Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Εκλεγμένοι από τον Θεό: είναι το δόγμα του προορισμού σωστό;




Η ερώτηση του κατά πόσο η σωτηρία είναι θέμα ιδιαίτερης εκλογής του ανθρώπου από τον Θεό ή θέμα της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου να διαλέξει να πιστέψει στον Θεό, είναι κάτι που έχει απασχολήσει το σώμα του Χριστού για αιώνες. Υπάρχουν πολλοί οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο Θεός έχει ήδη διαλέξει εκείνους που είναι να σωθούν και αυτοί και μόνο αυτοί θα σωθούν. Συνεπώς και σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, το κατά πόσο κανείς θα σωθεί ή όχι δεν είναι τόσο θέμα του αν κάποιος θα του μιλήσει τον Λόγο του Θεού και αν έπειτα αυτός ο άνθρωπος θα πιστέψει τον Λόγο αυτόν ή όχι. Αν και σίγουρα αυτά χρειάζονται να γίνουν, αυτός θα πιστέψει μόνο αν ο Θεός τον έχει «προορίσει» για αυτό, μόνο αν είναι ένας από τους «εκλεκτούς», εκείνους που ο Θεός έχει διαλέξει για σωτηρία. Αν ο Θεός δεν τον είχε «προορίσει» για σωτηρία, αν δεν τον είχε «εκλέξει» - με την έννοια του εκλέγω, διαλέγω, σε σχέση με κάποιον άλλο που δεν τον έχω διαλέξει – τότε αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να σωθεί. Είναι λοιπόν, σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, θέμα τελικά του Θεού του ποιος θα σωθεί και ποιος όχι. Εκείνοι που ο Θεός έχει διαλέξει για σωτηρία θα σωθούν, αλλά εκείνοι που δεν τους έχει διαλέξει (και που ουσιαστικά σημαίνει: εκείνους που τους έχει απορρίψει για την σωτηρία) δεν θα σωθούν. Αυτό είναι σίγουρα ένα πολύ βολικό δόγμα καθώς ρίχνει όλη την ευθύνη της σωτηρίας στον Θεό, με την έννοια ότι Εκείνος έχει ήδη διαλέξει εκ των προτέρων ποιοι θα σωθούν και ποιοι όχι. Έτσι αν δεν έχεις διάθεση ή φοβάσαι να μιλήσεις τον Λόγο σε άλλους μην τυχόν και σε απορρίψουν, κανένα πρόβλημα. Ο Θεός το ήξερε και φρόντισε ώστε κανένας από εκείνους που ήταν να σωθούν να μην έρθει στον δρόμο σου. Στο κάτω κάτω της γραφής όποιος είναι να σωθεί θα σωθεί ασχέτως του τι εσύ και εγώ κάνουμε … όλα είναι, σύμφωνα αυτό το δόγμα, στο χέρι του Θεού. Είναι η προσωπική μου γνώμη ότι όσο και βολικό αυτό το δόγμα μπορεί να φαίνεται, άλλο τόσο λάθος και επικίνδυνο είναι. Πιστεύω επίσης ότι είναι αυτό το δόγμα που είναι υπεύθυνο, μερικώς τουλάχιστον, για την απάθεια, σχεδόν αδιαφορία που πολλοί δείχνουν αναφορικά με την διάδοση του Λόγου: πολλοί δεν αισθάνονται ότι έχουν ευθύνη να μιλήσουν τον Λόγο του Θεού, καθώς σύμφωνα με αυτό το δόγμα, όποιος είναι να σωθεί θα σωθεί. Πιστεύω ότι σύμφωνα με τον Λόγο του Θεού, ο Θεός έδωσε τον Γιο Του για ΟΛΟΥΣ του ανθρώπους που σημαίνει ότι η σωτηρία είναι η επιλογή του Θεού για όλους του ανθρώπους. Αυτό με την σειρά του σημαίνει ότι η άποψη σύμφωνα με την οποία ο Θεός διάλεξε για σωτηρία μόνο κάποιους ενώ κάποιους άλλους δεν τους διάλεξε δεν μπορεί να είναι σωστή.

Σωτηρία: η επιλογή του Θεού για όλους

Για να δούμε ποια είναι η επιθυμία του Θεού αναφορικά με την σωτηρία, ας πάμε στην προς Τιμόθεο Α 2:4. Εκεί διαβάζουμε:
Προς Τιμόθεο Α 2:4«ο οποίος [ο Θεός] ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, και νάρθουν στην επίγνωση της αλήθειας.»
Ποιους θέλει ο Θεός να σωθούν; Ποια είναι η επιθυμία Του, το θέλημα Του, αναφορικά με την σωτηρία; Όπως το απόσπασμα αυτό μας λέει, Αυτός επιθυμεί, θέλει, ΟΛΟΙ οι άνθρωποι να σωθούν! «Όλοι οι άνθρωποι» σημαίνει ΟΛΟΙ, χωρίς καμιά εξαίρεση. Δεν επέλεξε Αυτός ορισμένους μόνο ανθρώπους και μόνο γι’ αυτός έδωσε τον Γιο Του. Αντίθετα έδωσε τον Γιο Του για όλους τους ανθρώπους και επιθυμεί όλοι να σωθούν! Να και τι οι στίχοι 5 και 6 της ίδιας επιστολής μας λένε:
Προς Τιμόθεο Α 2:5-6«Επειδή, ένας Θεός υπάρχει, ένας είναι και ο μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, ο οποίος έδωσε τον εαυτό του αντίλυτρο ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΟΛΩΝ»
Για πόσους έδωσε ο Ιησούς Χριστός τον εαυτό Του αντίλυτρο, λύτρα για να τους ελευθερώσει; Όχι για μερικούς αλλά για ΟΛΟΥΣ, αδέλφια. Ο Ιησούς Χριστός πλήρωσε το τίμημα της σωτηρίας για όλους και θέλει όλοι να σωθούν. Συνεπώς δεν θα ήταν εντελώς λανθασμένο και εκτός πραγματικότητας να πούμε ότι Αυτός διάλεξε, «έκλεξε», για σωτηρία μόνο μερικούς από όλους αυτούς για τους οποίους έδωσε τον Γιο του, το οποίο με την σειρά του ουσιαστικά σημαίνει ότι όλους τους υπόλοιπους δεν τους διάλεξε (δηλαδή τους απέρριψε); Φανταστείτε ότι πήγατε σε μια φυλακή και αγαπήσατε τόσο πολύ τους φυλακισμένους που για χάρη τους δώσατε ότι πιο πολύτιμο είχατε (για τον Θεό αυτό ήταν ο Γιος Του) για να τους κάνετε ελεύθερους. Πόσους από αυτούς τους φυλακισμένους θα θέλατε να δείτε ελεύθερους; ΟΛΟΥΣ! Τώρα φανταστείτε ότι κάποιοι διάλεξαν να μείνουν στην φυλακή. Πως θα αισθανόσασταν; Δεν θα ήσασταν λυπημένοι και απογοητευμένοι σχετικά με αυτό; Πληρώσατε το υψηλότερο δυνατό τίμημα για να τους κάνετε ελεύθερους! Τους θέλετε ελεύθερους! Εγώ θα ήμουν λυπημένος αν κάποιος διάλεγε να μείνει στην φυλακή και το ίδιο πιστεύω ότι είναι και ο Θεός. Έδωσε τον Γιο Του, πλήρωσε το μέγιστο δυνατό τίμημα για όλους τους ανθρώπους και τους θέλει όλους ελεύθερους. Τους θέλει όλους να ελευθερωθούν «από την εξουσία τού σκότους, και να μεταφερθούν στη βασιλεία τού αγαπητού Υιού του.» (Προς Κολοσσαείς 1:13)
Να τι το κατά Ιωάννη 3:16 μας λέει:
Κατά Ιωάννη 3:16-18«Επειδή, με τέτοιον τρόπο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε τον Υιό του τον μονογενή, για να μη χαθεί καθένας ο οποίος πιστεύει σ' αυτόν, αλλά να έχει αιώνια ζωή. Δεδομένου ότι, ο Θεός δεν απέστειλε τον Υιό του στον κόσμο, για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο ΚΟΣΜΟΣ διαμέσου αυτού. Όποιος πιστεύει σ' αυτόν, δεν κρίνεται. όποιος, όμως, δεν πιστεύει, έχει ήδη κριθεί, επειδή δεν πίστεψε στο όνομα του μονογενή Υιού τού Θεού.»
Ο Θεός αγάπησε τον ΚΟΣΜΟ (χρησιμοποιώντας το παράδειγμα μας με τους φυλακισμένους: αγάπησε ΟΛΟΥΣ τους φυλακισμένους και όχι μονάχα μερικούς) και για ολόκληρο τον κόσμο, για τον ΚΑΘΕΝΑ, έδωσε τον Γιο Του. Γιατί; «ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΙΑΜΕΣΟΥ ΑΥΤΟΥ». Όταν ο Θεός έδινε τον Γιο Του δεν στόχευε σε ένα μόνο μέρος του κόσμου αλλά σε ΟΛΟΚΛΗΡΟ τον κόσμο. Δεν ήθελε να ελευθερώσει μερικούς μόνο φυλακισμένους αλλά όλους τους φυλακισμένους! Η σωτηρία είναι η επιλογή του Θεού για όλους τους ανθρώπους, γιατί για όλους πλήρωσε την αντίστοιχη τιμή. Δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη για τον οποίον ο Θεός να διάλεξε να χαθεί.

Τι εννοεί ο Λόγος του Θεού όταν μιλάει για εκλεκτούς, διαλεγμένους;

Το να είναι κανείς εκλεκτός, διαλεγμένος, σημαίνει ότι είναι η επιλογή κάποιου. Όπως διαβάσαμε στις προηγούμενες σελίδες είναι το δεδηλωμένο θέλημα του Θεού, είναι αυτό που Αυτός θέλει, είναι η ΕΠΙΛΟΓΗ, Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ, όλοι οι άνθρωπο να σωθούν και γι’ αυτό τον σκοπό πλήρωσε με την ζωή του Γιου Του. Αν τώρα αυτή είναι η επιλογή, η εκλογή του Θεού, αυτό που ο Κύριος έχει διαλέξει και θέλει για κάθε άνθρωπο, τι κάνει αυτό τον κάθε άνθρωπο αναφορικά με την σωτηρία; Τον κάνει ΕΠΙΛΕΓΕΓΜΕΝΟ, ΕΚΛΕΚΤΟ. Μ’ άλλα λόγια, όταν ο Λόγος του Θεού αναφέρεται σε μας σαν εκλεκτούς από τον Θεό, σε καμιά περίπτωση δεν εννοεί εκλογή σε σχέση με κάποιους άλλους που τάχα δεν επιλεγήκαν. ΟΛΟΙ είναι εκλεγμένοι, διαλεγμένοι για σωτηρία αφού αυτή είναι η εκλογή του Θεού για όλους τους ανθρώπους. Αντ’ αυτού αυτό που εννοεί είναι εκλογή για την απόλαυση μια κατάστασης, της σωτηρίας. Η σωτήρια είναι η επιλογή, η εκλογή του Θεού για όλους τους ανθρώπους. Όμως δεν διαλέγουν όλοι αυτό που ο Θεός θέλει γι’ αυτούς, με συνέπεια να χαθούν. Δεν χάνονται όμως γιατί ο Θεός δεν τους διάλεξε αλλά γιατί αυτοί διάλεξαν να απορρίψουν αυτό που ήταν η επιλογή του Θεού γι΄ αυτούς. Κατ’ όμοιο τρόπο και μεις που πιστέψαμε δεν σωθήκαμε γιατί ο Θεός μας διάλεξε σε σχέση με κάποιους άλλους που υποθετικά δεν τους διάλεξε, αλλά γιατί διαλέξαμε να δεχτούμε την επιλογή του Θεού για μας, που είναι και η επιλογή του για όλους τους ανθρώπους. Η σωτήρια είναι θέμα του να πιστέψει κανείς στον Κύριο. Είναι θέμα του αν αυτός εκλέξει τον Κύριο και όχι αν ο Κύριος τον εκλέξει. Ο Κύριος τον έχει ήδη εκλέξει για σωτήρια όταν έδινε τον Γιο Του. Δείτε πάλι τα παρακάτω αποσπάσματα από την Γραφή:
Πράξεις 10:43«θα λάβει άφεση αμαρτιών καθένας που πιστεύει σ' αυτόν»
Προς Ρωμαίους 9:33, 10:11«κάθε ένας που πιστεύει σ' αυτόν δεν θα ντροπιαστεί»
Ιωάννου Α 5:1«ΚΑΘΕΝΑΣ που πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός γεννήθηκε από τον Θεό»
Κατά Ιωάννη 11:26«καθένας που ζει και πιστεύει σε μένα, δεν πρόκειται να πεθάνει στον αιώνα.»
Κατά Ιωάννη 3:16«έδωσε τον Υιό του τον μονογενή, για να μη χαθεί καθένας ο οποίος πιστεύει σ' αυτόν, αλλά να έχει αιώνια ζωή.»
Κατά Ιωάννη 12:46-48«Εγώ φως ήρθα στον κόσμο, για να μη μείνει μέσα στο σκοτάδι καθένας που πιστεύει σε μένα. Και αν κάποιος ακούσει τα λόγια μου, και δεν πιστέψει, εγώ δεν τον κρίνω. επειδή, δεν ήρθα για να κρίνω τον κόσμο, αλλά για να σώσω τον κόσμο. Εκείνος που αθετεί εμένα, και δεν δέχεται τα λόγια μου, έχει αυτόν που τον κρίνει. ο λόγος που μίλησα, εκείνος θα τον κρίνει κατά την έσχατη ημέρα.»
Δείτε όλα αυτά τα «ΚΑΘΕΝΑΣ». ΚΑΘΕΝΑΣ, ασχέτως από ποιος είναι – αυτό σημαίνει «καθένας» - θα σωθεί ή όχι απλά επί τη βάση του αν πίστεψε ή όχι. Αν πιστέψει θα σωθεί, όπως είναι και η επιλογή, η εκλογή, το θέλημα του Θεού γι’ αυτόν. Αν όμως δεν πιστέψει θα χαθεί. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν είναι κάτι που ο Θεός θέλησε γι’ αυτόν, αλλά έτσι θα γίνει επί τη βάση της εκλογής που ο άνθρωπος αυτός έκανε. Τόσο απλά είναι τα πράγματα.
Για να συνοψίσουμε: υπάρχουν δυο είδη επιλογής, εκλογής. Το ένα είδος αναφέρεται στην επιλογή ενός έναντι κάποιου άλλου. Μ’ άλλα λόγια: διαλέγω εσένα σε σχέση με κάποιο άλλον άνθρωπο που «διαλέγω» να μην τον διαλέξω, τον απορρίπτω δηλαδή. Μ’ αυτή την έννοια, και σύμφωνα με την άποψη του δόγματος του προορισμού, ο Θεός διάλεξε εμάς και απέρριψε τους άλλους. Προόρισε εμάς τους Χριστιανούς για σωτηρία, αλλά όχι τους άλλους. Οι άλλοι δεν ήταν εκλεκτοί του Θεού, σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη. Μπορεί αυτή η άποψη να είναι σωστή; Όχι, γιατί σύμφωνα με τα άλλα αποσπάσματα της Γραφής που διαβάσαμε, ο Θεός επιθυμεί, είναι η επιλογή Του, το θέλημα Του όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και γι’ αυτό ακριβώς τον σκοπό έδωσε τον Γιο Του. Επομένως η εκλογή και ο προορισμός που αναφέρονται στην προς Εφεσίους 1:3-7 – «μάς έκλεξε διαμέσου αυτού πριν από τη δημιουργία τού κόσμου, για να είμαστε άγιοι και χωρίς ψεγάδι μπροστά του με αγάπη. αφού μας προόρισε σε υιοθεσία διαμέσου τού Ιησού Χριστού στον εαυτό του..» - δεν έχουν και δεν θα μπορούσαν να έχουν την σημασία της εκλογής κάποιων σε σχέση με κάποιους άλλους. Αντ’ αυτού έχουν την έννοια της εκλογής σε σχέση με την απόλαυση της σωτηρίας, την οποία σωτήρια ο Θεός έκλεξε για όλους τους ανθρώπους όταν έδινε τον Γιο Του. Όπως οι φυλακισμένοι του παραδείγματος μας: όλοι έχουν εκλεγεί για ελευθέρωση. Έχω λοιπόν το δικαίωμα αναφερόμενος σε εκείνους από τους φυλακισμένους που δέχτηκαν την προσφορά μου να πω: «Σας έχω διαλέξει να απολαύσετε την ελευθερία», «Αυτός ήταν ο προορισμός μου για σας», «Είστε η επιλογή μου»; Ναι έχω το δικαίωμα να το πω αυτό και θα είναι απολύτως σωστό. Αλλά αφού αυτή είναι και επιλογή μου, αυτό που θέλω, και για εκείνους που είναι ακόμα στην φυλακή, όταν λέω στους ελεύθερους «είστε εκλεκτοί μου», δε εννοώ με κανένα τρόπο ότι έχω διαλέξει αυτούς σε σχέση με εκείνους που διάλεξαν να μείνουν στην φυλακή. Και γι’ αυτούς που είναι στην φυλακή είναι επίσης η επιλογή μου να είναι ελεύθεροι. Ο Θεός όντως μας διάλεξε, όντως είμαστε οι εκλεκτοί Του, όχι όμως εκλεκτοί σε σχέση με κάποιους άλλους που τάχα δεν είναι. Ο Θεός δεν έχει διαλέξει μερικούς μόνο για σωτηρία. Αν το έκανε αυτό θα ήταν προσωπολήπτης. Όμως ΔΕΝ είναι:
Πράξεις 10:34«ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης.»
Αντ’ αυτού ο Θεός βρίσκεται από τον καθένα που τον ψάχνει. Στην πραγματικότητα, ψάχνει για ανθρώπους που τον ζητούν έτσι ώστε να τους αποκαλύψει τον εαυτό Του:
Ψαλμοί 14:2«Ο Κύριος έσκυψε από τον ουρανό επάνω στους γιους των ανθρώπων, για να δει αν υπάρχει κάποιος που να έχει σύνεση, που να ζητάει τον Θεό.»
Και Δευτερονόμιο 4:29«και θα τον βρείτε [τον Θεό], όταν τον εκζητήσετε με ολόκληρη την καρδιά σας, και με ολόκληρη την ψυχή σας.»
Όταν κάποιος εκζητεί τον Κύριο από την καρδιά του ο Θεός θα του αποκαλυφθεί, 100%, και θα τον τραβήξει στον εαυτό Του. Αυτό όμως δεν είναι κάτι που ο Θεός θα κάνει μόνο γι’ αυτό το πρόσωπο. Αντίθετα είναι κάτι που θα το κάνει για όλους όσους τον εκζητούν. Ο Θεός ψάχνει για ανθρώπους που τον εκζητούν, τον ψάχνουν και όλοι όσοι τον ψάχνουν με την καρδιά τους θα τον βρουν. Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μερικές φορές για μερικούς ανθρώπους. Είναι αντίθετα ΝΟΜΟΣ που εκπορεύεται από τον Λόγο του Θεού. Όταν κάποιος προσκαλεί τον Θεό μέσα από την καρδιά του, ο Θεός θα του παρουσιαστεί, 100%, και θα τον τραβήξει στον εαυτό Του. Μ’ αυτή την έννοια λοιπόν θα πρέπει να καταλάβουμε το παρακάτω απόσπασμα από το κατά Ιωάννη ευαγγέλιο που μας λέει:
Κατά Ιωάννη 6:44«Κανένας δεν μπορεί νάρθει σε μένα, αν δεν τον ελκύσει ο Πατέρας που με απέστειλε.»
Πολλοί παίρνουν αυτό το απόσπασμα και λένε: «βλέπετε, είναι όλα ευθύνη του Θεού. Αν Αυτός θέλει κάποιον, θα τον τραβήξει προς τον εαυτό Του. Αν όμως δεν τον θέλει δεν θα τον τραβήξει». Το να ερμηνεύσει κανείς αυτό το απόσπασμα κατ’ αυτό τον τρόπο κάνει τον Θεό προσωπολήπτη και αγνοεί ότι ο Χριστός πέθανε για ΟΛΟΥΣ τους ανθρώπους, έτσι ώστε ΟΛΟΙ να σωθούν. Ο Θεός δεν διαλέγει μερικούς και αυτούς τους τραβάει προς τον εαυτό Του. Αντ’ αυτού θα βρεθεί από καθένα που πραγματικά τον ψάχνει. Είναι πνευματικός νόμος που Αυτός έθεσε. Αλλά πάνω σ’ αυτό θα πούμε περισσότερα στην επόμενη ενότητα.

