνει: Κανεὶς ἄλλος ἐκτὸς τοῦ Χριστοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴ Θεογνωσία, στὴν ἀληθινὴ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό, τοῦ κτιστοῦ με τὸν Ἄκτιστο. Στὴν Ὀρθοδοξία δὲ γνωρίζουμε τὸ Θεὸ διανοητικά, στοχαστικά, ἀφηρημένα ὡς κάποιο ἀπρόσιτο «πνεῦμα», ἀλλὰ στὸ Θεάνθρωπο Χριστό, ποὺ ἀνήκει στὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα καὶ ἔγινε ὅμοιος μὲ μᾶς (ἄνθρωπος), χωρὶς ὅμως τὴν ἁμαρτία μας (Ἑβρ. 4,15). Ἡ ἁμαρτία δὲν ἀνήκει στὴν ἀρχικὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἔπλασε ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτὸ στὸν ἀληθινὸ Χριστὸ δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς χαρακτηριστικὰ καὶ συμπεριφορές, ὅμοια μὲ τὰ δικά μας, ποὺ ζοῦμε μὲ τὴν τραγικότητα τῆς πτώσης. «Ὑπὲρ ἄνθρωπον αὐτοῦ τὰ ἀνθρώπινα» διακηρύσσει ὁ ἁγιοπατερικὸς λόγος. Ἑκούσια προσέλαβε ὁ Χριστὸς τὰ «ἀδιάβλητα» (μὴ ἐφάμαρτα) πάθη μας: τὴν πείνα, τὴ δίψα, τὸν πόνο, τὸ θάνατο, τὶς συνέπειες δηλαδὴ τῆς πτώσης, μετέχοντας ἔτσι στὴν ἱστορικὴ περιπέτειά μας, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ ἁγιάσει τὴν ἱστορία. Ὁ Χριστός, ποὺ σώζει, εἶναι ὁ Χριστὸς τῶν Ἁγίων μας, ὡς «Χριστὸς τῆς πίστεως» ἀλλὰ καὶ «τῆς ἱστορίας». Αὐτὸν τὸ Χριστὸ συναντᾶμε στὸ Σῶμα του, τὴν Ἐκκλησία.
Προσωπικὴ προσέγγιση
Βέβαια, ὁ καθένας μπορεῖ νὰ προσεγγίσει τὸ Χριστὸ μὲ τὸ δικό του τρόπο, πλάθοντας - αὐθαίρετα - τὸ Χριστό, κατὰ τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του ἢ τῆς διανοίας του (μεταφυσικὴ κατανόησή Του). Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὅμως, προβάλλουμε στὸ Χριστὸ τὰ δικά μας πάθη καὶ «τιμᾶμε» τὸ Χριστὸ τῶν παθῶν μας (ἂς θυμηθοῦμε τὸ ἑλληνικὸ δωδεκάθεο). Πάντα τὸ πρόβλημα τῆς προσέγγισης τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. «Δεῖξόν μοι τὸν ἄνθρωπόν σου, κἀγὼ σοὶ δείξω τὸν Θεόν μου», ἀπάντησε ὁ ἀρχαῖος ἀπολογητὴς (β´ αἰ.) Θεόφιλος στὸν ἐθνικὸ συνομιλητή του Αὐτόλυκο.
Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν καθαρίσει τὴν καρδιά του καὶ δὲν «πλησθῇ Πνεύματος Ἁγίου» (Πρ. 2,4) θὰ «βλέπει» τὸ Χριστὸ μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς (ἀρρωστημένης) φαντασίας του.
Οἱ ἅγιοι - ἄνδρες καὶ γυναῖκες - βλέποντας τὸ Χριστὸ «ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ» «δοξάζουν» - δηλαδὴ φανερώνουν - τὸν ἀληθινὸ Χριστὸ καὶ δὲ συντελοῦν, ὅπως ἐμεῖς οἱ διαστρεβλωτὲς τῆς ἁγιότητας στὸ νὰ «βλασφημῆται ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἔθνεσιν» (Ρωμ. 2,24). Δὲν ξέρω, ἀλήθεια, ἄν, κάθε φορὰ ποὺ συκοφαντεῖται ὁ Χριστός, μποροῦμε οἱ λεγόμενοι χριστιανοὶ νὰ ἀναζητήσουμε τὴν αἰτία στὴν ἀντίχριστη συμπεριφορά μας (βλ. Ρωμ. 2,17 - 23)...
Ἱεραποστολικὴ μαρτυρία
Ἡ ἀληθινὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Σωτῆρα Χριστὸ βεβαιώνεται μέσα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἱεραποστολικὴ μαρτυρία καὶ (πρόσ)κληση σ᾿ ἐκεῖνον: «Ἔρχου καὶ ἴδε» (Ἰω. 1,46). «Οὐαί μοι, ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι» - ἀλίμονό μου, ἂν δὲν κηρύττω τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ - ὁμολογοῦσε ὁ ἀπ. Παῦλος στοὺς Ἕλληνες τῆς Κορίνθου (Α´ Κορ. 9,15). Στὸν Παῦλο, ἄλλωστε, ὀφείλει τὸν ἐν Χριστῷ φωτισμό της καὶ ὅλη ἡ Εὐρώπη. Σ᾿ αὐτόν, ποὺ συνέχισε - μὲ ἕναν ἄλλο τρόπο - τὸ ἔργο τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴ Δύση. Γι᾿ αὐτὸ ἴσως μοιράζεται καὶ ὁ Παῦλος τὶς ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ ἐπιθέσεις! Ἄλλο τὸ πῶς κατάντησε τὸ χριστιανισμὸ - καὶ τὸ Χριστὸ - τοῦ Παύλου ἡ Εὐρώπη! Εἶναι, πάντως, εὔστοχη ἡ σύνδεση τῆς «Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας» μὲ τὴν ἱεραποστολή, ὡς ἔκφραση τῆς «ἐν Χριστῷ ἐμπειρίας» («εὑρήκαμεν Ἰησοῦν») καὶ κλήση στὴν «ἐν Χριστῷ» σωτηρία («ἔρχου καὶ ἴδε»). «Ἴδε» ὅμως σημαίνει «Ζῆσε»...

π. Γεώργιος Μεταλληνός - «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν...»


