Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017

Παραπονιέσαι ὅτι δέν σοῦ συμπεριφέρονται καλά αὐτοί μέ τούς ὁποίους συναναστρέφεσαι.


 Γέροντας Γερμανός Σταυροβουνιώτης


Παραπονιέσαι ότι δεν σου συμπεριφέρονται καλά αυτοί με τους οποίους συναναστρέφεσαι.

 Άκου τη συμβουλή μου: Εάν κάποιος δεν σου συμπεριφέρεται καλά, εσύ να του συμπεριφέρεσαι με καλωσύνη. Όλη η υπόθεση θέλει ταπείνωση. 
Ας πούμε ένα παράδειγμα: Σου λέγει κάποιος πως η δουλειά σου δεν είναι καλή. Να του πης: “Ευχαριστώ, που με συμβουλεύεις. Βοήθησε με να γίνω καλύτερος. Λέγε μου τα λάθη μου, για να τα διορθώσω”.
 Να δέχεσαι απ’ όλους συμβουλές, από ταπείνωση όμως και όχι από δειλία. Έτσι θα διατηρής στην ψυχή σου την ουράνια χαρά και την ειρήνη.
 Σου είπε ο αδελφός σου ότι είσαι ύπουλος! Πάρε το για αστείο, και μη σου κακοφανεί! Αλλά, κι άν ακόμη το εννοούσε, σε ερωτώ: Μήπως στην πραγματικότητα δεν είμαστε όλοι ύπουλοι; Ποιός μπορεί να ισχυρισθεί πως είναι παντού και πάντοτε ευθύς και ειλικρινής; Πες ότι σου το είπε αυτό ο αδελφός σου κατά παραχώρηση Θεού, για να ταπεινωθείς και να διορθωθείς. Και εσύ να νοιώθεις όχι αντιπάθεια, αλλά αγάπη και ευγνωμοσύνη για τον αδελφό σου, που, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, σε βοηθά να διορθωθείς και να σωθείς! 
Όταν σε λυπούν ή όταν σε προσβάλλουν, τότε να ενθυμήσαι τα Πάθη του Κυρίου μας: Όταν τον ύβρισαν, αυτός δεν ύβριζε, όταν τον ειρωνεύονταν, αυτός δεν ειρωνευόταν, όταν τον κτυπούσαν, αυτός δεν κτυπούσε, όταν τον κακολογούσαν, αυτός δεν κακολογούσε, αλλά σ’ όλα αυτά ανταποκρινόταν με ηρεμία: “Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού” (Ιω. ιη’ 23). Και προσευχόταν για τους σταυρωτές Του. 
Να ζούμε, όπως έζησε ο Χριστός, δηλαδή με ταπείνωση, με υπακοή, με ανεξικακία. Να φροντίζουμε να Τον μιμούμαστε, όσο γίνεται, σε όλα. Μετά χαράς να βαδίζουμε τη στενή και τεθλιμμένη οδό, και να μισούμε τον φαρδύ και αστόχαστο βίο.Πρόσεξε να μη σου κακοφαίνεται, όταν σου πουν λόγο σκληρό. Οι λόγοι οι σκληροί, οι υβρισιές, οι καταφρονήσεις απαλλάτουν τον άνθρωπο από τους κακούς λογισμούς, και μάλιστα τους αισχρούς. Τον απαλλάτουν απ’ όλα τα πάθη, αρκεί να υπομένει.


