Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

Τί εἶναι ἡ προσευχή;Γέρων Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης


 

— Τί εἶναι ἡ προσευχή, Γέροντα;
— Τίποτα, νά, τίποτα.
— Τίποτα;
— Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ βάσις. Τὴν ταπείνωση τὴν δίνει ὁ Θεός. Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν ἀποκτήσεις μόνος σου. Δὲν γίνεται. Σοῦ τὴν δίνει Ἐκεῖνος.
— Πῶς σοῦ τὴν δίνει, Γέροντα;
—  Ἔ, πρέπει νὰ κάνεις μερικὰ πράγματα.
— Τί δηλαδή;

—  Ἔ, νά, αὐτὰ τὰ ἁπλᾶ: Νὰ μὴν κρατᾶς κακία, νὰ ἔχεις ἁπλότητα, νὰ κάνεις μετάνοιες. Κάτι γίνεται μέσα στὴν καρδιὰ κι ἔρχεται ἡ Χάρη. Ὁ σπόρος δουλεύει μέσα στὴν γῆ καὶ πετάει δυὸ φυλλαράκια. Ἂν δὲν ἔλθει ὅμως ὁ ἥλιος καὶ ἡ βροχή, θὰ μαραθοῦν, δὲν θὰ μεγαλώσουν.  Ἔτσι, κάτι μέσα μας πρέπει νὰ σπάσει τὸ περίβλημα, τὴν ἄσφαλτο καὶ νὰ πετάξει δυὸ φυλλαράκια. Τότε θὰ ἔλθει καὶ ἡ Χάρη, θὰ τὰ λούσει καὶ θὰ μεγαλώσουν. Καὶ ἡ Χάρη ἔρχεται πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸν ἥλιο.  Ἔρχεται ἀμέσως μόλις ἀρχίσει ἡ προσπάθεια γιὰ νὰ σπάσει τὸ σκληρὸ αὐτὸ περίβλημα.

Μαθητεύοντας στον Γέροντα Πορφύριο, σελ. 279-280
http://www.porphyrios.net/?p=2367

Ἐλευθερία. Ἡ «ἐλεύθερη» ὅραση τοῦ Χριστοῦ Μας.


 

Β΄ ΜΕΡΟΣ

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ




1)Ἡ ζωή στήν Ἐκκλησία.

 


Δ) Ἐλευθερία. Ἡ «ἐλεύθερη» ὅραση τοῦ Χριστοῦ Μας.

Μέσα στήν Ἐκκλησία ἐλευθερωνόμαστε ἀπό κάθε λανθασμένη καί καταπιεστική ἀντίληψη γιά τόν Θεό καί τόν τρόπο προσέγγισής Του. Ὁ Θεός δέν εἶναι Ἀστυνόμος ἤ Δικαστής ἤ Ἐκδικητής. Εἶναι φίλος μας πού μᾶς ἀγαπᾶ. Μποροῦμε καί πρέπει νά Τόν προσεγγίζουμε μέ ἁπλότητα καί ἁπαλότητα, χωρίς ἄγχος καί σφιξίματα.

Ἡ ὅρασή τοῦ Γέροντα καί ἡ ἀντίληψή του γιά τόν Θεό, δέν εἶναι νομικιστική, δικανική, ἀντίληψη φοβισμένου ἀνθρώπου. Εἶναι ὅραση «ἐλεύθερη», ὅραση φιλική, ὅραση ἀγαπητική, ὅραση παρόμοια μέ τοῦ Μ. Ἀντωνίου, πού ἔλεγε: «Ἐγώ οὐκέτι φοβοῦμαι τόν Θεόν, ἀλλ’ ἀγαπῶ Αὐτόν»60.

Ὁ Γέροντας βίωνε τό Γραφικό «ἡ ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον»61· διά τοῦτο διακήρυσσε: «τόν Χριστό νά Τόν αἰσθανόμαστε φίλο μας. Εἶναι ὁ φίλος μας. Τό βεβαιώνει ὁ Ἴδιος, ὅταν λέει: “Ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ…”»62.

Γιά τόν χριστιανό, ἐπεσήμαινε, δέν ὑπάρχει κατήφεια, δέν ὑπάρχει διάβολος, δέν ὑπάρχει κόλαση, δέν ὑπάρχει θάνατος.

Ζοῦσε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό καί συμβούλευε πατρικά:
«Ἔτσι πρέπει νά βλέπουμε τόν Χριστό. Εἶναι φίλος μας, εἶναι ἀδελφός μας, εἶναι ὅ,τι καλό καί ὡραῖο. Εἶναι τό πᾶν. Εἶναι φίλος καί τό φωνάζει: “Σᾶς ἔχω φίλους, βρέ, δέν τό καταλαβαίνετε; Εἴμαστε ἀδέλφια. Ἐγώ, βρέ, δέ βαστάω τήν κόλαση στό χέρι, δέ σᾶς φοβερίζω, σᾶς ἀγαπάω. Σᾶς θέλω νά χαίρεστε μαζί μου τήν ζωή”. Ἔτσι εἶναι ὁ Χριστός. Δέν εἶναι κατήφεια, οὔτε μελαγχολία, οὔτε ἐνδοστρέφεια. Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν. Εἶναι ἡ χαρά, εἶναι τό φῶς τό ἀληθινό, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά πετάει, νά βλέπει ὅλα, νά βλέπει ὅλους, νά πονάει γιά ὅλους, νά θέλει ὅλους μαζί του, ὅλους κοντά του. Ἀγαπήσατε τόν Χριστό καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ»63.