Κυριακάτικη Ἐλευθεροτυπία, 17 Ἀπριλίου 2001
http://www.enet.gr/online/online_hprint.jsp?id=69568884

1. Μὲ τὰ ἀπαισιότερα συναισθήματα ἀντιμετωπίζεται συνήθως ὁ θάνατος. Ὁ πολιτισμός μας, γιὰ τὸν ὁποῖο τόσο καυχόμαστε, δὲν μᾶς ἔχει ἐξοικειώσει μὲ τὴν μεγαλύτερη καὶ τραγικότερη πραγματικότητα στὴ ζωή μας, τὸν θάνατο. Οὔτε μᾶς ἔχει συμφιλιώσει μαζί του. Γι᾿ αὐτὸ λείπει στὴ σημερινὴ κοινωνία μία ρεαλιστικὴ φιλοσοφία τοῦ θανάτου. Βέβαια, σ᾿ αὐτὸ συντρέχουν διάφοροι λόγοι. Ὁ ὀλιγόπιστος φοβᾶται τὸν θάνατο, διότι βλέπει τὴν ἀνετοιμότητά του νὰ τὸν ὑποδεχθεῖ. Ὁ ἄπιστος ἢ ἄθεος, ποὺ στηρίζει ὅλες τὶς ἐλπίδες του στὸν κόσμο αὐτό, βλέπει τὸν θάνατο σὰν καταστροφή. Γι᾿ αὐτὸ ἀποφεύγει νὰ μιλεῖ γιὰ τὸν θάνατο ἢ χλευάζει τὸν θάνατο, ἀλλὰ στὸ βάθος τὸν φοβᾶται. Ὅπως τὸν φοβοῦνται οἱ οἰκονομικὰ εὔρωστοι, διότι θὰ τοὺς κάμει νὰ χάσουν ὅσα ἔχουν, ἀλλὰ καὶ οἱ προλετάριοι τοῦ κόσμου μας, μολονότι διατείνονται, ὅτι βλέπουν τὸν θάνατο σὰν σωτηρία. Διότι γι᾿ αὐτούς, κυρίως, ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Δ. Σολωμού: «Γλυκειὰ ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος μαυρίλα».
2. Γιὰ τὸν χριστιανό, ὅμως, καὶ μάλιστα τὸν πατερικό, δηλαδὴ τὸν ὀρθόδοξο, τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου ἔχει λυθεῖ. Ἡ Σφίγγα τοῦ θανάτου διέκοψε τῇ σιωπή της. Τὸ αἴνιγμα, ποὺ τόσο ἀπασχόλησε τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα καὶ μόνον ἡ σωκρατικὴ-πλατωνικὴ μεγαλοφυΐα μπόρεσε νὰ ψαύσει στὸν «Φαῖδρο», ἔχει πιὰ ἐξιχνιαστεῖ καὶ ἀπομυθευθεῖ. Μένει, βέβαια, καὶ γιὰ τὸν χριστιανὸ ὁ θάνατος «μυστήριο». «Ὄντως φοβερώτατον τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον» -ψάλλουμε στὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία. Τὸ μυστήριο ὅμως δὲν ἔγκειται στὴν ὕπαρξή του, ἀλλὰ στὶς συνέπειές του: «πῶς ἡ ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος βιαίως χωρίζεται...»! Ἡ συμμετοχὴ τοῦ πιστοῦ στὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ βοηθᾶ στὴν κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ ζωὴ εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα «ἐξ οὐκ ὄντων» (ἀπὸ τὸ μηδὲν) καὶ μᾶς ἔφερε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Ὁ θάνατος, ἐξάλλου, εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν θέληση τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι φυσικὴ κατάσταση, ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὸ τραγικὸ γεγονὸς τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀστοχίας τοῦ ἀνθρώπου νὰ μένει στὴν κοινωνία τοῦ Θεοῦ. «Ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν», «φθόνῳ διαβόλου εἰσῆλθεν θάνατος εἰς τὸν κόσμον». Ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε τὸν θάνατό μας, «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται».
Αὐτὴ εἶναι ἡ θεολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ θανάτου ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, τοὺς ἀληθινοὺς θεολόγους. Ἡ ἁμαρτία, ὡς πτωτικὸ γεγονός, ἀδρανοποίησε καὶ νέκρωσε, τελικά, τὴν ζωή μας, ποὺ εἶναι ἡ ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιά μας, τὸ κέντρο τῆς ὕπαρξής μας. Αὐτὸς ὁ «χωρισμὸς» ἀπὸ τὴν ἄκτιστη χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ πνευματικὸς θάνατος, ποὺ προκάλεσε καὶ τὸν σωματικὸ-βιολογικὸ θάνατό μας. Στὸν πνευματικὸ θάνατο πρέπει νὰ ζητηθεῖ ἡ αἰτία καὶ τοῦ σωματικοῦ θανάτου. Θρῆνος, λοιπόν, κατὰ τὴν κήδευση κάποιου ἀγαπητοῦ μας προσώπου («Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον...», ψάλλουμε) δὲν συνδέεται μὲ τὸν πρόσκαιρο χωρισμό μας, ἀλλὰ μὲ τὴν αἰτία ποὺ προκάλεσε τὸν θάνατό μας, τὴν ἁμαρτία.
Ὁ σωματικὸς θάνατος εἶναι διάσπαση τῆς ἁρμονικῆς σχέσης καὶ συλλειτουργίας ψυχῆς καὶ σώματος, ὡς τῇ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀνθρώπινη σάρκα νεκρώνεται, φθείρεται καί, ἐπιστρέφοντας στὸ χῶμα, διαλύεται. Ἡ ψυχὴ ὅμως δὲν φθείρεται, οὔτε διαλύεται, διότι ὁ Θεὸς τὴν δημιούργησε πνευματική. Περιμένει τὸ «κέλευσμα» (παράγγελμα) τοῦ Χριστοῦ κατὰ τῇ Δευτέρα Παρουσία τοῦ (Α´ Θεσ. δ´ 16), γιὰ νὰ ξαναενωθεῖ μὲ τὸ ἀναστημένο σῶμα καὶ νὰ ζήσει αἰώνια μαζί Του, σὲ μίαν ἄλλη ζωή, ποὺ θὰ εἶναι ὅμως αἰώνια συνέχεια τῆς γήινης ὕπαρξής μας. Ὁ «νόμος τῆς ἀφθαρσίας» ἰσχύει ἀπόλυτα στὸ δημιουργικὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Τίποτε δὲν χάνεται ἀπὸ αὐτό. Γι᾿ αὐτὸ κάθε στιγμῆς τῆς παρούσας ζωῆς ἔχει γιὰ τὸν χριστιανὸ σωτηριολογικὴ σημασία, διότι ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ τῇ ζοῦμε κρίνεται ἡ σωτηρία μας, ἡ κατάστασή μας στὴ μετὰ θάνατον ὕπαρξή μας (βλ. Β´ Κορ. στ´ 7).