Αν σε κοροϊδεύουν, εσύ κάνε καλούς λογισμούς, παίρνε το π.χ. για αστείο, και έτσι φεύγει εύκολα η παρεξήγηση και το σκάνδαλο.
Ο Κύριος μακαρίζει τους πραείς. Λέγει ότι “αυτοί κληρονομήσουσι την γην” (Ματθ. ε’ 5). Αυτός, που είναι πραγματικά πράος, όχι μόνο εξωτερικά δεν οργίζεται, αλλ’ ούτε και μέσα στην ψυχή του. Την ώρα του παροξυσμού να προτιμάς τη σιωπή, την προσευχή και τη φυγή, και ποτέ σου δεν θα το μετανοιώσης.
Πολλοί οργίζονται όχι μόνον εναντίον ανθρώπων, αλλά και εναντίον αψύχων πραγμάτων, και αρχίζουν να σπάνε αντικείμενα και να χτυπούν τα ζώα, που νομίζουν ότι τους έφταιξαν. Όμως ο αληθινά πράος και ανεξίκακος δεν οργίζεται με τίποτε και είναι πάντοτε ειρηνικός. Το Πνεύμα το Άγιο κατοικεί μέσα στην ψυχή του.
Η πραότης, όταν είναι κατά Θεόν, δεν είναι ούτε δειλία, ούτε αδυναμία, αλλά είναι δύναμη πνευματική και πίστη στον Θεό αληθινή.Ο πράος παραμένει ανεπηρέαστος στον νου και στην καρδιά του. Δεν ταράσσεται, ούτε όταν τον κατηγορούν, ούτε όταν τον επαινούν ούτε όταν τον υπολογίζουν, ούτε όταν τον αγνοούν, ούτε όταν τον εξυψώνουν, ούτε όταν τον ταπεινώνουν. Αυτή όμως η αρετή είναι καρπός μεγάλης πίστης στον Θεό, βαθιάς ταπείνωσης και καθαρής προσευχής. Ο πράος επηρεάζει και τους άλλους γύρω του. Ειρηνεύει αυτούς, που διαπληκτίζονται, γαληνεύει αυτούς, που έχουν ταραχή και σύγχυση.

https://proskynitis.blogspot.gr/2017/08/blog-post_846.html?m=1

Η άκαιρη λύπη (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)


Από την ΚΘ’ ομιλία του Αγ. Γρηγορίου (P.G. 151, 364-376) στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου της ΣΤ’ Κυριακής (24/7/11) για την «κατά Θεόν λύπη»
Όσοι αμαρτήσαμε έχουμε ανάγκη πάλι από τη λύπη και τον πόνο της μετάνοιας για τα αμαρτήματα που έχουμε διαπράξει. Πρέπει να μετανοήσουμε και να πέσουμε στα γόνατα, για να ακούσει καθένας μας μυστικά μέσα στην καρ­διά του, όπως ο Παράλυτος του Ευαγγελίου, «έχε θάρρος, τέκνο». Και έτσι, αφού πληροφορηθεί η καρδιά μας ότι έχουμε λάβει τη συγχώρηση, να με­ταστρέψουμε τη λύπη σε χαρά. Διότι αυτή είναι η λύπη, το μέλι το πνευματικό, που θηλάζουμε εμείς από τη στερεά πέτρα, σύμφωνα με το αποστολικό ρητό: «ΕΘήλασαν μελί από πέτρα» (Δευτ. 32, 13) «η δε πέτρα είναι ο Χριστός» (Α' Κορ. 10, 4).


Να μη σας κάνει όμως εντύπωση που απο­κάλεσα τη λύπη «μέλι». Γιατί αυτή είναι η λύπη για την οποία ο απόστολος Παύλος λέει: «Η κατά Θεόν λύπη προκαλεί αμεταμέλητη μετάνοια για τη σωτηρία» (Β' Κορ. 7, 10). Όπως δηλαδή σ' αυτόν που έχει τραυματισμένη γλώσσα το μέλι θα του φανεί πικρό -αλλά όταν θα θεραπευθεί θα αλλάξει γνώμη,- έτσι και ο φόβος του Θεού προκαλεί λύπη στις ψυχές που είναι δεκτικές του Ευαγγελικού κηρύγματος. Όσο καιρό οι ψυχές αυτές έχουν ανοικτά τα τραύματα των αμαρτιών τους, αισθάνονται λύπη. Όταν όμως ελευθερωθούν απ’ αυτά δια της μετανοίας, νιώθουν εκείνη τη χαρά, την οποία εννοεί ο Κύριος όταν λέει: «η λύπη σας θα μεταβληθεί σε χαρά» (Ιωάν. 16, 20). Ποιά λύπη; Ασφαλώς εκείνη που αισθάνονταν οι Μαθητές στο άκουσμα ότι θα στερούνταν τον Κύριο και Διδά­σκαλό τους. Τη λύπη εκείνη που αισθάνθηκε ο Πέτρος όταν Τον αρνήθηκε. Δηλαδή τη λύπη που αισθάνεται ο κάθε πιστός όταν μετανοεί για τις αμαρτίες, για τις ελλείψεις του στην αρετή, πράγμα που οφείλεται στη ραθυμία του.