Ἡ Χριστολογία τοῦ Γέροντος εἶναι βιωματική καί διά τοῦτο αὐθεντική, καταπληκτική γιά τήν ἀμεσότητά της καί παρακλητική-παρηγορητική-θεραπευτική, ὀρθόδοξη καί διαυγής... ὅπως τά διάφανα νερά τῆς ἁγιορείτικης θάλασσας.

Ὁ π. Πορφύριος ἐπειδή ἔχει βιώσει σωστά τήν ἐν Χριστῷ ζωή, τήν ζωή «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ». Ἔχει βιωματικά γνωρίσει τόν ἀληθινό Χριστό, γι΄αὐτό καί ζεῖ αὐθεντικά τήν Ὀρθοδοξία, τήν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία. Ἀποδεικνύει ἔτσι μέ τήν ζωή του, τήν στενή σύνδεση τῶν δύο πραγματικοτήτων: τῆς ὀρθῆς πίστης γιά τόν Χριστό καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, τῆς ὀρθοδοξίας καί τῆς ὀρθοπραξίας, τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καί τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους.

«Δέν ξέρουμε τίποτε, βρέ παιδιά ἀπό Χριστό... Τίποτα δέν ξέρουμε...», ἔλεγε σέ πνευματικά του παιδιά, διεκτραγωδώντας τήν ἐπιφανειακή βίωση τοῦ Μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας καί «τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας», ἀπό τούς περισσότερους Χριστιανούς.

Ὁ Γέροντας ἔζησε τόν ἀληθινό Χριστό, γι΄αὐτό καί ὁ λόγος Του εἶναι χριστοποιητικός, ἀπελευθερωτικός, λυτρωτικός, φωτιστικός, καθαρτικός, ὁδηγητικός, μυσταγωγικός καί ἀναγωγικός. Τό ἴδιο καί ἡ ζωή του καθώς καί ἡ ὅλη του ὕπαρξη καί παρουσία.

 Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

Ἡ ἀνθρώπινη ψυχή ὅμως, δέν θεραπεύεται μέ φιλοσοφικές προσεγγίσεις,..ἀλλά μέ «τήν τῆς ψυχῆς ἐπιστήμη», πού εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πατερική παράδοση.



Β΄ ΜΕΡΟΣ

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

2) Ὁ θεραπευτικός χαρακτήρας καί ο θεραπευτικές ἀρχές τῆς Ἐκκλησίας .

Ἡ ἀνθρώπινη ψυχή ὅμως, δέν θεραπεύεται μέ φιλοσοφικές προσεγγίσεις, ὅπως εἶναι ὅλες οἱ λεγόμενες «ψυχοθεραπευτικές» μέθοδοι (μία τῶν ὁποίων εἶναι καί ἡ πολυδιαφημισμένη ψυχανάλυση) ἀλλά μέ «τήν τῆς ψυχῆς ἐπιστήμη», πού εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πατερική παράδοση198. Αὐτή ἔχει σάν κεντρικό θεραπευτικό ἄξονα τά τρία στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς:

1ον) Κάθαρση τῆς καρδίας ἀπό τά πάθη διά τῆς μετανοίας. Τά μέσα γιά τήν κάθαρση εἶναι ἡ ἄσκηση, ἡ μυστηριακή ζωή, καί ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Δι’ αὐτῶν ἐπιτυγχάνεται ἡ κάθαρση τοῦ νοῦ, δηλαδή τῆς νοερᾶς ἐνέργειας τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία πρέπει νά λειτουργεῖ μέσα στήν καρδιά, προσευχομένη ἀδιάλειπτα.
Πιό συγκεκριμένα ἡ κάθαρση τοῦ νοῦ εἶναι ἡ ἀποβολή ὅλων τῶν λογισμῶν ἀπό τήν καρδία καλῶν καί κακῶν199, ἔτσι ὥστε ὁ καθαρός νοῦς, νά δύναται νά ἑνωθεῖ μέ τόν «ὑπέρ πᾶσαν καθαρότητα» Θεόν, διά τῆς Θείας Χάριτος. «Ἡ καθαρότητα αὐτή», σημειώνει ὁ καθηγητής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, «ἀποτελεῖ καρπό τῆς Χάρης τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού προϋποθέτει ὅμως γιά τήν οἰκείωσή της τήν ἐλεύθερη συνεργία τοῦ ἀνθρώπου»200.

2ον) Φωτισμός τοῦ νοῦ, διά τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος και

3ον) Θέωσις, πάλιν διά τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος201.

Ἡ ἐφαρμογή τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, δηλαδή τῶν συγκεκριμένων θεραπευτικῶν ὁδηγιῶν τοῦ Κυρίου, εἶναι αὐτό πού μαζί μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς θεραπεύει ἐντός τῆς Ἐκκλησίας.

198 Πατερική Θεολογία, σελ. 39-41.
199 Ὅ.π. σελ. 23 καί 39.
200 Χάρη καί ἐλευθερία, σελ. 183.
201 Ὅ.π. σελ. 22-25.