3. Ὁ Χριστός, μὲ ὅλο τὸ σωτήριο ἔργο Του, ἐπιφέρει τὴν πλήρη ἄρση ὅλων τῶν συνεπειῶν τῆς πτώσης. Συντρίβει τὴν ἁμαρτία πρῶτα στὴ δική Του ἀναμάρτητη φύση, ποὺ δὲν νικιέται ἀπὸ τῇ θανατηφόρο δύναμη τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ καὶ πάνω στὸν Σταυρό Του, στὸν ὁποῖο θανάτωσε τὴν δική μας ἁμαρτία, τὴν ἁμαρτία ὅλου του κόσμου (Ἰω. α´ 29). Ὁ Θεὸς δὲν ἐνεργεῖ τιμωρητικά, ὅπως ἀπαιτοῦσε ὁ ἀνθρώπινος νόμος, ἀλλὰ ὡς σωτήρας καὶ ἀπελευθερωτὴς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τῇ δουλεία τῆς ἁμαρτίας, ὅπως ἐπιβάλλει ὁ δικός Του νόμος. Δὲν τιμωρεῖ, συνεπῶς, τοὺς ἁμαρτωλούς, ὅπως συνέβη μὲ τὸν κατακλυσμὸ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Γεν. κεφ. η´), ἀλλὰ τὴν ἁμαρτία, ὅπως ὁ καλὸς γιατρὸς δὲν ζητεῖ τὸν θάνατο τοῦ ἀσθενοῦς, ἀλλὰ τῆς νόσου. Γι᾿ αὐτὸ στὴ Θεία Λειτουργία ὀνομάζεται ὁ Χριστὸς «ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν».
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ κορύφωση τῆς νίκης Του πάνω στὴν ἁμαρτία μας καὶ γι᾿ αὐτὸ νοηματοδοτεῖ ὅλη τὴν ὕπαρξή μας. Ἐνῶ ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου βαδίζει πρὸς ἕνα τέλος, ὁ ἄνθρωπος στὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως ἀποδεικνύεται χωρὶς τέλος. Διότι στὸ ὅριο ἱστορίας καὶ μεταϊστορίας βρίσκεται ὁ Νικητὴς τοῦ Θανάτου, ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος «θανάτῳ ἐπάτησε τὸν Θάνατον» καὶ μεῖς «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν», τὸν θάνατο τοῦ Θανάτου.
Ὁ θάνατος καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ νίκη πάνω στὸν Θάνατο. Ἔξω ἀπὸ τὴν σχέση μας μὲ τὸν Χριστό, ὁ θάνατος γίνεται φοβερὸς καὶ ἀδυσώπητος. Μὲ τὸν ἀναστάντα Χριστὸ ὁ Θάνατος ἀπομυθοποιεῖται. Καταλύεται ἡ παντοδυναμία του (Ἑβρ. β´ 14). Ὁ Χριστὸς κατήργησε τὸ φόβητρο τοῦ θανάτου, ὥστε χριστιανικὰ ὁ θάνατος νὰ νοεῖται ὡς ἡ ἀληθινὴ γέννηση καὶ ἀναμονὴ τῆς κοινῆς ἀνάστασης. Κατανοεῖται, ἔτσι, τὸ παράδοξο: ἐνῶ ὁ «κόσμος» γιορτάζει γενέθλια, ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ πανηγυρίζουμε τὴν «μνήμην», τὴν κοίμηση, τῶν Ἁγίων μας. Διότι ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου γιὰ τὸν αὐθεντικὰ χριστιανὸ εἶναι ἡ ἀληθινὴ γέννησή μας («γενέθλιος ἡμέρα») στὴν ἀληθινὴ ζωή.
4. Ὁ ὀρθόδοξος πιστός, ὅμως, ζεῖ τὶς περίεργες γιὰ τὸν χωρὶς Θεὸ πραγματικότητες, μετέχοντας στὴ ζωὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Δὲν ἀρκεῖ γι᾿ αὐτὸ τὸ τυπικὸ βάπτισμα. Χρειάζεται μετοχὴ στὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ ὕπαρξη. Στὰ ὅρια αὐτῆς τῆς ζωῆς ὁ πιστὸς πεθαίνει κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του, νεκρώνεται, μὲ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν πνευματικὴ ζωὴ γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ νὰ ζήσει μέσα στὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ «αἰώνιος ζωή». Γι᾿ αὐτὸ μας διδάσκουν οἱ μοναχοί μας, οἱ αὐθεντικοὶ πιστοί: «Ἐὰν πεθάνεις, πρὶν πεθάνεις, δὲν θὰ πεθάνεις, ὅταν πεθάνεις»! Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται» (Ἰω. ια´ 25) σημαίνει, ὅτι ἡ μέσῳ τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἕνωσή μας μαζί Του, μᾶς συνδέει καὶ πάλι μὲ τὴν γεννήτρια τῆς ζωῆς, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι Αὐτός. Μᾶς ἐπαναφέρει στὴν κοινωνία καὶ σχέση μὲ τὸν Θεό, ποὺ ζωοποιεῖ τὸν θάνατό μας καὶ μεταμορφώνει σὲ Ζωὴ δική Του τὸν καθημερινὸ θάνατό μας. Χωρὶς νὰ εἶναι, συνεπῶς, κανεὶς ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει ἀληθινά, νὰ μετέχει τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἁπλῶς βαπτισμένος ἔχει τὶς δυνατότητες καὶ προϋποθέσεις μετοχῆς σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι μετέχει σ᾿ αὐτήν, ἂν δὲν μετέχει στὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἐμπειρία τῶν ἁγίων μυστηρίων. «Οὐχ ὅτι ἅπαξ γεγενήμεθα τοῦ σώματος», λέγει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος. Δὲν τελειώνουν, δηλαδή, ὅλα ὅσον ἀφορᾶ τὴν σωτηρία, μὲ τὸ βάπτισμα. Μὲ αὐτὸ ἀρχίζουν. Τὸ βάπτισμα εἶναι τὸ ἄνοιγμα τῆς πύλης, ἀλλὰ πρέπει νὰ διαβεῖ τὴν πύλη κανεὶς καὶ νὰ ζήσει ἐν Χριστῷ.