Και εμείς λοιπόν, όταν πέφτουμε σε τέτοιου είδους αμαρτίες, να λυπούμαστε και να κατηγορούμε τους εαυτούς μας και όχι κάποιον άλλο. Άλλωστε, ούτε τον Αδάμ, όταν αθέτησε την εντολή του Θεού, τον ωφέλησε η μετάθεση της ευθύνης προς την Εύα, αλλά ούτε και την Εύα τη βοήθησε το ότι επέρριψε την ευθύνη στον αρχέκακο όφι. Κι αυτό, γιατί εμείς έχουμε πλασθεί από τον Θεό ως αυτεξούσιοι· και έχουμε λάβει το ηγεμονικό της ψυχής ως εξουσιαστική δύναμη κατά των παθών. Δεν έχουμε λοιπόν κανέναν που να κυριαρχεί επάνω μας και να μας αναγκάζει σε υποταγή.

Αυτό θεωρείται κατά Θεόν σωτήρια λύπη: Το να κατηγορούμε τους εαυτούς μας, και όχι κάποιον άλλο, για όσα πλημμελήματα διαπράττουμε. Να λυ­πούμαστε για τον εαυτό μας και να ειρηνεύουμε με τον Θεό με την κατάνυξη και την εξομολόγηση. Αυτή την αυτομεμψία και κατάνυξη επέδειξε ο Λάμεχ, ο οποίος εξομολογήθηκε ενώπιον όλων την αμαρ­τία του, κατέκρινε τον εαυτό του και τον θεώρησε περισσότερο ένοχο από τον Κάιν, σύμφωνα με την Αγία Γραφή που λέει: «Για τον Κάιν προβλεπόταν τιμωρία επτά φορές, και για τον Λάμεχ εβδομή­ντα επτά» (Γεν. 4, 24). Έτσι, αφού πένθησε τον εαυτό του ως ένοχο, με την βαθιά του κατάνυξη και την ομο­λογία της αμαρτίας του, διέφυγε από την καταδίκη του Νόμου, όπως είπε αργότερα και ο Προφήτης: «Ομολόγησε εσύ πρώτος τις αμαρτίες σου για να δικαιωθείς» (Ησ. 43, 26). Αυτό επιβεβαίωσε αργότερα και ο Απόστολος, λέγοντας: «Αν εμείς κρίναμε τους εαυτούς μας, δεν θα κρινόμαστε» (Α' Κορ. 11, 31).

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Λόγος του Ιωάννου Χρυσοστόμου εις τους κορυφαίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο

 