Σωτηρία: οι ευθύνες του Θεού και οι δικές μας ευθύνες

Ο Θεός έχει όντως ρόλο να παίξει στην σωτηρία, τον πιο σημαντικό ρόλο. Αλλά και εμείς, οι πιστοί, έχουμε ευθύνες και ρόλους που μας έχουν δοθεί από τον Θεό. Η προς Κορινθίους Β 5:18-21 τα λέει πολύ καθαρά αναφορικά με τον ρόλο μας στην συμφιλίωση των ανθρώπων με τον Θεό. Όπως διαβάζουμε εκεί:
Προς Κορινθίους 2 5:18-21«Τα πάντα, όμως, είναι από τον Θεό, που μας συμφιλίωσε με τον εαυτό του, διαμέσου τού Ιησού Χριστού, και έδωσε ΣΕ ΜΑΣ τη διακονία τής συμφιλίωσης. δηλαδή, ότι ο Θεός ήταν που συμφιλίωνε τον κόσμο με τον εαυτό του, διαμέσου τού Χριστού, μη λογαριάζοντας σ' αυτούς τα πταίσματά τους. και εμπιστεύθηκε ΣΕ ΜΑΣ τον λόγο της συμφιλίωσης. Είμαστε, λοιπόν, πρεσβευτές υπέρ τού Χριστού, ωσάν ο Θεός να σας παρακαλούσε μεταχειριζόμενους εμάς. δεόμαστε, λοιπόν, υπέρ τού Χριστού, συμφιλιωθείτε με τον Θεό. Επειδή, εκείνον που δεν γνώρισε αμαρτία, τον έκανε για χάρη μας αμαρτία, για να γίνουμε εμείς δικαιοσύνη τού Θεού διαμέσου αυτού.»
Δίνοντας τον Γιο Του ο Θεός συμφιλίωσε τον κόσμο με τον εαυτό Του. Μ’ άλλα λόγια η πόρτα προς τον Θεό είναι τώρα ορθάνοικτη. Και πάλι χρησιμοποιώντας το παράδειγμα μας με τους φυλακισμένους οι πόρτες της φυλακής έχουν ανοίξει φαρδιά πλατιά. Αλλά οι φυλακισμένοι είναι τυφλοί. Δεν μπορούν να το δουν. Έχουν τυφλωθεί από τον θεό αυτού του κόσμου (προς Κορινθίους Β 4:4), τον διάβολο, και δεν βλέπουν την σωτηρία που είναι διαθέσιμη σ’ αυτούς. Κάποιος πρέπει να πάει να τους πει: «Η πόρτα για τον Θεό είναι ορθάνοικτη. Συμφιλιωθείτε μ’ Αυτόν. Γιατί για χάρη μας έκανε αμαρτία εκείνον που δεν γνώρισε αμαρτία, ώστε να γίνουμε εμείς δίκαιοι». Κάποιος χρειάζεται να τους πάρει από το χέρι και να τους βοηθήσει να γυρίσουν προς το φως. Αυτό, το κάλεσμα στους ανθρώπους, το να τους πούμε τα καλά νέα, τον λόγο της συμφιλίωσης, είναι η διακονία της συμφιλίωσης. Και ποιος έχει αυτή την διακονία; Η απάντηση είναι πολύ απλή: ΕΜΕΙΣ. Είναι ευθύνη μας να πούμε τους ανθρώπους. Είμαστε εμείς που είμαστε πρεσβευτές του Χριστού. Αν θέλεις κάτι από κάποια ξένη χώρα πρέπει να καλέσεις την πρεσβεία της, τους αντιπροσώπους, τους πρεσβευτές αυτής της χώρας. Για τον Θεό, οι πρεσβευτές Του είμαστε ΕΜΕΙΣ! Ο Θεός έχει ανοίξει τις πόρτες της φυλακής, έχει ανοίξει την πόρτα στον Εαυτό Του. Συμφιλίωσε τον κόσμο με τον Εαυτό Του δίνοντας τον Γιο Του. Τώρα εμείς, οι πρώην φυλακισμένοι, οι πρώην τυφλοί, πρέπει να πούμε σ’ αυτούς που είναι ακόμα στην φυλακή και είναι ακόμα τυφλοί: «ελάτε στον Θεό, η πόρτα είναι ορθάνοικτη!»
Περισσότερο φως αναφορικά με τους ρόλους στην σωτηρία δίνεται στην προς Κορινθίους Α 3:5-6. Όπως διαβάζουμε εκεί:
«Ποιος είναι, λοιπόν, ο Παύλος, και ποιος είναι ο Απολλώς, παρά υπηρέτες διαμέσου των οποίων πιστέψατε, και όπως ο Κύριος έδωσε σε κάθε έναν; Εγώ φύτεψα, ο Απολλώς πότισε, αλλά ο Θεός αύξησε.»
Δείτε την σειρά. Ο Θεός έχει ρόλο να παίξει, τον ποιο σπουδαίο ρόλο, τον ρόλο της αύξησης. Αλλά κάποιος έχει να ρίξει τον σπόρο και κάποιος πρέπει να ποτίσει. Και αυτός ο κάποιος δεν είναι ο Θεός. Είμαστε εμείς! Είναι οι διάκονοι, και μ’ αυτό δεν εννοώ τους κληρικούς αλλά εμάς που έχουμε την διακονία της συμφιλίωσης. Το κείμενο δεν λέει: «Ο Θεός έσπειρε, ο Θεός πότισε, Ο Θεός έδωσε την αύξηση». Υπήρχαν άνθρωποι που έβαλαν και αυτοί το λιθαράκι τους, έπαιξαν τον ρόλο που ο Θεός είχε γι’ αυτούς. Άνθρωποι που είπαν: «να ο Θεός, συμφιλιωθείτε μαζί Του», και καθώς αυτό το πρόσωπο προσέγγισε τον Κύριο, ο Θεός τον συνάντησε, τον τράβηξε στον εαυτό Του, του έδωσε την απαιτούμενη αύξηση. Επίσης υπήρχαν άλλοι όπως ο Απολλώς, που «πότισαν» τον σπόρο του Λόγου που είχε πέσει στην καρδιά αυτών των ανθρώπων. Άνθρωποι που άνοιξαν την Γραφή και μοιράστηκαν μαζί τους τις αλήθειες του Λόγου. Δείτε στο παραπάνω απόσπασμα αυτό το «διαμέσου». Ο Παύλος και ο Απολλώς ήταν τα μέσα δια των οποίων οι άνθρωποι αυτοί πίστεψαν («διαμέσου των οποίων πιστέψατε» μας λέει το κείμενο). Έπαιξαν αυτοί τον ρόλο που τους είχε δοθεί από τον Θεό – τον ρόλο του διάμεσου, του υπηρέτη της συμφιλίωσης, τον ρόλο του πρεσβευτή του Χριστού, σπέρνοντας και ποτίζοντας τον Λόγο. Σκεφτείτε όμως να λέγαμε «ιδού ο Κύριος» και ο Κύριος να μην εμφανίζονταν . Θα τον συναντούσε σ’ αυτή την περίπτωση το άτομο αυτό; Όσο και να το ήθελε δεν θα τον συναντούσε. Όμως ο Θεός όντος ελκύει, όντως παρουσιάζεται, όντως κάνει τον δικό Του ρόλο. Όταν επομένως ο Ιωάννης μας λέει ότι κανένας δεν μπορεί να έρθει στον Πατέρα αν ο Πατέρας δεν τον ελκύσει έχει απόλυτο δίκιο: αν ο Θεός δεν εμφανιστεί, αν ο Θεός δεν δώσει την αύξηση, εμείς μπορούμε να σπέρνουμε και να ποτίζουμε όσο θέλουμε όμως τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί. Όμως ο Θεός όντως παρουσιάζεται, όντως δίνει την αύξηση. Η ερώτηση είναι εμείς θα κάνουμε τον δικό μας ρόλο, την διακονία της συμφιλίωσης που μας έχει ανατεθεί, την σπορά και το πότισμα του Λόγου, το «πηγαίνετε σε ΟΛΟ τον κόσμο, και κηρύξτε το ευαγγέλιο σε ΟΛΗ την κτίση» (κατά Μάρκο 16:15); Αυτά δεν είναι πράξεις του Θεού αλλά ρόλοι που έχουν ανατεθεί σε μας.

Συμπέρασμα

Για να κλείσουμε αγαπητά αδέλφια: η διδασκαλία σύμφωνα με την οποία ο Θεός έχει διαλέξει μερικούς ανθρώπους για να τους σώσει ενώ μερικούς άλλους δεν τους έχει διαλέξει είναι μια πολύ βολική την ίδια στιγμή όμως και πολύ λανθασμένη διδασκαλία. Το θέλημα του Θεού είναι όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να έρθουν στην επίγνωση της αλήθειας. Αφού αυτό είναι το θέλημα, η εκλογή του Θεού για κάθε άνθρωπο, τι είναι τότε ο καθένας; Εκλεγμένος, διαλεγμένος, προορισμένος γι’ αυτό, με την έννοια ότι αυτός είναι ο προορισμός αυτό που ο Θεός θέλει γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Τώρα το κατά πόσο αυτός ο άνθρωπος θα σωθεί ή όχι εξαρτάται από το κατά πόσο θα πιστέψει. Αν θα πιστέψει θα σωθεί. Αν όμως δεν πιστέψει δεν θα σωθεί. Έχει ο Θεός ρόλο να παίξει στην σωτηρία; Ναι, τον πιο σημαντικό. Όταν κάποιος καλεί τον Θεό από την καρδιά Του να αποκαλύψει τον εαυτό Του σ’ Αυτόν, ο Θεός παρουσιάζεται και τραβά αυτόν τον άνθρωπο προς τον εαυτό Του. Αυτό είναι το τράβηγμα, ή έλκυση για την οποία μας μιλάει ο Ιησούς. Όποιος ζήτησε με την καρδιά του το Κύριο, ξέρει τι εννοώ. Αυτή η αποκάλυψη του Θεού, το τράβηγμα προς τον εαυτό Του, δεν είναι κάποια κίνηση που την κάνει Αυτός τυχαία. Δεν είναι δηλαδή κάτι που Αυτός αποφασίζει καπριτσιόζικα σε ποιον θα την κάνει. Αντ’ αυτού είναι κάτι που το κάνει με βάση τον Λόγο Του σύμφωνα με τον οποίο, όποιος τον ζητήσει από την καρδιά Του θα τον βρει. Ο Θεός θα βρεθεί, 100%, από τον οποιονδήποτε που τον ψάχνει πραγματικά.
Γυρνώντας τώρα σε μας, ο Θεός έδωσε σε ΜΑΣ, την διακονία της συμφιλίωσης, την διακονία του να σπείρουμε τον Λόγο και να ποτίσουμε. Αυτός κάνει την αύξηση (το τράβηγμα στον εαυτό Του) αλλά η σπορά και το πότισμα, η εισαγωγή των ανθρώπων στον Κύριο, η διακονία της συμφιλίωσης και το πότισμα τους με τον Λόγο έχει δοθεί σε μας. Η διδασκαλία σύμφωνα με την οποία ο Θεός έχει διαλέξει μόνο ορισμένους ανθρώπους για να τους σώσει, που με την σειρά του συνεπάγεται ότι έχει διαλέξει κάποιους άλλους για να τους στείλει στην κόλαση είναι λανθασμένη και έχει βάλει τους πιστούς στον ύπνο καθώς πιστεύουν ότι όποιος είναι να σωθεί θα σωθεί. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Έχουμε ευθύνες αδέλφια, και το μίλημα του Λόγο, το ψάξιμο για ευκαιρίες να διαδώσουμε το ευαγγέλιο είναι κάτι που εναπόκειται σε μας. Μίλα τον Λόγο. Πες στους φυλακισμένους «βγείτε από την φυλακή». Το κατά πόσο θα βγουν ή όχι αυτό είναι κάτι που εναπόκειται σε εκείνους να αποφασίσουν. Είναι ωστόσο ευθύνη μας να τους πούμε, να τους δείξουμε τον Πατέρα. Αναφορικά με τον Πατέρα τώρα, τους θέλει όλους, με όλη Του την καρδιά. Πλήρωσε γι’ αυτούς το ίδιο τίμημα που πλήρωσε και για μας και τους περιμένει με τις ίδιες ανοικτές αγκάλες που περίμενε και μας.

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

 
 
    Τόσο η φύση όσο και η Βιβλική αποκάλυψη μαρτυρούν ομόφωνα για την αγάπη του Θεού. Ο ουράνιος Πατέρας μας είναι η πηγή της ζωής, της σοφίας και της χάρης. Παρατηρείστε τα ωραία, τα υπέροχα πράγματα στη φύση. Σκεφθείτε τη θαυμάσια προσαρμογή τους στις ανάγκες και την ευτυχία όχι μόνο του ανθρώπου, αλλά και όλων των ζωντανών υπάρξεων. Ο ήλιος και η βροχή που φαιδρύνουν και δροσίζουν τη γη, οι λόφοι, οι θάλασσες και οι πεδιάδες, όλα μας μιλούν για την αγάπη του Δημιουργού. Ο Θεός είναι εκείνος που μας προμηθεύει για τις καθημερινές ανάγκες όλων των δημιουρημάτων Του. Οπως τόσο ωραία εκφράζουν τα λόγια του ψαλμωδού:

"Οι οφθαλμοί πάντων αποβλέπουσι προς Σε. Και Συ δίδεις εις αυτούς την τροφήν αυτών εν καιρώ. Ανοίγεις την χείρα Σου και χορταίνεις την επιθυμίαν παντός ζώντος" Ψαλμ. 145:15,16     Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο στην εντέλεια άγιο και ευτυχισμένο και η ωραία γή, καθώς βγήκε απ' τα χέρια του Δημιουργού, δεν έφερε ούτε ίχνος φθοράς, ούτε μια αμυδρή σκιά της κατάρας. Είναι η παράβαση του νόμου του Θεού - του νόμου της αγάπης - εκείνη που επέφερε τη συμφορά και το θάνατο. Και όμως η αγάπη του Θεού αποκαλύπτεται ακόμη και ανάμεσα στις θλίψεις που είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας. Είναι γραμμένο οτι με απώτερο σκοπό το καλό του ανθρώπου, ο Θεός καταράσθηκε τη γη. (Γεν. 3:17) Τα αγκάθια και τριβόλια - οι δυσκολίες δηλαδή και δοκιμασίες που γεμίζουν τη ζωή του με κόπους και φροντίδες - δόθηκαν για το καλό του. Αποτελούν μέρος της διαπαιδαγώγησης του που είναι απαραίτητη στο σχέδιο του Θεού για την ανύψωσή του απ' τον όλεθρο και την κατάπτωση που επέφερε η αμαρτία. Ο κόσμος αν και αμαρτωλός, δεν έχει να επιδείξει αποκλειστικά και μόνο συμφορά και μιζέρια. Και αυτή ακόμη η φύση μάς στέλνει μηνύματα ελπίδας και παρηγοριάς. Λουλούδια ανθίζουν πάνω στα τριβόλια και αυτά τα αγκάθια σκεπάζονται από ρόδα.
    "Ο Θεός είναι αγάπη", είναι γραμμένο πάνω σε κάθε μισάνοιχτο μπουμπούκι, πάνω σε κάθε βλαστάρι γρασιδιού. Τα θελκτικά πουλιά που γεμίζουν τον αέρα με τα χαρούμενα τραγούδια τους, τα πολύχρωμα λουλούδια με τους λεπτεπίλεπτους συνδυασμούς που μυρώνουν την ατμόσφαιρα, τα ψηλά δέντρα του δάσους με το πυκνό καταπράσινο φύλλωμά τους, όλα μαρτυρούν για την τρυφερή πατρική φροντίδα του Θεού μας και την επίθυμία Του να καταστήσει όλα τα παιδιά Του ευτυχισμένα.
    Ο λόγος του Θεού αποκαλύπτει το χαρακτήρα Του. Αυτός ο ίδιος εξαγγέλλει την άπειρη αγάπη και ευσπλαχνία Του. Οταν ο Μωησής προσευχήθηκε: "Δείξον μοι την δλοξαν Σου", ο Θεός απήντησε: "Εγώ θέλω κάμει να περάση έμπροσθέν σου όλη η αγαθότης Μου" (Εξοδ.33:18,19) Αυτή είναι η δόξα Του. Ο Θεός πέρασε μπροστά απο τον Μωησή και διακήρυξε: "Κύριος, Κύριος ο Θεός, οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός, φυλάττων έλεος εις χιλιάδας, συγχωρών ανομίαν και παράβασιν και αμαρτίαν".(Εξοδ. 34:4,6) Είναι "ελεήμων και οικτίρμων" (Ιωνάς 4:2) "διότι Αυτός αρέσκεται εις το έλεος".(Μιχαίας 7:18)
    Ο Θεός έχει συνδέσει τις καρδιές μας μαζί Του με αμέτρητα τεκμήρια και στον ουρανό και στη γή. Με τα έργα της φύσης και με τους βαθύτερους και τρυφερότερους εκείνους επίγειους δεσμούς που η ανθρώπινη καρδιά μπορεί να κατανοήσει, επεδίωξε να μας αποκαλυφθεί.
    Ολα αυτά όμως δεν αποτελούν παρά μια αμυδρή αποκάλυψη της αγάπης Του. Παρ' όλες αυτές τις αποδείξεις, ο εχθρός του καλού έχει τυφλώσει τις διάνοιες των ανθρώπων ώστε να ατενίζουν στον Θεό με φόβο και να Τον θεωρούν αυστηρό και δίχως οίκτο. Ο Σατανάς οδήγησε τους ανθρώπους να εκλάβουν τον Θεό σαν μια ύπαρξη με άκαμπτη δικαισύνη, έναν απροσπέλαστο κριτή, έναν απαιτητικό, αδυσώπυτο πιστωτή. Παράστησε το Δημιουργό σαν μια ύπαρξη που με ζηλότυπο βλέμμα προσπαθεί να ανακαλύψει λάθη και σφάλματα στους ανθρώπους με σκοπό να τους τιμωρήσει. Ακριβώς για να διαλύσει αυτόν τον πέπλο της σκιάς, αποκαλύπτοντας στον κόσμο την άπειρη αγάπη του Θεού, ο Χριστός ήρθε να ζήσει ανάμεσα στους ανθρώπους.
    Ο Υιός του Θεού ήρθε απ' τον ουρανό για να αποκαλύψει τον Πατέρα. "Ουδείς είδε ποτέ τον Θεόν, ο Μονογενής Υιός, ο ων εις τον κόλπον του Πατρός, Εκείνος εφανέρωσεν Αυτόν". (Ιωάννου 1:18) "ουδέ τον Πατέρα γινώσκει τις, ει μη ο Υιός, και εις όντινα θέλει ο Υιός να αποκαλύψει Αυτόν". (Ματθ. 11:27) Οταν ένας από τους μαθητές παρακάλεσε: "Δείξον εις ειμάς τον Πατέρα", ο Ιησούς απάντησε: "Τόσον καιρό είμαι μεθ' υμών, δεν εγνώρισας, Φίλιππε; όστις είδεν Εμέ, είδε τον Πατέρα, και πώς συ λέγεις, δείξον εις ημάς τον Πατέρα;". (Ιωάννου 14:8,9)
    Περιγράφοντας την επίγεια αποστολή Του, ο Ιησούς είπε: "ο Κύριος Με έχρισε· Με απέστειλε διά να ευαγγελίζωμαι προς τους πτωχούς, διά να ιατρεύσω τους συντετριμμένους την καρδίαν, να κηρύξω προς τους αιχμαλώτους ελευθερίαν, και προς τους τυφλούς ανάβλεψιν, να αποστείλω τους συντεθλασμένους εν ελευθερία". (Λουκά 4:18) Αυτό ήταν το έργο Του. Πήγαινε παντού αγαθοεργώντας και θεραπεύοντας όλους όσους καταδυναστεύονταν απο το Σατανά. Μέσα σε ολόκληρα χωριά δεν ακούονταν σε κανένα σπίτι ούτε ένα βογγητό αρρώστου. Επειδή Εκείνος είχε περάσει απ' εκεί και είχε θεραπεύσει όλους τους ασθενείς. Το έργο Του μαρτυρούσε τη θεία αποστολή Του. Αγάπη, έλεος και ευσπλαχνία αποκαλύπτονταν σε κάθε πράξη της ζωή του. Η καρδιά Του ήταν γεμάτη απο τρυφερή συμπάθεια για τους ανθρώπους. Πήρε την ανθρώπινη φύση για να μπορέσει να ανταποκριθεί προς τις ανάγκες του ανθρώπου. Και οι πιό φτωχοί και περιφρονημένοι δε δίσταζαν να Τον πλησιάσουν. Ακόμη και σ' αυτά τα μικρά παιδιά ήταν ελκυστικός. Τους άρεσε να κάθονται στα γόνατά Του και να παρατηρούν το στοχαστικό πρόσωπό Του, γεμάτο αγαθότητα και καλοσύνη.
    Ο Χριστός δεν έκρυβε ποτέ την αλήθεια, αλλά την έλεγε πάντοτε με αγάπη. Οι σχέσεις Του προς τους ανθρώπους χαρακτηρίζονταν πάντοτε απο μιά εξαιρετική λεπτότητα, απο μια στοχαστική καλοκάγαθη φροντίδα. Δεν υπήρξε ποτέ βίααιος, δεν πρόφερε ποτέ ένα σκληρό λόγο αναίτια, δεν πλήγωσε ποτέ μια ευαίσθητη ψυχή εκτός άν ήταν για το καλό της. Δεν καταδίκαζε την ανθρώπινη αδυναμία. Μιλούσε τη γλώσσα της αλήθειας, αλλά πάντοτε με αγάπη. Κατέκρινε την υποκρισία, την απιστία και την αδικία. Αλλά η φωνή Του πάλλονταν από λυγμούς καθώς πρόφερε τις αυστηρές Του επιπλήξεις. Εκλαψε για την Ιερουσαλήμ, την αγαπημένη Του πόλη, εκείνη που αρνήθηκε να Τον δεχθεί, Αυτόν που ήταν η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή. Είχε απορρίψει το Σωτήρα της· και όμως Εκείνος δεν ένοιωθε παρά οίκτο και τρυφερότητα γι' αυτήν. Η ζωή Του ήταν μια ζωή αυτοθυσίας και φροντίδας για τους άλλους. Κάθε ψυχή τη θεωρούσε πολύτιμη. Ενώ πάντοτε συμπεριφερόταν με θεϊκή αξιοπρέπεια, έσκυβε με το στοργικότερο ενδιαφέρον πάνω από κάθε μέλος της οικογένειας του Θεού. Στο πρόσωπο όλων των ανθρώπων διάκρινε χαμένες ψυχές που η δική Του αποστολή ήταν να σώσει.
    Αυτόν το χαρακτήρα αποκάλυψε ο Χριστός με τη ζωή Του. Αυτός είναι και ο χαρακτήρας του Θεού. Απ' την καρδιά του Πατέρα ορμούν τα κύματα της θεϊκής ευσπλαχνίας, όπως την παρουσίασε ο Χριστός, και τη μετέδωσε στους ανθρώπους. Ο Ιησούς, ο τρυφερός και στοργικός Σωτήρας, ήταν ο Θεός "και εφανερώθη εν σαρκί". (Α' Τιμοθ. 3:16) Ο Χριστός έζησε, υπέφερε και πέθανε για να μας απολυτρώσει. Εγινε "Ανθρωπος θλίψεων" για να μας ικανώσει να γίνομε μέτοχοι της αιώνιας χαράς. Ο Θεός επέτρεψε όπως ο Υιός Του, ο γεμάτος χάρη και αλήθεια, εγκαταλείψει ένα κόσμο απερίγραπτης δόξας για να έρθει σ' ένα κόσμο μολυσμένο απ' την αμαρτία και μαυρισμένο απ' τη σκιά της κατάρας και του θανάτου. Του επέτρεψε να εγκαταλέιψει τον κόλπο της αγάπης Του και τη λατρεία τών αγγέλων, να υπομείνει αισχύνη, εξευτελισμό, ταπείνωση, μίσος, και θάνατο.
"Η τιμωρία ήτις έφερε την ειρήνην ημών ήτο επ' Αυτόν και δια των πληγών Αυτού ημείς ιάθημεν". (Ησαίας 53:5) Παρατηρείστε Τον στην έρημο, στη Γεσθημανή, πάνω στον σταυρό! Ο άμωμος Υιός του Θεού πήρε επάνω Του το βάρος της αμαρτίας. Εκείνος που ήταν ένα με το Θεό, ένοιωσε στην καρδιά Του τον τρομερό χωρισμό που δημιουργεί η αμαρτία ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. Και αυτό ακριβώς το γεγονός ήταν που απόσπασε απ' την καρδιά Του την κραυγή της αγωνίας: "Θεέ μου, Θεέ μου, διά τι με εγκατέλιπες;"(Ματθ. 27:46). Ηταν το βάρος της αμαρτίας, η συναίσθηση του τρομακτικού της μεγέθους που επιφέρει το χωρισμό της ψυχής από τον Θεό, εκείνη που ράγισε την καρδιά του Υιού του Θεού. Ομως ο απώτερος σκοπός της μεγάλης αυτής θυσίας δεν ήταν να δημιουργήσει στην καρδιά του Πατέρα αισθήματα αγάπης για τον άνθρωπο, ούτε να Τον προδιαθεσει για το έργο της σωτηρίας. Οχι, οχι! "Ο Θεός τόσον ηγάπησε τον κόσμον, ώστε έδωκε το Υιόν Αυτού τον μονογενή". (Ιωάννου 3:16) Δεν ήταν ο μεγάλος αυτός ιλασμός που έκαμε τον Πατέρα να μας αγαπά, αλλά ακριβώς επειδή μας αγαπά προμήθευσε και την εξιλέωση. Ο Χριστός ήταν το μέσον για να μπορέσει ο Θεός να χορηγήσει την άπαιρη αγάπη Του σ' ένα κόσμο που είχε αποστατήσει. "Ο Θεός  ήτο εν τω Χριστώ διαλλάσσων τον κόσμον προς Εαυτόν" (Β' Κορ. 5:19) Ο Θεός υπέφερε μαζί με τον Υιό Του. Με την αγωνία της Γεσθημανή, με το θάνατο του Γολγοθά, η καρδιά της Απειρης Αγάπης πλήρωσε τα λύτρα της δική μας απολύτρωσης.
    Ο Ιησούς είπε: "Δια τούτο ο Πατήρ Με αγαπά, διότι Εγώ βάλλω την ψυχήν Μου δια να λάβω αυτήν πάλιν".(Ιωάννου 10:17) Με άλλα λόγια: "ο πατέρας Μου τόσο πολύ σας αγαπά, ώστε η αγάπη Του για Μένα μεγάλωσε ακόμη περισσότερο όταν έδωσα τη ζωή Μου για να σας απολυτρώσω. Με το να γίνω ο Αντικαταστάτης σας, ο Εγγυητής σας, με το να προσφέρω τη ζωή Μου και να επιφορτισθώ τα πταίσματα και τις παραβάσεις σας, έγινα προσφιλέστερος στον Πατέρα Μου, επειδή με τη θυσία μου, αποδεικνύεται δίκαιος ο Θεός,κ ενώ ταυτόχρονα δικαιώνει και όλους εκείνους που πιστεύουν στον Ιησού."
    Κανείς άλλος εκτός από τον Υιό του Θεού δεν ήτανσε θέση να επιτύχει την απολύτρωσή μας. Μόνο Εκείνος που βρισκόνταν στον κόλπο του του Πατέρα μπορούσε να τον αποκαλύψει. Μόνο Εκείνος που γνώρισε το ύψος και το βάθος της αγάπης του Θεού μπορούσε να την εκδηλώσει.
    Τίποτε λιγότερο από τηα άπειρη θυσία του Χριστού για τη σωτηρία του αμαρτωλού, δε θα επαρκούσε για να εκφράσει την αγάπη του Πατέρα για τη χαμένη ανθρωπότητα.
    "Τόσον ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή". Δεν Τον έδωσε μόνο για να ζήσει ανάμεσα στους ανθρώπους, να σηκώσει τις αμαρτίες τους, και να πεθάνει στη θέση τους, αλλά Τον χάρισε στην πεσμένη ανθρώπινη φυλή. Ο Χριστός έπρεπε να συνταυτισθεί με τα συμφέροντα και τις ανάγκες της ανθρωπότητας. Αυτός που ήταν ένα με το Θεό συνδέθηκε με τους ανθρώπους με δεσμούς που παραμένουν αιώνια ακατάλυτοι. Ο Ιησούς "δεν επαισχύνεται να ονομάζη αυτούς αδελφούς". (Εβραίους 2:11) Αυτός είναι ο Ιλασμός μας, ο Συνήγορός μας, ο Αδελφός μας. Φέρει την ανθρώπινη μορφή μας μπροστά στον θρόνο του Πατέρα και στους ατέλειωτους αιώνες είναι και θα εξακολουθεί να παραμένει ένα με την ανθρώπινη φυλή που ήρθε να απολυτρώσει. Είναι ο Υιός του ανθρώπου. Και όλα αυτά για να μπορέσει ο άνθρωπος να υψωθεί απ' το βάραθρο και την κατάπτωση της αμαρτίας, να μπορεί να αντανακλά την αγάπη του Θεού και να συμμερίζεται τη χαρά της αγιοσύνης.
    Η τιμή που έχει πληρωθεί για την απολύτρωσή μας, η άπειρη θυσία που έχει υποστεί ο ουράνιος Πατέρας μας όταν παρέδωσε τον Υιό Του στον θάνατο για χάρη μας, θα έπρεπε να μας εμπνέουν με βαθύτερη αντίληψη του τι μπορούμε να γίνομε με τη βοήθεια του Χριστού. Καθώς ο εμπνευσμένος απόστολος Ιωάννης παρατήρησε το το ύψος και βάθος και πλάτος της αγάπης του Πατέρα για την καταδικασμένη φυλή μας, γεμίσε απο αισθήματα λατρείας και σεβασμού. Ανήμπορος να βρεί τις κατάλληλες λέξεις για να εκφράσει το μεγαλέιο  και την τρυφερότητα μια τέτοιας αγάπης, αναφώνησε καλώντας τον κόσμο να την ατενίσει:
"Ιδέτε οποίαν αγάπην έδωκεν ημάς ο Πατήρ, ώστε να ονομασθώμεν τέκνα Θεού" (Α' Ιωάννου 3:1) Τι μεγάλη αξία δίνει αυτή η αγάπη στον άνθρωπο! Με την παρακοή οι άνθρωποι υποτάχθηκαν στον Σατανά. Με την πίστη τους στην εξιλαστική θυσία του Χριστού, του Αδάμ τα παιδιά, μπορούν να γίνουν παιδιά του Θεού. Παίρνοντας τη φύση του ανθρώπου, ο Χριστός εξύβωσε την ανθρωπότητα. Αμαρτωλοί άνθρωποι φέρονται σ' εκείνο το επίπεδο όπου, όταν συνδεθούν με το Χριστό, να μπορούν επάξια να αποκαλούνται "υιοί Θεού".
    Μια τέτεοια αγάπη είναι απαράμιλη. Παιδιά του Ουράνιου Βασιλιά! Τι πολύτιμη υπόσχεση! Η ασύγκριτη αγάπη του Θεού για ένα κόσμο που δεν Τον αγάπησε! Αυτή η σκέψη εξασκεί μια υποτακτική επιρροή στην καρδιά και αιχμαλωτίζει τη διάνοια να συμμορφωθεί προς το θέλημα του Θεού. Οσο προσεκτικότερα μελετούμε το θείο χαρακτήρα κάτω απ' το φώς του σταυρού, τόσο περισσότερο ανακαλύπτομε την ευσπλαχνία, τρυφερότητα και συγχωρητικότητα να συγχωνεύονται με την ισότητα και τη δικαιοσύνη· τόσο καθαρότερα διακρίνομε τα άπειρα τεκμήρια μιας αγάπης που ξεπερνλα και αυτή ακόμη τη συγκινητικότερη λαχτάρα που νοιώθει μια μητέρα για το κακότροπο παιδί της.
 
[ απο το βιβλίο, Βήματα προς τον Χριστό, της Ellen G. White
μετάφραση:Ελλη Οικονόμου ]

Φιλοσοφία και Θεολογία Ιεροθέου Ναυπάκτου: "Το πρόσωπο στην Ορθόδοξη παράδοση".

 
Μέρος 1ο
Πολλοί συγχέουν τις λέξεις Φιλοσοφία και Θεολογία. Εδώ θα εξηγήσουμε τη διαφορά τους, ώστε να μπορεί να γίνει κατανοητός και ο ρόλος τους στην ανθρώπινη ζωή και ιστορία. Και φυσικά μιλάμε πάντοτε από την άποψη τής Ορθόδοξης Θεολογίας, γιατί στη Δύση η λέξη "θεολογία" στην πραγματικότητα ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ με την Φιλοσοφία.
Ο άνθρωπος έχει δύο γνωστικά κέντρα. Το ένα είναι ο νους, που είναι το κατάλληλο όργανο για να δεχθεί την αποκάλυψη τού Θεού, η οποία στη συνέχεια διατυπώνεται με τη λογική, και το άλλο είναι η ίδια η λογική, που είναι το γνωστικό όργανο τού κόσμου που μας περιβάλλει. Με τον νου αποκτούμε τη γνώση τού Θεού, ενώ με τη λογική τη γνώση τού κόσμου, και την εκμάθηση τής κατ' αίσθησιν επιστήμης.Στη μία περίπτωση, (στη φιλοσοφία), ο άνθρωπος δια τής λογικής προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα με το μυαλό του και τη φαντασία του, προσπαθεί δηλαδή ΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙ τον Θεό και την κτίση. Είναι μια γνωστική προσπάθεια από κάτω προς τα πάνω. Ο τρόπος τής φιλοσοφίας δηλαδή, είναι η ανακάλυψη.
Στη δεύτερη περίπτωση, (στη θεολογία), δεν έχουμε πλέον "ανακάλυψη", αλλά ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ. Στη Θεολογία έχουμε αποκάλυψη τού Θεού στην κεκαθαρμένη καρδιά τού ανθρώπου.
Η λέξη: Φιλοσοφία, ετοιμολογικά δηλώνει "την αγάπη τής σοφίας", αν και από διαφόρους φιλοσόφους δόθηκαν και άλλοι ορισμοί. Πρώτος ο Πυθαγόρας χρησιμοποίησε για τον εαυτό του κατά παράδοσιν τη λέξη: "Φιλόσοφος". Ως τότε χρησιμοποιούντο οι λέξεις: "σοφός" και "σοφιστής" (Χρήστου Ανδρούτσου: Λεξικόν φιλοσοφίας, εκδ. Ρηγοπούλου, έτος 1965, σελ 357).
Έτσι με βάση όσα είπαμε, δίνουμε εδώ έναν ορισμό για τη φιλοσοφία, ως: "κυρίως η διδασκαλία περί Θεού ανθρώπου και κόσμου, δια τής λογικής και τής φαντασίας".
Αν δούμε το πλήθος τών φιλοσοφικών απόψεων που έχουν διατυπωθεί στις περασμένες χιλιετίες, αντιλαμβανόμαστε, ότι όσο λογική κι αν είναι η φιλοσοφία, δεν μπορεί να δώσει με βεβαιότητα απαντήσεις στους τομείς που πραγματεύεται. Διαφορετικά, όλοι οι φιλόσοφοι θα συμφωνούσαν σε όλα, όπως όλοι οι μαθηματικοί συμφωνούν για τα αποτελέσματα τών αριθμητικών πράξεων. Ένα κι ένα κάνει δύο. Όμως αυτό δεν συμβαίνει με τη φιλοσοφία. Επειδή η φιλοσοφία στηρίζεται σε κάποιες αρχικές παραδοχές που δεν μπορούν να αποδειχθούν, διάφοροι φιλόσοφοι ακολουθούν και διαφορετικούς δρόμους σκέψης. Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν αμέτρητες "σχολές φιλοσοφίας".
Οι άγιοι Πατέρες τής Εκκλησίας από την άλλη, αν και ήταν οι περισσότεροι από αυτούς γνώστες τής φιλοσοφίας, δεν στηρίχθηκαν στην φιλοσοφία για τις δικές τους διδαχές. Δεν είχαν ως κέντρο τη λογική, μέσω στοχασμού και φαντασίας, αλλά είχαν ως κέντρο τον νου. Πρώτα καθάρισαν την καρδιά τους από τα πάθη, και έτσι φωτίσθηκε ο νους τους από την έλευση τής Χάριτος τού Θεού στην καρδιά τους, ώστε να τους ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΕΙ Ο ΘΕΟΣ. Δεν προσπαθούσαν να προσεγγίσουν τον Θεό δια τής λογικής, αλλά δια τής καθαρότητος, που τους καθιστούσε θεοφόρους, και τους έδινε την ΕΜΠΕΙΡΙΑ τού Θεού.
Ενώ δηλαδή η Φιλοσοφία είναι θεωρητική γνώση, (με την επιστημονική έννοια τής λέξης: "θεωρία"), η Θεολογία είναι πρακτική γνώση. Στη Φιλοσοφία ΨΑΧΝΕΙΣ ΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ δια λογικών παραδοχών τον Θεό (ή τον κόσμο). Στη Θεολογία, ΗΔΗ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ τον Θεό, και πρέπει απλώς ΝΑ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ αυτό που γνωρίζεις με τη λογική, σε εύληπτες προτάσεις.
Η Θεολογία, συγγενεύει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες, και κυρίως με την ιατρική, παρά με τη Φιλοσοφία, όσο και αν αυτό είναι δυσδιάκριτο για όσους δεν την γνωρίζουν. Γιατί η Θεολογία, στηρίζεται στην ΠΡΑΚΤΙΚΗ θεραπεία τού γνωστικού οργάνου για τον Θεό, (του νοός), για να μπορέσει να γίνει ο Θεός ΑΙΣΘΗΤΟΣ στον άνθρωπο, κάτι που συνεπάγεται όχι μόνο γνώση τού Θεού, αλλά και θεραπεία.
Και όπως στην ιατρική και στις λοιπές επιστήμες ο ερευνητής καλείται να πειραματισθεί με αυτό που θέλει να αποδείξει, και να δοκιμάσει τις θεραπευτικές μεθόδους που παρατηρήθηκαν ότι λειτουργούν σε άλλους, στη Θεολογία, υπάρχει κι εδώ πείραμα. Δεχόμαστε την αξιοπιστία τής ΓΝΩΣΤΗΣ σ' εμάς εμπειρίας τών αγίων, και καλούμαστε να την επαναλάβουμε στον εαυτό μας. Με τη βεβαιότητα ότι αν καθαρίσουμε την καρδιά μας όπως εκείνοι, θα γνωρίσουμε τον Θεό. Δεν πρόκειται δηλαδή για αφηρημένα ιδεολογήματα τής Φιλοσοφίας, αλλά για ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ μεθόδους θέασης τού Θεού, και ένωσης μαζί Του.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι η πράξη και η θεωρία (= θέαση) τού Θεού, συνυπάρχουν: "Πράξίς εστι θεωρία ενεργουμένη και θεωρία εστί πράξις μυσταγωγουμένη" (PG 90, 1344). Στη Θεολογία η λέξη "θεωρία" δεν έχει την έννοια τού αφηρημένου πιθανολογήματος, αλλά τη ΘΕΑ, τη ΘΕΑΣΗ, τη ΘΩΡΙΑ τού Θεού, όταν έρχεται η Χάρη Του να κατοικήσει στην θεραπευμένη καθαρμένη καρδιά.
Όταν κάποιος ψάχνει για το κλειδί του, και ξαφνικά το βρει, παύει να το ψάχνει. Και θα ήταν κουτός να συνεχίσει να ψάχνει για κάτι που βρήκε. Ομοίως, αν ψάχνει το κλειδί του, και κάποιος του πει ότι το είδε, και ότι βρίσκεται σε συγκεκριμένο σημείο, θα ήταν επίσης κουτός αν συνέχιζε να το ψάχνει αλλού, πριν ελέγξει την πληροφορία τού άλλου.
Ομοίως και η Φιλοσοφία, υπήρξε μια ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ και ΑΝΑΓΚΑΙΑ και ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ μέθοδος αναζήτησης τού Θεού (μεταξύ άλλων αναζητήσεων). Και έδωσε ώθηση στον πολιτισμό, και πολλά της χρωστάει ο κόσμος. Όταν όμως ήρθε η Θεολογία, όταν ο ίδιος ο Θεός ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ πλέον, η αναγκαιότητα αναζήτησής του δεν υφίσταται πια. Γιατί ποιος ο λόγος να ψάχνεις για κάτι το οποίο σου αποκαλύπτεται;
Αυτός ήταν ο λόγος που σοφά οι Έλληνες αντικατέστησαν τη Φιλοσοφία με τη Θεολογία, και επικέντρωσαν πλέον την προσοχή τους, όχι στην έρευνα, αλλά στη ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ όσων πλέον γνώριζαν για τον Θεό.
Όμως με το θέμα αυτό, σκοπεύουμε να ασχοληθούμε σε μετέπειτα άρθρο.
Το υλικό αυτής τής μελέτης, το αντλήσαμε από το πρώτο κεφάλαιο τού βραβευμένου βιβλίου τού σεβ. Ιεροθέου Ναυπάκτου: "Το πρόσωπο στην Ορθόδοξη παράδοση".