Οἱ Ἅγιοί μας, μὲ τὰ ἀκέραια καὶ ἄφθαρτα λείψανά τους (π.χ. Ἅγιος Σπυρίδων ἢ ὁ Ἅγιος Γεράσιμος) βεβαιώνουν τὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου καὶ τῶν συνεπειῶν του (φθορᾶς) ἤδη μέσα στὴ ζωή μας αὐτή, ἀλλὰ καὶ δίνουν μαρτυρία τῆς αἰωνιότητας μέσα στὴν ἱστορία. Βλέποντας τοὺς Ἁγίους μας ὁ ὀρθόδοξος πιστὸς (καὶ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι ἀπὸ μικρὰ παιδιά), οἰκοδομεῖ τὴν δική του φιλοσοφία γιὰ τὸν θάνατο. Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ δίνει τὴν δύναμη, ὥστε νὰ μὴ βλέπει ὁ πιστὸς τὸν θάνατο, ὅπως «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α´ Θεσ. δ´ 14), ἀλλὰ καὶ νὰ νικᾷ κάθε μορφὴ θανάτου (ἀποτυχίες, ἀρρώστιες, παθήματα). Διότι δὲν δίνει ἀπόλυτο χαρακτήρα στὴ ζωὴ αὐτή. Δὲν ἦταν οὔτε μαζοχιστής, οὔτε πεισιθάνατος ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ἔλεγε: «τὴν ἐπιθυμίαν ἔχω εἰς τὸ ἀναλύσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι» (θέλω νὰ πεθάνω καὶ νὰ εἶμαι μὲ τὸν Χριστό», Φιλ. ι´ 23). Ὁ θάνατος εἶναι γιὰ τὸν ὀρθόδοξο πιστὸ «μετάβαση» στὴν ὄντως ζωή. Ἕνας ὕπνος, ποὺ περιμένει τὸ ξύπνημα στὴν ἀτελεύτητη αἰωνιότητα. Βέβαια, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν ἴδια τοῦ τὴν φύση ἀθάνατος. Ἡ ἀθανασία εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ὡς πλάσμα Του. Ἀθάνατος εἶναι μόνον ὁ ἄκτιστος (ἀδημιούργητος) Θεὸς (Α´ Τιμ. στ´ 15). Ἀθανασία, ἐξάλλου, δὲν εἶναι ἡ ἁπλὴ ἐπιβίωση ἀλλὰ ἡ μετοχὴ στὸν «παράδεισο», στὴ χάρη ἢ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει καὶ ἡ εὐχή μας «αἰωνία ἡ μνήμη». Νὰ μετέχει, δηλαδή, ὁ πιστὸς αἰώνια στὴν κοινωνία τοῦ Θεοῦ, στὴ βασιλεία του.
5. Ἡ Ὀρθοδοξία, μὲ ὅλη τὴν δομή της, προσφέρει στὸν πιστὸ τῇ δυνατότητα συνεχοῦς μετοχῆς στὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τὰ μυστήρια λ.χ. εἶναι συνεχὴς πραγμάτωση αὐτὴ τῆς δυνατότητας. Μὲ τὸ βάπτισμα πεθαίνει κανεὶς μὲ τὸν Χριστὸ (Ρωμ. στ´ 3). Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ πρῶτα βαπτιστήρια, οἱ ὁμαδικὲς «κολυμβῆθρες» τῆς Ἐκκλησίας, εἶχαν συνήθως τὸ σχῆμα σταυροῦ. Τὸ βαπτιστήριο (ἡ κολυμβήθρα) εἶναι ὁ τάφος τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ «μήτρα» τῆς ἐν Χριστῷ ἀναγεννήσεως. Γι᾿ αὐτὸ οἱ ὀρθόδοξοι τελοῦμε τὸ βάπτισμα μὲ τριπλῆ κατάδυση καὶ ἀνάδυση καὶ ὄχι μὲ ῥαντισμὸ ἢ ἐπίχυση. Ζοῦμε αἰσθητὰ καὶ ὁρατὰ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασή μας. Ἡ Μετάνοια ἢ Ἐξομολόγηση εἶναι καὶ αὐτὴ θάνατος (τῆς ἁμαρτίας μας) καὶ ἀνάστασή μας στὴ νέα ζωὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι τόσο ἀναγκαῖο αὐτὸ τὸ μυστήριο, ὅπως καὶ ἡ ὁλοκλήρωσή του, ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ μετοχὴ στὴ νίκη καὶ τῇ δόξα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, ποὺ βρίσκεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, ὅπου μὲ τὴν Ἀνάληψή του ἀνέβασε τὴν ἀναγεννημένη φύση μας. Ἂν καὶ τὰ ἄλλα μυστήρια (Εὐχέλαιο, Γάμος, Ἱερωσύνη π.χ.), προσφέρουν τὴν ἴδια δυνατότητα. Ὁ γάμος λ.χ. εἶναι ἐνσωμάτωση τῆς νέας ζωῆς τοῦ ζεύγους στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὥστε καὶ στὴν εἰδικὴ αὐτὴ ὄψη τῆς ζωῆς τους νὰ ζοῦν τὸ ἴδιο μυστήριο τοῦ θανάτου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς συνεχοῦς ἀναστάσεώς τους σὲ μία ζωή, στὴν ὁποία Κύριος εἶναι μόνον ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ -ἂν θέλουμε νὰ δοῦμε τὰ πράγματα στὴν ἀληθινή τους ὄψη -ὁ πολιτικὸς γάμος εἶναι μὲν νόμιμος, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξισωθεῖ μὲ τὸ μυστήριο, διότι πραγματοποιεῖ μὲν ἕνα «νομικὸν συνάλλαγμα», ἀλλὰ δὲν μᾶς εἰσάγει στὴ ζωὴ τῆς Χάρης.
Συχνά, ὅταν μᾶς ὑποβάλλεται τὸ ἐρώτημα, τί ἔχει νὰ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία στὴν ἀντιμετώπιση τῆς κάθε κοινωνικῆς δυσλειτουργίας, ἡ ἀπάντησή μου εἶναι μία: ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ, δὲν μοιράζει ἀσπιρίνες στοὺς πονοκεφάλους τοῦ κόσμου. Εἰσάγει σὲ μία ζωή, ποὺ δίνει τὴν δυνατότητα στὸν πιστὸ ἄνθρωπο νὰ νικᾶ συνεχῶς τὸν κάθε θάνατό του καὶ νὰ ὁμολογεῖ ὅπως στὸν Ἀπ. Παῦλο: «ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν», «φαινόμαστε σὰν νὰ πεθαίνουμε, καὶ ὅμως ζοῦμε», (Β´ Κορ. στ´ 9).