Eἰς τoὺς κoρυφαίους τῶν ἀπoστόλων Πέτρoν καὶ Παῦλoν, καὶ τὸ αὐτῶν μαρτύριον ἐνδοξότατον.
αʹ. Οὐρανoῦ καὶ γῆς ἅμιλλαν ὁρῶ διὰ τὴν παροῦσαν πανήγυριν τῆς μνήμης τῶν ἀπoστόλων, τῶν μὲν ἐπουρανίων δυνάμεων εὐφημουσῶν ἐντίμοις φωναῖς τοῦ πόνου αὐτῶν τὸ διδασκάλιον, ὡς δι’ αὐτῶν γνωρισθὲν αὐτοῖς τὸ τῆς οἰκονομίας μυστήριον, καθὼς ὁ Παῦλος βοᾷ, Ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ· τῶν δὲ ἐπὶ γῆς ἀνθρώπων ἐκβιαζομένων ἀξίαν εὐφημίαν διὰ τῆς τιμῆς πρὸς τοὺς κορυφαίους δεῖξαι, ὡς δι’ αὐτῶν εἰς σωτηρίαν ἐπανελθόντων. Τί γὰρ Πέτρου μεῖζον; τί δὲ Παύλου ἴσον; οἵτινες τῷ ἔργῳ καὶ τῷ λόγῳ πᾶσαν τὴν ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς κτίσιν ἐνίκησαν· οἱ τῷ πηλῷ τοῦ σώματος συμπεπλεγμένοι, καὶ ἀμείνους ἀγγέλων εὑρεθέντες. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς τοὺς διδασκάλους τῆς ἄνω καὶ τῆς κάτω κτίσεως; Οὐχ εὑρίσκω γὰρ λόγον ἐπάξιον ἐγκωμιάσαι τοὺς ἐγκωμιάσαντας τὸ γένος ἡμῶν, τοὺς τὴν ἅπασαν γῆν καὶ θάλασσαν περιελθόντας, καὶ τὰς ῥίζας τῶν ἁμαρτημάτων ἀνασπάσαντας, καὶ τὰ σπέρματα τῆς εὐσεβείας καταβαλόντας ἐν ταῖς καρδίαις τῶν ἀπειθούντων ἀνθρώπων.
Πέτρος ὁ καθηγητὴς τῶν ἀποστόλων, Παῦλος ὁ γνωριστὴς τῆς οἰκουμένης, καὶ τῶν ἄνω δυνάμεων συμμέτοχος· Πέτρος τῶν ἀγνωμόνων Ἰουδαίων ὁ χαλινὸς, Παῦλος τῶν ἐθνῶν ἡ παράκλησις. Καὶ βλέπε μοι τοῦ Δεσπότου τὴν ὑπερέχουσαν σοφίαν. Τὸν γὰρ Πέτρον ἀπὸ ἁλιέων ἐξελέξατο, τὸν δὲ Παῦλον ἀπὸ σκηνοῤῥάφων· καὶ τοῦτο δὲ πρὸς ὠφέλειαν πεποίηκεν· ἐβυθίζετο γὰρ ἡ δόξα τῶν Ἰουδαίων. Διὰ τοῦτο τούτῳ τῷ ἁλιεῖ ἐνεπίστευσεν ὁ Κύριος, φήσας πρὸς αὐτόν· Ἄπελθε εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ βάλε ἄγκιστρον· καὶ τὸν ἀναβάντα πρῶτον ἰχθὺν ἄρας, ἄνοιξον τὸ στόμα αὐτοῦ, καὶ εὑρήσεις στατῆρα Θάλασσαν λέγων, τὴν ἄστατον τῶν ἀνόμων Ἰουδαίων γνώμην· ἄγκιστρον, τὸν ἔντεχνον λόγον τῆς διδασκαλίας· ἰχθὺς, τὸν νόμον σημαίνει. Τὸ δὲ ἀνοῖξαι τὸ στόμα αὐτοῦ, τὸ ἑρμηνεύειν αὐτὸν λέγει·

Πώς συμβιβάζεται η αρχικώς αρνητική στάση του Χριστού στο περιστατικό με την Χαναναία, με την παναθρώπινη αντίληψη του Χριστιανισμού; (Μτθ. 15, 21-28)


Πώς συμβιβάζεται η αρχικώς αρνητική στάση του Χριστού στο περιστατικό με την Χαναναία, με την παναθρώπινη αντίληψη του Χριστιανισμού; (Μτθ. 15, 21-28)