 

 Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

 
Ἀπόσπασμα ἀπό τό Βιβλίο: (Ἱερομονάχου Σάββα Ἁγιορείτου)-Τό μυστήριο τῆς ἐκκλησίας κατά τόν Γέροντα Πορφύριο τόν Ἁγιορείτη

Ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον (Γέροντος Πορφυρίου)



Ὁ Γέροντας ἀγαποῦσε πολύ ὄχι μόνον τόν Θεό, ἀλλά καί τά παιδιά τοῦ Θεοῦ, ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἦταν ὁ ἐράσμιος ἄνθρωπος (ὁ ἄνθρωπος τῆς διπλῆς ἀγάπης: πρός τόν Θεό καί πρός τό συνάνθρωπο). Εἶχε ἀγάπη μέχρις αὐτοθυσίας γιά τούς ἀνθρώπους). Στόν ἅγιο Χαράλαμπο στήν Εὔβοια, διηγεῖται ὁ Γέροντας, ὅτι ἐξομολογοῦσε ἀσταμάτητα νύκτα μέρα. Ἀργότερα ὅταν ὑπηρετοῦσε ὡς ἱερέας τῆς Πολυκλινικῆς Ἀθηνῶν, στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γερασίμου, συνέχισε τή θυσιαστική ζωή, ὑπηρετώντας τούς ἀσθενεῖς. Ὁ Γέροντας ἀγάπησε, καί γι’ αὐτό γνώρισε ὅσο εἶναι δυνατό τόν Θεό. Ἀνήκει στούς «διαβεβηκότας εἰς θεωρίαν».
Ἡ ἀγάπη ὅμως στόν Χριστό εἶναι  ταυτόχρονα καί ἀγάπη στόν πλησίον.
Ὁ τετρωμένος ὑπό θείου ἔρωτος Γέροντας ἀγαποῦσε τόν Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ τούς πάντες καί τά πάντα. Ἡ ἀγάπη του εἶναι «ἔμπονη», θυσιαστική, κενωτική, ἀνιδιοτελής, τελεία. Μιλώντας στά πνευματικά του παιδιά ὑπογράμμιζε ὅτι ἡ ἀγάπη στόν Χριστό εἶναι κι’ ἀγάπη στόν πλησίον. Εἶναι ἀγάπη πού ἀγκαλιάζει ὅλους, ἀκόμα καί τούς ἐχθρούς. Οἱ δύο ἐντολές, τά δύο σκέλη τοῦ Σταυροῦ, ἡ ἀγάπη στόν Χριστό (κατακόρυφο σκέλος) καί ἡ ἀγάπη στόν πλησίον (ὁριζόντιο σκέλος) εἶναι οὐσιαστικά μία, κατά τό Κυριακόν λόγιον: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου· αὕτη ἐστίν ἡ μεγάλη καί πρώτη ἐντολή. Δευτέρα δέ ὁμοία αὐτῇ, ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»[i] .
Ὅταν κανείς ἀγαπάει τόν Χριστό, ἀγαπάει συγχρόνως καί ὅλους τούς ἀνθρώπους, χωρίς νά ρωτᾶ ἄν οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄξιοι τῆς ἀγάπης του ἤ ἀκόμη ἄν τήν ἀποδεχονται ἤ τήν ἀπορρίπτουν. Ἡ Χριστιανική ἀγάπη ἔχει μερικά βασικά καί ἀναφαίρετα χαρακτηριστικά, πού τήν τοποθετοῦν στήν κορυφή κάθε ἄλλης μορφῆς «ἀγάπης». Εἶναι ἀγάπη ἀνιδιοτελής, θυσιαστική, κενωτική, χωρίς νά βάζει ὅρια, καί χωρίς νά κάνει διακρίσεις·  εἶναι ἀγάπη πού δέ ζητάει τήν ἀνταπόδοση, οὔτε τήν ἀποδοχή, οὔτε τήν ἀνταπόκριση, οὔτε τόν ἔπαινο, οὔτε τήν ἀναγνώριση. Ὁ Γέροντας ἀκολουθώντας ἀπόλυτα τήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη γιά τήν ἀγάπη ἔλεγε: «Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστός, πού μᾶς ἔχει προσλάβει ὅλους στόν Ἑαυτό του… Ὅταν θέλεις νά συναντήσεις τόν Χριστό, θά Τόν βρεῖς στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, γιατί ἐδῶ εἶναι ἑνωμένη ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα μέ τόν Θεό, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Δέν μπορεῖ νά ἐπικοινωνεῖς μέ τόν Χριστό καί νά μήν τά ἔχεις καλά μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους»[ii].
Ὁ ἄνθρωπος δέν πρέπει νά ἀγανακτεῖ μέ τό συνάνθρωπό του ἀλλά νά στέλνει πάντα τήν ἀγαθή του διάθεση. Μᾶς τόνιζε ὁ Γέροντας νά ἔχουμε ἀγάπη, πραότητα, εἰρήνη, γιά νά βοηθᾶμε τόν συνάνθρωπό μας ὅταν κυριεύεται ἀπό τό κακό. Νά μήν λέμε λόγια γιά τή ζωή τοῦ ἄλλου, ἀλλά νά εἴμαστε ἐλεήμονες καί νά τόν συγχωροῦμε. Νά μήν ἀγανακτοῦμε γιά τούς βλάσφημους, ἀλλά νά προσευχόμαστε γι’ αὐτούς. Σ’ αὐτούς, πού μᾶς κουράζουν καί μᾶς δυσκολεύουν, νά προσφέρουμε τήν ἀκραιφνή ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί νά σιωποῦμε.
Ἡ ἐγκράτεια τῆς γλώσσας, ἡ σιωπή, «ἀκτινοβολεῖ» στόν πλησίον» ἕλεγε ὁ Γέροντας.
Δέν πρέπει νά κατακρίνουμε ἀλλά νά διορθώνουμε τό κακό. «Ὁ σκοπός μας δέν εἶναι νά καταδικάζουμε τό κακό, ἀλλά νά τό διορθώνουμε. Μέ τήν καταδίκη ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά χαθεῖ, μέ τήν κατανόηση καί βοήθεια θά σωθεῖ. Τόν ἁμαρτωλό πρέπει νά τόν ἀντικρίζουμε μέ ἀγάπη καί μέ σεβασμό στήν ἐλευθερία του…»[iii]. Τόνιζε ἐπίσης ὅτι τό κακό ἀρχίζει ἀπό τίς κακές σκέψεις. «Ὅταν πικραίνεσαι καί ἀγανακτεῖς, ἔστω μόνο μέ τή σκέψη, χαλᾶς τῆς πνευματική ἀτμόσφαιρα. Ἐμποδίζεις  τό Ἅγιο Πνεῦμα νά ἐνεργήσει, καί ἐπιτρέπεις στό διάβολο νά μεγαλώσει τό κακό. Ἐσύ πάντοτε νά προσεύχεσαι, νά ἀγαπᾶς καί συγχωρεῖς, διώχνοντας ἀπό μέσα σου κάθε κακό λογισμό»[iv].