Η γνώση του Θεού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά



Όταν ο άνθρωπος ανέλθη από την σαρκική γνώση στην ψυχική και από την ψυχική στην πνευματική, τότε ορά τον Θεό και αποκτά την γνώση του Θεού, που είναι η σωτηρία του. Η γνώση του Θεού, όπως θα αναπτυχθή κατωτέρω, δεν είναι εγκεφαλική, αλλά υπαρξιακή, δηλαδή όλη η ύπαρξη του ανθρώπου πληροφορείται αυτήν την θεογνωσία. Αλλά για να φθάση ο άνθρωπος σ’ αυτήν την γνώση πρέπει να προηγηθή κάθαρση της καρδιάς, δηλαδή θεραπεία της ψυχής, του νοός και της καρδίας. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’, 8). Όπως έχει σημειωθή, ο Βαρλαάμ ισχυριζόταν ότι η γνώση του Θεού δεν είναι υπόθεση θεωρίας του Θεού, αλλά υπόθεση της νοήσεως του ανθρώπου. Μπορούμε, έλεγε, να αποκτήσουμε την θεογνωσία με την φιλοσοφία, γι’ αυτό τους Προφήτας και τους Αποστόλους, που έβλεπαν το άκτιστο Φως, κατέτασσε σε κατώτερη θέση από  τους φιλοσόφους. Το άκτιστο Φως το ονόμαζε αισθητό, κτιστό και «χείρον της ημετέρας νοήσεως». Όμως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, φορεύς της Παραδόσεως και άνθρωπος της αποκαλύψεως, υποστήριζε τα αντίθετα. Στην θεολογία του παρουσιάζεται η διδασκαλία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία, το άκτιστο Φως,  δηλαδή η όραση του Θεού, δεν είναι απλώς συμβολική όραση, δεν είναι αισθητή και κτιστή, ούτε κατωτέρα της νοήσεως, αλλά είναι θέωση. Δια της θεώσεως ο άνθρωπος αξιώνεται να δη τον Θεό. Και αυτή η θέωση δεν είναι αφηρημένη κατάσταση, αλλά ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Δηλαδή ο άνθρωπος θεωρώντας το άκτιστο Φως, το βλέπει γιατί ενώνεται με τον Θεό, το βλέπει με τους εσωτερικούς οφθαλμούς και με αυτούς ακόμη τους σωματικούς οφθαλμούς, οι οποίοι έχουν μετασκευασθή από την ενέργεια του Θεού. Επομένως η θεωρία είναι ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Και αυτή η ένωση  είναι γνώση του Θεού. Τότε ο άνθρωπος αξιώνεται να γνωρίση  τον Θεό. Και αυτή η γνώση είναι υπέρ την ανθρωπίνην γνώσιν και  υπέρ την αίσθησιν.
…Ο άγιος Γρηγόριος κάνει λόγο για την έκσταση. Αλλά αυτή η έκσταση, στην πατερική διδασκαλία, δεν έχει καμμιά σχέση με την έκσταση της Πυθείας και των άλλων θρησκειών…Με άλλα λόγια η έκσταση, που είναι η αδιάλειπτη νοερά προσευχή κατά την οποία ο νους του ανθρώπου έχει μνήμη αδιάλειπτη του Θεού και δεν έχει καμμιά σχέση με τα πάθη και τον λεγόμενο κόσμο της αμαρτίας, δεν είναι ακόμη ένωση με τον Θεό. Η ένωση αυτή του ανθρώπου με τον Θεό γίνεται όταν έλθη ο Παράκλητος στον προσευχόμενο, που κάθεται στο υπερώο των φυσικών ακροτήτων και αναμένει την επαγγελία του Θεού, και τον αρπάζει στην θεωρία του ακτίστου Φωτός. Η έλλαμψη του Θεού είναι εκείνη που δείχνει την ένωση του Θεού με τον άνθρωπο.
…Αυτά δείχνουν ότι η όραση του Θεού, η θέωση, η ένωση και η γνώση του Θεού είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Δεν μπορούν να νοηθούν ανεξάρτητα. Η διάσπαση αυτής της ενότητος απομακρύνει τον άνθρωπο από την γνώση του Θεού. Η βάση της ορθοδόξου γνωσιολογίας είναι η έλλαμψη και αποκάλυψη του Θεού μέσα στην κεκαθαρμένη καρδιά του ανθρώπου.
...Η θεωρία του ακτίστου Φωτός και η γνώση που προέρχεται από αυτή είναι όχι μόνον υπέρ την φύσιν και υπέρ την ανθρωπίνην γνώσιν, αλλά κα υπέρ την αρετήν. Η αρετή και η μίμηση του Θεού μας προετοιμάζει προς την θεία ένωση, αλλά αυτήν την απόρρητη ένωση τελετουργεί η Χάρη. «Αρετή μεν γαρ πάσα και  η εφ’ ημίν του Θεού μίμησις προς την θείαν ένωσιν επιτήδειον ποιείται τον κεκτημένον, η δε χάρις αυτήν τελετουργεί την απόρρητον ένωσιν» (σελ. 616).
Έτσι η θέωση, που είναι ο σκοπός της πνευματικής ζωής, είναι εμφάνεια, φανέρωση του Θεού στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου. Αυτή η θέα του ακτίστου Φωτός είναι εκείνη που δημιουργεί την πνευματική ευφροσύνη στην ψυχή. Διότι, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, γνώρισμα του Φωτός εκείνου είναι η εγγινομένη στην ψυχή κατάπαυση των μη καλών ηδονών και παθών, των λογισμών ειρήνη και κατάσταση, ανάπαυση και πνευματική χαρά, περιφρόνηση της δόξης των ανθρώπων, ταπείνωση που είναι συνδεδεμένη με απόρρητη αγαλλίαση, μίσος του κόσμου, έρως των ουρανίων, μάλλον δε μόνον του Θεού των ουρανών, θέα του ακτίστου Φωτός έστω κι αν σκεπάση κανείς τα μάτια ή τα εξορύξη (σελ. 634).
Από τα προηγούμενα φαίνεται  καθαρά ότι το τέλος της θεραπείας του  ανθρώπου είναι η θέα του ακτίστου Φωτός. Επειδή όμως γίνεται λόγος στο κεφάλαιο αυτό περί της θεωρίας νομίζω πως είναι καλό να παρουσιασθή και η διδασκαλία του αγίου ότι υπάρχουν πολλοί βαθμοί θεωρίας. Λέγει ο άγιος ότι της θεωρίας αυτής υπάρχει αρχή και τα μετά την αρχή, που διαφέρουν κατά το αμυδρότερο και το τηλαυγέστερο, δεν υπάρχει όμως τέλος γιατί η πρόοδος αυτής, καθώς επίσης και της εν αποκαλύψει αρπαγής, συνεχίζεται επ’ άπειρον . Γιατί άλλο είναι η έλλαμψη και άλλο η διαρκής θέα του Φωτός και άλλο η θέα των εν τω Φωτί πραγμάτων.
…Επομένως η θεωρία έχει πολλά στάδια και βαθμούς και πολλά προηγούνται για να φθάση κανείς στην θεωρία του ακτίστου Φωτός, που είναι «η καλλονή του μέλλοντος αιώνος», «το βρώμα των επουρανίων». Η μνήμη του θανάτου, που είναι χάρισμα από τον Θεό, η αδιάλειπτη προσευχή, η έμπνευση για να τηρήση κανείς ολοκληρωτικά τις εντολές του Χριστού, η γνώση της πνευματικής μας πτωχείας, δηλαδή η κατανόηση των αμαρτιών και των παθών μας και η ακολουθούσα αυτήν μετάνοια είναι βαθμοί θεωρίας. Όλα αυτά γίνονται με την ενέργεια της θείας Χάριτος. Βέβαια η τελεία θεωρία είναι η θέα του ακτίστου Φωτός, που και αυτή διακρίνεται στην θέα και την διαρκή θέα, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος.
Έτσι η κάθαρση που γίνεται με την Χάρη του Θεού δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να φθάση κανείς στην θεωρία που είναι κοινωνία με τον Θεό, θέωση του ανθρώπου και γνώση του Θεού. Η ασκητική μέθοδος της Εκκλησίας οδηγεί σ’ αυτό το σημείο. Δεν γίνεται με ανθρώπινα κριτήρια και  δεν σκοπεύει να κάνη τον άνθρωπο «καλόν καγαθόν», αλλά να τον θεραπεύση τελείως και να αποκτήση κοινωνία με τον Θεό. Όσο ο άνθρωπος βρίσκεται μακράν της κοινωνίας και ενώσεως με τον Θεό, δεν έχει ακόμη επιτύχει την σωτηρία του. Ο ασκούμενος πνευματικά και θεωρών το άκτιστο Φως λέγεται στην γλώσσα των Πατέρων «θεούμενος». Την έκφραση αυτή την χρησιμοποιεί ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και επαναλαμβάνει, όπως είδαμε προηγουμένως, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (σελ. 620).
Η θεραπεία της ψυχής, του νου, της καρδιάς οδηγεί τον άνθρωπο στην θέα του Θεού και τον καθιστά γνώστη της θείας ζωής και αυτή η γνώση είναι σωτηρία του ανθρώπου.
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου, Ιεροθέου, Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία (πατερική θεραπευτική αγωγή). Έκδοση Ζ’, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας)

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ, Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

 



Ὁ  ἅγιος Ἀμβρόσιος
ἐπίσκοπος Μεδιολάνων 
Ὁ   Βίος καὶ τὸ ἔργον του
 Χρῖστος Βασιλειάδης
Θεολόγος- Φιλόλογος
                      