Ματθ. 15,21-28
Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι.  ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.
Ἡ ἀσυνήθιστη στάση τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντι στή Χαναναία εἶναι καί τό κατ’ἐξοχήν σημεῖο τῆς περικοπῆς στο ὁποῖο στέκονται οἱ ἑρμηνευτές καί μάλιστα ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Πρώτα, ὅμως, πρέπει νά ξεκαθαρίσουμε πώς ἡ ὁδηγία πρός τούς μαθητές γιά τον εὐαγγελισμό ὅλων τῶν ἀνθρώπων δίνεται ἀπό το Χριστό πολύ αργότερα, μετά τήν ἀνάστασή του. Κατά τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας δράσης του ὁ Χριστός εἶχε δώσει ἐντολή στούς μαθητές του νά περιορίσουν τό κήρυγμά τους στούς Ἰουδαίους: «εἰς ὁδόν ἐθνῶν μή ἀπέλθητε καί εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μή εἰσέλθητε. Πορεύεσθε δέ μᾶλλον πρός τά πρόβατα τά ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ» (Μθ 10,5-6).
Πιό συγκεκριμένα, στό περιστατικό μέ τή Χαναναία, παρατηρεῖται μία κλιμάκωση τῆς «ἀδιαφορίας» τοῦ Χριστοῦ. Στην ἀρχή ὁ Κύριος την προσπερνᾶ χωρίς νά ἀνταποκριθεῖ οὔτε θετικά, οὔτε ἀρνητικά στίς κραυγές της. Στή συνέχεια, μετά ἀπό παρέμβαση τῶν μαθητῶν του να τή διώξει, τῆς λέει τό «οὐκ ἀπεστάλην εἰ μή εἰς τά πρόβατα τά ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ». Κι ὅταν ἐκείνη ἐπιμένει καί πέφτει προσκυνώντας στά πόδια του, φτάνει στό σημεῖο νά τῆς μιλήσει προσβλητικά, λέγοντας «οὐκ ἔστι καλόν λαβεῖν τόν ἄρτον τῶν τέκνων και βαλεῖν τοῖς κυναρίοις». Ἀξιοσημείωτο εἶναι ἐπίσης ὅτι ὁ Χριστός για πρώτη φορά μεταβαίνει ἐκτός ὁρίων τῆς πατρίδας του, κι ἐκεῖ, στο ἐξωτερικό, μεταβαίνει ἐπίσης ἐκτός ὁρίων τῆς δικῆς της πατρίδας ἡ Χαναναία γιά νά τόν συναντήσει –κάτι πού δείχνει πώς ἡ φήμη τοῦ Χριστοῦ εἶχε ἤδη ξεπεράσει τά σύνορα τῆς χώρας του.  Ἐπιπλέον πρέπει νά διευκρινιστεῖ ὅτι ὁ Χριστός δέν κάνει αὐτό τό ταξίδι γιά νά κηρύξει, ἀλλά φαίνεται νά περνᾶ ἀπαρατήρητος. 
Ἡ στάση τοῦ Χριστοῦ πρός τή γυναίκα ἑρμηνεύεται εὔκολα ἄν λάβουμε ὑπόψιν μας δύο στοιχεῖα. Τό πρῶτο εἶναι ὅτι ὁ Θεός εἶχε ἀπαγορεύσει στούς Ἰουδαίους στήν Παλαιά Διαθήκη νά ‘χουν ὁποιαδήποτε συναλλαγή μέ τούς Χαναναίους. Κι αὐτό γιατί οἱ Χαναναίοι ἦταν λαός ἀνήθικος, μέ λατρεῖες πού ἀπαιτοῦσαν ἀνθρωποθυσίες. (Αὐτή ἡ ἀπαγόρευση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν σίγουρα γνωστή καί στή Χαναναία, ἡ ὁποία δέν τόλμησε νά πάει στήν Ἰουδαία νά συναντήσει τόν Χριστό, παρότι ἀσφαλῶς πολύ θά τό ἐπιθυμοῦσε). Ὁ Χριστός τηρεῖ τόν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε καί σε ἄλλες περιπτώσεις -ὅταν γιά παράδειγμα δέχεται τήν περιτομή ἤ ὅταν θεραπεύει τόν λεπρό καί τόν στέλνει νά τακτοποιήσει τίς ὑποχρεώσεις του πρός τό Ναό, ὅπως ὅριζε ὁ Μωυσῆς. Αὐτό ὑπογραμμίζει μία βασική εὐαγγελική ἀλήθεια: Ὁ Κύριος δέν κατάργησε τό Μωσαϊκό Νόμο ἐπειδή δέν θά  μποροῦσε νά τόν ἐφαρμόσει, ἀλλά ἀντίθετα μέσα ἀπό τήν ἐφαρμογή του τόν ἀποδεικνύει ἐλλιπή καί τον τελειοποιεῖ. Ἔτσι, ἀρχικά δέν ἀνταποκρίνεται στίς σπαρακτικές κραυγές τῆς Χαναναίας, ἀκολουθώντας τό γράμμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

Διαφωτισμός και Αριστερά Γράφει ο Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθεου


Κατά καιρούς έχω αναφερθή γραπτώς και προφορικώς στον Διαφωτισμό, που είναι ένα φιλοσοφικο-κοινωνικό σύστημα που παρατηρήθηκε στο τέλος του 17ου και αρχές του 18ου αιώνος στον Δυτικοευρωπαϊκό «χώρο» και δημιούργησε πολλές θρησκευτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις.
Μελετώντας, λοιπόν, αυτό το κίνημα πολλές φορές διερωτήθηκα ποιά είναι η σχέση του με την Αριστερά.
Στο άρθρο αυτό θα τονισθούν μερικές σύντομες απόψεις, γιατί το θέμα αυτό είναι μεγάλο και χρήζει σοβαρής επιστημονικής ανάπτυξης. Τα όσα εκτεθούν, φυσικά, δεν εξαντλούν το θέμα, αλλά είναι μερικές αφορμές για περαιτέρω συζήτηση.