Ὁ χριστιανός πονᾶ καί ἐνδιαφέρεται καί γιά τούς ἀδελφούς του, πού δέν εἶναι ἐνεργά, ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Διά τοῦτο καί δραστηριοποιεῖται ἱεραποστολικά. Ὁ Γέροντας τό τόνιζε ὡς ἀπαραίτητο στοιχεῖο τῆς ταυτότητάς μας ὡς χριστιανῶν, ἀλλά ἐπισήμαινε ὅτι ἡ καλύτερη ἱεραποστολή γίνεται μέ τό καλό μας παράδειγμα, τήν ἀγάπη μας, τήν πραότητά μας. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὅτι ὅπως ὁ Χριστός στέκεται στήν πόρτα τῆς καρδιᾶς τοῦ κάθε ἀνθρώπο καί χτυπάει χωρίς ὅμως νά τήν παραβιάζει ἀλλά περιμένει τήν κάθε ψυχή νά Τοῦ ἀνοίξει μόνη της ἐλεύθερα, ἔτσι καί μεῖς πρέπει νά στεκόμαστε μπροστά σέ κάθε ψυχή. Στήν ἱεραποστολική προσπάθεια τόνιζε, ὅτι, ἔχει σημασία ὁ λεπτός μας τρόπος. Τόν κυριώτερο ρόλο παίζει ἡ προσευχή καί ἡ ζωή μας, καί όχι τόσο τά λόγια, πού μπορεῖ νά μένουν ἄκαρπα. Δέν πρέπει, ἐπισήμαινε, νά ὑπάρχει φανατισμός, ἀλλά σεβασμός τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἄλλου καθώς καί ἀγάπη. Νά τιμᾶτε, ἔλεγε, τούς πάντες ἀνεξάρτητα ἀπό τό σέ ποιό θρήσκευμα ἀνήκουν, ἀφού εἶναι εἰκόνες τοῦ ἀγαπημένου μας Χριστοῦ. Μία ἄλλη σύγχρονη ὁσιακή μορφή, ἡ Γερόντισσα Γαβριηλία, συνομιλοῦσε «ἄνετα» μέ βουδιστές, βραχμάνους, καί ἑβραίους, ἄν καί παρεξηγῆτο. Ἔβλεπε στό πρόσωπό τους τόν Χριστό, τό  «κατ’ εἰκόνα», πού ὑπάρχει στόν κάθε ἄνθρωπο, ἀνεξαρτήτως θρησκείας. Ὁ φανατισμός δέν ἔχει σχέση μέ τόν κατά Θεόν ζῆλο. Ὁ ἀληθινά ζηλωτής εἶναι αὐτός, πού φλέγεται ἀπό ἀγάπη γιά τόν Θεό καί γιά τόν ἄνθρωπο. Ἄν δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ διπλῆ ἀγάπη, τότε δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀληθινή ἡ ἀγάπη, πού διακηρύσσουν ὅτι ἔχουν κάποιοι, εἴτε πρός τούς ἀνθρώους, εἴτε πρός τόν Θεό. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη εἶναι πάντα διπλῆ, ἔχει δύο σκέλη: ἕνα κάθετο (ἀγάπη πρός τόν Θεό) καί ἕνα ὁριζόντιο (ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο). Ἐπίσης ἡ ἀληθινή ἀγάπη εἶναι πάντα εὐγενική, λεπτή, ἀνιδιοτελής, χωρίς ὅρια, θυσιαστική, χωρίς διακρίσεις. Οἱ ἅγιοι δέν κάνουν διάκριση, ἀλλά ἀγαποῦν τούς πάντες καί μάλιστα ἐξ’ ἴσου. Αὐτήν τήν ἀγάπη τή γνήσια δίδασκε ὁ Γέροντας.
Διά τοῦτο δέν πιέζε τούς ἄλλους νά γίνουν καλοί, ἀλλά προσευχόταν μυστικά γι’ αὐτούς χωρίς νά τούς κατακρίνει. Συμβούλευε νά κάνουμε προσευχή γιά νά καταστήσουμε τούς ἄλλους ἄξιους τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν προσευχή καί τήν ἀφοσίωσή μας στόν Θεό, ἔλεγε, νά ενεργήσει ἡ χάρις Του καί στίς ταλαιπωρημένες ψυχές πού δέν Τόν ἀγαποῦν.
Δέν πρέπει νά κατακρίνουμε κανέναν. Δέν πρέπει νά κρίνουμε ἀπό τά ἐξωτερικά γνωρίσματα. Οἱ ψυχές πού ταλαιπωροῦνται ἀπό τά λάθη τους, ἑλκύουν πολύ τή εὐσπλαχνία καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νά σιωποῦμε, νά ἀνεχόμαστε καί κυρίως νά προευχόμαστε, ζῶντας μέσα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Τότε ὠφελοῦμε μυστικά τούς ἄλλους. Ὁ Θεός μέ τήν χάρη Του καθαρίζει τό νοῦ τους καί τούς βεβαιώνει ὅτι τούς ἀγαπᾶ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πιστέψει ὅτι ὁ Θεός τόν ἀγαπᾶ, τότε ἡ ψυχή του  «ἀνοίγει», λουλουδίζει. Τότε ἡ ψυχή πλημμυρίζει ἀπό θεῖο ἔρωτα, διότι, «οὗ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευχεν ἡ Χάρις».
Ὁ ἄλλος κατά κανόνα δέν προσέχει τό λόγια μας, ἀλλά «εἰσπράττει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἐκπέμπουμε». Εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, πού τήν ἀκτινοβολοῦμε ὡς «κάτοπτρα» στούς ἄλλους. Ὅσο καθαρότερα κάτοπτρα εἴμαστε, τόσο περισσότερο ζοῦμε «ἐν Χριστῷ». Ὅσο περισσότερο βιώνουμε ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί», τόσο καλλίτερα βεβαιώνουμε καί τούς ἄλλους ὅτι ὁ Θεός τούς ἀγαπᾶ. Τότε ὑπάρχει ἐλπίδα καί γι’ αὐτούς νά μεταστραφοῦν, ἀκόμη δέ καί νά μᾶς ξεπεράσουν. Ὅσο δυναμικά - ἐνεργητικά ἦταν δοσμένοι στήν ἁμαρτία, τόσο τώρα, μέ τόν ἀνάλογο δυναμισμό, προχωροῦν πρός τόν Θεό.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
Πηγή εἰκόνας: Ἱερό Ἡσυχαστήριο Ἀνάστασις Χριστοῦ-Ἐμμαούς, Ἅγ. Βασίλειος Λαγκαδᾶ