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Οὐνία: Μιὰ θρησκευτικοπολιτικὴ παπικὴ ἐξουσία


Περιοδικὸ Ἀποστολή, Μάρτιος - Μάιος 2001
Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ κεφάλαιο «Οὐνία: Πρόσωπο καὶ προσωπεῖο»,
τοῦ βιβλίου «Ἡ Οὐνία: Χθὲς καὶ σήμερα», ἐκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα1992
http://www.aegean.gr/agios-therapontas/magazine/apostoli/issue/44/ounia.html

[…] Λέγοντας «Οὐνία», ἐννοοῦμε ἕνα θρησκευτικοπολιτικὸ σχῆμα, ποὺ ἐπινοήθηκε ἀπὸ τὸν Παπισμὸ γιὰ τὸν ἐκδυτικισμὸ τῆς μὴ λατινικῆς Ἀνατολῆς, τὴν πνευματικοπολιτικὴ δηλαδὴ ὑποταγή της στὴν ἐξουσία τοῦ πάπα.
Ἡ ἐπεκτατικὴ αὐτὴ κίνηση τοῦ παπικοῦ θρόνου, ὀνομαζόμενη οὐνία ἢ οὐνιτισμὸς στὴ γλώσσα μας, ὀφείλει τὸ ὄνομά της στὴ λατινικὴ λέξη unio (ἕνωση), ἀλλὰ μόλις τὸ 1596 ἔλαβε στὴν Πολωνία ἐπίσημα τὸ ὄνομα unia (σλάβ. unija). Τὸ ὄνομα χρησιμοποιήθηκε τότε, γιὰ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὄχι μόνο ἡ ἑνωτικὴ κίνηση μὲ τὸν πάπα, ἀλλὰ καὶ τὸ συγκεκριμένο σῶμα (κοινότητα) τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι συνοδικὰ ἀπεφάσισαν ὄχι τὴν ὁλοτελῆ προσχώρησή τους στὸν παπισμό, ἀλλὰ μόνο τὴν ἀναγνώριση τοῦ πάπα ὡς πνευματικῆς κορυφῆς τους, διατηρώντας τὰ λατρευτικὰ καὶ λοιπὰ ἔθιμά τους καὶ δίνοντας, ἔτσι ἐξωτερικὰ τὴν ἐντύπωση τῆς συνέχειας καὶ παραμονῆς στὸ ἐθνικὸ πλαίσιό τους.
Ἡ διακράτηση τοῦ «ἀνατολικοῦ» ἢ «βυζαντινοῦ» «ρυθμοῦ» ἀπὸ τοὺς Οὐνίτες ἐξηγεῖ τὰ ὀνόματα Βυζαντινόρρυθοι, βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, ἑλληνόρρυθμοι, ἑλληνοκαθολικοὶ κ.ἄ., μὲ τὰ ὁποῖα συνήθως χαρακτηρίζονται. Περισσότερο ὅμως ἀνταποκρίνεται στὰ πράγματα ἢ ὀνομασία «Καθολικοὶ τῆς Ἀνατολῆς», διότι οἱ Οὐνίτες εἶναι οὐσιαστικὰ παπικοί, δεχόμενοι σύνολη τὴν παπικὴ διδασκαλία, καὶ μάλιστα τὰ δόγματα ἐκεῖνα, ποὺ διαφοροποιοῦν ριζικὰ τὸν παπισμὸ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ μόνο ἐξωτερικὰ καὶ ἐπιφανειακά, μὲ τὴν περιβολὴ τῶν κληρικῶν τους καὶ τὰ ἀνατολικὰ ἔθιμά τους («ρυθμός»), δίνουν τὴν ἀπατηλὴ ἐντύπωση, ὅτι παραμένουν ὀρθόδοξοι. Γι᾿ αὐτὸ ὀρθότατα ὀνομάζονται ἐπίσης «Ἡνωμένοι Ῥωμαιοκαθολικοὶ» καὶ «Ἑνωτικοὶ» (στὰ λατινικά: Uniti / Οὐνίτες).
[…] Ἡ ἰδέα τῆς Οὐνίας, ὡς μεθόδου καὶ τρόπου ὑποταγῆς, συναρτᾶται μὲ τὴν ἐπεκτατικὴ βούληση τῆς φραγκευμένης Παλαιᾶς Ρώμης, συνισταμένη στὴν ἐξάπλωση καὶ ἐπιβολὴ τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἐξουσίας. Γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶναι περίεργη ἡ διαπίστωση, ὅτι ἡ Οὐνία, ὡς ἰδέα, γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε παράλληλα μὲ τὴν Ἱερὰ Ἐξέταση (inquisitio). Ἱερὰ Ἐξέταση καὶ Οὐνία ἀποδείχθηκαν ἀμφιθαλλεῖς καρποὶ τοῦ παποφραγκικοῦ πνεύματος. Καὶ ἡ μὲν Ἱερὰ Ἐξέταση ἀνέλαβε τὴν ἐπιβολὴ τῆς παποφραγκικῆς ἐξουσίας στὰ ὅρια τῆς φραγκοκρατουμένης Δύσεως, ἡ δὲ Οὐνία ἐπωμίσθηκε τὴν ἐπέκταση τῆς θρησκευτικοπολιτικῆς παπικῆς ἐξουσίας στὴν Ἀνατολή. Μὲ τὴν Ἱερὰ Ἐξέταση ἐπιδιωκόταν ἡ ἐξουδετέρωση τῶν ἀνυποτάκτων στὴν παποφραγικὴ ἐξουσία· μὲ τὴν Οὐνία, ὁ ἐκλατινισμός, εἴτε ὡς κανονικὸς ἐκλατινισμός, εἴτε μὲ τῇ μέθοδο τῆς Οὐνίας, ἐκφραζόταν μὲ τὸ ρῆμα: φραγκεύω (ἐφράγκευσε) ἢ περιφραστικά: ἔγινε φράγκος. Ἡ Οὐνία θὰ συμβαδίζει ἱστορικὰ μὲ τὴν Ἱερὰ Ἐξέταση. Ἡ μία λοιπόν, φωτίζει τὸ ρόλο τῆς ἄλλης.
…Ἤδη καταγγέλλονται μυστικὲς διαβουλεύσεις, στὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ πολιτικὰ παρασκήνια, γιὰ ἐξομάλυνση τῶν σχέσεων μὲ τὸ Βατικανό, ποὺ προσπαθεῖ νὰ διασκεδάσει τὶς ἀρνητικὲς ἐντυπώσεις. Ἡ Οὐνία ὅμως παραμένει καὶ ἡ καταστροφὴ στὴν Ὀρθοδοξία τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης ἔχει γίνει. Κάθε, λοιπόν, ὑποχώρηση τῶν Ὀρθοδόξων θὰ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἔγκλημα. Οἱ ἐνέργειές μας δὲν καταγράφονται μόνο στὶς δέλτους τῆς Ἱστορίας, ἀπὸ τὸν Κύριο της Ἱστορίας, ποὺ εἶναι συγχρόνως Σωτήρας καὶ Κριτής της...

π. Γεώργιος Μεταλληνός - «Η στάση μας ήταν ουνιτίζουσα»


Συνέντευξη στη Μαρία Παπουτσάκη
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία - 27 Μαΐου 2001
http://www.enet.gr/online/online_hprint.jsp?id=5392316