Ο δυτικοευρωπαϊκός Διαφωτισμός
Ο δυτικοευρωπαϊκός Διαφωτισμός είναι ένα κίνημα το οποίο παρατηρήθηκε στην Ευρώπη και έχει σχέση με την άν02οδο της αστικής τάξης και τον περιορισμό των προνομίων της αριστοκρατικής τάξης. Ακόμη, ο Διαφωτισμός στράφηκε και εναντίον της δυτικής μεταφυσικής, με τις απολυτότητές της, και εναντίον της θρησκευτικής δεισιδαιμονίας, καθώς επίσης και εναντίον της φεουδαρχίας που μάστιζε τον δυτικοευρωπαϊκό χώρο.

Φυσικά, όταν κάνουμε λόγο για τον Διαφωτισμό πρέπει οπωσδήποτε να διακρίνουμε διάφορα ρεύματα και διάφορες τάσεις, όπως τον αγγλικό εμπειρισμό, τον γαλλικό εγκυκλοπαιδισμό, τον γερμανικό ιδεαλισμό, τον ιταλικό αντικληρικαλισμό και τον ελληνικό μετριοπαθή Διαφωτισμό.

Οι διαφωτιστές έκαναν λόγο για την ελευθερία του ανθρώπου, για τις φυσικές δυνατότητές του, για το φυσικό δίκαιο και την φυσική θρησκεία, για την ανάπτυξη της παιδείας. Ομίλησαν για ελευθερία, ισότητα, παιδεία κλπ. Πρόκειται για μεγάλες αρχές, οι οποίες οπωσδήποτε είχαν καταστρατηγηθή στην Δύση, τόσο από τον Χριστιανισμό της με την σχολαστική-μεταφυσική του νοοτροπία, όσο και από την φεουδαλιστική, καπιταλιστική-μοναρχική αντίληψη.

Ο Διαφωτισμός, επομένως, είναι αντίδραση στην δυτική μεταφυσική, και την φεουδαλιστική νοοτροπία του δυτικού κόσμου. Και, βεβαίως, η ελληνορθόδοξη Παράδοση, όπως εκφράσθηκε και βιώθηκε από την Ρωμηοσύνη, δεν έχει καμμιά σχέση με την νοοτροπία αυτή που αναπτύχθηκε στην Δύση, ούτε με την μεταφυσική και τον καπιταλισμό, αλλά έχει καθαρώς θεραπευτικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Έτσι, ο Διαφωτισμός είναι εισαγόμενος-μεταπρατικός στον δικό μας χώρο και εκείνοι που προσπάθησαν να τον εισάγουν στην χώρα μας είναι μεταπράτες.

Δυό χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Διαφωτισμού
Ο δυτικοευρωπαϊκός Διαφωτισμός έχει πολλά γνωρίσματα, αλλά εδώ θα περιορισθώ σε δύο από αυτά που τα θεωρώ σημαντικά και ξεκαθαρίζουν κάπως το τοπίο, όταν μελετάται το θέμα της σχέσης του με την αριστερά ιδεολογία.

Το ένα γνώρισμα είναι ότι στην πλειοψηφία τους οι διαφωτιστές δεν ήταν άθεοι, αλλά δεϊστές και αγνωστικιστές.

Είναι γνωστόν σε όσους ασχολούνται με τα ρεύματα αυτά ότι παρατηρούνται τρεις τάσεις στον δυτικό χώρο σε σχέση με τον Θεό.