[i] Ματθ. 22, 37-39.
[ii] Κ. Γιαννιτσώτη, Κοντά στό Γέροντα Πορφύριο, Ἀθῆναι 1995, σελ. 383., (στό ἑξῆς: «Κοντά στόν Γέροντα Πορφύριο»).
[iii] «Κοντά στόν Γέροντα Πορφύριο» σελ. 37. Καί συνέχιζε: «Ὅταν ἕνα οἰκογενειακό μας πρόσωπο ρίχνει ἕνα βάζο ἀπό τό τραπέζι καί τό σπάει, συνήθως ὀργιζόμαστε, Ἄν ἐκείνη τη στιγμή, τήν κρίσιμη, μέ μιά κίνηση ψυχικῆς ἀνύψωσής μας, δείξουμε κατανόηση κάι δικαιολογήσουμε τή ζημία, κερδίσαμε καί τήν ψυχή μας καί τήν ψυχή τοῦ ἀδελφοῦ μας. Κι’ αὐτή εἶναι ὅλη ἡ πνευματική ζωή μας: μιά κίνηση ἀνύψωσής μας, μέσα στίς δοκιμασίες τῶν θλίψεων, ἀπό τήν ἀγανάκτηση τοῦ ἐγωισμοῦ στήν κατανόηση τῆς ἀγάπης».
[iv] «Κοντά στόν Γέροντα Πορφύριο», σελ. 38.