   Σὰν πηγὲς βιογραφικὲς γιὰ τὸν ἅγιον Ἀμβρόσιον, διαθέτομεν πρῶτον τὰ δικά του συγγράμματα, ἰδιαίτερα τὶς σωζόμενες ἐπιστολές του. Δεύτερον ἕνα Βίον τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου (Vita sancti Ambrosii) γραφέντα εἴκοσιν πέντε περίπου ἔτη μετὰ τὸ θάνατόν του ἀπὸ τὸν παλαιόθεν διάκονόν του, τὸν Παυλῖνον. Τρίτον ἀπὸ  ἀναφορὲς ἢ νύξεις ποὺ κάνουν γι' αὐτὸν οἱ σύγχρονοί του συγγραφεῖς ἀλλὰ καὶ οἱ ἱστορικοὶ τοῦ πέμπτου αἰῶνος.
  Ὁ Ἀμβρόσιος, λοιπόν, γεννήθηκεν τὸ 340 μ.Χ. ἀπὸ μία διάσημην ὅσον καὶ χριστιανικὴν οἰκογένειαν, πιθανῶς στὰ Τρέβηρα τῆς Γαλατίας, ὅπου ὁ πατήρ του ἦταν ἔπαρχος.
   Ἦταν τὸ τρίτον παιδὶ τῆς οἰκογένειας μετὰ τὴν ἀδελφὴν του Μαρκελλῖναν καὶ τὸν ἀδελφόν του Σάτυρο. Μετὰ τὸν πρόωρο θάνατον τοῦ πατέρα του ὡδηγήθηκεν ἀπὸ τὴ μητέρα του στὴ Ῥώμην, ὅπου ἔλαβε μίαν ἐπιμελημένη φιλολογικὴν καὶ νομικὴν παιδείαν. Νωρὶς προσκολλήθηκεν στὸν Sextus Petronius  Probus, ἔπαρχον τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος περὶ τὸ 370 τὸν ἔστειλε μὲ τὸν τίτλον καὶ τὶς ἐξουσίες τοῦ ὑπάτου τῆς ἐπαρχίας Λιγουρίας-Αἰμιλίας τῆς Βορείου Ἰταλίας στὸ Μιλᾶνον (Μεδιόλανα), πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας.
  Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ὁ νόμιμος ἐπίσκοπος Μιλάνου, ἅγιος Διονύσιος, μόλις εἶχε πεθάνει στὴν ἐξορίαν ἀλλὰ καὶ ὁ παρείσακτος ἀρειανὸς ἐπίσκοπος Αὐξέντιος, ποὺ ἐπὶ εἴκοσιν περίπου ἔτη κατεπίεζεν τοὺς ὀρθοδόξους, κι' αὐτὸς μόλις εἶχεν πεθάνει.
  Ὁ Ἀμβρόσιος ὁ ὁποῖος σημειωτέο δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὸ βάπτισμα, ἀλλ' ἦταν μόνον κατηχούμενος, ὑπὸ τὴν ἀνωτέρω πολιτικὴν ἰδιότητά του ἐκλήθη νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν σὲ μία θορυβώδη καὶ ὁπωσδήποτε δύσκολην ἐκλογὴ  διαδόχου ἐπισκόπου. Ἀπευθύνθηκεν, λοιπόν,  στὸ πλῆθος τῶν συναγμένων χριστιανῶν καὶ τοὺς ὡμίλησεν περὶ τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν περίστασιν εἰρήνης μὲ τὸση δὲ εὐγλωττίαν ὥστε στὴν ἀρχὴν μὲν ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ  κατόπιν ὅμως ὅλος ὁ λαὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἐπισκόπους ἐξέλεξαν διὰ βοῆς ὡς ἐπίσκοπόν τους τὸν Ἀμβρόσιον, ὁ ὁποῖος εἰς μάτην προσπάθησε νὰ ἀποφύγῃ ἕνα τόσο βαρὺ ὅσον καὶ ἀπροσδόκητον ἀξίωμα, βαπτισθεὶς δὲ στὴν συνέχειαν, ἐχειροτονήθη ὀλίγες μέρες μετὰ (7 Δεκεμβρίου 374) ἐπίσκοπος. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε θεολογικὴ μόρφωσιν μέχρι τότε, ἀμέσως ἔπεσεν σὲ μίαν ἀδιάκοπον καὶ βαθειὰ μελέτη γιὰ νὰ μυηθῇ στὴ χριστιανικὴ διδασκαλίαν ποὺ θὰ δίδασκεν στὸ ποίμνιόν του. Ῥούφηξε ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ σοφοῦ χριστιανοῦ ἱερέως Σιμπλικιανοῦ μὲ ἀπληστίαν τοὺς χριστιανοὺς συγγραφεῖς, ἰδιαίτερα τοὺς ἕλληνας, τόσον τοὺς παλαιότερους ὅσον καὶ τοὺς σύγχρονούς του.
  Μὲ τὴν ἄνοδόν του ὡστόσον στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνον ἐπέβαλεν τάξιν καὶ εἰρήνην στὴν ἐπισκοπήν του, ποὺ ἐπὶ χρόνια ἐταράσσετο ἀπὸ τὶς ἀρειανικὲς ἔριδες. Ἐκήρυττεν ἐπίσης καὶ συνέγραφεν κυρίως ἠθικοῦ περιεχομένου συγγράμματα, ἀλλὰ καὶ δογματικοῦ.
  Ἡ δὲ εὐγλωττία του ἠχμαλώτιζεν τὰ πλήθη, προσήλκυσε μάλιστα καὶ τὸ νεαρὸν τότε Αὐγουστῖνον, μετέπειτα ἐπίσκοπον Ἱππῶνος, τοῦ ἔλυσεν τὶς ἀπορίες καὶ τὸ μετέστρεψεν στὸ Χριστιανισμόν.  Ἡ ἐπισκοπικὴ δραστηριότητα τοῦ Ἀμβροσίου ἐπεξετείνετο καὶ πέραν τῆς πόλεως τῆς ἐπισκοπῆς του. Ἀπὸ ζῆλον εἰσήγαγεν τὴ χρῆσιν τῶν ὕμνων ὅπως αὐτοὶ ἐψάλλοντο στὴν Ἀνατολὴν καὶ ἀναζωπύρωσεν τὴν πίστιν τοῦ ποιμνίου του ἀναβιώνοντας τὴν τιμὴν πρὸς τοὺς ἀρχαίους μάρτυρας Ναζάριον, Κέλσο, Γερβάσιον κλπ. Παρουσιάζομεν ἀμέσως τοὺς βασικοὺς σταθμοὺς τῆς ἀρχιερατείας του ἐν συντομίᾳ.
  Ὑπέρμαχος τῆς ὀρθόδοξης διδασκαλίας στὴ Δύσιν ὁ Ἀμβρόσιος παρέστη στὴν σύνοδον τῆς Ἀκυληίας (381). Προεδρεύει τὸ 381 ἢ 382 σὲ σύνοδον τοῦ βικαριάτου τῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία σύνοδος κατεδίκασεν τὸν ἀπολλιναρισμόν. Συναντιέται μὲ τὸν ἅγιον Ἐπιφάνιον ἐπίσκοπον Σαλαμῖνος τῆς Κύπρου καὶ μὲ τὸν Παυλῖνον Ἀντιοχείας στὴ ῥωμαϊκὴν σύνοδον τοῦ 382, στὰ πρακτικὰ τῆς ὁποίας ἀναφέρεται ὡς πρῶτος μετὰ τὸν πάπα Δάμασον.  Τὸ 390 ὁ Ἀμβρόσιος συγκαλεῖ στὸ Μιλᾶνον σύνοδον κατὰ τοῦ αἱρετικοῦ Ἰοβινιανοῦ.
   Σ' αὐτὴν ἐπικυρώθηκεν ἡ ἀπόφασις τοῦ 389 τῶν ἐπισκόπων τῶν Γαλατιῶν κατὰ τῶν Ἰθακιανῶν. Οἱ Ἰθακιανοὶ αὐτοὶ πῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὸν Ἱσπανὸν ἐπίσκοπον Ἰθάκιον, τοῦ ὁποίου ἦσαν ὀπαδοὶ σχηματίζοντας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κόμμα καὶ σχίσμα. Ἡ ἰδιορρυθμία τους ἦταν ὅτι ἤθελαν νὰ καταδιώκωσιν τοὺς αἱρετικοὺς πρισκιλλιανοὺς ἐφαρμόζοντας βίαν.
  Ὁ Ἀμβρόσιος, ἐξ ἄλλου, εἰσηκούετο ἀπὸ τὸ Βαλεντινιανὸν Α', πρὸ παντὸς ὅμως ἀπὸ τὸ Γρατιανὸν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ Βαλεντινιανὸν Β'. Ἀντιστάθηκεν ὡστόσον σθεναρὰ στὶς ἀξιώσεις τῆς ἀρειανῆς βασιλομήτορος Ἰουστίνης τῆς ὁποίας ἀνέτρεψεν τὰ σχέδια γιὰ ἀναστήλωσιν τοῦ ἀρειανισμοῦ. Ἀντετέθη στὸ νόμον, ποὺ ἔδινεν ἐλευθερίαν στοὺς ἀρειανοὺς ὀπαδοὺς τῆς συνόδου τοῦ Ῥίμινι καὶ ποὺ ἀπηγόρευεν στοὺς ὀρθοδόξους, ἐπὶ ποινῇ θανάτου κάθε ἀντίστασιν. Ἀψήφησεν ἀκόμη τὶς ἀπειλὲς γιὰ ἐξορίαν καὶ ζήτησεν τὴν ἐξαίρεσιν τῶν δικαστῶν του. Ὑφίσταται ἐπὶ πλέον ἐπανειλημμένες ἀπόπειρες δολοφονίας. Μεταβαίνει ἔπειτα στὰ Τρέβηρα πρὸς τὸ Μάξιμον, σφετεριστὴν τοῦ θρόνου, γιὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ νόμιμα αὐτοκρατορικὰ δικαιώματα τοῦ νεαροῦ ἀκόμη Βαλεντινιανοῦ Β'. Μετὰ τὸ θάνατον τῆς ἀρειανῆς μητρός του ὁ Βαλεντινιανὸς Β' κερδήθηκεν ὁριστικὰ στὴν ὑπόθεσιν τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ Ἀμβροσίου, συγκεκριμένα μὲ τὸ νὰ ἀντιταχθῇ στὴν ἐπανατοποθέτησιν τοῦ ἀγάλματος τῆς θεᾶς Νίκης στὴν ἐπίσημην αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Συγκλήτου.
  Στὴν ἀνατολὴν τότε συναυτοκράτωρ ἦταν ὁ Θεοδόσιος, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Ἀμβρόσιος εἶχε φιλίαν, ἡ ὁποία ὅμως δὲν τὸν ἔκανε νὰ κλείσῃ τὸ στόμα του, δὲν τὸν ἐφίμωσεν, δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ ἐλέγξῃ τὸ βυζαντινὸ βασιλέα.
  Τὸ 388 ὁ ἴδιος πέτυχεν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιον, τὴν ἀνάκλησιν καὶ ἀπόσυρσιν ἑνὸς διατάγματος, ποὺ ὑποχρέωνεν τοὺς χριστιανοὺς τῆς πόλεως Καλλινίκης στὴ Μεσοποταμίαν νὰ ξανακτίσωσι μίαν ἑβραϊκὴν συναγωγήν, ποὺ οἱ ἴδιοι εἶχαν γκρεμίσει.
  Τέλος, μετὰ τὴν ὁμαδικὴν σφαγὴν κατοίκων τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ διέταξεν ὠργισμένος ὁ Θεοδόσιος γιὰ νὰ ἐκδικηθῇ τὴν προηγηθεῖσαν θανάτωσιν ἀπὸ Θεσσαλονικεῖς κάποιων ἀξιωματούχων του, ἐπενέβη ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος καὶ ἐμπόδισεν ὁ ἴδιος τὴν εἴσοδον τοῦ Θεοδοσίου στὴν Ἐκκλησίαν καὶ τοῦ ἐπέβαλε δημόσια μετάνοιαν.
  Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος ἀπέθανεν στὶς 4 Ἀπριλίου τοῦ 397. Ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία τὸν κατέταξε μεταξὺ τῶν ἁγίων καὶ τὸν τιμᾶ ὡς τὸν τέταρτο μεγάλο διδάσκαλόν της μαζὶ μὲ τὸν ἅγιον Αὐγουστῖνον, τὸν ἅγιον Ἱερώνυμον καὶ τὸν ἅγιον Γρηγόριον. Τελεῖ δὲ τὴ μνήμην του στὶς 7 Δεκεμβρίου, ὅπως καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Χαρακτηρισμὸς τοῦ προσώπου,
τῆς δράσεως καὶ τῶν ἔργων
τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου
  Ὁ τρόπος σκέψεως τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου εἶναι ῥωμαϊκὸς, ἐκτὸς τοῦ χριστιανικοῦ. Εἴπαμεν ἤδη ὅτι ἠσχολήθη κυρίως μὲ ἠθικὰ καὶ πρακτικὰ θέματα, ἐνίοτε καὶ μὲ δογματικά, χωρὶς ὅμως τὶς ὑψηλὲς φιλοσοφικὲς καὶ θεωρητικὲς ἐξάρσεις καὶ πτήσεις π.χ. ἑνὸς Αὐγουστίνου, περιοριζόμενος στὰ ἁγιογραφικὰ καὶ τὰ ἐκ τῆς παραδόσεως στοιχεῖα καὶ ἐπιχειρήματα. Ἀπὸ τοὺς προγενέστερους ἢ σύγχρονούς του Πατέρες  καὶ ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς γνώριζεν καλὰ κυρίως τὰ συγγράμματα τοῦ Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως, τοῦ Ὠριγένους, τοῦ Διδύμου Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Δὲν θὰ πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ ἰδιαίτερη συμβολὴ τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου ἦταν ὅτι ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἄριστος γνώστης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἔκανε γνωστὲς στὴ Δύσιν τὶς διδασκαλίες καὶ τὰ συγγράμματα τῶν ἑλλήνων Πατέρων σὲ μίαν ἐποχήν, ποὺ λίγοι λατῖνοι στοχαστὲς μποροῦσαν νὰ μελετήσουν τὰ συγγράμματα αὐτὰ στὸ πρωτότυπόν τους κείμενον.  Ὁ Ἀμβρόσιος πάντως ἦταν κυρίως ποιμὴν ψυχῶν καὶ πρὸ παντὸς χριστιανὸς ἐπίσκοπος. Αὐτὸ μερικὲς φορὲς παραγνωρίζεται γιὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Ὁ ἅγιος ὤφειλεν, κυρίως ἀφ' ὅτου τὸ Μιλᾶνον ἔγινεν ἡ πόλις διαμονῆς τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ἡ ἕδρα τῆς δημόσιας διοικήσεως, νὰ σχεδιάζη καὶ νὰ ὀργανώνῃ τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Κράτους. Ὁ πολιτικὸς λοιπὸν ῥόλος, ποὺ αὐτὸς ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ παίξῃ, ὁδηγεῖ συχνὰ τοὺς ἱστορικοὺς νὰ ἀφήσουν στὴν σκιὰν τὸ θρησκευτικόν του ῥόλον. Ὁ ἴδιος ὅμως σὲ κάθε περίπτωσιν συμπεριεφέρθη ὡς ἐπίσκοπος καὶ σὰν μοναδικόν του στόχον εἶχεν τὴ δόξαν τοῦ Θεοῦ.
   Πάντως τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὸ ῥητορικὸν ὕφος τοῦ ἁγίου ἐξετίμησαν καὶ ἐτόνισαν μεγάλοι ῥήτορες καὶ σοβαροὶ συγγραφεῖς: ὁ πολὺς Fénelon γράφει γι' αὐτόν. "Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος μερικὲς φορὲς ἀφίνεται νὰ ἀκολουθῇ τὸν συρμὸν τῆς ἐποχῆς. Δίνει δηλαδὴ στὶς ὁμιλίες του ἐκεῖνα τὰ στολίδια ποὺ τότε ὅλοι ἐκτιμοῦσαν. Ἀλλὰ, στὸ κάτω-κάτω, δὲ βλέπομεν τὸν ἅγιον Ἀμβρόσιον, παρὰ τὰ ὅποια παιχνιδίσματά του μὲ τὶς λέξεις, νὰ γράφῃ στὸ Θεοδόσιο μὲ ἀμίμητη δύναμιν λόγου καὶ πειθώ; Ἀλλὰ καὶ τὶ τρυφερότητα δὲν ἀποπνέει, ὅταν ἐκφράζηται γιὰ τὸν ἀδελφόν του Σάτυρον;" (Fénelon, Troisième dialogue sur l’  éloquence.)
  Ὁ δὲ Villemain παρατηρεῖ: "Ὅποιος ἀσχοληθῇ περισσότερο μὲ τὴ γλῶσσαν καὶ μὲ τὸ ὕφος τοῦ Ἀμβροσίου νιώθει σ' αὐτὸν τὴν εὐχάριστην ὀσμὴν τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαιότητος. Οἱ δύο συγγραφεῖς ποὺ μιμεῖται περισσότερον αἰσθητὰ καὶ χτυπητὰ ὁ Ἀμβρόσιος, εἶναι ὁ Τίτος-Λίβιος καὶ ὁ Βιργίλιος. Πολὺ εὐχαρίστως θὰ προσέθετα σ' αὐτοὺς καὶ τὸν Κικέρωνα μὲ τὸν Σενέκα. Χωρὶς ἀμφιβολίαν οἱ ἀναμνήσεις ἐκ τῆς γλώσσας τους εἶναι παράξενα ἀναμεμιγμένες στὰ ἔργα τοῦ Ἀμβροσίου. Δὲν ὑπάρχουν λιγότερες ἀνταύγειες τῆς ἀρχαιότητος στὸ ἀνομοιόμορφον ὕφος τοῦ χριστιανοῦ μαθητῆ τους, καὶ ὅ,τι (τοῦ λείπει) εἰς μορφὴν, καλύπτεται ἀπὸ τὸ ἐξαίσιον τοῦ βάθους (του)" (Villemain, Saint Ambroise ἐν τῇ Biographie universelle de F. Didot, Paris, 1855).
Εἰσαγωγικῶς, περαιτέρω, περιοριζόμεθα νὰ εἴπωμεν διὰ βραχέων περὶ τῶν πηγῶν, ἀπὸ ὅπου ἀρύσθηκεν τὴ διδασκαλίαν του ὁ Ἅγιος, περὶ τῶν συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι ἐπηρέασαν τὴν σκέψιν καὶ τὴ μέθοδόν του, καθὼς καὶ ὀλίγα περὶ μιᾶς ἀφανοῦς προσωπικότητος, τοῦ Σιμπλικιανοῦ, ὑπὸ τὴ χριστιανικὴν κηδεμονίαν τοῦ ὁποίου ἠνδρώθη χριστιανικῶς ὁ Ἀμβρόσιος καὶ τέλος νὰ δώσωμε μίαν στοιχειώδη ἀμβροσιανὴ βιβλιογραφίαν.
  Πρῶτον, λοιπόν, παρατηρητέον ὅτι ὁ τέταρτος αἰῶνας, εἰς τὸν ὁποῖον ἔζησεν, ἔγραψεν καὶ ἔδρασεν ὁ ἅγιός μας, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τόσον στὴν Ἀνατολὴν ὅσον καὶ στὴ Δύσιν χριστιανοὺς συγγραφεῖς μὲ μίαν ἰδιοτύπως ὥριμην αὐτοσυνειδησίαν ἔναντι τοῦ Ἐθνισμοῦ, γιὰ τοὺς ὁποίους θὰ μπορούσαμεν ἴσως νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπεδίωκαν ὄχι μόνον τὴν ζωὴν τῆς ἀναστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνον τὸ εἶδος τῆς ἀθανασίας ποὺ συνίσταται στὴ φιλολογικὴν κληροδοσίαν πρὸς τὶς μεταγενέστερες γενεές1. Τέτοια, ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ἄλλους ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς, εἶναι καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστὸν συνέγραψε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ ἔργον του De Officiis «Περί Καθηκόντων» ,ὅπως δηλαδὴ τὸ ὁμώνυμον ἔργον τοῦ Κικέρωνος.
    Ἐξ ἄλλου, ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος ἐγνώριζε λίαν καλῶς τὴν ἑλληνική, μίαν δὲ τῶν πηγῶν  τῆς διδασκαλίας του, τὴν ἁγίαν Γραφὴν τὴν ἐχρησιμοποίει ἐκ τῆς εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐκ τῆς ἑβραϊκῆς ὑπὸ τῶν ἑβδομήκοντα δύο ἑρμηνευτῶν μεταφράσεώς της . Εἶχεν ὅμως πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τὶς μεταφράσεις τοῦ Συμμάχου καὶ Ἀκίλα.
  Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος ἐκ μὲν τῶν ἑλλήνων πατέρων καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ἦταν ἀφ' ἑνὸς γνώστης τοῦ Ὠριγένους -σημειωτέον ἐχρησιμοποίει τὴν ἀλεξανδρινὴν ἑρμηνευτικὴ μέθοδον- ὑπῆρξεν δὲ ἀφ' ἑτέρου βαθὺς μελετητὴς καὶ τῶν καππαδοκῶν λεγομένων Πατέρων: Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, Γρηγορίου τοῦ Νύσσης, καί τοῦ μεγάλου Βασιλείου- ὁ Ἀμβρόσιος μάλιστα ἔγραψεν ἔργον ὑπὸ τὸν τίτλον Exameron, ὅπως ὁ μέγας Βασίλειος εἶχεν συγγράψει τὴν Ἑξαήμερόν του.
  Ἐκ δὲ τῶν προγενεστέρων του λατίνων ὁ Ἀμβρόσιος εἶχεν μεγάλην οἰκειότητα ὡς ἦτο φυσικό, μὲ τὰ συγγράμματα τοῦ Τερτυλλιανοῦ καὶ Κυπριανοῦ2 .
  Τέλος ἐκ τῶν ἔργων τῶν ἑλληνιζόντων καὶ ἑλλήνων φιλοσόφων ἐνεβάθυνεν σ' αὐτὰ τοῦ Φίλωνος καὶ Πλωτίνου3, ἀπ' τοὺς ὁποίους σημειωτέον δανείζεται ἐδάφια ὁλόκληρα καὶ μάλιστα κατὰ λέξιν, ὅπως ἀπέδειξεν ὁ Pierre Courcelle καὶ ἄλλοι4.
  Ἐξ ἄλλου, ὁ μέντωρ τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου, Σιμπλικιανός, τὸν ὁποῖον ἀνωτέρω ἀναφέραμεν, κατήγετο ἴσως ἐκ Μιλάνου, ἦτο δὲ χριστιανὸς ἱερεύς ἐκεῖ καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸ 397 διεδέχθη τὸν ἅγιον Ἀμβρόσιον εἰς τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνον τοῦ Μιλάνου5. Καλλιεργημένος θεολόγος ὁ Σιμπλικιανὸς καὶ γνώστης τῆς νεοπλατωνικῆς φιλοσοφίας ὁ ἴδιος, ἔπαιξεν σημαντικὸ ῥόλον στὴ μεταστροφὴν στὸ Χριστιανισμόν, πλὴν τοῦ Ἀμβροσίου καὶ δύο ἀκόμη προσωπικοτήτων: τοῦ Μάριου Βικτωρίνου καὶ τοῦ Αὐγουστίνου. Ἦταν δηλαδὴ κηδεμονικῶς κοντὰ στὸν Ἀμβρόσιον κατὰ τὸν πνευματικόν  καταρτισμὸν του ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος εἰς τὸ Η' κεφάλαιον τῶν Ἐξομολογήσεών του (Confess. VIII, 2, 3). Ὁ δὲ Ἀμβρόσιος τοῦ ἀπηύθυνεν ἐπιστολὲς ἀπ' τὶς ὁποῖες σῴζονται τέσσαρες (37,38,65,67 = Maur.). Ἀντιστρόφως ὅμως, οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Σιμπλικιανοῦ πρὸς τὸν Ἀμβρόσιον καθὼς καὶ ἐκεῖνες τοῦ ἰδίου πρὸς τὸν Αὐγουστῖνον δυστυχῶς ἀπωλέσθησαν. Ὁ τελευταῖος μάλιστα τοῦ ἀφιέρωσεν τὸ "Περὶ διαφόρων ζητημάτων πρὸς Σιμπλικιανὸν" (De diversis quaestionibus ad Simplicianum) καὶ τοῦ ἀπηύθυνεν ἐπίσης τὴν Ἐπιστολήν 37. Ὁ Σιμπλικιανὸς ἀπέθανε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 400-4016.
 Εἰς ὅ,τι δὲ ἀφορᾷ, τέλος, τὸ βιβλιογραφικὸν μέρος, βασικὸν διὰ τὴν παλαιοτέραν πως ἀμβροσιανὴ βιβλιογραφίαν εἶναι τὸ τετρασέλιδον ἄρθρον τῶν G. Sanders καὶ M. Van Uytfanghe, Cento anni di bibliografia ambrosiana (1874-1974), Μιλᾶνο, 1981 (=ἐν Stud. Patr. Mediolan., XI, σελ. 4-7).
   Εἰδικότερον τώρα καὶ σχετικὰ μὲ τοὺς χειρόγραφους κώδικες, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ σῴζονται τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου μας, μᾶς πληροφορεῖ μὲν ὁ O. Faller, ἐν Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum lxxiii, 1955, σελ. VI-XVIII ἀλλὰ καὶ οἱ G. Billanovich καὶ M. Ferrari, ἐν Αmbrosius Episcopus (Stud. Patr. Mediolan. VI.), Μιλᾶνο 1976, I, σελ. 5-102.