Ο πρωτοπρεσβύτερος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός, στενός συνεργάτης του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, παραιτήθηκε πρόσφατα από όλες τις συνοδικές επιτροπές, διαφωνώντας για τους χειρισμούς στο θέμα της επίσκεψης του πάπα.
Σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση στην «Κ.Ε.» δηλώνει ότι δεν μετανιώνει για τη θέση που πήρε και θεωρεί ότι τώρα αρχίζουν τα προβλήματα. Οσο για οφέλη; Κατά τη γνώμη του, μόνο ο πάπας αποκόμισε.
ΕΡ.: Τώρα που ο πάπας έφυγε και οι τόνοι χαμηλώσαν πιστεύετε πως η Εκκλησίας της Ελλάδος ζημιώθηκε από την επίσκεψη αυτή;
ΑΠ.: Ο πάπας τα πήρε όλα και έφυγε. Η στάση μας ήταν ουνιτίζουσα. Παραδεχθήκαμε την ηγεσία του. Κι αυτό σημαίνει καταξίωση του πιο δικτατορικού και απολυταρχικού συστήματος του κόσμου. Ο στόχος του ήταν να αναγνωριστεί και να νομιμοποιηθεί υπό τη διπλή του ιδιότητα: Ως αρχηγός Εκκλησίας (και μάλιστα ως αρχηγός όλων των θρησκειών του κόσμου) αλλά και ως κοσμικός πολιτικός άρχοντας. Εμείς τον καταξιώσαμε στην πράξη συμβολικά και με τις δυο ιδιότητες. Οι κορυφές της πολιτειακής μας ηγεσίες τον είδαν μόνο μία φορά και η εκκλησιαστική ηγεσία τρεις φορές.
Μελετήσαμε τα κείμενα που αντηλλάγησαν από θεολογικής πλευράς και διαπιστώσαμε ότι υπάρχει υπέρβαση ορίων ακόμη και στο θέμα της συμπροσευχής. Γιατί όταν στο κοινό ανακοινωθέν ευχόμεθα, αυτό είναι προσευχή για μας τους θεολόγους. Αλλά και η επίσκεψη του αρχιεπισκόπου στη νουντσιατούρα είναι καταξίωση του κονκορδάτου.
ΕΡ.: Είχατε υποστηρίξει ότι θα υπάρξουν συνέπειες και προβλήματα μετά την επίσκεψη του ποντίφικα. Εξακολουθείτε να το πιστεύετε και ποια είναι αυτά τα δεινά;
ΑΠ.: Τώρα πιστεύω ότι θα αρχίσουν να βλαστάνουν τα προβλήματα. Θα τα δείτε σιγά σιγά. Ποια θα είναι; Δεν ξέρω, δεν είμαι προφήτης για να τα μαντέψω, αλλά θα υπάρξουν.
ΕΡ.: Αισθάνεστε προδομένος από τη στάση του αρχιεπισκόπου;
ΑΠ.: Αισθάνομαι προδομένος, διότι άλλα λέμε και άλλα κάνουμε.
ΕΡ.: Είχατε υποστεί πιέσεις για να αλλάξετε απόψεις;
ΑΠ.: Στα παρασκήνια έγιναν πολλές συζητήσεις για να αλλάξω.
ΕΡ.: Πήρατε μέρος ακόμη και σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας με φανατικούς και παλαιοημερολογίτες...
ΑΠ.: Παλαιοημερολογίτες παρεισέφρυσαν σ' αυτές τις συγκεντρώσεις. Και ορισμένοι προσπάθησαν να με ταυτίσουν με την κυρία Λουκά, χωρίς καν να ακούσουν τι έλεγα... Πιστεύω ότι υπήρξε μια ορχήστρα που σιγοντάριζε τις επιθέσεις...
ΕΡ.: Από πού συγκεκριμένα παραιτηθήκατε και με ποιο σκεπτικό;
ΑΠ.: Παραιτήθηκα πρώτ' απ' όλα από το ραδιοφωνικό σταθμό της Εκκλησίας, διότι στις εκπομπές που έκανε πριν από την επίσκεψη του πάπα, κανείς δεν σκέφτηκε να φιλοξενήσει και τις δικές μου απόψεις...
Παραιτήθηκα και από όλες τις συνοδικές επιτροπές δηλαδή Ολυμπιακών Αγώνων, νομοκανονικών, ιστορικών θεμάτων κ.λπ. Έκρινα ότι δεν έχω κανένα ρόλο σ' αυτές, με την υπάρχουσα Διαρκή Ιερά Σύνοδο, η οποία υποτάχθηκε στην απόφαση που ελήφθη από ένα ή δύο άτομα. Έχω επιστολές στα χέρια μου δεκάδων μητροπολιτών που με συγχαίρουν για τη στάση μου και με ονομάζουν Μάρκο Ευγενικό. Βεβαίως αυτό δεν το δέχομαι.
ΕΡ.: Εχετε επικοινωνήσει με τον αρχιεπίσκοπο;
ΑΠ.: Δεν θεώρησα απαραίτητο να μιλήσω απευθείας με τον αρχιεπίσκοπο, διότι έχει πάρει τις αποφάσεις του και στα συγκεκριμένα σημεία δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Επιπλέον δεν θέλω να διαλύσω και αυτή τη μέθη της ευτυχίας για όσα συνέβησαν. Εμαθα ότι ακόμη και τηλεγράφημα έστειλε στο Βατικανό για να ευχαριστήσει τον πάπα για την παρουσία του στην Αθήνα. Θα επιθυμούσα και εγώ να είναι θετικά τα αποτελέσματα. Ακόμη και η συγνώμη που είπε ήταν ίσως το μεγαλύτερο φιάσκο. Οι ίδιοι οι ρωμαιοκαθολικοί έσπευσαν να το διαψεύσουν και να πουν ότι δεν ζήτησε συγνώμη. Αλλωστε, 99 φορές έχει ζητήσει συγνώμη. Οπου πάει το ίδιο πράττει. Μακάρι να διαψευστώ και να πάψει ο παπισμός να είναι παπισμός και ο πάπας να γίνει ένας επίσκοπος της Εκκλησίας του Χριστού. Τότε, θα του φιλήσω τα πόδια...

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Ρωμανίδης (1927-2001)