Ἡ ζωή στήν Ἐκκλησία εἶναι τελείως «ἄλλη» ζωή, εἶναι ζωή μέσα στή Θεία Χάρη



Μέσα στήν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος βιώνει τόν Παράδεισο, τόν Θεῖο Ἔρωτα, τήν Θεία τρέλλα καί γίνεται «κατά Χάριν ἄκτιστος»[1]. Ἐκεῖνος, πού εἰσέρχεται στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, μοιάζει μέ τό σίδηρο, πού μπαίνει στήν φωτιά. Σιγά-σιγά γίνεται καί αὐτός φῶς καί φωτιά. «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ἡμῶν ἐστίν»[2], μᾶς εἶπε ὁ Κύριος. Ὅποιος Τήν ἀναζητεῖ, θά Τήν βρεῖ καί θά Τήν βιώσει προσωπικά. Θά εἰσέλθει στόν Χριστό καί ὁ Χριστός θά ἔλθει μέσα του. Γίνεται τότε ὁ πιστός κατά Χάριν Χριστός, ἀφοῦ μετέχει στίς θεῖες ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ. Αὐτές οἱ ἐνέργειες εἶναι Φῶς καί Φωτιά πνευματική, ἡ ὁποία καθαρίζει καί φωτίζει. «Συμβαίνει», δίδασκε ὁ Γέροντας Πορφύριος «ὅπως μ’ἕνα κομμάτι σίδηρο, πού τοποθετημένο μές στή φωτιά γίνεται φωτιά καί φῶς, (ἐνῶ) ἔξω ἀπ’τή φωτιά, πάλι σίδηρος σκοτεινός, σκοτάδι»[3].

Μπορεῖ ἄραγε ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι συνέχεια φῶς;
  Μπορεῖ, θά μᾶς πεῖ ὁ Ἁγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ἀρκεῖ νά προσθέτει συνεχῶς φλόγα στή φλόγα[4], φωτιά στή πνευματική φωτιά πού ἄναψε τό Ἅγιο Πνεῦμα μέσα του.

Ἡ παραμονή μέσα στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι μία παθητική κατάσταση ἀλλά μία ἄκρως ἐνεργητική βιοτή. Ἡ προσπάθεια πρέπει νά εἶναι συνεχής καί ἡ πορεία ἀνοδική. «Ὁ γέρων Πορφύριος, ἔλεγε μαζί μέ ὅλους τούς ἁγίους, ὅτι ὁ πιστός πρέπει νά εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία. Αὐτό σημαίνει ἑνωμένος μέ τόν Χριστό καί μέ ὅλους τοῦ Χριστοῦ ... Ἀλλά αὐτό, τό νά εἶναι κανείς μέσα στήν Ἐκκλησία, δέν εἶναι κάτι τυπικό, ὅπως ἡ ἐγγραφή κάποιου ὡς μέλους ἑνός συλλόγου ἤ ἡ τέλεση ...τοῦ Βαπτίσματος. Διότι δέν ἀρκεῖ νά μπεῖ κανείς στήν Ἐκκλησία μιά φορά (μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα). Αὐτό πρέπει νά σημαίνει ἡ διαθήκη του (Ἐπιστολή τοῦ πατρός Πορφυρίου πρός τά πνευματικά του παιδιά)[5], στήν ὁποία εὔχεται νά μποῦμε στήν «ἐπίγειο ἄκτιστη Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ»»[6].

Εἰσερχόμενοι στήν «ἐπίγεια ἄκτιστη Ἐκκλησία»[7] μπαίνουμε σέ μιά ἄλλη «διάσταση», ἤ μᾶλλον εἰσερχόμαστε ἐκεῖ, πού δέν ὑπάρχει καμμία χωροχρονική διάσταση, ἀλλά «τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός»[8]. Εἰσορμοῦμε στό ἀδιάστατον, στό ἄναρχον, στό ἀτελεύτητον, στό αἰώνιον, στό ἀΐδιον, στό ἀπερινόητον μυστήριον τοῦ Θεοῦ. Μετέχουμε στήν ζωή τοῦ Θεοῦ· ἐκεῖ, ὅπου δέν ὑπάρχει θάνατος, φθορά, χρόνος, χῶρος, διάβολος, ἀσθένεια, πόνος, λύπη ἤ στεναγμός. Μπαίνουμε στήν «περιοχή» τῆς νίκης καί τοῦ Νικητῆ, στήν «χώρα» τοῦ Ἀχωρήτου, στόν τρόπο τοῦ «εἶναι σύν καί ἐν Αὐτῷ». Εἰσερχόμεθα στήν διαμονή «ἐν Αὐτῷ», τῷ Δημιουργῷ καί Προνοητῇ τῶν ἁπάντων, ὁδηγούμεθα «εἰς τό εἶναι» μετά τοῦ στοργικοῦ Πατέρα καί Ἀδελφοῦ, τοῦ ἀείποτε προτρέποντος ἡμᾶς εἰς τό ἀενάως κατατρυφᾶν Αὐτοῦ: «Κατατρύφησον τοῦ Κυρίου καί δώσει τά αἰτήματα τῆς καρδίας σου»[9].