Η μία είναι ο αθεϊσμός. Οι άθεοι αρνούνται τον Θεό και πολλοί από αυτούς πολεμούν την άποψη για τον Θεό, διακρίνονται, δηλαδή από μια πολεμική εναντίον του και πιστεύουν ότι ο κόσμος αυτοερμηνεύεται, δηλαδή μέσα στον κόσμο υπάρχουν οι δυνάμεις που τον ερμηνεύουν, και δεν είναι ανάγκη να υπάρχη ένας Θεός για να τον δημιουργήση και να τον κυβερνά. Όμως, το να πολεμά κανείς τον Θεό, το να δημιουργή λέσχες για την πολεμική αυτή, είναι μια ιδιότυπη Θρησκεία, αφού όταν κανείς δεν πιστεύη σε κάτι, τότε δεν ασχολείται μαζί του.

Η Ταυτότητα της Εκκλησίας Γράφει ο Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθεου



Ο λόγος για τα Δελτία Ταυτοτήτων οδηγεί στην αντιμετώπιση του θέματος ποιά είναι η ταυτότητα των Χριστιανών. Πράγματι πολλές φορές διδάσκουμε ότι δεν αρκεί να είμαστε Χριστιανοί της (αστυνομικής) ταυτότητος, αλλά πρέπει να γίνουμε Χριστιανοί στην αλήθεια και την ζωή.


Α'
 Η λέξη ταυτότητα δηλώνει την ομοιότητα και την ταύτιση του σημαινομένου με το σημαίνον, “τό είναί τι ταυτόν το ίδιον”, κατά τον Αριστοτέλη. Δηλαδή, ο Χριστιανός που είναι βαπτισμένος στο Όνομα του Τριαδικού Θεού πρέπει να είναι πραγματικό μέλος της Εκκλησίας και να ανταποκρίνεται στον σκοπό της εκκλησιαστικής ζωής. Ταυτότητα σημαίνει ακόμη και το ιδιαίτερο σε σχέση με κάποιον άλλο, φανερώνει, δηλαδή, την ετερότητα του κάθε προσώπου.

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης μιλώντας για την σημασία της ταυτότητος γράφει χαρακτηριστικά:

“Όταν λέμε ότι ταυτίζουμε κάποιο όν εννοούμε ότι επισημαίνουμε την ιδιαιτερότητά του, ότι δηλ. καθορίζουμε τα στοιχεία εκείνα τα οποία δεν μας επιτρέπουν να κάνουμε σύγχυση μεταξύ αυτού του όντος και κάποιου άλλου. Όταν λέμε π.χ. ότι έχουμε την αστυνομική μας ταυτότητα ο καθένας, αυτό σημαίνει ότι η Πολιτεία κάνει μια προσπάθεια να επισημάνει την ιδιαιτερότητα του καθενός μας. Με σκοπό να μη γίνει σύγχυση μεταξύ των πολιτών, σημειώνει το όνομα, το επώνυμο κλπ., και ακόμη βάζει τα δακτυλικά αποτυπώματα. Όλα αυτά αποβλέπουν στο να αποφευχθεί η σύγχυση ενός προσώπου με κάποιο άλλο. Η ταυτότητα λοιπόν αποβλέπει στην ιδιαιτερότητα, αλλά η ταύτιση αυτή, αυτή η ιδιαιτερότητα δεν μπορεί να είναι ποτέ απόλυτη, και αυτό δημιουργεί δυσκολία στο να κάνουμε λόγο για ταυτότητα. Όλα τα ονόματα ή και οι ιδιότητες που έχουμε στις ταυτότητές μας (τό επάγγελμα, το ύψος κλπ.) μπορούν να εφαρμοστούν σε περισσότερα από ένα όντα, σήμερα μάλιστα με την γενετική μηχανική –ακούμε πολύ τον τελευταίο καιρό αυτή την περίφημη κλωνοποίηση– αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ακόμη και τα δακτυλικά αποτυπώματα δεν θα εξασφαλίζουν πλέον την ιδιαιτερότητα ενός όντος. Σε απόλυτο βαθμό είναι πάρα πολύ δύσκολο να επισημάνει κανείς την ιδιαιτερότητα και την ταυτότητα ενός όντος. Αυτό που αναζητούμε όταν ταυτίζουμε κάτι, είναι αυτό που λέμε “η ειδοποιός διαφορά”, είναι κάποιο στοιχείο που να αφορά μόνο σε ένα συγκεκριμένο όν και όχι σε άλλα”.