Νεκρολογία, 2001

Ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ὀρθόδοξους θεολόγους τοῦ 20ου αἰῶνα καὶ ἀνακαινιστὴς τῆς θεολογίας μας, μὲ τὴν ἐπιστροφή της στὴν γνησιότητα τῆς ἁγιοπατερικῆς παραδόσεως, ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, προπέμφθηκε ἀπὸ ὅλους μας, φίλους, συνεργάτες καὶ μαθητές του, στὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ Πατρίδα μας.
Ἐκ μέρους τοῦ Τμήματος Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Προέδρου του κ. Δημητρίου Γονῆ, εἶχα τὴν τιμὴ νὰ καταθέσω λίγα λόγια, ἀγάπης, σεβασμοῦ καὶ τιμῆς εἰς τὸν Μεγάλον Συνάδελφο, ποὺ ὅδευε «εἰς τὰ ἄνω βασίλεια».
Ὁ ἴδιος ὁ ἐκλιπὼν ἔχει σημειώσει σὲ μία ἀπὸ τὶς σπάνιες αὐτοπαρουσιάσεις του τὰ ἑξῆς:
«Οἱ γονεῖς μου ἦσαν ἀπὸ τὴν Ρωμαϊκὴ Καστρόπολιν τῆς Ἀραβησσοῦ τῆς Καππαδοκίας, ὁποῦ γεννήθηκε ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτωρ Μαυρίκιος (582-602), ὁ ὁποῖος διόρισε ὡς Πάπα τῆς Ρώμης τὸν Ἅγιον Γρηγόριο τὸν Μέγα (590-604) καὶ ὁ ὁποῖος μὲ τὴν σειράν του διόρισε ὡς πρῶτον ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Καντέρπουρι τὸν Αὐγουστῖνο (597-604). Γεννήθηκα εἰς τὸν Πειραιᾶ, τὰς 2.3.1927. Ἔφυγα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ μετανάστευσα στὴν Ἀμερική, στὶς 15 Μαΐου 1927 (σὲ ἡλικία 72 ἡμερῶν), μὲ τοὺς γονεῖς μου καὶ μεγάλωσα εἰς τὴν πόλιν τῆς Νέας Ὑόρκης στὸ Μανχάταν στὴν 46ην ὁδὸν μεταξὺ τῆς 2ας καὶ τῆς 3ης Λεωφόρου.
Εἶμαι ἀπόφοιτος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κολλεγίου Μπρούκλαϊν, Μασσαχουσέτης, τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Γέηλ, Διδάκτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Χάρβαρντ (School of Arts and Sciences). Ὁμότιμος Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστήμιου στὴν Θεσσαλονίκη καὶ Ἐπισκέπτης Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ του Πανεπιστημίου Μπαλαμάντ, τοῦ Λιβάνου ἀπὸ τὸ 1970.»
Θὰ προσθέσουμε σ᾿ αὐτὰ ὅτι σπούδασε ἀκόμη στὸ Ρωσικὸ Σεμινάριο τοῦ Ἁγίου Βλαδίμηρου τῆς Νέας Ὑόρκης, στὸ ἐπίσης Ρωσικὸ Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου στὸ Παρίσι καὶ στὸ Μόναχο τῆς Γερμανίας. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος τὸ 1951 καὶ ἔκτοτε διακόνησε ὡς ἐφημέριος σε διάφορες ἐνορίες τῶν ΗΠΑ. Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1958 καὶ 1965 ὑπηρέτησε ὡς καθηγητὴς στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, παραιτήθηκε ὅμως τὸ 1965, διαμαρτυρόμενος διὰ τὴν ἀπομάκρυνσι τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ ἀπὸ τὴν Σχολή.
Ἡ ἐκλογή του γιὰ τὴν Ἕδρα τῆς Δογματικῆς στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἔγινε στὶς 12 Ἰουνίου 1968, ἀλλὰ δὲν διωρίζετο, διότι κατηγορεῖτο ὡς «κομμουνιστής»! Τελικὰ ὁ διορισμός του ἔγινε τὸ 1970. Τὸ 1984, διὰ προσωπικοὺς λόγους παρητήθη μὲ πλήρη σύνταξη, ἀλλὰ δὲν ἐθεωρήθη καλὸ νὰ τοῦ ἀπονεμηθῇ ὁ τίτλος τοῦ Ὁμότιμου, κάτι ποὺ ἔρχεται νὰ ἀποκαλύψει καὶ τὶς δυσλειτουργίες τῆς θεολογικῆς συντροφιᾶς μας.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Ἔχει συγγράψει πλῆθος μελετῶν, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὅποιες εἶναι ἀκόμη ἀνέκδοτες καὶ πρέπει νὰ συνεκδοθοῦν εἰς σειρὰν τόμων. Τὰ κατάλοιπά του εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀσφαλισθοῦν διότι ἔχουν πολλὰ νὰ προσφέρουν καὶ ἀποκαλύψουν. Ἡ διδακτορική του διατριβὴ περὶ τοῦ Προπατορικοῦ Ἁμαρτήματος κυριολεκτικὰ ἐπαναστατική, ἄνοιξε νέους δρόμους στὴ θεολογία μας, ἀκολούθησαν δὲ τὰ βιβλία του γιὰ τὴν Ρωμιοσύνη, ποὺ εἶχαν τὴν ἴδια σημασία, γιὰ τὸν χῶρο τῆς Ἱστορίας. Καὶ τῶν δυὸ αὐτῶν χώρων, τὴν ἔρευνα καὶ κατανόηση, ἀνανέωσε ὁ π. Ἰωάννης.
Τὸ ἔργο καὶ ἡ προσφορά του στὴν ἐπιστήμη ἔχουν διερευνηθεῖ συστηματικὰ στὴ διδακτορικὴ διατριβὴ τοῦ Andrew Sopko, Prophet of Roman Orthodoxy – The Theology of John Romanides, Canada, 1998.
Ἐξ ἴσου ὅμως μεγάλη ὑπῆρξε ἡ συμβολὴ καὶ ἡ προσφορά του στὴν Ἐκκλησία μας μὲ τὴν συμμετοχή του στοὺς Θεολογικοὺς Διάλογους μὲ Ἑτερόδοξους, ἰδιαίτερά με τὸν Ἀγγλικανισμό, ἀλλὰ καὶ ἀλλόδοξους (Ἰουδαϊσμὸ καὶ Ἰσλάμ). Τὸ γεγονὸς δέ, ὅτι μητρική του γλῶσσα ἦταν ἡ ἀμερικανικὴ (ἀγγλική), τοῦ ἐξασφάλιζε τὴν ἄνεση ποὺ χρειαζόταν, γιὰ νὰ ἀναπτύσσει μὲ κάθε ἀκρίβεια τὶς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὸ Διάλογο μὲ τὴν Παγκόσμια Λουθηρανικὴ Ὁμοσπονδία (1978 κ.ἑ.) εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν γνωρίσω βαθύτερα, νὰ συνδεθῶ μαζί του μὲ ἰσχυρὰ φιλία καὶ τὸ κυριότερο δι᾿ ἐμέ, νὰ γίνω πραγματικὰ μαθητής του, πέρα ἀπὸ τὴν πολυετῆ καὶ συνεχῆ μελέτη τῶν ἔργων του. Στοὺς Διάλογους αὐτοὺς ἐφαίνετο ἡ εὐρεῖα γνώση του στὴν πατερικὴ παράδοση, ἀλλὰ καὶ τῶν παραχαράξεών της, στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴν Δύση, κατ᾿ ἐξοχὴν δὲ ἡ γνώση τῆς Θεολογίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀκρογωνιαίου λίθου τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως
Ὁ π. Ἰωάννης ὑποστήριζε τὴν σχέση θεολογίας καὶ ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας καὶ τοὺς σταθμοὺς τῆς πνευματικῆς πορείας τῶν Ἁγίων: κάθαρσις - φωτισμὸς - θέωσις, ὡς προϋπόθεση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῆς αὐθεντικῆς ἀποδοχῆς τῶν, κάτι ποὺ ἔχει χαθεῖ στὴ Δύση, ἀλλὰ καὶ στὴ δυτικίζουσα δική μας θεολογικὴ σκέψη. Ἡ στροφὴ αὐτὴ στὴν πατερικότητα, ὡς ἐκκλησιαστικὴ γνησιότητα, συνέχισε καὶ συνεπλήρωσε τὴν ἀνάλογη κίνηση τοῦ π. Γεωργίου Φλορόφσκι, τὴν πορεία τοῦ ὁποίου ἀκολούθησε στὸν οἰκουμενικὸ Διάλογο, θεωρούμενος καὶ αὐτὸς συχνὰ ἐνοχλητικὸς καὶ ὄχι εὔκολος συνομιλητής. Κάποτε θὰ γράφουν αὐτὰ ὅλα, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ ὑπεροχικότητα τοῦ ἐκλιπόντος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀληθινὴ συμβολή του στὴν διεθνῆ καὶ οἰκουμενικὴ παρουσία τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔστω καὶ ἂν συχνὰ ἔμενε μόνος...