Οἱ ἐνέργειες τῆς Θείας Χάριτος στήν Ἐκκλησία δέν ἐξηγοῦνται πλήρως. Ἡ ζωή μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι μία ζωή «ἐν Χάριτι». Ὁ θεῖος φόβος δέν λειτουργεῖ καταπιεστικά στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ, ἀλλά θεραπευτικά, ἀφοῦ ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή καί γνήσια μετάνοια. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἀρχικά, καί στή συνέχεια ὅλη ἡ πρωτοχριστιανική κοινότητα, εἶχαν αὐτό τό βίωμα τῆς ἀγαλλιάσεως. Ὅπως δίδασκε ὁ Γέροντας: «ἀγαπιόντουσαν, χαιρόταν ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον εἶχαν ἑνωθεῖ»[10]. Αὐτή ἡ ζηλευτή ἑνότητα, ἀποτέλεσμα τῆς ἐσωτερικῆς πλήρωσης μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἦταν τό ἠχηρότερο ἱεραποστολικό κήρυγμα διότι, ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας, «ἀκτινοβολεῖ αὐτό τό βίωμα καί τό ζοῦνε κι’ ἄλλοι»[11]. Ἡ Θεία Χάρη, ἡ Θεία Ἐνέργεια εἶναι ἡ ζωή ἡ ἀληθινή, ὁ Παράδεισος ἐπί γῆς· αὐτή μᾶς ζεῖ, μᾶς τρέφει, μᾶς χαροποιεῖ, μᾶς γεμίζει, εἶναι τό πᾶν, γίνεται τό πᾶν γιά τόν πιστό.

Τά ἀνωτέρω φανερώνονται στή ζωή ὅλων τῶν Ἁγίων, ὅπως εἶναι καταγραμμένη στά Συναξάρια τους. Ὁ Γέροντας βίωνε συχνότατα (ἄν ὄχι ἀδιάλειπτα) στό κελλάκι του στά Καυσοκαλύβια (Ἱερόν Κελλίον: Ἅγιος Γεώργιος) αὐτήν τήν παραδείσια κατάσταση, ψάλλοντας καί προσευχόμενος μέ τά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας. «Μοῦ ἄρεσαν», ἔλεγε, «αὐτά πού ἔχουν Θεῖο Ἔρωτα. Ἦταν μοιρολόϊ, ἐρωτικό τραγούδι»[12]. Στούς ἀνθρώπους φαινόταν σάν νά ἔχει χάσει τά λογικά του[13], ἀλλά ὁ ἴδιος ζοῦσε τήν μακαριότητα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος γίνεται «τοῖς πᾶσι τά πάντα»[14]. Δάκρυα χαρᾶς πλημμύριζαν τά μάτια του. Τρεφόταν μέ  τήν Θεία Χάρη. «Ἦταν ἡ ζωή μου αὐτή. Ζοῦσα μέ τήν Χάρι τοῦ Κυρίου, ὄχι μέ τήν δική μου δύναμη»[15], ἔλεγε.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης.

[1] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 194.
[2] Πρβλ. Λουκ. 17, 21.
[3] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 201.
[4] Πρβλ. Ἁγ. Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος Α’, στ. 48, ἔκδ. Ἱ.Μ. Παρακλήτου, ἔκδ. 9η, Ὠρωπός 2002, σελ. 48- 49.
[5] Ἱερομονάχου Πορφυρίου, Ἐπιστολή Γέροντος Πορφυρίου πρός τά πνευματικά του παιδιά, Ἐν Καυσοκαλυβίοις τῇ 4/17 Ἰουνίου 1991, στό: Αἰκατερίνας μοναχῆς, Ὁ ὅσιος Γέρων Πορφύριος, Ἡ ἀγαπῶσα καρδία, Ἐκδόσεις Ἐφραιμιάς, Κονταριώτισσα Κατερίνης, σελ. 355-357.                  
[6] Θαυμαστά γεγονότα, σελ. 28-29.
[7] Ἱερομονάχου Πορφυρίου, Ἐπιστολή Γέροντος Πορφυρίου πρός τά πνευματικά του παιδιά, Ἐν Καυσοκαλυβίοις τῇ 4/17 Ἰουνίου 1991, στό Αἰκατερίνας μοναχῆς, Ὁ ὅσιος Γέρων Πορφύριος, Ἡ ἀγαπῶσα καρδία, Ἐκδόσεις Ἐφραιμιάς, Κονταριώτισσα Κατερίνης, σελ. 355-357.
[8] Κολ. 3, 11.
[9] Ψαλμ. 36,4.
[10] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 205.
[11] Ὅ.π. σελ. 205.
[12] Ὅ.π. σελ. 74.
[13] Πρβλ. Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 65 - 66.
[14] Ἐφ. 1, 23.
[15] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄,σελ. 75.

 Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο: «Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν Γέροντα Πορφύριο» (Σάββα Ἱερομονάχου).

Οἱ προϋποθέσεις μιᾶς σωστῆς προσευχῆς (Γέρων Πορφύριος)



Οἱ προϋποθέσεις μιᾶς σωστῆς προσευχῆς εἶναι: 
 - ἡ προσευχή προετοιμασίας γιά τήν προσευχή, 
 - τό νά παρακαλέσουμε τόν Κύριο νά μᾶς δώσει δάκρυα, 
 - τό θυμίαμα, 
 - τό κερί, 
 - ἡ ἡσυχία, 
 - ἡ ἀμεριμνία, 

 - ἡ μελέτη, 
 - ἡ ἀποκοπή ἀπό ὅλους καί ὅλα, 
 - τό καντηλάκι,  
 - ἡ χαρά, 
 - ἡ ἀπόλυτη ἐξάρτηση ἀπό τόν Θεό, 
 - τό ἀπόλυτα ἄφημα στόν Κύριο. 