Συγγράμματα:
Οἱ τίτλοι τῶν γνήσιων ἔργων τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου ἔχουν ὡς ἑξῆς:
Α' ἔργα  Ἐξηγητικὰ.
 1) Ἑξαήμερος (Exameron) Migne, P.L., XIV, 123 (133).  ’Eγράφη μεταξὺ 386 καὶ 389. Σ' αὐτὸ μιμεῖται τὸ ὁμώνυμον ἔργον τοῦ Μ. Βασιλείου
 2) Περὶ τοῦ Παραδείσου (De Paradiso), Migne, P.L., XIV, 275 (291). Ἐγράφη περὶ τὸ 380. Ἀναιρεῖ σ' αὐτὸ τὸν Μανιχαϊσμόν.
  3) Περὶ τοῦ Κάϊν καὶ Ἄβελ (De Cain et Abel), Migne, P.L. XIV 315 (333). Ἐγράφη περὶ τὸ 380.
  4) Περὶ τοῦ Νῶε [καὶ τῆς κιβωτοῦ] (De Noe [et arca]), Migne, P.L. XIV 361 (381).  Κατὰ τὸν Kellner ἐγράφη τέλος τοῦ 386.
  5) Περὶ τοῦ Ἀβραὰμ (De Abraam), Migne, P.L. XIV, 419 (441). Τὸ ἔγραψεν κατὰ τὴ διάρκειαν τῶν ἐτῶν 388 καὶ 390.
  6) Περὶ τοῦ Ἰσαὰκ εἴτε περὶ ψυχῆς (De Isaac vel anima), Migne, P.L. XIV, 501 (527).
  7) Περὶ τοῦ ἀγαθοῦ τοῦ θανάτου (De bono mortis), Migne, P.L. XIV, 539 (567).
  8) Περὶ τοῦ Ἰακὼβ καὶ τῆς μακαρίας ζωῆς (De Jacob et vita beata), Migne, P.L. XIV, 597 (627).
  9) Περὶ Ἰωσὴφ [τοῦ πατριάρχη] De Joseph [patriarcha], Migne, P.L. XIV, 641 (673).
  10) Περὶ τὼν πατριαρχῶν (De Patriarchis), Migne, P.L., XIV, 673 (707).
  11) Περὶ φυγῆς ἐκ τοῦ αἰῶνος (De fuga saeculi), Migne, P.L., XIV, 569 (597)
 12) Περὶ ἐπερωτήσεως στὸν Ἰὼβ καὶ  Δαβὶδ (De interpellatione Job et David), Migne,  P.L. XIV, 797 (835). Κατὰ τοὺς βενεδικτίνους ἐγράφη περὶ τὸ 383.
 13) Περὶ ἀπολογίας τοῦ προφήτη Δαβὶδ (De apologia prophetae David), Migne, P.L. XIV, 851 (891).      
 14) Ἑτέρα ἀπολογία τοῦ Δαβὶδ (Apologia David altera), Migne, XIV, 887 (930).
 15) Περὶ τοῦ Ἡλία καὶ περὶ νηστείας (De Helia et jejunio), Migne, XIV, 697 (731).
 16) Περὶ τοῦ Ναβουθαὶ (De Nabuthae), Migne, XIV, 731 (765)
 17) Περὶ τοῦ Τωβία (De Tobia), Migne, P.L. XIV, 759 (797).
 18) Ἐξήγησις εἰς δώδεκα ψαλμοὺς (Explanatio super psalmos XII), Migne, P.L., 921 (963).  Ἐγράφη εἰς διάφορες ἐποχὲς τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου.
 19) Ἔκθεσις περὶ τοῦ ψαλμοῦ ριη' (Expositio de psalmo CXVIII), Migne, XV, 1197 (1216).  Ἐγράφη μεταξὺ 386-388.
 20) Ἔκθεσις Ἡσαΐου προφήτη (ἀποσπάσματα παρὰ τῷ Αὐγουστίνῳ) (Expositio Esaiae prophetae), Migne, P.L. XLIV, 384, 410, 436, 632 καὶ 688.
 21) Ἔκθεσις τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου (Expositio evangelii secundum Lucam), Migne, P.L., XV, 1527 (1697). Εἶναι τῶν ἐτῶν 385-387.

Β' Ἠθικὰ καὶ ἀσκητικὰ ἔργα:
    1) Περὶ τῶν καθηκόντων τῶν λειτουργῶν (De officiis ministrorum), Migne, P.L., XVΙ, 23 (25). Περίφημη πραγματεία τῶν ἐτῶν μετὰ τὸ 386.
  2) Περὶ τῶν παρθένων (De virginibus), Migne, P.L., XVΙ, 187 (197). Τὸ ἀπηύθυνεν ὅπως καὶ τὰ ὑπόλοιπα περὶ παρθενίας στὴν ἀδελφήν του μοναχὴν Μαρκελλῖναν στὴν ἀρχὴν τῆς ἀρχιερατείας του, τὸ 377.
   3) Περὶ τῶν χηρῶν (De viduis), Migne, P.L., XVΙ, 233 (247). Ἐγράφη τὸ 377 ἢ 378.
   4) Περὶ τῆς παρθενίας (De virginitate), Migne, P.L. XVΙ, 265 (279) . Καὶ αὐτὸ μᾶλλον ἐγράφη τὸ 378.
   5) Περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρθένου (De institutione virginis), Migne, P.L. XVΙ, 305 (319). Ἐγράφη τὸ 391 ἢ 392.
   6) Παρότρυνση γιὰ τὴν παρθενίαν (Exhortatio virginitatis), Migne, P.L. XVI, 335 (351). Ἐγράφη τὸ 394 ἢ 395.
 
Γ ' Δογματικὰ ἔργα:
 1) Περὶ πίστεως (De fide), Migne, P.L., XVI, 527 (549).
2) Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (De Spiritu Sancto), Migne, P.L. XVI, 703 (731)
3) Περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Κυρίου (De incarnationis dominicae Sacramento), Migne, P.L., XVI, 817 (853).
4) Ἐξήγησις τοῦ συμβόλου (Explanatio symboli). Migne, P.L., XVII, 1155 (1193)
5) Περὶ τῶν μυστηρίων (De sacramentis), Migne, P.L., XVI, 417 (435).
6) Περὶ  μυστηρίων (De mysteriis), Migne, P.L., XVI, 389 (405).
7) Περὶ τῆς μετανοίας (De paenitentia), Migne, P.L., XVI, 465 (485).
 
Δ ' Λόγοι καὶ ἐπιστολές:
1)  Περὶ τῆς ἐξόδου τοῦ ἀδελφοῦ [Σατύρου βιβλ. 2] Migne, P.L., XVI, 1289 (1345). Ἐξεφωνήθη τὸ 379.
2) Περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Βαλεντινιανοῦ (De obitu Valentiniani), Migne, P.L., XVI, 1357, (1417). Ἐξεφωνήθη τὸν Αὔγουστον τοῦ 392.
3) Περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Θεοδοσίου (De  obitu Theodosii), Migne, P.L. XVI, 1385 (1447). Ἐξεφωνήθη στὶς 26 Φεβρουαρίου τοῦ 393.
4)  Ἐπιστολὲς (Epistulae), Migne, P.L., XVI, 876 (913)
 
Ε ' Ποικίλα ἔργα:
1) Περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἀναγεννήσεως εἴτε περὶ φιλοσοφίας (De sacramento regenerationis sive de philosophia), ἀπόσπασμα παρὰ τῷ Αὐγουστίνῳ ἐν Corp. Script.Eccl. Latin. XI, σελ. 131)
2) Πασχαλινὸν κήρυγμα "Ἀγαλλιάσθω" (Praeconium paschale “ Exultet” , Migne, P.L.LXXII, 364).
3) Ὕμνοι (Hymni) , Migne, P.L. XVI, 1409 (1473).
4)  Ἐπιγράμματα (Epigrammata), Migne, P.L. XIII, 414 : P.L.S.  ι' 586
5)  Τίτλοι κα' (Tituli XXI), P.L. S. , I’ , 587.


  1. Frances, Young, “Classical genres and Christian genres”, ἐν The Cambridge history of early Christian literature. σελ. 253.
  2. Y. M. Duval, L’  influence des écrivains africains.
  3. L. Taormina, Sant’  Ambrogio e Plotino, ἐν Misc. di studi di letter. Crist. Ant.,1954, σελ. 41-85.
  4. P. Courcelle, Recherches sur les Confessions du Saint Augustin 93-138 καὶ 311-382. H. Savon, Saint Ambroise devant l’  exégèse de Philon, le juif. G. Madec, Saint Ambroise et la philosophie.
  5. F. Saulo, Gli antichi vescovi dell’ Italia dalle  origine al 1300 descritti per regioni. La Lombardia, Firenze, 1973, σελ. 145-150.
  6. S. Zincone, Simplicianus de Milan, ἐν Diction. Encycl. Du Christian. Ancien. τόμος 2 στήλες 2297-2298. Enciclopedia Cattolica, Città del Vaticano 1949-1954, τόμ. 11, σελ. 648. 


Χρίστος Βασιλειάδης
Γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1940. Ἔκανε τὴν πρωτοβάθμια καὶ δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση τὸ 1958-59 στὴν Νέα Ἰωνία Ἀττικῆς. Εἰσῆλθε σὲ δύο Πανεπιστημιακὲς Σχολὲς (Θεολογία & Φιλολογία) μὲ κρατικὴ ὑποτροφία κὰθ΄ὅλην τὴν φοίτησή του. Πτυχιοῦχος τῆς Θεολογικῆς τὸ 1963. Ὑπηρέτησε στὸν Ἑλληνικὸ Στρατὸ μὲ διαγωγὴ ἄριστη. Μετέβην στὴν Γερμανία γιὰ μετεκπαίδευση (Φιλοσοφία) καὶ στὴ Γαλλία (Ἱστορία τοῦ Πολιτισμοῦ). Στὴ Γαλλία ἐργάστηκε ὡς δημοσιογράφος ἐπὶ 7ετία στὴν Κρατικὴ Γαλλικὴ Τηλεόραση & Ραδιοφωνία. Ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα τὸ 1974 καὶ δούλεψε ὡς κλητήρας σὲ Ἀσφαλιστικὴ ἐταιρία. Διορίστηκε στὸ Δημόσιο σὲ ἡλικία 39 ἐτῶν ἀπ’ ὅπου καὶ συνταξιοδοτήθηκε παρατηθεῖς τὸ 2005 λόγω τῆς ἐπαράτου ἀσθενείας του καὶ ὡς ἐκ τούτου λαβῶν μειωμένη σύνταξη.
   Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
4   ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ  2012 


 

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Πίστη καὶ Ἐπιστήμη στὴν Ὀρθόδοξη Γνωσιολογία καὶ Μεθοδολογία ΤΟ 8ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ: ΣΧΕΣΕΙΣ & ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ π. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ




Μέσα ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τῆς ὀρθόδοξης πατερικῆς παράδοσης θὰ ἐπιχειρηθεῖ στὴ συνέχεια ἡ προσέγγιση τοῦ θέματος αὐτοῦ. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀνοίγει μία ἱστορικο-πνευματικὴ προοπτική, ποὺ φανερώνει συνάμα τὴν ἑτερότητα καὶ διαφορότητα τοῦ κόσμου, στὸν ὁποῖο ἑκούσια ἐνταχθήκαμε, ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ρωμαίικης (ἑλληνορθόδοξης) παράδοσής μας.

α. Πρόβλημα ἢ ψευδοπρόβλημα;

Ἡ ἀντίθεση καὶ κατὰ συνέπεια ἡ σύγκρουση πίστης καὶ ἐπιστήμης συνιστᾶ πρόβλημα μὲν γιὰ τὴ δυτικὴ (φράγκο-λατινική) σκέψη καὶ ψευδοπρόβλημα γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση. Ἡ ἐπισήμανση αὐτὴ θεμελιώνεται στὰ ἱστορικὰ δεδομένα τῶν δυὸ χώρων.
Ἡ διλημματικὴ (δῆθεν) σχέση «πίστη ἢ ἐπιστήμη» ἐμφανίζεται στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη τὸ 17ο αἰ. συγχρόνως μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν. Τότε περίπου ἀρχίζουν καὶ οἱ πρῶτες ὀρθόδοξες τοποθετήσεις στὸ θέμα. Εἶναι δὲ γεγονὸς ὅτι ὅλες οἱ ἐξελίξεις στὴ Δύση γίνονται πιὰ ἐρήμην τῆς Ὀρθοδοξίας. Στοὺς τελευταίους αἰῶνες ἔχει συντελεσθεῖ ἡ πνευματικὴ διαφοροποίηση τῆς Δύσης ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, πράγμα ποὺ σημαίνει τὴν ἀπο-ορθοδοξοποίηση καὶ ἀπο-εκκλησιοποίηση τοῦ δυτικοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου, μὲ τὴν ἐκφιλοσόφηση καὶ ἐκνομίκευση τῆς πίστης καὶ τελικὰ τὴ θρησκειοποίησή της (γιὰ τὶς ἐξελίξεις αὐτὲς βλ. Χρ. Γιανναρᾶ, Ὀρθοδοξία καὶ Δύση, Ἀθήνα 1992). Ἔτσι, ἡ Ὀρθοδοξία μένει ἱστορικὰ ἀμέτοχη στὴ γένεση τοῦ σημερινοῦ δυτικοευρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι «ἄλλο καὶ ἄλλο» σὲ σχέση μὲ τὸν πολιτισμὸ τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς.
Σταθμοὶ στὴν ἀλλοτριωτικὴ πορεία τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης εἶναι: ὁ σχολαστικισμὸς (13ος αἰ.), ὁ νομιναλισμὸς (14ος αἰ.), ὁ οὐμανισμός/ἀναγέννηση (15ος αἰ.), ἡ μεταρρύθμιση (16ος αἰ.) καὶ ὁ διαφωτισμὸς (17ος αἰ.). Πρόκειται γιὰ σειρὰ ἐπαναστάσεων καὶ συγχρόνως ρηγμάτων στὸν ἱστὸ τοῦ δυτικοευρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ διαλεκτικὴ σχέση τῶν ρευμάτων αὐτῶν.
Ὁ σχολαστικισμὸς ἐρείδεται γνωσιολογικὰ στὴν ἀποδοχὴ τῶν πλατωνικῶν ἀρχετύπων εἰδῶν (realia).Ὁ κόσμος μας νοεῖται ὡς ἀπεικόνιση τῶν ὑπερβατικῶν ἀρχετύπων (ρεαλισμός). Ὄργανο τῆς γνώσης εἶναι ἡ διάνοια-λογική. Ἡ γνώση -καὶ τοῦ Θεοῦ-συντελεῖται μὲ τὴ διείσδυση τοῦ λογικοῦ στὴν οὐσία τῶν ὄντων. Πρόκειται γιὰ θεμελίωση τῆς μεταφυσικῆς θεολόγησης, ποὺ προϋποθέτει, τὴν analogiam entis (ἀναλογία τοῦ ὄντος), τὴν ὀντολογικὴ κατὰ συνέπεια σχέση Θεοῦ καὶ κόσμου.
Ὁ νομιναλισμὸς (ὀνοματοκρατία) δέχεται, ὅτι τὰ ὑπερβατικὰ ἀρχέτυπα (universalia) εἶναι ἁπλὰ ὀνόματα καὶ ὄχι ὀντότητες, ὅπως στὸ ρεαλισμό. Πρόκειται γιὰ διαπάλη πλατωνισμοῦ καὶ ἀριστοτελισμοῦ στὴν εὐρωπαϊκὴ σκέψη. Ὁ νομιναλισμὸς ὅμως ἀπέβη κατὰ κάποιο τρόπο τὸ DNA τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, οὐσιαστικὰ στοιχεῖα τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ δυαλισμὸς (φιλοσοφικά) καὶ ὁ ἀτομισμὸς (ὠφελιμισμός) κοινωνικά. Ἡ εὐδαιμονία θὰ ἀποβεῖ τὸ βασικὸ αἴτημα τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου, θεμελιωμένη θεολογικὰ στὴ σχολαστικὴ θεολογία τοῦ μεσαίωνα. Ὁ νομιναλισμὸς (δυαλισμὸς δηλαδή) εἶναι τὸ ὑπόβαθρο τῆς ἐπιστημονικῆς ἀνάπτυξης τοῦ εὐρωπαϊκοῦ κόσμου, τῶν θετικῶν δηλαδὴ ἐπιστημῶν.
Ἡ «καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολή» (ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Ρωμανίας ἢ αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης) εἶχε ἄλλη πνευματικὴ ἐξέλιξη. Στὰ πρόσωπα τῶν πνευματικῶν ἡγετῶν της (Ἁγίων) - καὶ ὅσων τοὺς ἀκολουθοῦσαν- ἔμεινε πιστὴ στὴν προφητική- ἀποστολική-πατερικὴ παράδοση, ποὺ βρίσκεται στοὺς ἀντίποδες τοῦ σχολαστικισμοῦ καὶ ὅλων τῶν ἱστορικοπνευματικῶν ἐξελίξεων τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου. Στὴν Ἀνατολὴ ἐπικρατεῖ πάντα ὁ ἡσυχασμὸς (ἡ ραχοκοκαλιὰ τῆς πατερικῆς παράδοσης), δηλαδὴ ἡ ἀσκητική-ἐμπειρικὴ μετοχὴ στὴν Ἀλήθεια, ὡς κοινωνία μὲ τὸ Ἄκτιστο. Διατηρεῖται ἡ πίστη στὴ δυνατότητα ἕνωσης Θεοῦ καὶ κόσμου (ἄκτιστου καὶ κτιστοῦ), ἐνδοϊστορικά. Αὐτὸ ὅμως σημαίνει ἀπόρριψη κάθε εἴδους δυαλισμοῦ. Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ἀναπτύχθηκαν οἱ ἐπιστῆμες στὸ «Βυζάντιο»/ Ρωμανία, στὸ βαθμὸ φυσικὰ ποὺ ἀναπτύχθηκαν.
Ἡ ἐπιστημονικὴ ἐπανάσταση τοῦ 17ου αἰῶνα στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη συνέβαλε στὴ διάσταση τῶν χώρων πίστης καὶ γνώσης, μὲ ἀπόληξη τὴν ἀκόλουθη ἀξιωματικὴ ἀρχή: ἀπὸ τὴ νέα φιλοσοφία (θετική) γίνονται δεκτὲς μόνο οἱ ἀλήθειες ποὺ ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὸν ὀρθὸ λόγο, τὴν ἀπολυτοποιημένη πιὰ αὐθεντία τῆς δυτικῆς σκέψης (νοησιαρχία). Οἱ ἀλήθειες αὐτὲς εἶναι: Ἡ ὕπαρξη Θεοῦ, ψυχῆς, ἀρετῆς, ἀθανασίας, κρίσης. Ἡ ἀποδοχή τους, βέβαια, ἔχει χώρα μόνο στὸ θεϊστικὸ διαφωτισμό, ἀφοῦ ὑπάρχει παράλληλα καὶ ὁ ἀθεϊσμός, ὡς δομικὸ στοιχεῖο τῆς νεώτερης σκέψης. Τὰ ἐκκλησιαστικὰ ὅμως δόγματα ἀπορρίπτονται λογικὰ (π.χ. τριαδικότητα Θεοῦ, ἐνσάρκωση, «ἐν Χριστῷ» σωτηρία κ.τ.ὅ.). Πρόκειται γιὰ τὴ «φυσικὴ» (λογικὴ) θρησκεία, ποὺ ἀπὸ πλευρᾶς πατερικότητας ὄχι μόνο δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀθεΐα, ἀλλ᾿ εἶναι ἡ χειρότερη μορφή της. Ἡ ἀπόρριψη τῆς «πίστης» εἶναι λιγότερο ἐπικίνδυνη ἀπὸ τὴ διαστρέβλωσή της.