ΕΠΟΧΗ ΠΡΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΡΩΜΑΝΙΔΗ

Θεωρώντας τὸ θεολογικό του ἔργο, διδακτικό, συγγραφικό, καὶ ἀγωνιστικό, ἀναγκαζόμεθα ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ κάνουμε λόγο, γιὰ ἐποχὴ πρὸ καὶ μετὰ τὸν π. Ἰω. Ρωμανίδη. Διότι ἔφερε ἀληθινὴ τομὴ καὶ ρήξη μὲ τὸ σχολαστικὸ παρελθόν μας, ποὺ λειτουργοῦσε ὡς βαβυλώνιος αἰχμαλωσία στὴ θεολογία μας. Ἡ διατριβή του σφράγισε ἀποφασιστικὰ αὐτὴ τὴν ἀναγεννητικὴ πορεία, σὲ σημεῖο, ποὺ καὶ αὐτοὶ οἱ γιὰ διαφόρους λόγους ἐπικριτὲς ἢ ἰδεολογικὰ ἀντίπαλοί του νὰ προδίδουν στὰ γραπτά τους τὴν ἐπιρροὴ τοῦ π. Ἰωάννου στὴ θεολογική τους σκέψη. Συγκεκριμένα, ὁ π. Ἰωάννης:
α) Ἐπανέφερε στὸν ἀκαδημαϊκὸ θεολογικὸ χῶρο τὴν προτεραιότητα τῆς πατερικῆς ἐμπειρικῆς θεολογήσεως, παραμερίζοντας τὸν διανοητικὸ - στοχαστικὸ - μεταφυσικὸ τρόπο θεολογήσεως,
β) Συνέδεσε τὴν ἀκαδημαϊκὴ θεολογία μὲ τὴν λατρεία καὶ τὴν φιλοκαλικὴ παράδοση, καταδεικνύοντας τὴν ἀλληλοπεριχώρηση θεολογίας καὶ πνευματικῆς ζωῆς καὶ τὸν ποιμαντικὸ - θεραπευτικὸ χαρακτῆρα τῆς δογματικῆς θεολογίας.
γ) Διεῖδε καὶ υἱοθέτησε στὴ θεολογικὴ μέθοδο τὸν στενὸ σύνδεσμο δόγματος καὶ ἱστορίας καὶ γι᾿ αὐτὸ μπόρεσε νὰ κατανοήσει ὅσο λίγοι τὴν ἀλλοτρίωση καὶ πτώση τῆς θεολογίας στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη, ποὺ ἐπῆλθε μὲ τὴν φραγκικὴ κατάκτηση καὶ ἐπιβολή. Ἡ καλὴ γνώση τῆς ἱστορίας, ἐξ ἄλλου, Φραγκοσύνης καὶ Ῥωμιοσύνης (προοριζόταν γιὰ καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας στὸ Γέηλ) τὸν βοήθησε νὰ διαπιστώσει καὶ ἀναλύσει τὴν διαμετρικὴ διαφορὰ Φράγκικου καὶ Ῥωμαίικου πολιτισμοῦ, εἰσάγοντας ῥωμαίικα κλειδιὰ στὴ διερεύνηση τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ μας.
δ) Βοήθησε, ἔτσι, τὴν πληρέστερη ἔρευνα καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔξω ἀπὸ τὶς κατασκευασμένες δυτικὲς θέσεις, μὲ τὴν ὀρθὴ - ὡς ἀπόλυτα τεκμηριωμένη - χρήση τῶν ἱστορικῶν μας ὀνομάτων, τῆς σημασίας καὶ δυναμικῆς τους στὴν ἱστορική μας πορεία.

ΟΙ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΙ

Εἶναι γεγονός, ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι ἀνεγνώριζαν περισσότερο ἀπὸ μᾶς τὴν προσωπικότητα τοῦ π. Ἰωάννου καὶ τὴν σημασία του γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἐθεωρεῖτο ὁ καλύτερος ὀρθόδοξος ἐρευνητὴς τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ποὺ βοηθοῦσε καὶ τὴν δυτικὴ θεολογία στὴν κατανόησή του, χαρακτηρίσθηκε δὲ «ὁ μεγαλύτερος ἀσφαλῶς τῶν ἐν ζωῇ Ὀρθοδόξων θεολόγων, τοῦ ὁποίου τὰ συγγράμματα ἀποτελοῦν κριτικὴ μελέτη τοῦ ἔργου τοῦ Αὐγουστίνου ὑπὸ τὸ φῶς τῆς πατερικῆς Θεολογίας». Πρέπει δὲ νὰ λεχθεῖ, ὅτι στὸν π. Ἰωάννη ὀφείλεται ἡ σπουδαία ἐπισήμανση, ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Βαρλαὰμ τοῦ Καλαβροῦ, γιὰ τὶς θεοπτικὲς ἐμπειρίες τῶν προφητῶν ὡς «φαινομένων φυσικῶν, γινομένων καὶ ἀπογινομένων» ἀνάγεται στὸ Περὶ Τριάδος ἔργο τοῦ Ἱ. Αὐγουστίνου.
Σεβαστὲ καὶ ἀγαπημένε π. Ἰωάννη, οἱ φίλοι, συνεργάτες καὶ συνόμιλοί σου, σοῦ ἐκφράζουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας, γιὰ ὅσα μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔδωσες. Οἱ χιλιάδες τῶν ἀμέσων ἢ ἐμμέσων μαθητῶν σου ἐπίσης. Κρατοῦμε τὴν θεολογικὴ παρακαταθήκη σου ὡς βακτηρία στὸ σκοτάδι, ποὺ ἐξαπλώνει παντοῦ ὁ ὑπολογισμός, ἡ ἄγνοια, ἡ ἀδιαφορία καὶ τὸ συμφέρον. Μᾶς συνέδεσες μὲ τὴν πατερικότητα στὸ χῶρο τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, παραπέμποντας συνεχῶς στὴ λατρεία καὶ τὴν ἄσκηση, ὅπου καλλιεργεῖται ἡ ἀληθινὴ θεολογία. Σὲ εὐχαριστοῦμε!
Αἰωνία σου ἡ μνήμη καὶ καλὴ ἀντάμωση στὸ οὐράνιο θυσιαστήριο, Συνάδελφε καὶ Συλλειτουργέ, πεφιλημένε.