 (Ὅσιος Γέροντας Πορφύριος) 

Π. Πορφύριος: " Σοῦ εὔχομαι νά "σκιρτᾶς" ἀπό χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τό χάος ἀπό τό ὁποῖο μᾶς πέρασε ὁ Ἀναστάς Κύριος"


Ἀντί ἄλλης Πασχάλιας εὐχῆς θά σᾶς μεταφέρω τά χαρμόσυνα ἀναστάσιμα βιώματα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Πορφύριου, ὅπως τά ἔζησα μία Τρίτη της Διακαινησίμου στό κελάκι του. Πῆγα νά τον δω σάν γιατρός. Μετά τήν καρδιολογική ἐξέταση καί τό συνηθισμένο καρδιογράφημα, μέ παρακάλεσε νά μήν φύγω. Κάθισα στό σκαμνάκι κοντά στό κρεβάτι του. Ἔλαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του.
Μέ ρώτησε:
-Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει "Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν...";
-Ναί γέροντα, τό ξέρω.
-Πές το.
Ἄρχισα γρήγορα-γρήγορα. "Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτής, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιο, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν πατέρων Θεόν καί ὑπερένδοξον".
-Τό κατάλαβες;
-Ἀσφαλῶς τό κατάλαβα. Νόμισα πώς μέ ρωτάει γιά τήν ἑρμηνεία του. Ἔκανε μία ἀπότομη κίνηση τοῦ χεριοῦ του καί μοῦ εἶπε:
-Τίποτε δέν κατάλαβες βρέ Γιωργάκη! Ἐσύ τό εἶπες σάν βιαστικός ψάλτης... Ἄκου τί φοβερά πράγματα λέει αὐτό τό τροπάριο. Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του δέν μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα ποτάμι, ἀπό ἕνα ρῆγμα γής, ἀπό μία διώρυγα, ἀπό μία λίμνη ἤ ἀπό τήν Ἐρυθρά θάλασσα. Μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα χάος, ἀπό μία ἄβυσσο, πού ἦταν ἀδύνατο νά τήν περάσει ὁ ἄνθρωπος μόνος. Αἰῶνες περίμενε αὐτό τό πέρασμα, αὐτό τό Πάσχα. Ὁ Χριστός μᾶς πέρασε ἀπό....

τόν θάνατο, στή Ζωή. Γι' αὐτό σήμερα "Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, ἅδου τήν καθαίρεσιν". Χάθηκε ὁ θάνατος. Τό κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε τήν "ἀπαρχή" τῆς "ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου" ζωῆς κοντά Του.
Μίλαγε μέ ἐνθουσιασμό καί βεβαιότητα. Συγκινήθηκε. Σιώπησε λίγο καί συνέχισε πιό δυνατά:
-Τώρα δέν ὑπάρχει χάος, θάνατος καί νέκρωση, Ἅδης. Τώρα ὅλα χαρά, χάρις καί Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας.
Ἀναστήθηκε μαζί Του ἡ ἀνθρώπινη φύση. Τώρα μποροῦμε καί μεῖς νά ἀναστηθοῦμε, νά ζήσουμε αἰώνια κοντά Του... Τί εὐτυχία ἡ Ἀνάσταση! "Καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον". Ἔχεις δεῖ τά κατσικάκια τώρα τήν ἄνοιξη νά χοροπηδοῦν πάνω στό γρασίδι, νά τρῶνε λίγο ἀπό τή μάνα τους καί νά χοροπηδοῦν ξανά; Αὐτό εἶναι τό σκίρτημα, τό χοροπήδημα.
Ἔτσι ἔπρεπε κι ἐμεῖς νά χοροπηδοῦμε ἀπό χαρά ἀνείπωτη γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί τήν δική μας. Διέκοψε πάλι τό λόγο του. Ἀνέπνεα μία εὐφρόσυνη ἀτμόσφαιρα.
-"Μπορῶ νά σού δώσω μία συμβουλή;" συνέχισε. "Σέ κάθε θλίψη σου, σέ κάθε ἀποτυχία σου νά συγκεντρώνεσαι μισό λεφτό στόν ἑαυτό σου καί νά λές ἀργά-ἀργά αὐτό τό τροπάριο. Θά βλέπεις ὅτι τό μεγαλύτερο πράγμα στή ζωή σου -καί στή ζωή τοῦ κόσμου ὅλου- ἔγινε. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία μας. Καί θά συνειδητοποιεῖς ὅτι ἡ ἀναποδιά πού σου συμβαίνει εἶναι πολύ μικρή γιά νά χαλάσει τή διάθεσή σου".
Μοῦ' σφίξε τό χέρι λέγοντας:
-Σού εὔχομαι νά "σκιρτᾶς" ἀπό χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τό χάος ἀπό τό ὁποῖο μᾶς πέρασε ὁ Ἀναστάς Κύριος, "ὁ μόνος εὐλογητός τῶν Πατέρων"... Ψάλε τώρα καί τό "Χριστός Ἀνέστη".
Ὑστερόγραφο δικό μου: "ἀληθῶς Ἀνέστη"!!!
(Γεώργιος Παπαζάχος, καθηγητής Ἰατρικῆς, ἀναδημοσίευση ἀπό τό περιοδικό "Σύναξη - Πάσχα 1994)
http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2013/05/blog-post_5555.html