β. Διπλὴ γνωσιολογία

Εἰπώθηκε ὅμως, ὅτι στὴν Ἀνατολὴ ἡ ἀντίθεση πίστης - ἐπιστήμης εἶναι ψευδοπρόβλημα. Γιατί; Διότι ἡ γνωσιολογία στὴν Ἀνατολὴ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸ γνωριζόμενο «ἀντικείμενο», τὸ ὁποῖο εἶναι διπλό: ἄχτιστο καὶ κτιστό. Ἄκτιστο εἶναι (μόνο) ὁ Τριαδικὸς Θεός, τοῦ ὁποίου ἡ τριαδικότητα δὲν ὁρίζεται μεταφυσικά, ἀλλὰ γνωρίζεται ἐμπειρικά. Κτιστὸ εἶναι τὸ σύμπαν (ἢ τὰ «σύμπαντα»), στὸ ὁποῖο πραγματώνεται ἡ ὕπαρξή μας. Πίστη εἶναι ἡ γνώση τοῦ ἀκτίστου καὶ ἐπιστήμη εἶναι ἡ γνώση τοῦ κτιστοῦ. Πρόκειται, συνεπῶς, γιὰ δυὸ διαφορετικὲς γνώσεις, κάθε μία ἀπὸ τὶς ὁποίες ἔχει τὴ μέθοδο καὶ τὸ ὄργανό της.
Ὁ πιστός, κινούμενος στὸ χῶρο τῆς ὑπερφυσικῆς γνώσης ἢ γνώσης τοῦ ἀκτίστου, δὲν καλεῖται νὰ μάθει κάτι (μεταφυσικά) ἢ νὰ ἀποδεχθεῖ κάτι (λογικά), ἀλλὰ νὰ «πάθει» κάτι, κοινωνώντας μαζί του. Αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν ἔνταξή του σ᾿ ἕναν τρόπο ζωῆς (μέθοδος), ποὺ ὁδηγεῖ στὴ θεία γνώση. Ἐδῶ, ἀκριβῶς, τεκμηριώνεται ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σώματος Χριστοῦ, ὁ λόγος ὕπαρξής της στὸν κόσμο. Ὀρθὰ ἔχει λεχθεῖ, ὅτι ἂν ἐμφανιζόταν γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Χριστιανισμὸς στὴν ἐποχή μας, θὰ ἔπαιρνε τὴ μορφὴ ἑνὸς θεραπευτηρίου/νοσοκομείου γιὰ τὴν ἀπο-κατάσταση τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ψυχοσωματικοῦ ὄντος. Γι᾿ αὐτὸ ὀνομάζει τὴν Ἐκκλησία ὁ Ἰ. Χρυσόστομος «ἰατρεῖον πνευματικόν» (πνευματικὸ νοσοκομεῖο). Ἡ ὑπερφυσική-θεολογικὴ γνώση νοεῖται ὀρθόδοξα ὡς πάθος/πάθημα, ὡς μετοχή-κοινωνία μὲ τὴν ὑπερβατικὴ μέν, ἀλλ᾿ ὄχι ἀπρόσιτη, προσωπικὴ Ἀλήθεια, τὸ Ἄκτιστο, καὶ ὄχι, ὡς μάθημα. Ἡ χριστιανικὴ πίστη, ἔτσι, δὲν εἶναι ἀφηρημένη (θεωρητική) παραδοχὴ «μεταφυσικῶν ἀληθειῶν», ἀλλ᾿ ἐμπειρικὴ θέα τοῦ «ὄντως Ὄντος», τῆς Ὑπερουσίου Τριάδος. Ἔτσι ὅμως γίνεται κατανοητό, γιατί στὴν Ὀρθοδοξία αὐθεντία εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς μετοχῆς στὸ Ἄκτιστο, ὡς θέα τοῦ Ἀκτίστου (θέωση-δοξασμός) καὶ ὄχι τὰ κείμενα, οἱ Γραφὲς (τὸ δόγμα sola scriptura εἶναι προτεσταντικό, δηλαδὴ δυτικό). Ἡ πρόταξη τῶν κειμένων - δεῖγμα θρησκειοποίησης τῆς πίστης- ὁδηγεῖ στὴν ἰδεολογικοποίησή τους καὶ κατ᾿ οὐσίαν στὴν εἰδωλοποίηση τῶν κειμένων, δηλαδὴ τὴν ἀπολυτοποίησή τους (Funtamentalismus) μὲ ὅλες τὶς εὐνόητες συνέπειες.
Προϋπόθεση τῆς λειτουργίας τῆς γνώσης τοῦ Ἀκτίστου γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀπόρριψη κάθε «ἀναλογίας» (entis ἢ fidei) στὴ συνάντηση καὶ σχέση κτιστοῦ-Ἀκτίστου. Κατὰ τὸν Ἰ. Δαμασκηνό, ποὺ συνοψίζει καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν προηγούμενη πατερικὴ παράδοση: «Ἀδύνατον εὑρεθῆναι ἐν τῇ κτίσει εἰκόνα ἀπαραλλάκτως ἐν ἑαυτῇ τὸν τρόπον τῆς ἁγίας Τριάδος παραδεικνύουσαν. Τὸ γὰρ κτιστόν, καὶ σύνθετον καὶ ρευστὸν καὶ περιγραπτὸν καὶ σχῆμα ἔχον καὶ φθαρτόν, πῶς σαφῶς δηλώσει τὴν πάντων τούτων ἀπηλλαγμένην ὑπερούσιον θείαν οὐσίαν». (ΡG 94, 821/24).
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ γίνεται φανερό, γιατί ἡ παιδεία (σχολική) καὶ ἡ φιλοσοφία, εἰδικότερα, δὲν συνιστοῦν στὴν πατερικὴ παράδοση προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. Δίπλα στὸν πανεπιστήμονα Μέγα Βασίλειο (+379) τιμᾶται ὡς Μέγας ὁ ἄσοφος (κατὰ κόσμο), ἀλλ᾿ ἐξίσου κάτοχος τῆς «ἄνω» (θείας) σοφίας (γνώσης τοῦ Ἀκτίστου), Ἀντώνιος (+350). Παρέκκλιση (ὀδυνηρὴ γιὰ τὴ Δύση) στὸ σημεῖο αὐτὸ συνιστᾶ ὁ Ἱ. Αὐγουστίνος (+430), ἀγνοώντας τὴ γραφικὴ καὶ πατερικὴ γνωσιολογία καὶ νεοπλατωνικὸς στὴν οὐσία. Μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ «credo, ut intelligam» (πιστεύω, γιὰ νὰ κατανοήσω) ἔθεσε τὴν ἀρχή, ὅτι μὲ τὴν πίστη ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος στὴ λογικὴ σύλληψη τῆς Ἀποκάλυψης.
Ἔτσι ὅμως δίνεται προτεραιότητα στὴ διάνοια, ποὺ ἐκλαμβάνεται ὡς γνωστικὸ ὄργανο τόσο στὴ φυσική, ὅσο καὶ στὴν ὑπερφυσικὴ γνώση. Ὁ Θεὸς νοεῖται ὡς «ἀντικείμενο» γνωστικό, ποὺ «συλλαμβάνεται», ἀπὸ τὴ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως συλλαμβάνεται τὸ φυσικὸ γνωστικὸ ἀντικείμενό της. Μετὰ τὸν Αὐγουστίνο τὸ ἑπόμενο βῆμα (μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη, +1274), θὰ κάνει ὁ Καρτέσιος (+1650) μὲ τὸ δικό του ἀξίωμα: cogito, ergo sum (σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω), μὲ τὸ ὁποῖο διακηρύσσεται ἡ διάνοια ὡς κύριο συστατικὸ τῆς ὕπαρξης.

γ. Οἱ δυὸ γνώσεις

Ἡ ἄρση τῆς (φαινομενικῆς) ἀντινομίας στὸ χῶρο τῆς γνωσιολογίας ἐπιτυγχάνεται ἁγιογραφικὰ-πατερικὰ μὲ τὴ σαφῆ διάκριση δυὸ γνώσεων/σοφιῶν, τῆς «θείας» ἢ «ἄνω» καὶ τῆς «κάτω» ἢ «θύραθεν». Ἡ πρώτη εἶναι ὑπερφυσική, ἐνῷ ἡ δεύτερη ἡ φυσικὴ γνώση, ποὺ ἀνταποκρίνεται στὴ σαφῆ διάκριση Ἀκτίστου καὶ κτιστοῦ, Θεοῦ καὶ κτίσης. Οἱ δυὸ αὐτὲς γνώσεις ἀπαιτοῦν καὶ δυὸ γνωστικὲς μεθόδους.
Μέθοδος τῆς θείας σοφίας-γνώσης εἶναι ἡ καρδιακὴ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Ἄκτιστο, ἡ ὁποία συντελεῖται μὲ τὴν παρουσία τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καρδιά. Μέθοδος τῆς ἐνδοκοσμικῆς σοφίας-γνώσης εἶναι ἡ ἐπιστήμη, ἡ ὁποία λειτουργεῖ μὲ τὴν ἄσκηση τῆς διανοητικῆς/λογικῆς δύναμης τοῦ ἀνθρώπου. Ὀρθόδοξα οἱ δυὸ γνώσεις καὶ οἱ μέθοδοί τους ἱεραρχοῦνται.
Ἡ μέθοδος τῆς ὑπερφυσικῆς γνωσιολογίας ὀνομάζεται στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση ἡσυχασμὸς καὶ ταυτίζεται μὲ τὴ νήψη-κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Ὁ ἡσυχασμὸς ταυτίζεται μὲ τὴν Ὀρθοδοξία. Ὀρθοδοξία ἔξω ἀπὸ τὴν ἡσυχαστικὴ πράξη εἶναι πατερικὰ ἀδιανόητη. Ὁ ἡσυχασμὸς στὴν οὐσία του εἶναι ἀσκητική-θεραπευτικὴ ἀγωγή, κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη γιὰ τὴν ἀναζωπύρηση τῆς νοερῆς λειτουργίας μέσα στὴν καρδιά. Πρέπει ἐδῶ νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ἡ μέθοδος τοῦ ἡσυχασμοῦ ὡς θεραπευτικὴ ἀγωγὴ εἶναι καθαρὰ ἐπιστημονική-θετική. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ θεολογία ὑπὸ τὶς ὀρθὲς προϋποθέσεις, ἀνήκει στὶς θετικὲς ἐπιστῆμες (π. Ι. Ρωμανίδης). Ἡ κατάταξή της πανεπιστημιακά, ἀπὸ τὸ 12ο αἰ. στὶς θεωρητικὲς ἐπιστῆμες, ὀφείλεται στὴ μεταβολὴ τῆς θεολογίας στὴ Δύση σὲ μεταφυσική. Ὅσοι, συνεπῶς, ἀνατολικοὶ ἀπορρίπτουν τὴ θεολογία, φανερώνουν τὸν ἐκδυτικισμό τους, διότι στὴν οὐσία καταδικάζουν καὶ ἀπορρίπτουν ἕνα παραμόρφωμα (καρικατούρα), ποὺ ἐκλαμβάνεται ὡς θεολογία. Ποιὰ ὅμως εἶναι πατερικὰ ἡ θεολογικὴ λειτουργία; Ἤδη στὴν Ἁγία Γραφὴ ὑπάρχει ἡ διάκριση πνεύματος (τοῦ ἀνθρώπου) καὶ διανοίας (λόγου). Τὸ πνεῦμα (πρβλ. «πνευματικὸς» ἄνθρωπος) πατερικὰ ὀνομάζεται νοῦς γιὰ τὴ διάκρισή του ἀπὸ τὸ (ἅγιο) Πνεῦμα. Τὸ πνεῦμα, ὁ νοῦς, εἶναι ὁ «ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς» (πρβλ. Ματθ. 6.22 ἔ.).
Πτώση, χριστιανικά, θεωρεῖται ἡ ἀδρανοποίηση τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ, ὁ ὁποῖος στὴ φυσική του κατάσταση βρίσκεται μέσα στὴν καρδιὰ καὶ εἶναι πλήρης χάριτος (ἄκτιστης ἐνέργειας) καὶ λέγεται γι᾿ αὐτὸ «ναὸς Θεοῦ», διότι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ προσεύχεται ἀδιάλειπτα μέσα σ᾿ αὐτὸν («ἀέναη μνήμη» τοῦ Θεοῦ). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς θέωσης (δοξασμοῦ). (Γιὰ τὴ σημασία αὐτῶν τῶν ὅρων καὶ τὴ λειτουργία τους στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση βλ. τὸ σπουδαῖο βιβλίο τοῦ π. Ἱεροθέου Βλάχου - Μητροπ. Ναυπάκτου- Μικρὰ εἴσοδος στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, Ἀθήνα 1992).
«Νοερὴ λειτουργία» ὀνομάζεται ἡ λειτουργία τοῦ νοῦ μέσα στὴν καρδιὰ καὶ εἶναι ἡ πνευματικὴ λειτουργία τῆς καρδιᾶς, παράλληλα μὲ τὴ φυσική της λειτουργία (ἀντλία αἵματος). (Εἰδικὴ ἀνάλυση ὅλων αὐτῶν βλ. στὸ Συμβουλευτικὸ Ἐγχειρίδιο τοῦ ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη, στὸ βιβλίο τοῦ π. Ἱεροθέου Βλάχου, Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Ἔδεσσα 1986 καὶ στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου τοῦ π. Ἰω. Ρωμανίδη, Τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, Ἀθήνα 1989).
«Νοερὴ λειτουργία» εἶναι ἕνα μνημονικὸ σύστημα, ποὺ ὑπάρχει παράλληλα μὲ τὸ κυτταρικὸ καὶ τὸ ἐγκεφαλικό. Τὰ δυὸ τελευταῖα εἶναι γνωστὰ καὶ ἀνιχνεύσιμα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐπιστήμη, τὸ πρῶτο ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ τὸ συλλάβει. Ὅταν φθάσει ὁ ἄνθρωπος στὸ φωτισμὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος (ναὸς Θεοῦ), μεταβάλλεται ἡ «ψιλή»- ἐξωτερικὴ πίστη (πιστότητα στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ) σὲ «ἐνδιάθετη» - ἐσωτερικὴ βεβαιότητα, ἀφοῦ ὁ Θεὸς (ἡ ἄκτιστη Ἐνέργειά Του) ὀρᾶται (θεοπτία). Τότε μεταβάλλεται καὶ ἡ ἰδιοτελὴς ἀγάπη σὲ ἀνιδιοτελῆ καὶ γίνεται δυνατὴ ἡ δόμηση ἀληθινῶν κοινωνικῶν σχέσεων, ἐρειδομένων στὴν ἀνιδιοτελῆ ἀμοιβαιότητα (θυσία γιὰ τὸν ἄλλο) καὶ ὄχι στὴν ἰδιοτελῆ διεκδίκηση «ἀτομικῶν δικαιωμάτων», κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς κοινωνίας.
Ἔτσι κατανοοῦνται κάποια σημαντικὰ συνακόλουθα:
Κατ᾿ ἀρχάς, ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς στὴν αὐθεντικότητά του εἶναι ὑπέρβαση τῆς θρησκείας καὶ κάθε ἔννοιας θρησκευτικῆς καθηκοντολογίας. Ἡ Ὀρθοδοξία, ἐξάλλου, δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ὡς ἀποδοχὴ κάποιων ἀρχῶν-ἀληθειῶν, ἄνωθεν ἐπιβαλλομένων. Αὐτὴ εἶναι ἡ μὴ ὀρθόδοξη ἐκδοχὴ τῶν δογμάτων (ἀπόλυτες ἀρχές-ἀλήθειες ἐπιβαλλόμενες). Τὰ νοήματα στὴν Ὀρθοδοξία ἐλέγχονται μὲ τὴν ἐμπειρικὴ ἐπακρίβωσή τους (παρατήρηση-πείραμα). Ὁ διαλεκτικός-νοησιαρχικὸς στοχασμὸς περὶ θεολογίας, ὅπως καὶ ὁ δογματισμός, εἶναι ξένα στὴν αὐθεντικὴ ὀρθόδοξη παράδοση.
Γι᾿ αὐτὸ ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι κάτι ἀντίστοιχο πρὸς τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες. Διότι καὶ σ᾿ αὐτὴν ἡ προτεραιότητα δὲν δίνεται στὰ κείμενα-βιβλία, ἀλλὰ στὴν παρατήρηση καὶ τὸ πείραμα. Πείραμα εἶναι ἡ διαδικασία τῆς νήψης (πνευματικὴ ζωή) καὶ παρατήρηση ἡ θέα, διὰ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τοῦ δοξασμοῦ (θέωσης).
Ὁ ἐπιστήμων-καθηγητὴς τῆς γνώσης τοῦ Ἀκτίστου εἶναι στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση ὁ Γέροντας-πνευματικὸς καθηγητὴς (πρβλ. τὴ φράση «καθηγητὴς τῆς ἐρήμου» γιὰ τοὺς μεγάλους ἀσκητές). Ἡ καταγραφὴ τῆς γνώσης -καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις- προϋποθέτει τὴν ἐμπειρικὴ γνώση τοῦ φαινομένου. Στὸ σημεῖο δὲ αὐτὸ θεμελιώνεται, ἡ ὀρθοδοξοπατερικὴ ἑρμηνευτική. Οἱ Ἅγιοι, (ἄνδρες καὶ γυναῖκες) γίνονται ἑρμηνευτὲς αὐθεντικοὶ τῆς Γραφῆς (δηλαδὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων), διότι εἶναι ἐξίσου μὲ αὐτοὺς «θεόπνευστοι», μέτοχοι τῶν ἴδιων μὲ αὐτοὺς ἐμπειριῶν. Τὸ ἴδιο καὶ στὸ χῶρο τῆς ἐπιστήμης, μόνο ὁ εἰδικὸς κατανοεῖ τὶς ἔρευνες ἄλλων εἰδικῶν τοῦ ἴδιου χώρου. Ἡ ἀποδοχὴ τῶν πορισμάτων ἑνὸς ἐπιστημονικοῦ κλάδου ἀπὸ τοὺς μὴ εἰδικούς (=τους μὴ δυναμένους νὰ ἐλέγξουν πειραματικὰ τὴν ἔρευνα τῶν εἰδικῶν) γίνεται μὲ βάση τὴν ἐμπιστοσύνη στὴν ἀξιοπιστία τῶν εἰδικῶν.
Διαφορετικὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει πρόοδος στὴν ἐπιστήμη. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὴν «ἐπιστήμη» τῆς πίστης. Μὲ τὴν ἴδια ἐμπιστοσύνη γίνεται καὶ ἐκεῖ δεκτὴ ἡ ἐμπειρικὴ γνώση τῶν Ἁγίων (Προφητῶν, Ἀποστόλων, Πατέρων καὶ Μητέρων ὅλων τῶν αἰώνων). Μὲ βάση αὐτὴ τὴν ἀποδείξιμη ἐμπειρία, λειτουργοῦν ἡ ἁγιοπατερικὴ παράδοση καὶ οἱ Σύνοδοι (οἰκουμενικές) τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς «θεουμένους» (θεόπτες) δὲν ὑπάρχει οἰκουμενικὴ σύνοδος. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ σχέση προκύπτει ἡ (ὀρθόδοξη) σημασία τοῦ δόγματος. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη εἶναι τόσο δογματικὴ ὅσο καὶ ἡ ἐπιστήμη.
Καὶ ὅσοι κάνουν λόγο γιὰ «προκατάληψη» στὸ χῶρο τῆς πίστης, δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονοῦν τὸ λόγο τοῦ Marc Bloch, ὅτι καὶ κάθε ἐπιστημονικὴ ἔρευνα εἶναι ἐξ ἀρχῆς «προκατειλημμένη», διότι διαφορετικὰ δὲν θὰ ἦταν δυνατὴ ἡ ἔρευνα. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ πίστη.
Ἡ Ὀρθοδοξία, κάνοντας διάκριση τῶν δυὸ γνώσεων (σοφιῶν), τῶν μεθόδων καὶ τῶν ὀργάνων τους, ἀποφεύγει κάθε σύγχυση μεταξύ τους, ἀλλὰ καὶ κάθε σύγκρουση.
Μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἔχουν χαθεῖ οἱ προϋποθέσεις καὶ ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ, μένει ἀνοικτὸς ὁ δρόμος πρὸς τὴ σύγχυση καὶ τὴ σύγκρουση. Ὀρθόδοξα ὅμως λειτουργοῦν καὶ κάποιες «παράλογες» ἀναλογίες, ὅπως λ.χ. ἡ δυνατότητα νὰ εἶναι κανεὶς κορυφὴ ἐπιστημονικὰ καὶ νήπιος πνευματικὰ (στὴ Θεία γνώση). Ἢ τὸ ἀντίστροφο· νὰ εἶναι μέγας στὴ Θεία γνώση καὶ τελείως ἀγράμματος στὴν ἀνθρώπινη σοφία (Μ. Ἀντώνιος κ.ἄ.). Τίποτε δὲν ἀποκλείει ὅμως τὴ δυνατότητα κατοχῆς καὶ τῶν δυὸ σοφιῶν-γνώσεων, ὅπως συμβαίνει στοὺς Μεγάλους Πατέρες (καὶ Μητέρες) τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία (25 Νοεμβρίου) γιὰ τὴ μεγάλη μαθηματικὸ τοῦ 3ου αἰ. ἁγία Αἰκατερίνη, τὴ «σοφή», ὡς κάτοχο καὶ τῶν δυὸ γνώσεων: «Τὴν ἐκ Θεοῦ σοφίαν λαβοῦσα παιδιόθεν ἡ Μάρτυς, καὶ τὴν ἔξω καλῶς σοφίαν πᾶσαν μεμάθηκε...».