Για την ταυτότητα της Εκκλησίας ο Σεβασμιώτατος παρατηρεί:

“Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι και ζεί μέσα στην ιστορία, πορεύεται μέσα στην ιστορία χωρίς να χάνει την ταυτότητά της. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό αλλά δεν είναι εξασφαλισμένο εκ των προτέρων. Χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή, διότι είδαμε ότι χριστιανικές εκκλησίες στην ιστορία που ξεκίνησαν με την σωστή ταυτότητα κατέληξαν να αλλοιώσουν την ταυτότητά τους και να διερωτάται κανείς σήμερα εάν είναι εκκλησίες ή όχι.

Αυτό είναι ένα μήνυμα το οποίο πρέπει να το πάρουμε στα σοβαρά εμείς οι ορθόδοξοι, διότι είναι πράγματι και για μας ο κίνδυνος μεγάλος μέσα σε όλη την δραστηριότητα μας, η οποία καμιά φορά μας κάνει να αισθανόμαστε αυτοϊκανοποίηση, να εκτραπούμε από την ταυτότητα της εκκλησίας και να μην είμαστε στην ουσία εκκλησία, αλλά κάτι άλλο, ένας άλλος οργανισμός”.

Περί της Οδού Γράφει ο Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθεου



Συχνά τίθεται τό ερώτημα άν ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία ή Εκκλησία. Σέ αυτό τό ερώτημα δόθηκαν διάφορες απαντήσεις, οι περισσότερες τών οποίων κατατείνουν στό ότι ο Χριστιανισμός εκφράζεται περισσότερο ως Εκκλησία παρά ως θρησκεία. Σέ αυτό έχω καταλήξει στό βιβλίο μου «Θρησκεία καί Εκκλησία στήν κοινωνία».

Ο όρος θρησκεία χρησιμοποιείται από τόν Απόστολο Παύλο γιά νά χαρακτηρίση τήν αίρεση τού Ιουδαϊσμού (Πράξ. κστ', 4-5), καί τήν «θρησκεία τών αγγέλων», πού επαγγελλόταν ο γνωστικισμός (Κολ. β', 18-19). Κυρίως, όμως, η λέξη θρησκεία χρησιμοποιείται από τόν Αδελφόθεο Ιάκωβο πού κάνει λόγο γιά «θρήσκο», ο οποίος δέν χαλιναγωγεί τήν γλώσσα του, αλλά απατά τήν καρδία του καί γι’ αυτό η θρησκεία του είναι μάταιη. Καί στήν συνέχεια, κάνει λόγο γιά «θρησκεία καθαρά καί αμίαντον» από τόν Θεό καί Πατέρα πού σημαίνει «επισκέπτεσθαι ορφανούς καί χήρας εν τή θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από τού κόσμου» (Ιακ. α', 26-27). Ο Απόστολος Παύλος, όπως είναι γνωστόν, επιμένει κυρίως στόν όρο Εκκλησία, πού είναι τό Σώμα τού Χριστού (Κολ. Α', Τιμ. γ', 15. Α’ Κορ. ιβ', 12-30. Εφ. δ', 11-16 καί ε', 29-30 καί αλλού).
Σέ σχετικό κείμενό μου ανέλυσα ότι στήν Καινή Διαθήκη χρησιμοποιούνται καί άλλοι όροι γιά νά δηλώσουν τήν νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός, όπως Ευαγγέλιο, Βασιλεία καί στρατεία. Βέβαια, όλοι αυτοί οι όροι είναι κτιστά ρήματα καί νοήματα πού θέλουν νά εκφράσουν, όσο είναι δυνατόν, τήν άκτιστη πραγματικότητα, τήν εμπειρία τής ακτίστου δόξης τού Θεού. Έτσι, άλλο είναι η θεία αποκάλυψη πού είναι μέθεξη τής ακτίστου πραγματικότητος, πού γίνεται χωρίς κτιστά ρήματα καί νοήματα, καί άλλο είναι η μεταφορά αυτής τής ακτίστου πραγματικότητος μέ κτιστά ρήματα καί νοήματα.
Ειδικότερα σήμερα θά αναφερθώ σέ έναν καινοδιαθηκικό όρο πού χαρακτηρίζει τήν νέα πραγματικότητα στόν κόσμο, πού δημιουργήθηκε μέ τήν ενανθρώπηση τού Χριστού καί τήν Πεντηκοστή. Καί αυτός ο όρος είναι η «οδός».