δ. Διαλεκτικὴ θεανθρώπινη

Ἔτσι, ὁ ὀρθόδοξος πιστὸς βιώνει στὴ συσχέτιση τῶν δυὸ γνώσεων-σοφιῶν μία διαλεκτικὴ θεανθρώπινη. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴ χριστολογικὴ ὁρολογία, «ἑκάστη γνῶσις τελεῖ τὰ ἑαυτῆς», κινούμενη «ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτῆς ὅροις τε καὶ λόγοις». Κάθε γνώση δηλαδὴ (πρέπει νά) μένει καὶ νὰ κινεῖται στὰ ὅριά της. Τίθεται δηλαδὴ πρόβλημα ὁρίων γιὰ κάθε γνώση. Ἡ ὑπέρβαση τῶν ὁρίων αὐτῶν ὁδηγεῖ στὴ σύγχυση τῶν λειτουργιῶν τους καὶ τελικὰ στὴ σύγκρουσή τους. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπεραμύνονται τῆς (ὀρθῆς, σύμφωνα μὲ τὰ παραπάνω) χρήσης τῆς ἐπιστήμης καὶ παιδείας. Λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «οὐκοῦν ἀτιμαστέον τὴν παίδευση, ἐπεὶ οὕτω δοκεῖ τισιν...». Ὁ ἴδιος ὅμως στὸ Β´ θεολογικὸ Λόγο του δίνει καὶ τὰ ὅρια κάθε σοφίας. Ὁ ἀρχαῖος σοφὸς (=Πλάτων στὸν «Τίμαιο») -δηλώνει ὁ Γρηγόριος- ἔλεγε: «θεὸν νοῆσαι μὲν χαλεπόν, φρᾶσαι δὲ ἀδύνατον». Ὁ χριστιανὸς ὅμως Ἕλληνας (ὁ Γρηγόριος) κατανοεῖ ὅτι: «θεὸν φρᾶσαι μὲν ἀδύνατον, νοῆσαι δὲ ἀδυνατώτερον». Ἤδη, δηλαδή, ὁ Πλάτων ἐπισημαίνει τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρώπινου λόγου καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει «ρασιοναλισμός» στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία. Ὁ ἀναγεννημένος ὅμως στὴν ἄκτιστη θεία Χάρη Γρηγόριος διατρανώνει τὴν ἀδυναμία ὑπέρβασης αὐτῶν τωνορίων καὶ τὴ σύλληψη τοῦ Ἀκτίστου μὲ τὴ βοήθεια τῶν ὀργάνων γνώσης καὶ ἔκφρασης τοῦ κτιστοῦ.
Τὴ διάκριση καὶ ἱεράρχηση συγχρόνως τῶν δυὸ γνώσεων ἔχει ἐπισημάνει ὁ Μ. Βασίλειος: «Πίστις ἡγείσθω τῶν περὶ Θεοῦ λόγων πίστις καὶ μὴ ἀπόδειξις. Πίστις, ἡ ὑπὲρ τὰς λογικὰς μεθόδους τὴν ψυχὴν εἰς συγκατάθεσιν ἕλκουσα, πίστις, οὐχ ἡ γεωμετρικαῖς ἀνάγκαις, ἀλλ᾿ ἡ ταῖς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείαις ἐγγινομένη [...] Καὶ ὅλως, εἰ ἡ πίστις ἐλπιζομένων ἐστὶν ὑπόστασις πραγμάτων καὶ ἔλεγχος οὐ βλεπομένων, μὴ φιλονείκει ἰδεῖν ἤδη τὰ μακρὰν ἀποκείμενα, μηδὲ τὰ ἐλπιζόμενα ἀμφίβολα καταστήσης, διὰ τὸ μήπως αὐτῶν δύνασθαι κατὰ τὴν γνῶσιν ἐξάπτεσθαι» (PG 30.104 Β/105 Β).
Ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος δίνει στὴν «Ἑξαήμερό» του (ΡG 29. 3-208) κλασσικὸ παράδειγμα ὀρθόδοξης χρήσης τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων. Ἀποκρούει τὶς κοσμολογικὲς θεωρίες τῶν φιλοσόφων (περὶ αἰωνιότητας καὶ αὐθύπαρκτου τοῦ κόσμου), προχωρεῖ δὲ στὴ σύνθεση τῶν βιβλικῶν καὶ ἐπιστημονικῶν δεδομένων μέσῳ μιᾶς συνεχοῦς ὑπέρβασης τῆς ἐπιστήμης. Ἀναιρώντας δὲ τὶς ὑλιστικὲς θεωρίες καὶ τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες, περνᾶ στὴ θεολογικὴ (ἀλλ᾿ ὄχι μεταφυσική) ἑρμηνεία. Κεντρικὸ μήνυμα τοῦ ἔργου εἶναι, ὅτι εἶναι ἀδύνατη ἡ λογικὴ στήριξη τοῦ δόγματος (ἐπιστημοφάνεια). Τὸ δόγμα ἀνήκει σὲ ἄλλη σφαίρα, εἶναι ὑπέρλογο. «Ἐπιστημονικό» στὰ ὅρια μιᾶς ἄλλης γνώσης. Ἡ χρήση τοῦ «δόγματος» στὴν ἐνδοκοσμικὴ γνώση ὁδηγεῖ στὴ μεταβολὴ τῆς ἐπιστήμης σὲ μεταφυσική, ἐνῷ ἡ χρήση τῆς λογικῆς στὸ χῶρο τῆς πίστης ἀποδεικνύει τὴν ἀδυναμία καὶ σχετικότητά της. Δὲν ὑπάρχει, συνεπῶς, κανένα «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα» στὴν ὀρθόδοξη γνωσιολογία, ἀλλὰ κάθε γνωστικὸς χῶρος ἐρευνᾶται μὲ τὶς δικές του- ἐπιστημονικὲς καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις-προϋποθέσεις.
Ἡ τραγικότερη ἔκφραση τῆς ἀλλοτριωμένης χριστιανοσύνης εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀντιμετώπιση στὴ Δύση τοῦ Γαλιλαίου· θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθεῖ ἡ περίπτωση ὡς ὑπέρβαση ὁρίων δικαιοδοσίας, ἂν δὲν ἦταν κάτι σοβαρότερο: σύγχυση τῶν ὁρίων τῶν γνώσεων καὶ σύγκρουσή τους. Γεγονὸς ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ ἀπώλεια τῆς «ἄνω» σοφίας στὴ Δύση καὶ τοῦ τρόπου ἀπόκτησής της, μετέβαλε τὴ διάνοια σὲ ὄργανο θείας καὶ ἀνθρώπινης σοφίας. Χρησιμοποιούμενη δὲ ἡ διάνοια στὸ χῶρο τῆς ἐπιστήμης, ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν ἀπόρριψη τοῦ ὑπερφυσικοῦ, ὡς ἀκατανόητου, ἡ χρήση της δὲ στὸ χῶρο τῆς «πίστης» εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορρίψει τὴν ἐπιστήμη, ὅταν θεωρεῖται ἀντίθετη πρὸς τὴν «πίστη». Τὴν ἴδια νοοτροπία, βέβαια, προδίδει ἡ ἀπόρριψη τοῦ κοπερνίκειου συστήματος στὴν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολὴ (1794-1821) καὶ τὴν ἴδια ἀπώλεια τῶν κριτηρίων.
Τὴ revanche τῆς καταδίκης τοῦ Γαλιλαίου θὰ πάρει ἡ ἐπιστήμη στὸ πρόσωπο τοῦ Δαρβίνου μὲ τὴ θεωρία τῆς ἐξελίξεως.

ε. «Μετακένωση» τοῦ δυτικοῦ προβληματισμοῦ στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή

Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Διαφωτισμοῦ στὴ Δύση, κλονίσθηκαν τὰ θεμέλια τοῦ ἀμετάβλητου στὴ μεταφυσικὴ ὀντολογία. Διότι ἡ ἐπιστήμη βεβαίωσε ὅτι αὐτὸ τὸ ἀμετάβλητο δὲν ὑπάρχει (βλ. Παν. Κονδύλη, Ἡ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς στὴ νεότερη σκέψη. Ἀπὸ τὸν ὄψιμο Μεσαίωνα ὡς τὸ τέλος τοῦ Διαφωτισμοῦ, Ἀθήνα 1983). Μὲ τὴν πτώση δὲ τῆς Μεταφυσικῆς ἔπεσε καὶ ἡ ἠθική, ἀφοῦ διαλύθηκαν τὰ δῆθεν μεταφυσικὰ θεμέλιά της. Δὲν ὑπάρχουν, ἄλλωστε, ἀποδείξεις ἢ ἐνδείξεις γιὰ ὕπαρξη ἀμετάβλητων κριτηρίων τοῦ νόμου καὶ τῆς ἠθικῆς. Ἡ Ὀρθοδοξία γι᾿ αὐτὸ δὲν μιλᾶ γιὰ «ἠθική», προσαρμογὴ δηλαδὴ σὲ νομικούς-ἠθικοὺς κανόνες, ἀλλὰ γιὰ «ἦθος», ὡς καρπὸ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸν ἄνθρωπο (Γαλ. 5, 22 ε.). Ὁ εὐρωπαϊκὸς διαφωτισμὸς συνιστᾶ πάλη ἐμπειρισμοῦ καὶ μεταφυσικῆς (ἀριστοτελικῆς). Οἱ διαφωτιστὲς εἶναι philosophes, ἀλλὰ καὶ rationalistes.
Οἱ Ἕλληνες διαφωτιστές, μὲ πρῶτο τὸν πατριάρχη τους Ἀδ. Κοραῆ, ἦσαν στὴ θεολογία μεταφυσικοὶ καὶ μετέφεραν τὴ σύγκρουση ἐμπειριστῶν-μεταφυσικῶν στὴν Ἑλλάδα. Οἱ ὀρθόδοξοι ὅμως ἡσυχαστὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οἱ Κολλυβάδες, παρέμεναν στὴ θεολογική τους μέθοδο ἐμπειριστές. Στὸν Κοραῆ κυρίως ὀφείλεται ἡ εἰσαγωγὴ τῆς μεταφυσικῆς (του στοχασμοῦ) στὴ θεολογία, λαϊκὴ καὶ Ἀκαδημαϊκή. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κοραὴς ἔγινε ἡ αὐθεντία τόσο τῶν Ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων μας, ὅσο καὶ τῶν εὐσεβιστικῶν λαϊκῶν κινημάτων. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἔπαυσε ἡ νήψη (κάθαρση) νὰ θεωρεῖται προϋπόθεση τῆς θεολόγησης, τὴ θέση της δὲ ἔλαβε ἡ σχολαστικὴ παιδεία. Οἱ Πατέρες θεωροῦνται ἔτσι φιλόσοφοι (κυρίως νεοπλατωνικοί, ὅπως ὁ Αὐγουστίνος) μὲ κοινωνικὴ δράση. Αὐτὸ ἔγινε τὸ πρότυπο τῶν εὐσεβιστῶν τοῦ χώρου μας· ὁ ἡσυχασμὸς ἀπορρίπτεται ὡς σκοταδισμός! Ἡ δῆθεν προοδευτικότητα τοῦ Κοραῆ συνίσταται στὸ ὅτι ἦταν ὑποστηρικτὴς τῆς καλβινικῆς χρήσης τῆς μεταφυσικῆς καὶ ὄχι τῆς παπικῆς. Στὰ θεολογικά του ἔργα εἶναι ἔντονος ὁ καλβινικὸς εὐσεβισμός (ἠθικισμός) του.
Ἡ πατερικὴ ὅμως Ὀρθοδοξία εἶναι ἀντιμεταφυσική, διότι ἀναζητεῖ συνεχῶς τὴν ἐμπειρικὴ «βεβαιότητα», μὲ τὴ χρήση τῆς ἡσυχαστικῆς μεθόδου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἡσυχασμὸς τῶν Κολλυβάδων εἶναι ἐμπειρικός-ἐπιστημονικός. Ὀρθὸς λόγος γιὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη εἶναι ὁ ἐμπειρικὸς λόγος. Δὲν πρέπει γι᾿ αὐτὸ νὰ παραπλανᾶ ἡ ἀπολογητικὴ μέθοδός τους, ποὺ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς τους καὶ ἐμφανίζει τὰ μειονεκτήματα τοῦ μεταφυσικοῦ φουνταμενταλισμοῦ. Τὸ Συμβουλευτικὸ Ἐγχειρίδιο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, ὅπως καὶ τὰ κηρυγματικὰ κείμενα τοῦ Παρίου, μὲ κορύφωση τὴ Φιλοκαλία (γιὰ τὴν ἔκδοση τῆς ὁποίας συνεργάστηκαν οἱ κορυφαῖοι Κολλυβάδες: Μακάριος Νοταρᾶς, Νικόδημος Ἁγιορείτης καὶ Ἀθανάσιος Πάριος), φανερώνουν τὴν ἡσυχαστικὴ φιλοκαλικὴ συνείδησή τους καὶ τὴν ἀσκητικὴ βιωτή τους.
Οἱ προϋποθέσεις αὐτὲς τῶν Κολλυβάδων-ἡσυχαστῶν τοῦ 18ου αἰώνα εἶναι ἐμφανεῖς στὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο δέχονται τὴν ἐπιστημονικὴ πρόοδο τῆς Δύσης. Ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης εἶναι μὲν κριτικός, ἀλλὰ γενικὰ ἀνοικτὸς στὴν ἐπιστήμη καὶ θετικός, μὲ πατερικὴ διάθεση. Οἱ Κολλυβάδες ἀποδέχονται ἐπιστημονικὲς θέσεις (π.χ. τὶς νεώτερες θεωρίες περὶ λειτουργίας τῆς καρδιᾶς ὁ Νικόδημος στὸ Συμβουλευτικό του Ἐγχειρίδιο). Ὁ Ἀθανάσιος Πάριος δὲν πολεμάει τὴν ἐπιστήμη καθαυτή, ἀλλὰ τὴ χρήση της ἀπὸ τοὺς δυτικόπληκτους διαφωτιστὲς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου. Τὴν ἐπιστήμη θεωροῦν ἔργο τοῦ Θεοῦ καὶ προσφορὰ πρὸς τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ διευκόλυνση τῆς ζωῆς του. Ἡ χρήση ὅμως τῆς ἐπιστήμης σὲ μία μεταφυσικὴ πολεμικὴ κατὰ τῆς πίστης, ὅπως ἔγινε στὴ Δύση καὶ μεταφέρθηκε στὴν Ἀνατολή, ὀρθὰ πολεμεῖται ἀπὸ τοὺς παραδοσιακοὺς θεολόγους μας τὸ 18ο καὶ 19ο αἰώνα. Τὸ λάθος δέ, ἔγκειται στὴν πλευρὰ τῶν Ἑλλήνων διαφωτιστῶν, οἱ ὁποῖοι μὴ ἔχοντας σχέση μὲ τὴν πατερικὴ θεώρηση τῆς γνώσης, μολονότι κληρικοὶ οἱ περισσότεροι ἢ μοναχοί, μεταφέρουν στὸ χῶρο μας τὴν ἐνδοευρωπαΐκη σύγκρουση μεταφυσικῶν-ἐμπειριστῶν, φθάνοντας νὰ ὁμιλοῦν περὶ «ἀνορθολογικῆς θρησκείας», ἐνῷ ἡ πατερικὴ Ὀρθοδοξία, κάνοντας διάκριση τῶν δυὸ γνώσεων, διακρίνει συνάμα τὸ λογικὸ ἀπὸ τὸ ὑπέρλογο.
Τὸ πρόβλημα τῆς σύγκρουσης πίστης καὶ ἐπιστήμης πέρα ἀπὸ τὴ σύγχυση τῶν γνώσεων, ἔχει ὡς αἰτία καὶ τὴν ἰδεολογικοποίηση τῶν δυὸ ὄψεων τῆς γνώσης. Χριστιανικὰ προέκυψε, ἔτσι, μιὰ νοσηρὴ ἀπολογητικὴ (Ἕλληνας καθηγητὴς τῆς Ἀπολογητικῆς προέτεινε πρὶν ἀπὸ χρόνια «μαθηματικὴ ἀπόδειξη περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ»!). Κάποτε λησμονεῖται ὁ ἀξιωματικὸς λόγος, ὅτι ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἐγκλωβισμένη στὰ ὅρια τῆς φθορᾶς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴ λογικὴ τῆς φθορᾶς. Ἡ ἔπαρση τῶν ἐπιστημόνων (ὁ κ. Κ. Ζουράρις ἔχει πεῖ πολὺ ὀρθά, ὅτι «ἡ ἐπιστήμη εἶναι ὁ παιδισμὸς τῶν ἐνήλικων») ὁδηγεῖ στὸ «θετικισμὸ» καὶ τὸν «οἰκονομισμό», ἀπολυτοποιημένα μεγέθη. Ὀρθόδοξα ὅμως, αὐτὸς ὁ δυαλισμὸς δὲν εἶναι αὐτονόητος. Τίποτε δὲν ἀποκλείει τὴ συνύπαρξη πίστης καὶ ἐπιστήμης, ὅταν ἡ πίστη δὲν εἶναι φαντασιώδης μεταφυσικὴ καὶ ἡ Ἐπιστήμη δὲν νοθεύει τὸ θετικό της χαρακτήρα μὲ τὴ χρήση τῆς μεταφυσικῆς.
Στὴν ἀλληλοκατανόηση ἐπιστήμης καὶ πίστης βοηθᾶ καὶ ἡ σημερινὴ ἐπιστημονικὴ γλώσσα. Ἡ γλώσσα τῆς θεολογίας εἶναι ἀπὸ τὴ φύση της εἰκονολογική, ἀφοῦ εἶναι ἀδύνατη ἡ ταύτιση σημαίνοντος καὶ σημαινόμενου (ἀποφατισμός). Ἡ ἐπιστήμη, ἐξ ἄλλου, (σύγχρονη φυσική) λειτουργεῖ ἀποφατικά: ἀρχὴ τῆς ἀπροσδιοριστίας (ἀποφατισμὸς τῆς ἐπιστήμης). Ἡ ἐπιστροφή, συνεπῶς, στὴν πατερικότητα βοηθᾶ στὴν ὑπέρβαση τῆς σύγκρουσης (βλ. Χρ. Γιανναρᾶ, Περιεχόμενο καὶ ἔργο τῆς Ἀπολογητικῆς σήμερα, Ἀθήνα 1975).
Ἡ ἀναγνώριση τῶν ὁρίων τῶν δυὸ γνώσεων (κτιστοῦ καὶ Ἀκτίστου) καὶ ἡ χρήση τοῦ κατάλληλου γιὰ τὴν καθεμία ἀπὸ αὐτὲς ὀργάνου εἶναι στοιχεῖο τῆς πατερικῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία ἱεραρχεῖ τὴν «κάτω» ἢ «ἔξω» σοφία στὴν «ἄνω» ἢ «θεία» γνώση. Ἀντίθετα, ἡ σύγχυσή τους διαιωνίζει τὶς ἑκατέρωθεν παρερμηνεῖες καὶ συντηρεῖ τὴ σύγκρουσή τους. Μιὰ «Ἐκκλησία», ποὺ ἐπιμένει στὴ μεταφυσικὴ θεολόγηση, θὰ ἀναγκάζεται νὰ ἀποκαθιστᾶ συνεχῶς κάποιο Γαλιλαῖο, ἀλλὰ καὶ μία «Ἐπιστήμη», ποὺ ἀγνοεῖ τὰ ὅριά της, θὰ ἀλλοτριώνεται σὲ μεταφυσικὴ καὶ θὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ ἢ τὴν ἀπόρριψη τοῦ Μὰρξ - Μαρξισμός.